Αρχεία Ιστολογίου

ΑΓΑΠΗΜΕΝΑ ΤΕΥΧΗ ΚΟΜΙΚΣ 20. ΤΙΡΑΜΟΛΑ ΤΕΥΧΟΣ 44 «Η ΔΟΥΛΕΙΑ ΕΞΕΥΓΕΝΙΖΕΙ»

Όσο κρατούσε το ζύγισμα στη χούφτα μιας πέτρας, μας ήταν πάντα αρκετό για να εντοπίσουμε το στόχο. Κάποιες φορές υπήρχε από πριν. Ήταν στο χέρι μας πριν καν γυρίσουμε το βλέμμα τριγύρω. Κάποιες άλλες ήταν το βάρος αυτό που καθόριζε το μέγεθος της αταξίας. Ένα χαλίκι δεν θα μπορούσε να χρησιμεύσει παραπάνω από ένα φιλικό «ε, εσύ! Ξύπνα! Εδώ είμαστε!». Ένα κομμάτι από σπασμένο κεραμίδι, είχε τη δύναμη να μας αλλάζει όψη και να οριοθετεί τη «ζημιά». Μια μπάλα ποδοσφαίρου, με την απαλή επιφάνεια του «λάθους», είχε περιορισμένες δυνατότητες, όχι όμως και τον απόλυτο έλεγχο. Αναπηδώντας έφθανε σε σημεία πιο μακρινά απ« το μάτι και να προκαλούσε χαμόγελα ικανοποίησης, όπως και τις φωνές του γείτονα, όταν την αντίκριζε στην αυλή του. Όσο εύκολα μπορούσε να δώσει χαρά και πολλά νέα παιγνίδια, άλλο τόσο ήταν ικανή να σκύψει τα κεφάλια και να γεννήσει ιδέες για το πώς θα επέστρεφε στον ιδιοκτήτη της. Βλέπετε μια μπάλα κυλούσε πιο μακριά από τη σκέψη μας. Απ` αυτά που τις υπαγορεύαμε, που ζητούσαμε από κείνη. Δεν κατάληγε ποτέ στα ίδια σημεία, σε αντίθεση με τους κύκλους που κάναμε εμείς. Η επανάληψη ήταν κάτι άγνωστο για κείνη, όσο κι αν η φορά ήταν η ίδια, ή το χέρι, ή ο κάτοχος, ακόμη και ο στόχος. Το δικό της βάρος, αυτό το λιγοστό, κατόρθωνε να δίνει τεράστιες διαστάσεις στις πράξεις και ακόμη μεγαλύτερες επιπτώσεις. Οι συσχετισμοί βάρους και αποτελέσματος, ήταν για πολλά χρόνια μονόλογος και ολοκαίνουργια μαθήματα, με μια χαρακτηριστική μυρωδιά φρέσκου χαρτιού. Αδιάβαστα και δίχως μουντζούρες στις κενές σελίδες. Κάθε φορά μάθαινες κι από κάτι χρήσιμο, απ` τις ίδιες γραμμές, απ` τα ίδια κεφάλαια. Ερμηνεύονταν όλα αυτά τόσο διαφορετικά, που ποτέ κανείς μας δεν παραπονέθηκε ότι κουράστηκε διαβάζοντας τα. Ίσως το λιγότερο βαρετό βιβλίο που τυπώθηκε ποτέ από τον ΟΕΔΒ(όταν – έχω – διάβασμα – βαριέμαι!). Βέβαια δεν μπήκε σε κανενός της σχολική τσάντα και δεν χρειάστηκε κανείς μας να «πει το μάθημα» του στην τάξη. Στους διαγωνισμούς όμως που ξεκινούσαν όταν χτυπούσε για τελευταία φορά το κουδούνι, ήταν απαραίτητο σε όλους και έδινε ακούραστα το παρόν. Αδιαμαρτύρητα. Ήταν ο μπούσουλας μας. Το μοναδικό βιβλίο που συμπλήρωνες καθημερινά νέες συμβουλές, ατάκες, συμπεράσματα, απαντήσεις, ασκήσεις. Γράφονταν ενώ ζούσαμε και μεγαλώναμε. Ενηλικιώνονταν μαζί μας. Αντλούσε εμπειρίες από τις δικές μας. Προσαρμόζονταν στις απαιτήσεις μας. Μας μάθαινε και το μαθαίναμε. Μια αλληλένδετη σχέση και η έννοια του αχώριστου συντρόφου. Η αλήθεια είναι ότι όσες φορές επαναλάβαμε σφάλματα, δεν επικαλεστήκαμε άγνοια ή κάποια δικαιολογία. Μπορεί να μην ανατρέξαμε στις σελίδες του, αλλά κι αυτό ήταν ένα τεράστιο, ομαδικό ή ατομικό, μάθημα της βαρύτητας των πράξεων μας. Οι περιγραφές δεν είχαν μια συγκεκριμένη έννοια και χαρακτηριστικά. Σχεδόν πάντα διατηρούσαν το στοιχείο της «πρώτης φοράς», κι ας ήταν η χιλιοστή. Άλλωστε για τον κάθε έναν ξεχωριστά, είχε κι από ένα αντίκτυπο, προσαρμοσμένο στις ιδιαιτερότητες του χαρακτήρα του. Στον τρόπο που εξαργύρωνε τα αποτελέσματα της σχέσης του με το «βάρος»… Πορευτήκαμε για αρκετά μεγάλο διάστημα, με τούτο το βιβλίο παραμάσκαλα. Οι πτυχές που αποκαλύφθηκαν στα μάτια μας και οι διαστάσεις που πήραν, ήταν αυτό που στην συνέχεια μας έδωσε μια πλήρη εικόνα όσων θα αντιμετωπίζαμε και βοήθησε τα μέγιστα ώστε να συνυπάρξουμε με ασφάλεια στην «ελαφρότητα» των καιρών .. . Μπορεί να «έχανε» στην αφήγηση, ή να υπολείπονταν εικονογράφησης, ήταν όμως η πρώτη μας γνωριμία με την προσαρμογή στην «σοβαρότητα» των καταστάσεων και αυτές τις «σχέσεις» τις θυμάσαι δίχως να τις κρίνεις για ψεγάδια. Είναι σαν τα πρώτα χτυποκάρδια, που όσα χρόνια κι αν περάσουν θα βρίσκουν τον τρόπο να κρατούν το βλέμμα μετέωρο στη σκέψη τους. Έστω και για λίγο.

Κάθε προσπάθεια για την ανακάλυψη νέων λέξεων, ήχων, συνειρμών και θαυμαστικών, ήταν τα χρόνια εκείνα μόνιμα σκαρφαλωμένη στα κλαδιά των δέντρων, ή σε κάποιο μισογκρεμισμένο τοίχο. Σε μια μάντρα, ή στα κάγκελα κάποιας αυλής σχολείου. Μας δίδασκε τρόπους για να περιορίζουμε τις συνέπειες της πτώσης. Μάτωνε μαζί μας σε κάθε αποτυχία. Μετρούσε τις δυνάμεις μας, κοιτάζοντας διακριτικά από απόσταση. Μας άφηνε να πειραματιστούμε. Να γνωρίσουμε την ταχύτητα κάθε δίνης καταστάσεων. Με ποιο τρόπο μπορούν να σε ρουφήξουν μέσα τους. Μάθαμε να καταλαβαίνουμε έτσι, τα όρια μας. Το πόσο βάρος αντέχει ένα κλαδί. Πόσο μπορεί να πονέσει μια σκασιά, ανάλογα με το ύψος. Μπορεί όλα αυτά να άφηναν μια πικρή γεύση, ή να γεννούσαν απογοήτευση. Ήταν όμως πολύ σημαντικά και με κάποιο περίεργο τρόπο μας τραβούσαν να τα βιώσουμε, γνωρίζοντας απ` την αρχή ότι οι εμπειρίες τους ήταν πολύ ψηλά ανεβασμένες. Εκεί που δεν τις έφτανε το χέρι, παρά μονάχα το μάτι. Αυτό το πάντα αχόρταγο, που σάρωνε ότι περνούσε από μπροστά του και έψαχνε για το ακατόρθωτο. Στο τελευταίο κλωνάρι της αγριοκερασιάς. Κι από εκεί το ύψος ζάλιζε και τα κλαριά λύγιζαν επικίνδυνα. Τίποτα όμως δεν μας σταμάτησε, δεν έγινε ανυπέρβλητο εμπόδιο στο δρόμο μας, Δεν κατάφερε να λυγίσει παρά μόνο τα κλαριά, κι όχι τα κορμιά μας. Αυτοί οι «απαγορευμένοι καρποί» ήταν η πεμπτουσία της ύπαρξης μας της ίδιας. Οι χαρακτήρες όλων αποκρυπτογραφούνταν ανάλογα με την υπομονή και το πείσμα του καθενός. Ανάλογα με το πόσο πίστευε σε ότι επιχειρούσε, πόσο το ήθελε, αυτά που σήμαιναν για κείνον. Κι όλα αυτά μας ακολούθησαν μετά, όταν πάλι μετρούσαμε δυνάμεις, με αλλιώτικο τρόπο και για διαφορετικούς λόγους. Κόλλησαν πάνω μας σαν προστατευτικά τσιρότα για τα κουνούπια. Οι ουλές τους μαρτυρούσαν τις προσπάθειες μας. Επιτυχημένες ή όχι ποτέ δεν μέτρησε. Σημασία είχε η προσπάθεια και μόνον αυτή. Από αυτά τα τόσο συνηθισμένα καθημερινά ανδραγαθήματα, που πολλές φορές υπαγόρευαν τα σκίτσα σε κάποιο τσαλακωμένο τεύχος κόμικς, κι η θέληση να τα κάνουμε πράξεις εκτός χαρτιού, βγήκαμε όλοι κερδισμένοι. Βγήκαμε με έναν πλούτο ζωής που δεν χωράει σε πορτοφόλια. Που δεν ανεβοκατεβαίνει σε κανενός θερμόμετρου τον υδράργυρο, ούτε μετριέται με κλίμακες και χάρακες. Δεν συνοδεύεται από αριθμούς και «μηδενικά». Ήταν τα συστατικά και όχι τα στατιστικά, μιας ξεκάθαρης δέσμης συλλογισμών και μιας πορείας δίχως πυξίδα. Το πόσο μακριά και το πόσο κοντά μπορεί να βρεθεί η πράξη από τη σκέψη, η σημασία που έχει το περπάτημα πάνω στο λασπωμένο χώμα, μακριά από τη σιγουριά μιας καθαρής επιφάνειας πεζοδρομίου… Γιατί την σιγουριά εκείνη δεν την ζητήσαμε και δε μας ταίριαζε. Δε κρυφτήκαμε ποτέ κάτω από το υπόστεγο της, όταν το χαλάζι έτρωγε τα μούτρα του στους δρόμους και στις ομπρέλες των περαστικών. Γελούσαμε στη βροχή και κοιτάζαμε ψηλά, σα να προκαλούσαμε το «αφεντικό» της να ρίξει περισσότερη. Τι δύναμη να έχει μια σταγόνα, όσο βαριά κι αν είναι; Τι μπορεί να κάνει εκτός από το να σε βρέξει; Πως γίνεται να κάμψει την ορμή του ποταμού, που κυλάει μέσα σου; Συν τοις άλλοις, τα καλύτερα μπάνια τα κάναμε με τις ψιχάλες να πέφτουν σαν ριπές στη θάλασσα. Σα να αγρίευε και να ξεπετιόνταν εκείνο το χάρτινο spitfire από τα πολεμικά, θυμωμένο, έτοιμο να γαζώσει ότι έβρισκε μπροστά του! Κι έτσι απλά ξεκινούσε αναίτια και από το πουθενά, ξανά το παιγνίδι! Όσοι δέχονταν τις σφαίρες έπεφταν θεαματικά, αφήνοντας πονεμένες κραυγές και επέπλεαν μπρούμυτα. Όσο μπορούσε ο καθένας να αντέξει την ανάσα του, γιατί μετά …επέστρεφε στους ζωντανούς σκασμένος και βγάζοντας νερό απ` το στόμα! Κι οι υπόλοιποι σκάγαμε, αλλά απ` τα γέλια!  Λίγο η πλεγμένη στης φαντασίας μας τον ιστό μάχη, λίγο το νερό που απορροφούσε το βάρος και δεν άφηνε σημάδια απ` την πτώση, όλα έβαζαν το δικό τους «χαλί ασφάλειας» κάτω από τα πόδια μας. Φρόντιζαν να βυθίζονται τα βήματα του μέσα. Κάλυπταν τον θόρυβο. Προστάτευαν την ευδαιμονία της στιγμής, από κάθε σύγκρουση με την πραγματικότητα… Ήταν το χέρι του φίλου, που πέταγε μακριά τη νερόμπαλα, πριν σκάσει στο πρόσωπο…

Τα «βάρη» ανέπτυξαν κι άλλους τρόπους για να μας θυμίζουν την παρουσία τους. Έγιναν οικογενειακά, επαγγελματικά, κοινωνικά, φόρεσαν στολές «υποχρεώσεων» και ήρθαν στο τρελό πάρτι μασκέ. Τίναζαν συνέχεια τις σερπαντίνες και τον χαρτοπόλεμο, για να μη μένει κρυμμένη η μορφή μας. Για να μπορεί κανείς να μας αναγνωρίζει καλύτερα. Ήταν όμως διαφορετικά εκείνα τα «βάρη». Δε τα ξεφορτωνόσουν με ένα δυνατό τράνταγμα του χεριού, όπως τις πέτρες στην παραλία, ή τα αυτοσχέδια βελάκια στον υποτυπώδη στόχο του κήπου. Τα κουβαλούσες διαρκώς σε κάθε τσίμπλα, σε κάθε πλύσιμο των δοντιών. Βρήκαν τον τρόπο να γίνουν το τίμημα κάθε μετάλλαξης σου. Κάθε δρόμου και κάθε κουβέντας. Στα σκοτάδια, στο ημίφως, στα πορτατίφ. Μόνο το δίσκο του φεγγαριού δε αντικατέστησαν, με έναν άλλο, πιο σύγχρονο, πιο «αρεστό». Στο θολό του αυλόγυρο έχασαν το δρόμο της «επιρροής». Γιατί το χειροπιαστό δεν αναλύει το μακρινό αόρατο βλέμμα της ουτοπίας. Δε μπορεί να το πιάσει, ούτε να το αγγίξει. Έχει ένα «ειδικό βάρος». Μια διαφορετική χρήση της σκυφτής πλάτης, που καθηλώνεται από τον όγκο και γέρνει κάτω απ` αυτόν, με ένα αστείρευτο σε επινοήσεις τρόπο. Είναι ένα «βάρος» που δεν πιάνει το ζύγι. Δεν έχει αντιστοιχία. Τυλιγμένο στο δισάκι του Τάνταλου, του δραπέτη απ` το βουνό της τιμωρίας, όταν κατρακύλησε μέσ` τα σανδάλια του κατάκοπος και φοβισμένος, γιγάντωσε σα σπόρος κάποιου αιωνόβιου δέντρου που γδέρνει με τις ρίζες τα σπαρμένα χαλίκια, θέλοντας να αφαιρέσει κάθε νόημα, κάθε αντίσταση, κάθε προσπάθεια για λυτρωμό… Ένα βάρος για το δρόμο… Ένας δρόμος βάρος… Ένας βαρύς δρόμος… Μια σουβλερή ματιά του βράχου που κυλά και αναζητά με αγωνία το δραπέτη… Από κάποια «βάρη» δεν ξεφεύγεις ποτέ… Σε κυνηγούν για να σε επαναφέρουν στην «τάξη», όταν ξεχνιέσαι ή σου γεννιέται η ιδέα να τα αποχωριστείς. Ήταν ανέκαθεν καρφιτσωμένα στο πουκάμισο σαν κονκάρδα, αλλά κανείς δεν τους έδινε σημασία, όταν όλα όσα ρουφούσε χωρούσαν μέσα σε ένα καλαμάκι γεμάτο ανθρακικό. Σε μερικά πολύχρωμα ζαχαρωτά, που έπεφταν με λαιμαργία στον ουρανίσκο. Ήταν πολύ μακριά απ` τις περιορισμένες φιλοδοξίες, κάποιων κομμένων στις εξετάσεις αναίσθητων πιτσιρικάδων, που αντιμετώπιζαν μερικούς επιπλέον μήνες συμβιβασμών και βιβλίων στο χέρι, με ένα πλατύ χαμόγελο και ένα «και τι έγινε μωρέ; Κάθε μέρα θα διαβάζουμε;» Δεν είχαν συνείδηση με τέτοιο «βάρος», που να αναπλάθει ενοχές και να ανατρέφει συστολές. Ίσως το πείσμα και όχι οι νόμοι του Νεύτωνα, να ήταν αυτό που έστριβε τις ρόδες, στα τσακισμένα ξύλινα αμάξια, όταν κατέβαιναν με ορμή την απότομη πλαγιά. Το μήλο εκείνες τις μέρες, δεν είχε βρει ακόμη το σχήμα που θα εξηγούσε την πτώση του απ` το δέντρο. Δεν μπορούσε να γίνει μάθημα. Ήταν απλά κάτι που σου άνοιγε την όρεξη, ή στην έκοβε και μετά ακολουθούσε η γκρίνια της μάνας. «ήθελα να ήξερα τι έφαγες πριν και δεν τρως το φαί σου! Άμα δε το φας όλο δεν έχει παιγνίδι!» Κάποιοι το είχαν δει να βγάζει φτερά και να προσφέρεται καλογυαλισμένο και μυρωδάτο στην ημίγυμνη Εύα, με τα πουριτανικά σκίτσα φτιαγμένη, των σελίδων στο βιβλίο Θρησκευτικών. Ένα μαγεμένο μήλο που πήρε μπάλα και τον Αδάμ, κι έτσι οι πρωτόπλαστοι είδαν την πόρτα της εξόδου και έκαναν όλων μας τη ζωή πιο δύσκολη και τον Παράδεισο πόθο ζωής. Κι ο Γουλιέλμος Τέλος είχε βάλει ένα μήλο στο κεφάλι του γιού του και το πέτυχε με το τόξο από μακριά. Άλλο μήλο εκείνο. Μάλλον θα πρέπει να είχε σχέση με τις ικανότητες και τους εγωισμούς των ανθρώπων, που πάντα βρίσκουν κρύα τα νερά στο πρώτο μπάνιο, κι όλο το αναβάλλουν… Αυτά ήταν τα μήλα που ξέραμε, κι αυτά τα κατορθώματα τους. Του Νεύτωνα δεν διέφερε στην όψη(ίσως να ήταν το ίδιο λαχταριστό), αλλά στα συμπεράσματα στα οποία οδηγούσε, όταν προσγειώνονταν στο κεφάλι του! Την φέρναμε στο νου κι αυτή την εικόνα, αλλά με γέλια και «σιωπή εσείς εκεί! Θα σας βγάλω έξω από την τάξη!» Όταν φύγαμε από τις τάξεις, με το πλήρωμα του χρόνου κι όχι με φωνές, μάθαμε και την σημαντικότητα της ανακάλυψης του επιστήμονα. Ένας καθοριστικός άξονας, πάνω στον οποίο έμελε να περιστραφούν όλες οι επιδιώξεις μας. Από εκεί ξεκινούσαν και στις αρχές αυτές κατέληγαν. Όποιος δε διάβασε έστω και μετά από χρόνια αυτό το μάθημα, είναι ακόμη στην αυλή και παίζει με τους αόρατους συμμαθητές του…

Η καταλυτική παρουσία και η συμβολή των κόμικς, στο ξεφλούδισμα των καθημερινών πληροφοριών που καταχωρούνταν στα συρτάρια της μνήμης μας, ώστε να γίνουν απόλυτα κατανοητά, με σπαρταριστά παραδείγματα και μια κεντρική ιδέα απαλλαγμένη από τα περιττά λόγια και τις βαρετές πολυλογίες των βιβλίων, ήταν αυτή που μας κράτησε στην τάξη(του σχολείου), αλλά και σε μια ισορροπία οικογενειακή, όπου οι πολλές ερωτήσεις λιγόστευαν και τα παιδικά «γιατί;» έδιναν τη θέση τους στα «ξέρω. Κατάλαβα. Δεν είμαι μικρός». Έτσι δειλά – δειλά οι έννοιες ζωντάνευαν μέσα από σκίτσα, αφήνοντας την ερμηνεία να κολυμπάει στα σωσίβια μας. Τόσα μα τόσα παραδείγματα, πάμπολλες εναλλακτικές προτάσεις για εφαρμογή, αλλά και στοίβες ολόκληρες με παρομοιώσεις, εμπλούτισαν ένα φτωχό λεξιλόγιο. Σμπράνκ! Το αμόνι πάνω στο κεφάλι ενός κλέφτη! Ζιπ! Το σκίσιμο της εικόνας απ` τη σφαίρα!  Ζντούπ! Η προσγείωση στο έπιπλο του γραφείου! Γκούπ – γκάπ! Οι γροθιές στο μπαρ! Ζβιν! Το κορμί που τεντώνεται ψηλά και παίρνει διαστάσεις γίγαντα! Μπάφ! Ο «κακός» πέφτει πάνω στον ανύποπτο «καλό»! Βρούμ! Ο ήχος της αφιονισμένης ταχύτητας του όχλου! Τοκ! Η αβάσταχτη ελαφρότητα του πιστολιού, που σκάει στο δάπεδο! Φσσσσστ Ζουμ! Τα βέλη στον πισινό του καουμπόικου κινούμενου στόχου! Μπλατς! Το άπλωμα του ώριμου μήλου στο καπέλο του επίδοξου κλέφτη!  Αν προσέξετε θα δείτε πλείστες εφαρμογές μέσα σ` αυτά τα ανύπαρκτα επιφωνήματα, που πρόσθεσαν νέες διαστάσεις στην εκμάθηση της γραμματικής, αλλά που ποτέ δεν αποτυπώθηκαν σε μια «κόλλα χαρτιού», στα πρόχειρα διαγωνίσματα! Μέσα εδώ υπάρχουν τα παραδείγματα που δεν ξεστόμισαν ποτέ οι δάσκαλοι, αλλά που κατάφεραν να μας φέρουν κατακέφαλα τη γνώση, παραστατικά και πάντα με ένα χαμόγελο! Ο νόμος της βαρύτητας βρίσκονταν σε κάθε καρέ, έχοντας την δική του θέση στην επιστήμη, με μια απλοϊκή και ανέμελη διάθεση για αφήγηση. Κι όμως, κανείς δεν σκέφτηκε να ζωγραφίσει με μια κιμωλία στον πίνακα αυτές τις «εφαρμογές», τις τόσο κατανοητές στα μάτια μας, αφήνοντας μια στυλιζαρισμένη «παπαγαλία», που καμιά φορά τα τυπογραφεία έκαναν τόσο αχνά τα γράμματα της, που τα διάβαζες μόνο από το βιβλίο του διπλανού! Είναι ανόητο να διδάσκεις στα παιδιά με το μπόι των μεγάλων! Αν δεν σκύψεις να έρθεις στα μέτρα τους, θα τρομάξουν, κι ακόμη περισσότερο θα αρνηθούν με πείσμα τις καρικατούρες που πρεσβεύεις. Μα είναι τόσο δύσκολο σ` αυτά τα κούφια βιβλία, τα άχαρα σκίτσα που περιέχουν να συνοδεύονται από αυτό που ζητούν τα μάτια ενός μαθητή; Είναι τόσο αντίθετο με τις όποιες αρχές προστατεύουν τη μάθηση από την γελοιοποίηση, να συνυπάρξουν με ένα φανταστικό επιφώνημα σαν το «Σκρατς», που υποδηλώνει το σπάσιμο μιας σανίδας; Ξέρετε πόσο πιο εύκολο θα ήταν για έναν πιτσιρικά να αγγίξει την αξία του «βάρους» και την μεταφέρει σαν εξήγηση σε κάθε του ενέργεια, δίχως να ψάχνει για απαντήσεις στα «σπασμένα τηλέφωνα» της παρέας; Έχετε αλήθεια φανταστεί ένα κόσμο που τα παιδιά θα προβάλλουν την προσωπικότητα και τα χαρίσματα τους, αντί να τα θάβουν στο χώμα όπως οι σκύλοι τα σκατά τους; Με ντροπή και βιασύνη, με κόμπλεξ και άγχος, μήπως τους δει κανείς. Έχετε μήπως σκεφτεί πόσο δυσνόητο και ανόητο, είναι μια εκκολαπτόμενη ανθρώπινη προσωπικότητα να τυλίγεται με το έτσι θέλω, στα αναμασημένα δεδομένα της χαμένης γενιάς κάποιων άλλων πιτσιρικάδων, που μεγάλωσαν χωρίς «φλοπ», «κρακ», ή «γκάσπ»; Ω! σνιφ – κλαψ – λυγμ! Τι κρίμα! Χάσατε το χιούμορ σας απλά κύριοι! Στο φτάρνισμα συνεχίζετε να λέτε το «καθωσπρέπει» στάνταρ «γεια σου» και δεν έχετε μάθει να περιμένετε για απάντηση ένα «δεν πάω πουθενά!». Ζείτε μια «κορώνα – γράμματα – χάσατε»!

Τον Απρίλη του`71, γνωρίστηκα με πολλές διαφορετικές κόμικς – παρομοιώσεις, απ` αυτές που διατύπωναν τις διαφωνίες τους σε κάθε ευκαιρία, σε σχέση με αυτά που νομίζαμε ότι βλέπαμε μπροστά μας. Την εποχή που κράτησα το 44ο τεύχος του Τιραμόλα στα χέρια, πολλές έννοιες στερούνταν «βαρύτητας» στο νου μου. Οι επιπτώσεις ήταν σαν τις συναναστροφές. Μπορούσες να τις επιλέξεις πίστευα, κρίνοντας από όσα είχαν ήδη φανερωθεί ως τότε. Με βάση τα σχήματα και τις μορφές, με τα οποία είχα εξοικειωθεί. Φτάνουν όμως στιγμές που τα ορθάνοιχτα μάτια, αντικρίζουν  μια ολοκαίνουργια και παντελώς άγνωστη υφή. Μια άλλη εξήγηση με περισσότερες δυνατότητες, σχεδόν ανεξάντλητες. Στα εικονογραφημένα που καλλιεργούσαν και πότιζαν τη φαντασία μας, ο Τιραμόλα δεν είχε ποτέ μια ύπαρξη τόσο επιβλητική, ικανή να καθορίζει τη θέληση και να υπαγορεύει τη βούληση. Η δική του οντότητα, στην ουσία δεν υπήρχε! Όχι με κάτι συγκεκριμένο, από αυτά που χαρακτήριζαν τον ποντικό ντετέκτιβ Μίκυ Μάους, ή τον ήρωα των Αμερικάνικων δασών Μπλέκ. Ο Τιραμόλα ήταν μια βιομηχανική απόκλιση από την ελαστική πραγματικότητα, φτιαγμένος για να ελίσσεται και να τρυπώνει παντού, δίνοντας οικονομικές λύσεις, συντηρώντας συγχρόνως τον μύθο της απατηλής λάμψης του ονείρου. Είχε όνομα, όχι όμως και χρήση. Μπορούσε να είναι οτιδήποτε, να γίνει οτιδήποτε, να φτάσει στο πιο απομακρυσμένο σημείο του χάρτη. Χωρούσε παντού και ζύγιζε όσο ήθελε ο καθένας μας. Οι προσδοκίες του έτρωγαν από το ίδιο πιάτο με τις δικές μας και έδειχναν τόσο αφοπλιστικά αθώες, που ίσως να τις είχαμε πλάσει με τα χέρια ένα απόγευμα σκυμμένοι στο πάτωμα, μέσα στου παιγνιδιού τη ζάλη. Ένα απόγευμα απόσταση από το θρανίο… Δέκα λεπτά χρόνος στο μαγικό χαλί… Τρείς μπάλες χαρτί διπλωμένο ενάντια στη «βαρύτητα»… Τα εμπόδια μάθαιναν να κάνουν στην άκρη για να τα διαβεί, η φιγούρα μιας σαρανταποδαρούσας, η μορφή ενός αεροπλάνου, η σκιά ενός βάρους δύο τόνων, το σφύριγμα ενός λάσου. Αυτές οι χιλιάδες μεταμορφώσεις, δεν επισκίαζαν κανένα κατόρθωμα των συναδέλφων του στα υπόλοιπα κόμικς της εποχής. Χωρίς αυτές όμως κάτι έλειπε. Το απεριόριστο, το «ποτέ», το «πάντα», το «παντού». Ήταν η τελευταία γραμμή στο κείμενο, που αν δεν την διάβαζες είχες σπαταλήσει όλες τις προηγούμενες σελίδες. Ήταν σα να μη τις είχες διαβάσει καθόλου. Αυτό που με κέρδισε σε εκείνο το τεύχος, ήταν το σπινθήρισμα στο βλέμμα και το κέφι μιας παρέας ηρώων, που δεν είχα ξαναδεί όμοιο του ως τότε. Ο ρεαλισμός ήταν ανύπαρκτος, αλλά η απουσία του περνούσε απαρατήρητη. Για να μπει σφήνα στην εικονογραφημένη μου οπτική που μόλις άρχιζε να διαμορφώνεται, δεν χρειάστηκε να συμβεί κάτι το φοβερό. Κάτι μοναδικό, που να συγκαταλέγεται στις τύχης τα παιγνίδια. Κανένα περιστατικό αστείο ή τραγικό,  δεν συνόδευσε το τεύχος αυτό. Μόνο μια χαραμάδα μνήμης μισάνοιχτης, απ` την οποία έβγαινε ένα κατηφόρισμα στα καντούνια της παλιάς πόλης. Εκεί με περίμενε ο Τιραμόλα, σε ένα βιβλιοπωλείο που εκτός από τη συνηθισμένη του πραμάτεια, φιλοξενούσε και τεύχη περιοδικών. Ένα βιβλιοπωλείο για μαθητές, με λεξικά και χάρακες. Μικρό και στενό. Δεν περνούσε πλάι – πλάι πάνω ένας πελάτης. Άντε ένας ενήλικας και ένας επτάχρονος πιτσιρικάς. Ξέρετε, από κείνους που τραβούν το χέρι της μητέρας τους, για να ζητήσουν κάτι. Κι αυτό το κάτι ήταν παρατημένο σε ένα σωρό βιβλία Αγγλικών. Κάποιο άλλο πιτσιρίκι το είχε φέρει μέχρι εκεί, αλλά το δικό μου χέρι ήταν αυτό που το πήγε στο ταμείο. Κι έτσι, ο Τιραμόλα ήρθε σπίτι, την ημέρα της ονομαστικής μου εορτής, που μονίμως μετακινείται σα να έχει ρόδες και ποτέ δεν την αφήνουν να πέσει πάνω στο Πάσχα! 23 Απριλίου 1971.

Απ` όλα τα πλάσματα της φαντασίας κάποιων υπέροχων μικρών – μεγάλων, που βάλθηκαν να αλλάξουν το σχήμα των δρόμων, των σπιτιών, των ίδιων των ανθρώπων γύρω μας, τοποθετώντας δημιουργήματα σα πλαστελίνη πολύμορφα, αυτό που ενσάρκωνε το «μπορώ να γίνω ΟΤΙΠΗΠΟΤΕ», ήταν ο ένας και μοναδικός Τιραμόλα! Μόνο αυτός κατάφερε να γίνει ατάκα διαχρονική, στα στόματα κάθε ηλικίας, κι ας αλλάζουν γρήγορα οι λέξεις και οι φράσεις στην αργκό όλων μας, καθημερινά. Το «δεν είμαι Τιραμόλα», ή «ποιος είμαι; Ο Τιραμόλα;», ακόμη ακούγεται και συνεχίζει να παραμένει η απόλυτη περιγραφή του «δεν μπορώ να πάρω τόσα σχήματα και να είμαι ταυτόχρονα παντού»! Οι μεταμορφώσεις του, πάντα συνοδεία ευρηματικών ανύπαρκτων επιφωνημάτων, εξηγούσαν τη χρήση κάθε αντικείμενου, τόσο καλά που ούτε σε αμφιθέατρο πανεπιστήμιου δεν ειπώθηκαν καλύτερα ποτέ! Το «βάρος», αυτό που καμιά φορά εκτός όλων των άλλων έπαιζε και έναν ρόλο ανασταλτικό, αποτρεπτικό κάθε κίνησης ή σκέψης, ένα μούδιασμα εσωτερικό που εμπόδιζε το λόγο και τις πράξεις, ακόμη κι αυτό έγινε απολαυστικό, νέα προκλητική ματιά στα ίδια μπαλονάκια, άξιο ψυχαγωγίας και διασκέδασης στην όψη του και όχι φόβητρο. Μάθαμε να βλέπουμε τη γελοία του πλευρά, αυτή που αφαιρεί την ύλη από το εσωτερικό και έτσι ανάλαφρο το ανεβοκατεβάζει σα μπιζέλι σε ασανσέρ. Το κάνει να χωρέσει στη χούφτα, σαν το νερό που πετούσαμε ο ένας στον άλλο. Κι από εδώ παιγνίδι βγαίνει. Ο λαστιχάνθρωπος δεν αψήφησε παρά μόνον την στείρα αντίληψη για μονόπλευρη υπόσταση. Ήταν αυτός που κράτησε το «βάρος» και το πολλαπλασίασε. Του έδωσες κι άλλες μορφές. Μαζί με τα σχήματα του κορμιού του, κατάφερνε να το μεταμορφώνει κι εκείνο και να το κάνει να μοιάζει σα καρπό, στα φτιαγμένα από καουτσούκ κλαδιά του. Σήκωσε πολύ περισσότερα «βάρη» ο Τιραμόλα, απ` ότι εμείς γκρινιάζουμε για την ανασταλτική τους παρουσία στη ζωή μας. Κι όμως, ποτέ του δεν παραπονέθηκε, ούτε αυτός ούτε κι ο Ατσίδας, που με ένα λουλούδι στο χέρι διέκοπτε τον εργοδότη του, για να εκφράσει μια ανησυχία με ένα χαμόγελο στο πρόσωπο, ικανό να την συρρικνώσει. Μπορεί για όλα αυτά να ευθύνεται το ανύπαρκτο και το φανταστικό, που λύγιζαν κάθε δυσκολία με την ύπαρξη τους στις περιπέτειες του. Ίσως γιατί όλα αυτά γίνονταν στις σελίδες ενός κόμικς. Όμως ο Τιραμόλα έδωσε πολλά μαθήματα αντιμετώπισης της βαριεστημένης αγγαρείας, που αυξομείωνε τον όγκο στο αρμίδι της υπεκφυγής και όλων των στερητικών ΑΛΦΑ, που μάθαμε να ζητάμε από ένα ψάρεμα. Το αντίβαρο, ο μοχλός της αισιοδοξίας, απλώθηκε στην επιφάνεια του, ακόμη και τις στιγμές που ζητούσε προφητικά για τα χρόνια του, λίγη ησυχία για να κοιμηθεί. Όποιος διάβασε ποτέ τις ιστορίες του, γνώρισε τις αποκλείσεις που αν προσθέσει στη ρότα του την υπαγορευμένη, μπορεί να πιάσει την ουρά του ανέφικτου. Του αδύνατου. Αν δεν επαληθεύτηκαν οι προσδοκίες και έμειναν καρφωμένες στο τοίχο με το σκονισμένο κάδρο, γι` αυτό κανείς δεν μπορεί να τον κατηγορήσει. Ήταν η φορολόγηση της αμφιβολίας, η ετικέτα εκείνη που έσκυψε το λαιμό της λούτρινης καμηλοπάρδαλης, σα το καρτελάκι της τιμής ξαφνικά να απέκτησε τεράστιο «βάρος». Ίδιο μ` αυτό που εμποδίζει την ανάπλαση μιας χάρτινης βάρκας, από κείνες που σκορπίζαμε στα νερά. Είναι η πίστη αυτή που απομακρύνει τα χέρια μας από την κατασκευή κάτι τόσο απλού. Η πίστη που χάσαμε ότι στις χάρτινες τέτοιες βάρκες, ναυπηγημένες από τα φύλλα των σχολικών βιβλίων, μπορεί να αντέξει το «βάρος» μας ελπίδας. Κι όμως, κάποτε έμεινε στο κατάστρωμα της ένας μεταλλικός στρατιώτης, όρθιος σε όλο το ταξίδι. Αυτό που μετατρέπει τον Τιραμόλα σε μια αγνή ανάμνηση, των όσων πιστέψαμε ότι μπορούμε να αλλάξουμε, είμαστε εμείς! Εμείς που με τα πρόσθετα «βάρη» κάναμε τη βαρκούλα να γύρει και να βουλιάξει. Εμείς που δεν αρκεστήκαμε σε όσα απλοποιούν την ύπαρξη μας, αλλά ζητήσαμε το απόλυτο, το ψηλότερο σκαλί της ματαιοδοξίας. Κι αυτό πάντα πληγώνει και θα πληγώνει, όσο ο νους θα γυρνά πίσω στο χρόνο. Στην πρώτη μας γνωριμία με τη «βαρύτητα» στις σελίδες του Τιραμόλα. Όταν θα φέρνουμε στο μυαλό τις στιγμές που τα «Φλαπ» και τα «Σπλατς», ήταν το μόνο που δεν παζαρέψαμε, που δεν στοιχηματίσαμε.

Γιώργος Κοσκινάς

Το πιο πάνω κείμενο υπογράφεται από τον Γιώργο Κοσκινά και είναι προστατευμένο και κατοχυρωμένο πνευματικά. Οποιαδήποτε αντιγραφή μερική ή ολική χωρίς την συγκατάθεση του δημιουργού, επισύρει τις προβλεπόμενες από το νόμο κυρώσεις.

Διαβάστε και τις υπόλοιπες μνήμες που ξυπνούν κάποια τεύχη κόμικς ξεχωριστά από τα άλλα, αποκλειστικά δημοσιευμένα για τα μέλη και τους αναγνώστες του Comics Trades, αποσπάσματα από το νέο βιβλίο των εκδόσεων Αιγόκερως, στην υπό – κατηγορία «ΙΣΤΟΡΙΕΣ & ΤΕΥΧΗ».

http://wp.me/PKxow-1j2

Αρέσει σε %d bloggers: