Αρχεία Ιστολογίου

Έφυγε ο Sergio Bonelli…

Μια είδηση που ήρθε για να μας ξαφνιάσει πολύ δυσάρεστα, είναι αυτή του τίτλου αυτής της ανάρτησης. Ο Sergio Bonelli, γιός του ιδρυτή του εκδοτικού οίκου που ίδρυσε ο Gian Luigi Bonelli, αυτός που με το ψευδώνυμο Guido Nolitta υπέγραψε τα περισσότερα σενάρια του Ζαγκόρ, κι αυτά του Μίστερ Νο, μεταξύ πολλών άλλων, δεν είναι πια μαζί μας. Έφυγε από την ζωή στα 78 του χρόνια και άφησε την Ιταλική και την παγκόσμια σκηνή κόμικς, πολύ φτωχότερη… Ένας εμπνευσμένος δημιουργός και εκδότης, με τεράστιες επιτυχίες στο ενεργητικό του, ένας άνθρωπος των κόμικς με όλη την σημασία της λέξης, κλείνει με το πέρασμα του στην αιωνιότητα, έναν κύκλο τριών γενεών αναγνωστών, που μεγάλωσαν με τις δημιουργίες τόσο τις δικές του, όσο και του πατέρα του(Τέξ κ. α.).

Είναι μια πολύ μεγάλη απώλεια για όλους των φίλων των κόμικς. Θα σας παραπέμψω στην υπό – κατηγορία μας «ΕΡΕΥΝΑ & ΚΑΤΑΓΡΑΦΗ», προκειμένου να διαβάσετε ένα βιογραφικό που έκανα προσωπικά, πριν ένα χρόνο περίπου και το οποίο περιγράφει και σκιαγραφεί τον ταλαντούχο κ. Bonelli. Τώρα, ο ευφάνταστος αυτός κομικσάνθρωπος, θα κάνει ακόμη περισσότερα ταξίδια, σε ακόμη πιο άγνωστους και προκλητικούς κόσμους, αλλά δυστυχώς δεν θα μπορέσει να μας τα αφηγηθεί… Sergio, από ψυχής … καλό ταξίδι…. Θα μας λείψεις πολύ.

ΑΓΑΠΗΜΕΝΑ ΤΕΥΧΗ ΚΟΜΙΚΣ 19. ΒΕΛΟΣ ΤΕΥΧΟΣ 80 «ΤΟ ΕΙΔΩΛΟ ΤΟΥ ΤΡΟΜΟΥ»


Υπάρχει ο «κανονικός» χρόνος και ο πλασματικός. Αυτός που είναι αόριστος, ασαφής και πάντα σχεδόν υπέρ – βολικός(«σε δύο λεπτά είμαι εκεί»…), κι ο άλλος, αυτός που περιγράφει με ακρίβεια και αγχωμένη διάθεση συνέπειας, το που θα βρίσκεται ο νους μας για την επόμενη ώρα(«σε περίπου μισή ώρα – 40 λεπτά το πολύ, θα έχω επιστρέψει»…), ώσπου να υλοποιήσουμε ότι μόλις είπαμε. Την πρώτη μορφή, τοποθετημένη σε μια σειρά φράσεων που αντανακλούν μια μάλλον συνήθεια, φθαρμένη και παραφρασμένη, ερμηνευμένη σύμφωνα με του καθενός τις ανάγκες, την συναντήσαμε για πρώτη φορά τότε που όλα αυτά έδειχναν να είναι απλά …δύο λεπτά απόσταση από το σημείο που βρισκόμασταν, χρονικά πάντα. Τότε που ο χρόνος είχε έναν άχαρο μάλλον ρόλο στις ζωές μας και καμία δύναμη για μας ορίζει, σαν αιωρούμενες μέσα στα γρανάζια του προσωπικότητες, Ήταν μια διακοσμητική σχεδόν παρουσία, σαν τα ρολόγια με τον ξεχαρβαλωμένο κούκο στο σαλόνι, που ούτε φωλιά του ήταν – ούτε έγιναν ποτέ, ούτε και τον είδαμε να βγαίνει και να αφήνει εκείνη την χαρακτηριστική φωνή, όπως στις ταινίες, που όλα δούλευαν …ρολόι… Ήταν εκεί όμως, πάνω απ` το τραπέζι και τα κεφάλια μας, όταν καθόμασταν για να φάμε τα μεσημέρια. Τον κοιτούσαμε και κείνος ή ήταν καλά κρυμμένος, ή είχε πετάξει εδώ και καιρό, αφήνοντας άδειο το ξύλινο σπιτάκι του. Εγώ πάντως, δεν τον πρόλαβα «ζωντανό», για κανένα από εκείνα τα 11 χρόνια στο πρώτο σπίτι. Πριν αρχίσουν οι μετακομίσεις. Γιατί μετά, έμεινε πίσω, για να δίνει τροφή στα ερωτήματα του επόμενου ένοικου. Ο χρόνος, το στοιχείο που μας «έδενε» με τη μεγαλίστικη συμπεριφορά, αυτήν που αγνοούσαμε επιδεικτικά και αρνούμασταν να γίνουμε μέρος της πεισματικά, δεν έλειψε από κανένα πρωινό, μεσημέρι, απόγευμα, ή βράδυ. Κανέναν χειμώνα, άνοιξη, καλοκαίρι και φθινόπωρο. Σαν ένα ανεπαίσθητο «τικ τακ», μετρούσε με χτύπους το κάθε μας βλέμμα, βήμα, σκέψη. Πρόσθετε τα πάντα, με μαθηματική ακρίβεια, ακόμη κι αν ήταν ανόμοια μεταξύ τους. Διακριτικά μας μάθαινε  να ζούμε με δεσμεύσεις, απαγορεύσεις, επιπτώσεις, υποχρεώσεις… Ήταν η ατομική μας κλεψύδρα, που αναποδογύριζε την άμμο της και κρατούσε τον έλεγχο, κι ας το αρνούμασταν τότε. Έπειτα από χρόνια, όταν πετάξαμε τις ίνες από το «κουκούλι» και εκκολαφτήκαμε, άλλοι πολύχρωμοι κι άλλοι ασπρόμαυροι μεταξοσκώληκες, κατανοήσαμε πλήρως την χρησιμότητα του και του δώσαμε την πραγματική υπόσταση. Τα ρολόγια χειρός με τον Μίκυ και τα χρωματιστά λουράκια, έγιναν πιο σοβαρά, πιο κοντά στην όψη μας, ασορτί με τις έγνοιες και τα άγχη. Ήταν όλα μαζί στο εσωτερικό του, δίπλα στους λεπτοδείκτες, μέσα στα γρανάζια, που μας ρούφηξαν στα θολά τους νερά και έκτοτε ζούμε μια χρονομετρημένη ατελή οφθαλμαπάτη… Σε μια ώρα… Σε μισή ώρα… Σε κάθε ώρα… Σε κάθε λεπτό… Το αφελές και απρόβλεπτο του ενθουσιασμού και του αυθορμητισμού, τυποποιήθηκε και χώρεσε σε δεδομένα. Άφησε να του περάσουν «φράχτες» ολόγυρα και να αποκτήσει «σύνορα». Άμεση επαφή με το ανεβοκατέβασμα του ήλιου, πιο δεσμευτική, πιο αναγκαία σαν συνύπαρξη. Το κίτρινο στεφάνι εκεί ψηλά, που σήμαινε με τις αποχρώσεις του την έναρξη ή την λήξη της ζωντάνιας και της χαράς, έγινε ένα τόσο δα σχηματάκι σε κάποιους τύπους αγχωτικών βραχιολιών, που άφηναν σημάδια στους καρπούς. Σημάδια υπακοής και ενσωμάτωσης στον κόσμο των συμβιβασμών… Ότι φόβο άφησε μετέωρο, σα το κορδονάκι του άφωνου κούκου, τον ενσάρκωσε και τον αποτύπωσε, έτσι που τελικά μας έκανε δέσμιους του. Κι ότι αρνηθήκαμε γυρίζοντας του την πλάτη, το πήραμε πίσω και βαδίσαμε πλάι – πλάι. Τα «δύο λεπτά» που ποτέ δεν τηρήσαμε, έγιναν «μισή ώρα» ικανή να κυλάει σταγόνες ιδρώτα στο πρόσωπο… Υπευθυνότητα και μεθοδικότητα. Πλαίσια και «φόρμες». «Μπα; Είχε έργα στο δρόμο; Και γιατί δεν πήγες από αλλού, για να μην αργήσεις;»….

Με το πέρασμα των εποχών, που σα να αύξαιναν διαρκώς το ρυθμό στο βήμα τους, τόσο που ζαλιστήκαμε και σταματήσαμε να τις μετράμε πια, μια από τις λέξεις που προστέθηκαν στις γνώσεις μας και δυνάμωσαν τις γραμματικές μας δυνατότητες , ήταν και η «αμετροέπεια», που ήταν απόλυτα συνυφασμένη με την σωστή χρήση του χρόνου. Η εκδρομή στην παραλία είχε αρχή και τέλος, είχε «μέτρο» στην διάρκεια της και όλα γύρω είχαν αυτό το «μέτρο» κι αυτήν την «διάρκεια». Όποιος τα αγνοούσε, γνώριζε και την λέξη που προσδιόριζε το σφάλμα του. Την γνώριζε μέσα από παρατηρήσεις άλλων, ή με τις συνέπειες που είχε η μη αναγνώριση της, σαν βασική αρχή της συνύπαρξης με το κοινωνικό προφίλ, του οποίου το «κλαμπ» αριθμούσε όλο και περισσότερα μέλη. Ένα ντόμινο καταστάσεων, που μόνο δυσάρεστες θα μπορούσε κανείς να τις αποκαλέσει, ήταν δεμένο με χοντρό καραβόσκοινο, με τις αποφάσεις και τις επιλογές, ή την μη αποστήθιση των «κανονισμών»(παλιός γνώριμος από το βιβλίο της Ιστορίας…), ή έστω τις όποιες σπασμωδικές προσπάθειες άρνησης των «ορίων», που αυτομάτως οδηγεί στην γωνία των «περιθωρίων»…  Μια γωνιά με χροιά σχολικής τιμωρίας, απομόνωσης και την θέα της πλάτης στραμμένης στον τοίχο … Μα ποιος είπε ότι οι «τιμωρίες» σταμάτησαν με το απολυτήριο του στρατού στο χέρι; Υπήρχαν και πάντα θα υπάρχουν, όπως και οι μικρές ή μεγάλες «ανταμοιβές», όταν θα έρχεται η επιβράβευση μιας συνολικής εφαρμογής και ένταξης, στον «νέο κόσμο». Αυτά είναι αλληλένδετα. Το ένα φωνάζει το άλλο για να παίξουν παρέα, σε κάθε ευκαιρία. Πάντως, έμειναν οι στιγμές της «αμετροέπειας», της αμετανόητης ξέφρενης λογικής του «πότε;» – «ποτέ!». Κάτι υπάρχει για να θυμίζει την σχέση απόρριψης μας για τον χρόνο, την αδιαφορία μας για τα πρωινά κουδουνίσματα του. Ήταν αυτά που ζήσαμε χώρια του, με το κεφάλι να κουνιέται δεξιά – αριστερά στη κάθε του εμφάνιση, με το χαμόγελο για όπλο κόντρα στον ορθολογισμό και τα προστάγματα του. Ήταν οι εποχές της αμφισβήτησης για κάθε περιορισμό, όσο ελκυστικά κι αν ήταν καμουφλαρισμένος πίσω από τις γλάστρες. Τον βρίσκαμε και μετά τον απομυθοποιούσαμε στο κρυφτοκυνηγητό, βγάζοντας τον έξω από το παιγνίδι. Οι μέρες του Δον Κιχώτη στο ύφος και του δόγματος «τίποτα δεν τελειώνει» στα χείλη, που έζησαν μαζί μας σε κάθε άνοιγμα της εξώπορτας. Όσο κι αν έτριζε εκείνη, όσο κι αν άκουγαν στο διπλανό δωμάτιο, όσο κι αν έβρεχε, όσο κι αν σκοτείνιαζε, όσα μαθήματα κι αν είχαν μείνει αδιάβαστα. Εκείνες οι μέρες με τη βροντή στη δύση τους, με το κροτάλισμα του πολυβόλου στο στόμα του συμμαθητή και με τη σιγουριά της «νίκης» στα πρόσωπα όλων, την ίδια πεποίθηση, την ίδια αισιοδοξία, ήταν αυτές που μας έμαθαν να αδιαφορούμε για την κλωστή που μπορεί αβίαστα να κόψει ο χρόνος. Μια κλωστή τόσο λεπτή και φθαρμένη, που κρατούσε κόντρα στον άνεμο  ζωντανά μερικά τετραγωνικά αφέλειας και αγνότητας. Μα κι όταν κόβονταν, πάντα υπήρχε κάποιος για να την ενώσει και όλα να αρχίσουν ξανά από εκεί που τα αφήσαμε. Κι αυτό δεν είχε χρονικούς περιορισμούς, παρά μονάχα διαλλείματα, όπου σε αντίθεση με το σχολείο, εδώ έπαιζαν αντίθετο ρόλο. Καθόριζαν την απόσταση του επόμενου ραντεβού με το παιγνίδι και έμπαιναν σφήνα σ` αυτό. Πρόσδιδαν μεγαλύτερη ανυπομονησία. Ήταν τα διαλλείματα της συνύπαρξης μας με τον χρόνο και τον χώρο. Αυτά, που κάποτε θα μας κρατούσαν αιχμάλωτους στη ζάλη τους, κάνοντας τα πάντα να γυρίζουν ανάποδα. Να αντιστρέφονται οι θέσεις στο τραπέζι, να αλλάζει το τραπεζομάντηλο, να αρχίζει ξαφνικά ο κούκος να πετάγεται από το ξύλινο του σπιτάκι…

Με όλη αυτή τη φασαρία που κάνει η σβούρα του χρόνου πέρα – δώθε, ξεχνιόνται πολλά. Δε προλαβαίνουμε να τα σταματήσουμε και εκείνα όλο και πιο πολύ στριφογυρίζουν. Γίνονται ένα συνονθύλευμα χρωμάτων, όμοιο με τους πίνακες μοντέρνας ζωγραφικής. Αφηρημένους σα το βλέμμα μας, που ξενυχτάει στο τραπέζι με τη σβούρα. Δεν υπάρχει διαθέσιμη στιγμή για ξόδεμα, time out, break, ξαπόσταμα. Είναι όλα σε μια γραμμή ζυγισμένα και στοιχισμένα και πρέπει να τα τραβήξουμε όπως τους κόμπους του σκοινιού. Σα χάντρες κομπολογιού. Μια κοντά στα δάχτυλα, δύο μακριά απ` αυτά… Όταν φτάνει στο τέρμα η σβούρα και σταματά, στην τελευταία χάντρα του κομπολογιού, τότε μόνο ελευθερώνεται η σκέψη και μπορεί να βγει απ` το καβούκι της. Τότε είναι η ώρα για τον απολογισμό. Που σκόρπισαν όλα, που μαζεύτηκαν, σε ποιού βαρελιού τον πυθμένα. Τότε ξεκουράζεται η μνήμη και κάθεται στο σκουριασμένο παγκάκι. Είναι η ευκαιρία για το καθιερωμένο μας παραμύθι μαζί της. Εκείνη το αφηγείται και εμείς καθηλωμένοι από τον τόνο της φωνής, καθώς αραδιάζει τα ρήματα και τα φωνήεντα με στόμφο, το ακούμε και μας φαίνεται ολοκαίνουργιο σα παιγνίδι, με φρέσκιες μυρωδιές ξύλου. Με μια επιφάνεια λουστραρισμένη, που κυλάει το άγγιγμα. Το έναυσμα για κάτι σαν κι αυτό, δεν χρειάζεται παρά μονάχα τη θέληση και την αφορμή. Την αιτία που κάνει «τσα!» στην ανάγκη. Μια βγαίνει πίσω απ` τον τοίχο και μια κρύβεται πίσω του. Τι είναι αυτό που την κάνει να βγει απ` τη φωλιά της και να παίξει μαζί μας; Εμείς! Όταν το ταβάνι μοιάζει να έχει κατέβει τόσο πολύ χαμηλά, που κοντεύει να αγγίξει τα μαλλιά μας, όταν το βάρος στο στήθος είναι ασήκωτο, όταν η φωνή δε μπορεί να βγει απ` τα χείλη, όταν όλα γύρω δείχνουν ασφυχτικά στενάχωρα. Όταν τα δάχτυλα φεύγουν το ένα πίσω από το άλλο από το πρόσωπο. Ναι, είναι η εσωτερική μας ανάγκη για πισωγύρισμα, αλλά δεν ήρθε ακάλεστη. Βρήκε το γράμμα, το τσαλακωμένο από τα πετάγματα ψηλά πάνω απ` τα δέντρα, από κείνα που κάναμε στα όνειρα μικροί, κι ήρθε να μας συναντήσει. Να δει από κοντά πως μοιάζουμε πια, απόμαχοι ονειροπόροι, ονειρομαχητές του χάρτινου παράδεισου… Το …τέλος του Γουλιέλμου, μας βρήκε ακόμη με το μήλο στο κεφάλι, ή με το τόξο στο χέρι… Ημιτελές απωθημένο, σφραγισμένο στα βάζα με τα γλυκά, στο πιο ψηλό ράφι της κουζίνας… Εκεί που δεν μας σήκωσε καμιά καρέκλα, κανένα παγκούλι πάνω στην καρέκλα, ούτε οι «πόντες» στα δάχτυλα του ποδιού. Έμεινε εκεί ψηλά, στο τελευταίο σύνορο των ματιών πριν το μέτωπο. Δεν έπεσε με κανένα μεταλλικό κουτί, ή σκουπόξυλο. Μια γεύση που έμεινε απαγορευμένη και προκλητική, όσα ρούχα κι αν πετάξαμε από πάνω μας, όσα σπίτια κι αν αλλάξαμε, όσες φωτιές κι αν σβήσαμε. Με το ανάλαφρο θαλασσινό αεράκι να χορεύει τους κόκκους της σκόνης στο δωμάτιο και τα καλοκαιρινά σύννεφα να φοβερίζουν τα ταλαιπωρημένα, χορταριασμένα κεραμίδια, μια πνοή μπαίνει απ` το ανοιχτό παράθυρο, καθαρή και ξεχωριστή. Είναι η ανάσα της φυγής, η αύρα της νοητής και ανόητης ευθυγράμμισης του χρόνου, που βάλθηκε να εξισώσει ότι πιο ανόμοιο και μακρινό και να τα πετάξει σα ζάρια στο πάτωμα.  Πέντε – δύο. Ώρα για εφτάρια νοσταλγίας. Τέσσερα – ένα. Ένα ψάθινο καπέλο με πεντάρια θύμησες, πέφτει απ` την ντουλάπα. Τριάρες. Οι  μέρες της ανύποπτης λαχτάρας, από κάπου ξεπήδησαν κι άρχισαν το πείραγμα , τρείς – τρείς μαζί. Έξη – δύο. Οκτώ περισσότερες υγρές ματιές, χαμένες στης μνήμης τη λίμνη… Όλα τα τερτίπια του ζαριού, βγάζουν το ίδιο άθροισμα ψυχής… Και να μια γόμα απ` το πουθενά, προσγειώνεται στο ξύλινο έπιπλο, χοροπηδώντας ελαστικά, σχεδόν αθόρυβα. Η προσοχή σ` αφήνει ακίνητο και πάει να την αγγίξει. Μα μόλις φτάνει κοντά της, εκείνη γκελάρει ξανά και πέφτει πιο κάτω. Όσο την κοντεύεις – εκείνη ξεμακραίνει. Το μόνο που παγώνει είναι η εικόνα, κι εκείνη στιγμιαία, τόσο γρήγορα που δεν προφταίνει να αφήσει πίσω της ίχνη. Σαν αυτά που άφηνε στο χαρτί «εκείνη», όταν ζωντάνευε στα δάχτυλα…

Από κάτι τόσο σημαντικά «ασήμαντο», οι χειρολαβές στο λεωφορείο του πόθου του καθενός φουσκώνουν περηφάνια και σφίγγουν γύρω απ` τις παλάμες. Τις κρατούν με τέτοιο ασύγκριτο πετάρισμα στο στήθος, όπως οι σκιές κάτω απ` τα πράσινα, καλοκαιρινά φύλλα στα δέντρα, που ενώθηκαν μεταξύ τους για τις αφήσουν να περπατήσουν μαζί με τα όνειρα τους, χέρι – χέρι πιασμένες, δίχως «τικ τακ»… Πιάνω το φθαρμένο απ` το πέρασμα του χρόνου μικρό τεύχος και το κοιτάζω σα να περιμένω να μου μιλήσει. Να αρχίσει να συλλαβίζει τη δική μας γλώσσα, στον δικό μας κώδικα. Ο μασκοφορεμένος ήρωας στο εξώφυλλο καβάλα στο άσπρο του άλογο, σηκώνει το πρόσωπο απ` τον πιστό του σκύλο και με ακινητοποιεί στο βλέμμα του. «Γιατί;» ρωτάει. «Γιατί ποιο;» απαντάω. «Γιατί εγώ;» ξαναρωτάει, με τις λέξεις να βγαίνουν κοφτές από το σφιγμένο του στόμα. «Γιατί τώρα;» πετάει πριν προλάβω να απαντήσω. Κι έπειτα στέκεται ευθυτενής και σταυρώνει τα χέρια στο στήθος, πάνω στην κόκκινη του φόρμα. «Είσαι το Φάντασμα», λέω αποφασιστικά. «Το Φάντασμα που περπατά. Αυτό που σέρνει πίσω του τη δίψα για περιπέτεια. Αυτό που κάνει τη θλίψη να λυγίζει…» Δεν αποκρίνεται. Σα να σκέφτεται, ανέκφραστα πάντα. Και συνεχίζω. «Θυμάσαι όταν γνωριστήκαμε για πρώτη φορά; Μπορούμε να ζήσουμε ξανά σε κείνες τις σελίδες;». Συνοφρυώνεται και σφίγγει ακόμη περισσότερο τα χαρακτηριστικά. «Όχι, δε γίνεται. Ποτέ δε θα γίνει. Μπορούμε όμως να κάνουμε κάτι άλλο…» Με την απογοήτευση ζωγραφισμένη παντού πάνω μου, στα ρούχα, στο πρόσωπο,  ψελλίζω ένα «δηλαδή;» Δεν μπορώ να μαντέψω την απάντηση, ούτε την αντίδραση. Μουδιασμένα μόνο προλαβαίνω να ετοιμαστώ για κάτι πολύ περίεργο. Μια πρόταση με χωρίζει. Μια φράση ίσως. Κι αυτός εξακολουθεί να στέκεται ακίνητος, σα να ψάχνει μέσα μου να βρει συναισθήματα. Να με προβλέψει. Να δει τις σκέψεις μου. «Μπορούμε να θυμηθούμε για λίγο. Μέχρι να φτάσω στη σπηλιά. Μετά θα σ` αφήσω. Ξέρεις το δρόμο;» Τα λόγια κάθισαν στη γλώσσα αμήχανα… Βουβά. Μετά τα έσπρωξα με δύναμη και αποφασιστικότητα! «Ναι! Τον ξέρω» είπα. «Ανέβα πάνω. Δεν είμαστε μακριά» Κι έτσι ξαφνικά, η ύλη που όριζε την απόσταση χάθηκε μονομιάς, αφήνοντας μια πινελιά καπνού να κυκλώσει το παλιό εκείνο περιοδικό. Έτσι απλά, δίχως περίσσιες ερμηνείες, με ένα πετάρισμα μόνο των ματιών, βρέθηκα στη ράχη του λευκού αλόγου, στον καλπασμό για την μυστική είσοδο στον καταρράκτη!

Τώρα τι μέρα θα `τανε δε θυμάμαι, αλλά ήτανε καλοκαίρι. Με κάτι τρελά χρώματα παντού, να θέλεις να τα πιάσεις όλα και να τα πάρεις μαζί σου! Που; Ξέρω κι εγώ; Σε καμιά κρυψώνα του σπιτιού! Όσα χωράνε, τι πάει να πει! Οικονομίες θα κάνουμε και στα πλάνα του ονείρου; Έτσι όπως ήτανε όλα μεθυστικά και φουντωμένα με προκλήσεις στα κλαδιά που λέτε, ο μικρός Γιώργος κατεβαίνει από το τελευταίο σκαλοπάτι του λεωφορείου. Σα υπνωτισμένος. Μόνο το τράνταγμα του ποδιού στο πεζοδρόμιο και η παραλίγο πτώση, ξύπνησε κάτι από την πραγματικότητα και γλύτωσε τα χειρότερα! Στο δρόμο για την οικογενειακή επιχείρηση – αγγαρείας γαρ ημέρα & θελημάτων η στιγμή – το «παφ» της επιστροφής στον κόσμο που είναι λίγο πιο πάνω απ` το κεφάλι, καθοδήγησε το υπόλοιπο κορμί με μαεστρία μπορώ να πω, αφού το κουμαντάρισε ακόμη και στις διαβάσεις, ανάμεσα στα θυμωμένα οχήματα που σκούζανε. Κι έτσι με το ένα πόδι στην καλοκαιρινή καθημερινότητα και το άλλο στη ζούγκλα με τα σαρκοβόρα φυτά και τα εξωτικά πτηνά στα δέντρα, κάπου μεταξύ των μοναδικών φαναριών που είχαμε για να ρυθμίζουν την κυκλοφορία στο νησί τότε(κι αυτά στο πορτοκαλί τους χοροπηδητό παρατημένα!), και του γραφείου με την κοκκινοκίτρινη ξενική γραμματοσειρά πάνω απ` την πόρτα, ο ελλοχεύων μόνιμος πειρασμός ξεπρόβαλε ως συνήθως, στην ίδια θέση που χρόνια στέκονταν και περίμενε να συναντήσει τις φάτσες μας. Κλασσική και λατρεμένη στάση, πάντα με κάτι καινούργιο για να γαργαλίσει τα μάτια, ή με κάτι παλιό που έμοιαζε καινούργιο. Το ίδιο έκανε. Διαφορές δεν υπήρχαν. Μόνον διαφορετικοί περιπατητές και μετανάστες στη μακρινή γη της φαντασίας. Ο κάθε ένας τους είχε κι από ένα ατομικό κίνητρο, για να απλώσει το κέρμα προς τον πάγκο. Ένα προσωπικό όραμα, που ζωντάνευε στη θέα μιας χάρτινης βάρκας, γεμάτης υποσχέσεις. Πόσα μεταλλικά τέτοια αντίτιμα για εισιτήρια δώσαμε! Ατελείωτα! Αμέτρητα! Και κάθε έργο ήταν τόσο ζωντανό! Τόσο …κοντά στα χέρια και το πρόσωπο! Σε άλλο σημείο ήταν οι νέες κυκλοφορίες, της εβδομάδας, ενώ σε μια γωνίτσα στα αριστερά(αν θυμάμαι καλά), κοντά στο ξύλινο κουτάκι που έπαιζε το ρόλο του ταμείου, ήταν τα παλιά, τα μεταχειρισμένα, που τα αγόραζες φθηνότερα από τα` άλλα. Πολλές φορές η τσέπη …σήκωνε μόνον αυτά. Και πάλι διαφορά δεν υπήρχε, παρά μονάχα στη μυρωδιά από τα καημένα τα δέντρα, που γίνονταν πολτός για να τυπωθούν οι σελίδες. Τα παλιά μύριζαν αλλιώς. Δεν είχαν τον φρεσκοτυπωμένο εκείνο τόνο, ούτε στην υφή. Ήταν πιο μαλακά. Οι σελίδες τους γύριζαν πιο εύκολα. Σα να είχαν ήδη ένα δρόμο χαραγμένο, που πάνω του είχαν βαδίσει οι διαβάτες και είχαν πατήσει τα χορτάρια, κάνοντας τον μονοπάτι σίγουρο, χωρίς πολλούς κινδύνους στο πέρασμα του. Έμοιαζε για να καταλάβετε, σα το έδαφος κάτω από τα πόδια του καγκουρό που χοροπηδάει! Μια «Σκίπυ» από τα απογεύματα της ΥΕΝΕΔ, που χαρούμενη κουβαλάει στο μάρσιπο τη δίψα για περιπέτεια, σε κάθε επεισόδιο, σε κάθε δάσος! Εκεί, στα ήδη εξερευνημένα απ` άλλους νησιά και παραλίες, υπήρχαν σεντούκια γεμάτα θησαυρούς, μισάνοιχτα, με λαμπερά σμαράγδια να ξεχειλίζουν! Ήταν η στιγμή που το «ένα συν ένα» της αριθμητικής, γίνονταν «όσα ήθελε ο καθένας»! Ότι ποθούσε το μάτι του να γευτεί! Μόνο ένας «φράχτης» έστεκε ανάμεσα του και στο θησαυρό, κι αυτός δεν ήταν δα και τόσο ψηλός, που να μην μπορούσε να τον πηδήξει! Το «Φάντασμα» το γνώρισα εκεί, μια μέρα σαν τις άλλες, με το παλιό του όνομα, διαβασμένο για πρώτη φορά από έναν ανήσυχο αιθεροβάμονα, το Γενάρη του 1970. Μεσολάβησαν στάχτες μπόλικες, μαΐστρα, πανιά φουσκωμένα, σταγόνες στα αλουμινένια πρεβάζια, φύλλα ξερά πεταγμένα στην εξορία, μέχρι να φτάσει στα δικά μου χέρια. Είχε ένα περίεργο σχήμα, λίγο στενό, λίγο μακρύ, λίγο παράταιρο από τα «αδελφάκια» του. Στέκονταν δίχως να χάνει τη λάμψη του περήφανα, όπως κι η φιγούρα στο εξώφυλλο. Δίχως να το αναλύσω, δίχως να το καταλάβω, έγινε η φωλιά για να ξαποστάσει η κουρασμένη φαντασία μου, εκείνη τη μέρα των «οικογενειακών υποχρεώσεων». Κι όταν επέστρεψα στο σπίτι, μπήκε στο κουτάκι απ` τα παπούτσια και χώθηκε ανάμεσα στα υπόλοιπα κατορθώματα, στους ήδη καλά κρυμμένους θησαυρούς. Βγήκε και ξαναβγήκε πολλές φορές. Με πήγε μέχρι τη σελίδα με το «περίμενε στο επόμενο, να διαβάσεις τη συνέχεια», ξανά και ξανά και δεν έχασε γραμμάριο από τη λάμψη και τη μοναδικότητα του. Κι ας ήταν ημιτελές. Ο «Φάντομ» ήρθε λίγο αργότερα με τα αυτοτελή του σενάρια, αλλά δεν ήταν το ίδιο. Με κάποιο τρόπο είχε αλλάξει. Δεν ήταν μόνο το όνομα. Κι εμείς τα αλλάζαμε στο παιγνίδι πάνω. Ο «Κάπτεν Φίδι», ο «Μόργκαν ο ατρόμητος», ο «Τυφώνας»… Αυτό που άλλαζε δεν ήταν η απουσία του ναύτη που κατάπινε σπανάκι απ` την κονσέρβα, ούτε οι περιπέτειες που ήταν εξίσου γοητευτικές. Ήταν ο χρόνος, που φεύγοντας από το σώμα του είχε αφήσει ουλές… Σημάδια ανεξίτηλα… Σιωπές και δισταγμούς… Τα χώριζε το ακαθόριστο και ρητορικό «πετάγομαι να φάω»… Τα ένωνε μόνο ο ήχος του θρυμματισμένου δευτερόλεπτου, που σκορπίζει στα πόδια και μετά σβήνει σα το φως της πυγολαμπίδας… Ξάφνου η ράχη του αλόγου άδειαζε και στέκονταν μόνο η φιγούρα του άρχοντα της μακρινής ζούγκλας, του τιμωρού της αδικίας με το δαχτυλίδι της νεκροκεφαλής, αυτό που σημάδευε τα πρόσωπα των «κακών» σε κάθε ιστορία… Εγώ δεν ήμουν πια μαζί του… Ήμουν απ` έξω και κοίταζα μέσα… Ο χρόνος ο «κανονικός», μας τα `χε κλέψει όλα τα άλλα…

Γιώργος Κοσκινάς

Τα πιο πάνω κείμενο υπογράφεται από τον Γιώργο Κοσκινά και είναι προστατευμένο και κατοχυρωμένο πνευματικά. Οποιαδήποτε αντιγραφή μερική ή ολική χωρίς την συγκατάθεση του δημιουργού, επισύρει τις προβλεπόμενες από το νόμο κυρώσεις.

Διαβάστε και τα υπόλοιπα, αποκλειστικά για τους αναγνώστες του Comics Trades παρόμοια κείμενα, τμήματα του νέου βιβλίου για τα Ελληνικά κόμικς των εκδόσεων Αιγόκερως, στην υπό – κατηγορία «ΙΣΤΟΡΙΕΣ & ΤΕΥΧΗ».

http://wp.me/PKxow-1j2

ΓΑΛΛΙΚΑ & ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΕΞΩΦΥΛΛΑ ΚΟΜΙΚΣ – ΜΕΡΟΣ ΠΕΜΠΤΟ

Αισίως φτάσαμε στο πέμπτο μέρος αυτής της αντιπαράθεσης εξωφύλλων, από Γαλλικά και Ελληνικά κόμικς. Μέσα από αυτά τα εξώφυλλα, διαφορετικών εκδοτικών εταιρειών, μαθαίνουμε αρκετά χρήσιμα πράγματα, κυρίως για τις δικές μας εκδοτικές επιρροές. Μπορούμε ακόμη να δούμε από πού ήρθαν κάποια εξώφυλλα στη χώρα μας, σε διαφορετικούς τίτλους κόμικς, αλλά και να δούμε απλά ίδια εξώφυλλα, διαφορετικές χώρες, διαφορετικές ιστορίες σαν περιεχόμενο! Τα γνωστά δηλαδή φαινόμενα! Στις σημερινές φωτογραφίες θα δείτε διαφορετικά κόμικς και όχι ένα συγκεκριμένο όπως κάναμε ως τώρα. Αρχή με το Γαλλικό La route d` ouest, που στην χώρα μας το είδαμε στο ένατο τεύχος του Σκαθάρι από την Μαμούθ. Στην συνέχεια πάμε στο Γαλλικό τεύχος 226 του Rodeo, που εδώ το είδαμε στο TEX του κ. Παπαχρυσάνθου, με τίτλο «Ο κυρίαρχος της αβύσσου» και έπειτα για φινάλε σας έχουμε Ταρζάν ή Ζέμπλα αν προτιμάτε. Από την Γαλλική special μορφή του Zembla, στην δική μας του Μεγάλου Ταρζάν, με μια πρόχειρη έρευνα βρήκαμε τρία κοινά εξώφυλλα. Η έρευνα συνεχίζεται και θα έχετε την ευκαιρία να δείτε ακόμη περισσότερα αποτελέσματα της, μερικά από τα οποία θα χαρακτήριζα ευρήματα πραγματικά, αφού αποδεικνύουν σημαντικά πράγματα και μας μαθαίνουν άγνωστες μέχρι σήμερα πτυχές, σε σχέση με την προέλευση κάποιων συμπληρωματικών εικονογραφημένων ηρώων, που διαβάσαμε σε Ελληνικά κόμικς. Μείνετε συντονισμένοι λοιπόν.

Όλα τα πιο πάνω  εξώφυλλα σας περιμένουν στο δεύτερο άρθρο που προστέθηκε σήμερα στην υπό – κατηγορία μας «ΕΡΕΥΝΑ & ΚΑΤΑΓΡΑΦΗ»

http://wp.me/PKxow-1QC

ΑΓΑΠΗΜΕΝΑ ΤΕΥΧΗ ΚΟΜΙΚΣ 17. ΡΟΚ ΤΕΥΧΟΣ 25 «ΤΑ ΛΥΤΡΑ»

Μέσα σε όλα αυτά τα μικρά καταφύγια σκέψεων και στιγμών, που βρίσκονται τακτοποιημένα στα ράφια της βιβλιοθήκης, υπάρχουν κάποια που έχουν μια ξεχωριστή θέση στην καρδιά. Η παρουσία τους έχει κάτι από μέρες καλοκαιρινές στις πλαζ, παρέα με φίλους και μια μπάλα πλαστική, ή δυάδες στο ποδοσφαιράκι υπό τους ήχους του juke box, ή πάλι κάτι από κοπάνες ανοιξιάτικες και παρτίδες ξερή… Είναι αλληλένδετα με τις μέρες και τα απογεύματα που η καθημερινότητα μπορούσε να βγάλει μαγεία και η ρουτίνα ανατριχίλες και σφίξιμο στο στομάχι. Έχουν κάτι διαφορετικό απ` όλα τα υπόλοιπα χάρτινα αυτά ενθύμια, γιατί μπόρεσαν και κράτησαν ζωντανά συναισθήματα και εικόνες. Όταν αναπολείς εκείνα τα απλά πράγματα, που είχαν τη δύναμη να περικλείσουν μέσα σε λίγα λεπτά της ώρας μια παρέα, ένα ηλιοβασίλεμα, μια σειρά από πειράγματα, ή τη λάμψη από το πλατύ χαμόγελο μιας αθώας και απρόβλεπτης εποχής, οι μορφές κάποιων αναμνηστικών είναι το μόνο που σε κρατάει ακόμη μαζί τους. Είναι το μόνο που μπορεί να με ένα απλό άγγιγμα, να φέρει για κλάσματα του δευτερολέπτου ένα κομμάτι του φιλμ μπροστά σου. Του φιλμ των μικρών και μεγάλων κατορθωμάτων, που έγιναν εμπειρίες, με θέα μια ανθισμένη  βουκαμβίλια ή μια μάντρα σκεπασμένη με τα πράσινα φτερά του κισσού… Η ξεχωριστή αξία κάτι ιδιαίτερα απλού, ή ίσως μοναδικά ανεπιτήδευτου, είναι με το δικό της τρόπο απαραίτητη στο παζάρι αυτό των αναμνήσεων, που κάθε λίγο και λιγάκι παίζει με την αναγκαιότητα διατήρησης του στο μυαλό μας και μας κρατάει αιχμάλωτους, κάθε φορά που ξεμυτίζει απ` τη γωνία. Όταν εμείς το ζητήσουμε. Όταν χρειαζόμαστε κάτι για να μας σπρώξει μακριά από ότι ζούμε. Μια φιλική σπρωξιά στα δροσερά νερά της ανεμελιάς και του πολύ μακρινού στα μάτια μας κόσμου των «μεγάλων», που φάνταζε χλιαρός, ανιαρός  και με τόσα πολλά μειονεκτήματα, που δεν καταλαβαίναμε γιατί υπήρχε… Γιατί δεν μπορούσαν κι αυτοί να είναι σαν εμάς, να αρκούνται στις χάρτινες κατασκευές και τις βουτιές από τις ξύλινες εξέδρες… Γιατί ότι ήταν πολύτιμο για μας, σε εκείνους έφερνε ένα παγωμένο χαμόγελο με σκυμμένο το κεφάλι… Κάτι φευγαλέο και ανούσιο πια… Ερωτήματα που μας απασχόλησαν για λίγο, για ένα μικρό σχολιασμό, ή καμιά φορά όταν τους κοιτάζαμε κουρασμένους και άκεφους, να μην μπορούν να καταλάβουν ότι κάθε απόγευμα ήταν διαφορετικό από τα άλλα. Με τόσες γεύσεις ανεξερεύνητες, τόσα καινούργια πράγματα, τόσο προκλητικά. Κι όμως, από δικές τους αφηγήσεις μάθαμε ότι πέρασαν κι εκείνοι από την τωρινή μας «ανωριμότητα» και την αδιαφορία για το «μέλλον». Ήταν κι αυτοί «μικροί» κάποτε, αλλά «μεγάλωσαν» μετά. Έδιναν κι αυτοί αξία στις τρικλοποδιές και την απόλαυση της στιγμής, αλλά έπειτα ανακάλυψαν πως δεν υπήρχε ουσία σε όλα αυτά, παρά μονάχα στους στόχους και τις ανακατατάξεις, που θα έκαναν την διαφορά στην συνέχεια… Κι όμως, ακόμη και τώρα αν όλοι καθίσουμε σε ένα τραπέζι γύρω, κι αυτοί και εμείς, μάλλον θα συμφωνήσουμε ότι ζήσαμε τελικά στην ίδια ασπρόμαυρη Ελληνική ταινία, αλλά παίξαμε διαφορετικούς ρόλους… Κάποιοι έπρεπε να τρέχουν στις αλάνες με το χαλίκι και να σκάνε σαν καρπούζια κάτω, γεμίζοντας γρατζουνιές και σημάδια στα πόδια και τα ρούχα(αλλά και πάλι το χαμόγελο να μη σβήνει από τα χείλη τους), ενώ κάποιοι απλά χρειάζονταν να διαβαίνουν τους δρόμους αυτούς, ντυμένοι με τα κουστούμια και τις γραβάτες του`50, με το νου στα άγχη, τις έγνοιες και τους έρωτες(πάντα σοβαροί και μετρημένοι). Το καλύτερο που θα μπορούσε να μας συμβεί, θα ήταν να παίζαμε σε κωμωδία και στο τέλος να χοροπηδούσαμε χαρούμενα σε μια εσωτερική αυλή, όλοι ευτυχισμένοι. Η ζωή όμως, είχε άλλες σκέψεις και διαφορετικές εκπλήξεις για τον καθέναν… Καμιά φορά σκέφτομαι ότι η μεγαλύτερη τιμωρία, θα ήταν να επιστρέψουμε ας πούμε με την μορφή ενός γάτου σε τούτο τον κόσμο(μια μετεμψύχωση), ενός από εκείνους που τυραννούσαμε κάθε μέρα, αλλά ταυτόχρονα να είχαμε την δυνατότητα της μνήμης και να θυμόμασταν τα πάντα από την προηγούμενη μας μορφή!

Η διαμάχη η διαχρονική, μεταξύ «μικρών» και «μεγάλων», είχε γεννήσει απίστευτες καταστάσεις, με τρελό γέλιο! Τόσο για την πλευρά των «μικρών», όσο και για κείνη των «μεγάλων», που μπορεί να μην το παραδέχτηκαν ευθέως τότε, αλλά σίγουρα γυρίζοντας την πλάτη ξεκαρδίστηκαν και αυτοί με τη σειρά τους, καμαρώνοντας για τα καμώματα του κανακάρη τους! Τις απορίες του και τον τρόπο που ελίσσονταν στις δύσκολες ερωτήσεις. Η αλήθεια είναι ότι πολλές φορές τα γέλια μας βγήκαν ξινά(και όχι γιατί ήταν Παρασκευή, που έλεγε και η θεία μου η συγχωρεμένη και που ήταν και λιγάκι προληπτική), προφανώς επειδή δεν είχαμε αναπτύξει την γρήγορη αξιολόγηση των καταστάσεων και τις προεκτάσεις που μπορούσαν να βγουν στην επιφάνεια, όταν ξεπερνούσαμε  τα «όρια»… Εκεί ήταν και το μεγάλο σημείο τριβής μεταξύ μας. Τα «όρια» δεν τα συναντούσες σε κανενός πιτσιρικά το λεξιλόγιο, έστω και με την δική του ερμηνεία σαν έννοια. Ούτε ήταν κάτι που είχε τη δύναμη να φοβίζει. Κι αυτό το πάλεψαν από πολύ νωρίς να μας το μάθουν… Το αν μας χρησίμευσε στην συνέχεια, ο καθένας μπορεί να κρίνει… Μια από τις κωμικοτραγικές φαρσοκωμωδίες, της εποχής του ακλόνητου άλλοθι της ηλικίας, έμελε να πιαστεί χέρι – χέρι με ένα τεύχος κόμικς και έκτοτε να είναι μια από τις πιο διχασμένες, σε σχέση με τα συναισθήματα που ξεπρόβαλαν από αυτήν, στιγμές ενός ολόκληρου καλοκαιριού. Έβγαλε και γέλια, αλλά κατάφερε εξίσου να τα μετατρέψει σε κατσούφιασμα(μέχρι εκεί έφτανε η στεναχώρια μας τότε! Μη φανταστείτε τίποτε τραγικό!), πολύ γρήγορα. Μια ταχύτατη εναλλαγή όψεων στα πρόσωπα μεταξύ των πρωταγωνιστών, που θα μπορούσε υπό προϋποθέσεις(αν την είχε γυρίσει κάποιος σε φιλμάκι πχ), να μπει άνετα σε παλιά ασπρόμαυρη ταινία του κινηματογράφου μας! Κι όχι τίποτα άλλο, αν γίνονταν κάτι τέτοιο θα βρίσκαμε όλοι την ησυχία μας! Θα πηγαίναμε φαντάζομαι μαζί με τις υπόλοιπες οικογένειες της γειτονιάς στο καλοκαιρινό σινεμά, τραλαλά – τραλαλό, παγωτά, τζιτζιμπίρες κτλ και μια χαρά θα τα περνάγαμε! Όμως δεν έγινε κάτι τέτοιο, οπότε οι συνέπειες και οι μετασεισμικές δονήσεις τους κράτησαν αμείωτο το ενδιαφέρον της οικογένειας για αρκετό καιρό! Άσε που έγιναν και ατάκα φοβέρας! «θυμάσαι τι έγινε τότε; Ε; Αν θέλεις να ξαναπάθεις τα ίδια, συνέχισε». Αν μπορούσα να διαλέξω κάποιες νότες για εκείνα τα πλάνα, θα ήταν για εισαγωγή το Walk on the wild side του Lou Reed, στη συνέχεια το μουσικό θέμα της τηλεοπτικής σειράς Waltons για να βγάλει το ομαδικό της υποθέσεως, λίγο από το «αδελφάκι» του το Bonanza για να σας ξυπνήσει τα ίιιιιιχα και τα λιβάδια με τα γελάδια(έχει σημασία, θα δείτε πιο κάτω), το A casa di` Irene του Nico Fidenco για να δέσει με το κεντρικό σκηνικό, στο οποίο διεξήχθησαν όλα, αλλά και γιατί ακούγονταν …κάπως στο δωμάτιο εκείνο, ενώ για επίλογο μάλλον θα διάλεγα ένα Everybody hurts από REM, για να δώσει και το απαραίτητο bitter στοιχείο.

Αν σκέφτεστε ότι «καλά είναι όλα αυτά, αλλά που κολλάει ένα τεύχος κόμικς και μάλιστα αγαπημένο», μη βιάζεστε γιατί έρχεται κι αυτό και δεν είναι μόνο του! Λίγο μετά τις εξετάσεις του 1975, οπότε πια ήμασταν και τυπικά στο επόμενο σχολικό στάδιο, αυτό του Γυμνασίου(τι; Δεν το ξέρατε ότι δίναμε τότε εξετάσεις για να μπούμε στο γυμνάσιο; Α…. χάσατε επεισόδια της σύγχρονης ιστορίας του υπουργείου παιδείας και πολύ φοβάμαι ότι ούτε στις πιο ενημερωμένες εγκυκλοπαίδειες δεν θα βρείτε αναφορά! Τα αποτυχημένα πειράματα της πολιτικής σε εσωτερικό επίπεδο, συνήθως τα βάζουμε βιαστικά στην μπάντα βλέπετε…), κι αφού είχαμε φωνάξει, πανηγυρίσει κλπ, είπαμε κι εμείς σα παιδιά να εκτονωθούμε και να δώσουμε ένα τέλος στο μαρτύριο 6 ανιαρών χρόνων από τη ζωή μας, σχίζοντας τα δύσμοιρα τα βιβλία, τις σελίδες των οποίων τις πετάγαμε στην αυλή μέσα σε ένα ομαδικό ντελίριο! Δείτε το σαν μια πράξη ανεύθυνη της στιγμής, από εκείνες που κάνουν οι πιτσιρικάδες, γιατί έτσι απλά ήταν και τίποτα παραπάνω! Ή τουλάχιστον αυτό νομίσαμε κάποιοι από εμάς… Εδώ να αναφέρω για όσους από εσάς δεν το γνωρίζουν, ότι οι εξετάσεις εκείνες ήταν ξεχωριστές από αυτές της έκτης τάξης του Δημοτικού. Ήταν οι εισαγωγικές και μας είχαν φάει ένα κομμάτι καλό από το καλοκαίρι μας, αφού ακολούθησαν τις προαγωγικές, με τη σχετική προετοιμασία. Οπότε αντιλαμβάνεστε ότι το ..άχτι είχε χτυπήσει κόκκινο και όπου κόκκινο μπορείτε άνετα να βάλετε τα βιβλία! Η άτυπη …ταυρομαχία έβγαλε εμάς νικητές, όπως και ηττημένους. Περίεργο ε; Δύο σε ένα και στα συναισθήματα. Ένα απόγευμα που λέτε, τέσσερεις από τα μέλη της ομάδας καταστροφής της γειτονιάς, μαζευτήκαμε στο σπίτι του ενός, προκειμένου να καταστρώσουμε τα νέα μας σχέδια για τους επόμενους μήνες, που σίγουρα θα είχαν πολύ περιπέτεια! Ανάμεσα σε πειράγματα και σφαλιάρες, ανησυχίες και οργάνωση επί χάρτου(ε βέβαια! Αυτά τα πράγματα ήθελαν καταγραφή! Με σειρά προτεραιότητας για να μη γίνει κανένα λάθος!), με μουσική υπόκρουση τον συνονόματο ερασιτέχνη αοιδό της τετράδας και κολλημένο μέχρι αηδίας με την Ιταλική μουσική – ειδικά με το a casa di` Irene, επιδοθήκαμε σε μια μονομαχία δύο προς δύο στην ξερή. Η μια εκ των δύο ομάδων είχε ένα κρυφό χαρτί, που μέχρι να αντιληφθεί η άλλη της στοίχισε μπόλικες ξερές! Τι ήταν αυτό; Η αντανάκλαση στην κλειστή τηλεόραση του σαλονιού, που πρόδιδε τα φύλλα του παίκτη που βρίσκονταν μπροστά της! Όταν αποκαλύφθηκε η κομπίνα, έπεσε πολύ γέλιο! Τόσο που ακόμη και η μάνα του φίλου που μας φιλοξενούσε, δεν άντεξε και συμμετείχε κι εκείνη, στα …κρυφά και με τρόπο(όπως ήδη σας έχω αναλύσει πιο πάνω, σαν τεχνοτροπία)! «Βρε τι κάνετε εκεί; Σπύρο τι τους έκανες πάλι;» – Σπύρος = ο πιο εφευρετικός τύπος σε φάρσες, που διέθετε ολόκληρη η γειτονιά! Ο Γιώργος(τραγουδιστής, ποδοσφαιρόφιλος, πειραχτήρι μέγα και μετέπειτα ηλεκτρολόγος του Δήμου), είχε την διαστροφική ιδέα να ποντάρουμε κάτι, «…για να έχει ενδιαφέρον»(αφοπλιστικό επιχείρημα!), κι αυτό ήταν τι άλλο; Τι πιο πρόχειρο και εύκολο να βρεθεί επάνω μας τότε; Μα κόμικς φυσικά! Μάλιστα είχαμε επιλέξει από τα δικά του(στο σπίτι του συνέβησαν όλα), αυτά που ο καθένας είχε βάλει στο μάτι. Το τεύχος που ποντάριζα ήταν ένα Μπλεκάκι θυμάμαι, ενώ αυτό που είχα «ματιάσει» ήταν κάτι που δεν το είχα ξαναδεί ως τότε. Μεγάλο σχήμα και καουμπόικο εξώφυλλο. Στην αρχή το πέρασα για περιοδικό με ιστορίες κειμένου και όχι για εικονογραφημένο, αλλά πείστηκα γρήγορα όταν το ξεφύλλισα, ότι ήταν κάτι που άξιζε τον κόπο για να θυσιαστεί ενδεχομένως ένα Μπλεκάκι. Ένα στοιχείο που είχε φανεί αρκετά περίεργο στα μάτια μου, ήταν εκείνο το οπισθόφυλλο με το περίπτερο γεμάτο περιοδικά, όπου εικονίζονταν το επόμενο τεύχος του περιοδικού, με την χαρακτηριστική λεζάντα «φίλοι το νου σας στο περίπτερο»! Απ` την άλλη, το είχα φοβηθεί λιγάκι για τίποτα καθαρεύουσα στα κείμενα θυμάμαι, από την ατάκα της τρίτης σελίδας «…υπό Γ. Λ. Μπονέλλι», όπου αυτός ο κύριος μου φάνηκε σαν δικός μας. Έλληνας εννοώ, που μάλλον είχαν γράψει λάθος το όνομα του και λέγονταν ΜΠΟΝΕΛΗΣ! Που να` ξερα ότι είχα πέσει πάνω στον μέγα Ιταλό σεναριογράφο! Ο τίτλος «Ροκ» δεν ήταν ακριβώς αυτό που λέγαμε «τραβηχτικό» τότε, αλλά ο τύπος στο εξώφυλλο με το καπέλο και τη σκληρή φάτσα, ήταν το δίχως άλλο εγγύηση για ένα ενδιαφέρον απόγευμα, ξάπλα στη βεράντα! Το δε επόμενο τεύχος με την συνέχεια της ιστορίας, ευτυχώς που είχα υπομονή και μπόλικη τύχη για να το βρω, γιατί το διάβασα με καθυστέρηση 22 χρόνων!

Ο Γιώργος διάβαζε περίεργα περιοδικά και εικονογραφημένα, που δεν έβλεπες συχνά σε ένα παιδί της ηλικίας μας. Στο σπίτι του είδα για πρώτη φορά «Υπεράνθρωπο», «Μάσκα», «Μυστήριο», μέχρι «Ποκοπίκο», «Γκαούρ Ταρζάν», κι άλλα πολλά λαϊκά αναγνώσματα και κόμικς περασμένων δεκαετιών, που δεν ήταν της εποχής μας και δεν τα προλάβαμε όταν κυκλοφορούσαν. Ποτέ δεν είχα βρει με ποιο τρόπο τα είχε αποκτήσει, αφού κι ο ίδιος δεν «άνοιγε τα χαρτιά» του. Ούτε τα χρησιμοποιούσε σε ανταλλαγές. Έδινε άλλα. Ζαγκόρ, Όμπραξ, Μπλέκ κλπ Αυτός με είχε κολλήσει την μανία με τα καουμπόικα κάνα τριάρι χρόνια μετά, αφού ήταν φανατικός αναγνώστης. Μάλλον θα την είχε κι αυτός κολλήσει τη μανία από εκείνα τα περίεργα, που διάβαζε πιο μικρός. Όταν τελείωσε ή μάλλον διακόπηκε εκείνη η παρτίδα ξερής, με αποτέλεσμα ισόπαλο λόγω …συνθηκών, είχαμε τη φαεινή ιδέα να μη ξεχαστεί έτσι ένα δίωρο τόσο ξεκαρδιστικό και έτσι προχωρήσαμε στις ανταλλαγές περιοδικών, που είχαμε από πριν εντοπίσει σαν στόχους ο καθένας. Εγώ πήρα το «Ροκ» και ο Γιώργος το Μπλεκάκι. Οι άλλοι δύο δεν θυμάμαι τι είχαν ανταλλάξει. Κανείς μας δεν περίμενε βέβαια, αυτά που θα επακολουθούσαν λίγες μέρες αργότερα… Περιχαρής λοιπόν(αν και δεν είχα διαβάσει το Μπλεκάκι που έδωσα), με το ενθύμιο της ιστορίας μ` αγρίους που είχε διαδραματιστεί εκείνο το απόγευμα ανά χείρας, πήρα το δρόμο για το σπίτι μου. Μετά από καμιά εικοσαριά μέρες, χτυπώντας με τον ίδιο ανυπόμονο τρόπο το κουδούνι του σπιτιού του Γιώργου, αλλά αυτό που αντίκρισα στο άνοιγμα της πόρτας, δεν έμοιαζε καθόλου αστείο, όπως όσα είχαμε βιώσει εκείνο το απόγευμα. Κι αυτό γιατί όπως ενημερώθηκα με μάλλον απότομο τρόπο, είχαν συμβεί στο ενδιάμεσο δύο πολύ απρόοπτες καταστάσεις. Ο πατέρας του φίλου και μάλλον χαλαρός τύπος δικηγόρου, είχε έρθει ενωρίς το πρωί με άγριες διαθέσεις αυτή τη φορά, για το γιόκα του! Για όλα αυτά ευθύνονταν το γεγονός ότι είχε κοπεί στις εξετάσεις ο Γιώργος(οπότε έπρεπε να διαβάσει όλο το καλοκαίρι για να δώσει το Σεπτέμβρη), αλλά και γιατί ψάχνοντας σε κάποιο ράφι του γραφείου του(εκεί που είχαμε για αίθουσα συνεδριάσεων!), διαπίστωσε ότι έλειπε ένα τεύχος καουμπόικου αναγνώσματος, που του άρεσε να διαβάζει! Νομίζω ότι δεν χρειάζεται να σας πω ποιο ήταν αυτό, ούτε με ποιο τρόπο έβρισκε ο φίλος τα περίεργα εκείνα περιοδικά… Επίσης περιττή θεωρώ την επιπλέον περιγραφή της αξίας του τεύχους αυτού του «Ροκ», για μένα και όχι μόνον… Όσο για τον φίλο Γιώργο, φαντάζεστε ότι συν τοις άλλοις έπρεπε να ψάξει και για βιβλία, αφού τα είχε σκίσει!

Γιώργος Κοσκινάς

Τα πιο κάτω κείμενα υπογράφονται από τον Γιώργο Κοσκινά και είναι προστατευμένα και κατοχυρωμένα πνευματικά. Οποιαδήποτε αντιγραφή μερική ή ολική χωρίς την συγκατάθεση του δημιουργού, επισύρει τις προβλεπόμενες από το νόμο κυρώσεις.

Διαβάστε συγκεντρωμένα και τα υπόλοιπα αποκλειστικά δημοσιευμένα για τους αναγνώστες μας παρόμοια κείμενα, στην υπό – κατηγορία «ΙΣΤΟΡΙΕΣ & ΤΕΥΧΗ».

http://wp.me/PKxow-1j2

FRANCESCO GAMBA – ΕΝΑΣ ΣΧΕΔΙΑΣΤΗΣ ΘΡΥΛΟΣ

Στην ιστορία που συνοδεύει τους χάρτινους θρύλους, υπάρχουν ονόματα δημιουργών που ξεχώρισαν για αυτά που μας χάρισαν και ήταν πολλά. Είτε σε δικές τους εμπνεύσεις, είτε δουλεύοντας πάνω σε αρχικές δουλειές άλλων, άφησαν πράγματι εποχή με μια χαρακτηριστική σχεδιαστική γραμμή, που όσα χρόνια και αν περάσουν θα αναγνωρίζεται. Θα γεννάει αναμνήσεις και συναισθήματα, όπως όταν διαβάζαμε αυτές τις ιστορίες μικροί, μη γνωρίζοντας τίποτα για αυτούς που βρίσκονταν πίσω τους. Με αφορμή το αφιέρωμα που κάνουμε αυτές τις μέρες στα εικονογραφημένα του κ. Ανεμοδουρά, σήμερα(αλλά και τις επόμενες μέρες), θα σας παρουσιάσουμε μερικούς από αυτούς τους καλλιτέχνες που όλοι οι Έλληνες νεαροί του`70, διάβασαν κάποτε τις ιστορίες τους και τις αγάπησαν. Για αρχή σας έχουμε σήμερα έναν σχεδιαστή μύθο για την γειτονική Ιταλία, τον Francesco Gamba. Γεννήθηκε το 1926 στην πόλη Spezia, από μια οικογένεια καλλιτεχνική. Ο μεγάλος του αδελφός Pietro , ήταν σχεδιαστής κόμικς και του έδωσε τις πρώτες επιρροές, για να ξεδιπλώσει στην συνέχεια το πλούσιο ταλέντο του και να χαράξει μια πολύ σημαντική πορεία στον χώρο. Ο Francesco Gamba δεν έκρυψε ποτέ την αγάπη του για τους χαρακτήρες και τις εικόνες της Άγριας Δύσης, κάτι που βγήκε με την μορφή του ‘Razzo Bill’ για τον οίκο Alpe, στα τέλη της δεκαετίας του`40. Το 1949 δημιουργεί τον χαρακτήρα ‘Musetta’ στον οίκο Ippocampo και στη συνέχεια αναλαμβάνει βασικός σχεδιαστής του ‘Yorga’, μιας νέας σειράς που προωθούσε τότε ο μεγάλος Gian Luigi Bonelli, με τον Antonio Canale. Η δουλειά του γνώρισε μεγάλη αναγνώριση μεταξύ των αναγνωστών, κι έτσι παίρνει τα μολύβια του και προχωράει στην επόμενη ιδέα του σεναριογράφου Guido Martina(διαβάστε παλαιότερο άρθρο). Είναι το περίφημο ‘Pecos Bill’, στο τιμόνι της σχεδίασης του οποίου θα μείνει για τέσσερα χρόνια, από το 1950 μέχρι το 1954. Η φήμη του θα απογειωθεί και το 1956 ο κ. Bonelli θα του δώσει δύο ακόμη χαρακτήρες, ο ένας εκ των οποίων ήδη καταξιωμένος. Είναι τα ‘Terre e Rocky Starr’ και η σειρά – θρύλος των Ιταλικών κόμικς της εποχής, ‘Piccolo Ranger’. Εκεί κυριολεκτικά θα αφήσει εποχή και η καριέρα του θα εκτιναχθεί στα ύψη! Τα σκίτσα του στον «Ρίνγκο» τα χαρήκαμε για πολλά τεύχη του εβδομαδιαίου «Μπλέκ» του κ. Ανεμοδουρά. Κρίμα που δεν έγινε το ίδιο και με τις ιστορίες του ‘Zagor’ που εικονογράφησε. Στο βιογραφικό του και οι ιστορίες που έκανε για τον άλλο κόμικς – θρύλο, τον ‘Tex'(από αυτές διαβάσαμε κάποιες στο «Ροντέο»). Ο Francisco Gamba σφράγισε μια ολόκληρη εποχή με την παρουσία του στα εικονογραφημένα και έβγαλε μια αγνότητα που ακόμη και στις μέρες μας είναι πανέμορφη. Τα σκίτσα του χαρακτηρίζονται από τον ρεαλισμό και το χιούμορ, με μια λεπτομέρεια που δεν κουράζει, ενώ σε πολλές περιπτώσεις τα πλάνα που επιλέγει στα καρέ του μοιάζουν κινηματογραφικά. Είναι εκφραστής μιας υπέροχης γενιάς εμπνευσμένων δημιουργών, που δίχως αυτούς ο κόσμος των κόμικς θα ήταν φτωχότερος.

Οι βινιέτες του εξωτερικού και μέρος των στοιχείων είναι από το

www.lambiek.net

Οι βινιέτες της Ελληνικής έκδοσης είναι από το προσωπικό αρχείο του συντάκτη.

Όλα τα άρθρα αυτού του τύπου θα τα βρείτε στην κατηγορία Ήρωες & Δημιουργοί.

Αρέσει σε %d bloggers: