Αρχεία Ιστολογίου

To ανθρωπάκι που δεν κέρδιζε.

Σαν τη διαφήμιση του λαχείου, αν τη θυμάστε οι λίγο παλιότεροι. ‘Ο ένας στους δυο κερδίζει’.

Αυτή μου ήρθε στο μυαλό στην παραίνεση ‘γράψε κι εσύ κάτι απέξω’ για το Σύνταγμα.

Και μου ήρθε στο μυαλό γιατί το Σύνταγμα ήταν γεμάτο απ’ αυτά τα ανθρωπάκια που δεν κέρδισαν. Που τόσα χρόνια έβλεπαν κάποιον άλλο να κερδίζει. Που πίστευαν σε ανθρώπους που τους έλεγαν ότι το παιχνίδι δεν ήταν στημένο, κι ότι έστω κι αν δεν κέρδιζαν θα τα κατάφερναν με σκληρή δουλειά – εφόσον η τύχη δεν τους έκανε τη χάρη.

Αυτά τα ανθρωπάκια που σκέφτονται με απλή λογική, καθαρή, που είναι τόσο σπάνια. Που δεν είχαν ποτέ ή έχουν αποβάλλει από πάνω τους τα χρώματα. Κι αυτό είναι που τρομάζει. Το πόσο άχρωμοι είναι. Διάβασα αναλύσεις επί αναλύσεων για τις διαδηλώσεις, με άλλα συμφωνώ με άλλα όχι, ούτε ειδικός είμαι, ούτε ήμουν καν εκεί για να ξέρω.

Κι όμως τους έβλεπα στο πλήθος, πεντακάθαρα. Ένας γεράκος, ένας μεροκαματιάρης, άχρωμοι όλοι, να κοιτάνε με θυμό προς αυτούς που γύρναγαν τόσα χρόνια τη ρουλέτα, αυτούς που τώρα τους λένε ‘μα κι εσείς κερδίζατε, μαζί μας’. Άνθρωποι που το θυμό τους δεν τον κάνουν πέτρες και ξύλα. Που τα τούβλα δεν τα έχουν για να τα πετάνε αλλά για να χτίζουν. Που πλέον χρώμα δεν πιάνει πάνω τους, ούτε μπλε ούτε κόκκινο ούτε πράσινο.

Μια φίλη μου έστειλε εικόνες από το σταθμό πρώτων βοηθειών που δούλευε εθελοντικά. Σκηνές μάχης, κανονικές σκηνές μάχης, όλοι τις είδαμε. Γιατί χτύπησαν έτσι τα ΜΑΤ; Τη διάβασα την ερώτηση, πενήντα, εκατό φορές.

Γιατί;

Γιατί μόνο ένας φοβισμένος άνθρωπος χτυπάει έτσι. Ένας που δεν ξέρει καν τι είναι αυτό που έχει απέναντι του, δεν έχει καμιά ‘συνταγή’ γι’ αυτό. Και έπεσαν πάνω τους τόσοι τόνοι μπογιά όσα και χημικά. Κόκκινοι είναι. Νάτους. Όχι, μαύροι είναι. Όχι, μπλε είναι. Σημαίες. Δηλώσεις. Κι αυτοί εκεί, να κυλάει πάνω τους η μπογιά και χρώμα να μην πιάνει.

Τα κανάλια. 1,5% μπροστά αυτός. 1% εκείνος. Σύνολο κι οι δυο μαζί υπό το μηδέν. Κι οι άχρωμοι εκεί.

Όταν κρατάς σφυρί όλα τα προβλήματα μοιάζουν καρφιά. Δεν ήξεραν τι άλλο να κάνουν απ’ το να χτυπήσουν. Έχοντας την απόγνωση του να έχεις άδικο και να σε κοιτάει κάποιος βουβά, ξέροντάς το.

Αλλά όπως και να το κάνουν το παιχνίδι με τα χρώματα δεν τους βγαίνουν τα νούμερα. Και δεν τους βγαίνουν απλά γιατί τόσα ανθρωπάκια που τόσο καιρό δεν κέρδιζαν, είναι δύσκολο να τα μαντρώσεις ξανά. Που βρέθηκαν τόσοι;

Ο ένας στους δυο κερδίζει. Χρόνια τώρα.

Στο σύνταγμα ήταν όσοι δεν κέρδισαν ποτέ. Και που κανείς δεν θα τους κάνει να πιστέψουν σε μια πιο δίκαιη ρουλέτα.

Λάζαρος Αλεξάκης

Περισσότερος wulf67, στην υπό – κατηγορία «SUGAR MOUNTAIN» και φυσικά στο δικό του δάσος, για λύκους και κοκκινοσκουφίτσες! Τα άρθρα του συντάκτη μας, αναδημοσιεύονται στο Comics Trades. Στο blog του μπορείτε να βρείτε ακόμη περισσότερα, πρώτες δημοσισύσεις, κι όχι πάντα σχετικά με τα κόμικς! άλλωστε η ζωή είναι μια πολυδιάστατη χρονοσφαίρα που κυλάει και κυλάει και κυλάει….

http://wp.me/PKxow-2PK

http://stoma-tou-lykou.blogspot.com/

ΓΙΟΥΡΓΙΑ και ΓΚΑΓΚΑΝ ΓΚΑΓΚΑΝ…

Ήμουνα ο ληστής και είχαμε στήσει ενέδρα στην άμαξα. Προετοιμασμένος και οπλισμένος μέχρι τα δόντια, πλαστικό πιστόλι, καδρόνι στο άλλο χέρι καλού κακού, και ένα κουζινόπανο της μακαρίτισσας της γιαγιάς μου για ‘μάσκα ληστείας’. Για χρόνια όποτε άκουγα ληστεία μου μύριζε ντοματορίγανη κι ήταν αιτία αυτό το κουζινόπανο, όλες τις ληστείες μ’ αυτό τις έκανα. Λαμπρή καριέρα.

Πεταγόμαστε πίσω απ’ το τοιχάκι, φωνάζοντας είτε ‘γιούργιαααααααααααα’ που ήταν και η πλέον κλασσική κραυγή των ληστών σύμφωνα με τους ιστοριογράφους του Γουέστ, είτε κάνοντας τη μουσική του έπους που διαδραματιζόταν προσθέτοντας μια ακόμα σημαντική ψηφίδα ρεαλισμού στην ‘ταινία’:

ΓΚΑΓΚΑΝ ΓΚΑΓΚΑΑΑΑΑΑΝ

Λοιπόν από τα πιο σοφά πράγματα που έχω κάνει στη ζωή μου, είναι που αυτόν το ληστή με το κουζινόπανο τον έχω κρατήσει ανέπαφο – όσο μπόρεσα – μέσα στο κεφάλι μου. Με όλη του τη σοφία των 8 χρονών, με τη σκισμένη του ελβιέλα, με το κοντό παντελόνι. Έμαθα γράμματα, σπούδασα, έκανα, έρανα, άλλαξα, έβαλα τα ρούχα μου αλλιώς, αλλά εκεί αυτός, πίσω από το τοιχάκι.

Και θα μου πεις τι τον θέλεις;

Μα γι’ αυτό το ‘γιούργια’ τον κρατάω. Έχεις ιδέα τι είναι αυτό το γιούργια; Για μένα είναι αυτό που σημαίνει ή που θα έπρεπε ακόμα να σημαίνει Ελλάδα. Αυτή η κουζουλάδα που λέμε στην Κρήτη, ο βουρλισμένος που λένε οι Κερκυραίοι (και κλείνω μάτι στον Κοσκινά), αυτό το να βάζεις το κεφάλι κάτω και να πηγαίνεις κόντρα, να μη σε νοιάζει κερδίσεις-χάσεις, να μη σε νοιάζει τίποτα, να μη λογαριάζεις τίποτα, να τα βάζεις με θεριά, πίσω και σας φάγαμε ρε, γιούργιαααααααααααααααααααααα.

Είμαι σίγουρος ότι ο Λεωνίδας κι οι 300, με ένα τέτοιο ‘γιούργια’ φύγανε μπροστά. Θα μου πεις χλωμό να είπε γιούργια ο Λεωνίδας – αλλά έχει διαφορά; Αυτό δεν έκανε;

Και τα γράφω αυτά σε μια Ελλάδα που κυριαρχεί για πολλή καιρό μια άλλη παιδική φράση.

Την ξέρετε όλοι.

‘Σκασίλα μου’.

Μεγάλη ζημιά το ‘σκασίλα μου’. Αλλά ξέρεις ποιοι το λέγανε πάντα ε; Οι χαμένοι και οι ζηλιάρηδες. ‘Και τι που νίκησες; Σκασίλα μου.’ ‘Μμμμ σιγά το ποδήλατο. Σκασίλα μου.’

Μεγάλος καρκίνος οι σκασίλες ρε φίλε ώρες ώρες.

Κι όμως το να μεγαλώσω μου ‘μαθε ότι υπάρχουν φορές που χρειάζεται κι η σκασίλα. Αυτό που χρειάστηκε πολύ καιρό να μάθω, είναι πότε χρειάζεται το ένα και πότε το άλλο. Μεγάλη υπόθεση αυτό, πολύ με παίδεψε.

Όχι ότι τα κάνω όλα σωστά τώρα. Μπα. Ποτέ δεν το πετυχαίνεις αυτό κι αν το πετύχαινες δε θα χε πλάκα.

Αλλά σήμερα νομίζω ότι μας λείπει πολύ το γιούργια ρε φίλε. Πολύ σκασίλα είχε πέσει. Γιούργια και γκαγκάν γκαγκάν. Με το κουζινόπανο, με το πλαστικό πιστολάκι, πίσω απ’ το τοιχάκι, σας έχω για πλάκα. Μια δυο τρεις, να μην έρθει κι η σειρά μου;

Με την ελβιέλα, με το κοντό το παντελόνι, με τη μυρωδιά της ντοματορίγανης.

Γιούργια και γκαγκάν γκαγκάν παλικάρια.

Κι αν είναι πιο δυνατοί τι έγινε;

Σκασίλα μου.

—————

Αφιερωμένο αδερφέ στην κουζουλάδα μας

Λάζαρος Αλεξάκης

ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ Η ΘΑΝΑΤΟΣ!

 

Βρήκα χρόνο σήμερα και είπα να σκανάρω μερικά κομικσάκια, έτσι για να μη πάνε από κακή φύλαξη, αλλά και για να ανεβούν κάποια στιγμή στην ηλεκτρονική βιβλιοθήκη, οπότε να μπορείτε να τα διαβάζετε και εσείς. Επειδή μπήκα κι εγώ στην υποχόνδρια – αποστειρωμένη λογική που θέλει τα τεύχη σε σακουλίτσες, αραχτά στα ράφια(δεν τις κλείνω με σελοτέιπ όμως, για να μπορώ να τα διαβάζω ξανά και ξανά), βρήκα τη φάση με τους εξωτερικούς σκληρούς δίσκους αρκετά χρήσιμη. Και τα αποθηκεύεις και έχεις ένα αρχείο. Τέλος πάντων. Πέφτω που λέτε πάνω σ` ένα Σεραφίνο, το τεύχος 79. Όπως έχω δώσει τις διαστάσεις και είμαι έτοιμος να σαρώσω τη σελίδα, …μένω κάπως απορημένος με τον τίτλο της ιστορίας. «Τηλεόραση ή θάνατος»! Ορίστε; Τι ήταν πάλι αυτό; Βγάζω το τεύχος ακαριαία από το scanner και ξανακοιτάζω τη σελίδα. Περίεργο είπα, που το είχα διαβάσει σωστά από την αρχή, γιατί χωρίς τα γυαλιά δεν βλέπω ούτε τους αριθμούς από τα τεύχη! Anyway. Δεν είναι επί του θέματος μας αυτό. Είναι ο τυπάς εκείνος ο ινδιανάκος, ο Καριμπού, που σπάει πέτρες με το κεφάλι του(all time classic Σεραφίνο χαρακτήρας και πολύ αγαπημένος), ο οποίος λέει είναι κάτι σα δυνάστης σ` αυτή την ιστορία, αφού δεν αφήνει την φυλή να ακολουθήσει την εξέλιξη της τεχνολογίας και έχει απαγορεύσει τη χρήση της στη φυλή του!

Τι λέτε ρε παιδιά; Φωτισμένο το παλικάρι! Μιλάμε ότι μαζί με τον Ιούλιο Βέρν έβλεπαν φεγγάρια μπροστά από την εποχή τους! Έχει λοιπόν ξεκινήσει και βγάζει λόγο ένας υποψήφιος σφετεριστής της αρχηγίας του χωριού και μπλα μπλα ψήνει τους ινδιάνους να του δώσουν την αρχηγία, γιατί μόνο έτσι θα τους αφήσει να βλέπουν τηλεόραση και θα δώσει λέει από μια συσκευή σε κάθε σκηνή, για να μην στέκεται κανείς και τίποτα εμπόδιο στην ελευθερία τους! Ναι ρε, λέω εγώ! Την είδαμε και την ελευθερία της τηλεόρασης! Νισάφι πια! Ντετεκτοβολεμενοαστοί, αμεροληπτογλυψιματίες, φρου και αρώματα! Τηλεόραση ή θάνατος; Θάνατος βέβαια, γιατί αυτό είναι μια κι έξω, ενώ το άλλο σε πάει λάου – λάου και σου βγάζει την ψυχή δέκα φορές τη μέρα! Φάε εκείνο, δες εκείνο, φώναξε για το άλλο, κάνε χου ετούτο, εκείνο είναι πιο σωστό, το άλλο είναι πιο φτηνό και κολοκύθια τούμπανα! Φτάσαμε στο σημείο να μην ακούγεται τηλεόραση στο σπίτι και να βουβαίνουμε! Μούγκα! Την ανάσα μας ακούμε! Για τέτοια σιγή μιλάμε, όμοια με νεκροταφείου! Στην ιστορία με τον Καριμπού, ο ινδιανάκος τα κατάφερε στο τέλος και τους έπεισε για τη βλακεία που κάνανε. Εμάς ποιος Καριμπού θα μας πει να κάνουμε ένα διάλλειμα για να ζήσουμε; Αυτά και επιστρέφω με κομικσοαναμνήσεις το απόγευμα, αφού ηρεμήσω πρώτα! Συχτίρ μεσημεριάτικα!

Ούτε από τα κόμικς δεν μπορείς να γλυτώσεις! Κι εκεί παραμονεύουν ηθικά διδάγματα και σε προβληματίζουν! Υπαρξιακά. Να ζει κανείς ή να μη ζει; Να βλέπει όλη μέρα τηλεόραση και να αυτοκτονήσει άμα του χαλάσει, ή να την στείλει στα τσακίδια και να πάρει βόλτα τη γυναίκα με το παιδί για κανένα παγωτό; Άκου τηλεόραση ή θάνατος;! Έπρεπε να τους βλέπατε τους ινδιάνους με τις τηλεοράσεις στα κεφάλια, να έχουνε χαζέψει εντελώς! Κάπια στιγμή μέσα στις επόμενες μέρες θα την ανεβάσω την ιστορία, μαζί με μερικές ακόμη τέτοιου τύπου(όπως πχ την «Ιπτάμενη Ζήλεια» από το ίδιο τεύχος!), για να δείτε τι κοινωνική προσφορά έκαναν οι εκδότες μας κάποτε, με αυτά τα εικονογραφημένα! Όχι παίζουμε!

Ον δη γουινγκς οφ δη φιουτσουρ!

Mε είχε ψήσει. Κι απ’ τις δυο μεριές. Με τηγάνιζε σιγά-σιγά για μέρες.

 

‘Όπου να’ ναι θα ζήσεις μια ανεπανάληπτη εμπειρία φίλε’.

 

Ο Στάθης ήταν ο μόνος από μια μεγάλη παρέα που είχε Ηλεκτρονικό Υπολογιστή, σωτήριο έτος 1981. Οι υπόλοιποι τους ξέραμε κυρίως από ταινίες επιστημονικής φαντασίας όπου συνήθως κάποιος με ασημί στολή και γελοίο καπέλο φώναζε σε κάποιον με λιγότερο γελοίο καπέλο ‘κύριε ο Εγκέφαλος του σκάφους δείχνει ότι θα δεχτούμε επίθεση από τους Γκάργκαφρονς στα επόμενα τέσσερα μικροκουάζαρ.’

 

Το δε ψήσιμο που μου είχε κάνει ο Στάθης γι’ αυτά που θα μου έδειχνε στον υπολογιστή με έκαναν να περιμένω να αποκρούσουμε επίθεση τουλάχιστον από 15 σμήνη Γκάργκαφρον χρησιμοποιώντας τον πανίσχυρο Ηλεκτρονικό Εγκέφαλο του Στάθη, γιατί με τον κανονικό εγκέφαλο του απ΄ότι τον ήξερα όχι σμήνος, αλλά ούτε υπέργηρο Γκάργκαφρον σε αναπηρικό κουάντουμ-καροτσάκι δεν αποκρούαμε.

Αποδείχτηκε ότι είχα πέσει κατά μια έννοια κοντά, μια και αυτό που ήθελε να μου δείξει ο Στάθης ήταν Εξομοιωτής Πτήσης. Κρατούσε στα χέρια του μια τεράστια δισκέτα σα κρεατόπιτα και με κοίταγε μέσα στα μάτια προσπαθώντας να καταλάβει αν είχα αντιληφθεί την τεράστια σοβαρότητα αυτού που μου έλεγε.

 

‘Αυτό είναι ένας Εξομοιωτής Πτήσης Πραγματικών Συνθηκών.’

‘Μη με κοιτάς έτσι με πιάνει πονοκέφαλος.’

‘Εξομοιωτής Πτήσης.’

‘Το ξαναείπες.’

‘Ναι. Εξομοιωτής Πραγματικών Συνθηκών.’

‘Αν δεν σταματήσεις να λες εξομοιωτής και να γουρλώνεις θα φύγω.’

 

Κάτσαμε στο κόκπιτ. Περιμέναμε. Περιμέναμε. ‘Φορτώνει’ με ενημέρωσε ο Στάθης για την πρόοδο των εργασιών. Μονόχειρας να φόρτωνε 14 τόνους βαλίτσες σε Airbus πιο γρήγορα θα είχε τελειώσει.

 

Το κακό δεν ήταν ότι άργησε. Το κακό είναι ότι κάποια στιγμή φόρτωσε.

 

‘Στάθη, έλα, έχει βγάλει τη μισή οθόνη πράσινη και τη μισή μπλε.’

Κοίταξε την οθόνη συγκινημένος. ‘Είμαστε έτοιμοι. Αυτό το κάτω είναι το έδαφος, και το μπλε είναι ο ουρανός.’

 

‘Εμείς που είμαστε;’

 

‘Μέσα στο αεροπλάνο βλάκα.΄’

 

‘Πότε θα μας φέρουνε την πορτοκαλάδα;’

 

‘Είναι πολεμικό αεροπλάνο, δεν έχει πορτοκαλάδα.’

Άνοιξε ένα μάνιουαλ 500 σελίδων. Μετά από 4 ώρες εντατική ανάγνωση καταλήξαμε στο ότι εγώ που δεν ξέρω από αεροπλάνα θα δουλεύω τα φλαπς, θα ανεβάσω τους τροχούς, θα δώσω την αρχική ώθηση και θα κάνω και το σφουγγάρισμα ενώ ο Στάθης θα αναλάμβανε το πιο νευραλγικό κομμάτι που ήταν να σηκώσει το αεροπλάνο.

 

Με το που ξεκινάμε ακούγεται ένας εκκωφαντικός βόμβος από το μεγαφωνάκι και γεμίζει η οθόνη πράσινο. Ο Στάθης έβγαζε αφρούς. ‘ΜΗ ΣΗΚΩΝΕΙΣ ΤΟΥΣ ΤΡΟΧΟΥΣ ΠΡΙΝ ΑΠΟΓΕΙΩΘΕΙ ΒΛΑΚΑ’. ‘Είναι αλήθεια ότι σε κάτι τέτοιες τεχνικές λεπτομέρειες δε μου βγαίνει.’

 

Μετά από μόλις 482 προσπάθειες απογειωθήκαμε. Το πράσινο κατέβηκε και γέμισε η οθόνη μπλε. Η φωνή του Στάθη είχε σπάσει από συγκίνηση. ‘Πετάμε’ είπε απλά. Ούτε οι αδερφοί Wright δεν είχαν τέτοιο βλέμμα, κυρίως γιατί δεν ήταν παρανοικοί.

Κάποια στιγμή βλέπουμε να έρχεται από κάτω κάτι καφέ.

‘Στάθη καφέ.’

‘Πα να φτιάξεις, πετάω τώρα.’

‘Όχι κάτι καφέ έρχεται από κάτω.’

‘Βουνά! Είναι τα βουνά!’

‘Πω πω. Κοίτα, μια μικρή στάνη. Δες την κορούλα του βοσκού, τι χαριτωμένη.’

‘Εντάξει μπορεί τα γραφικά να μην είναι τα καλύτερα…’

‘Έχουμε μισή καφέ οθόνη και μισή μπλε. Πόσο χειρότερα θα ήταν;’

 

Το χειρότερα ήταν να είναι όλη καφέ. Με τον ίδιο εκκωφαντικό ήχο απ’ το μεγαφωνάκι που ακουγόταν σαν κιθάρα Γερμανού μεταλά μαζί με ορχήστρα από πέντε βρεγμένες κόρνες νταλίκας. Επειδή είχαμε πέσει στα βουνά πιθανότατα καταπλακώνοντας και την χαριτωμένη κορούλα του βοσκού. Ο Στάθης επέμενε ότι όλοι οι μεγάλοι πιλότοι δεν είχαν κανέναν ηλίθιο δίπλα τους να κάνει ελεεινά σχόλια για τα γραφικά κι ότι αν ο Φον Ριχτχόφεν είχε εμένα δίπλα του αντί για να γίνει ο Κόκκινος Βαρώνος θα είχε καταλήξει σε ελεεινά αποκαίδια πάνω σε μια στάνη.

 

Οπότε αφού η πτήση είχε αποτύχει παταγωδώς ο Στάθης εμφάνισε το μυστικό του όπλο σε νέα δισκέτα-κρεατόπιτα, κοιτάζοντας γύρω γύρω σαν τη Μάτα Χάρι. ‘Τσόντα.’

 

Αυτό μάλιστα. Σε μια εποχή που πιστεύαμε ότι όλες οι γυναίκες είχαν μαύρα τσιρότα στο στήθος γιατί έτσι τις βλέπαμε στα ΠΡΟΣΕΧΩΣ, το να έχεις τσόντα, τη δική σου γυναίκα μέσα στη δική σου δισκέτα κρεατόπιτα ήταν όπως και να το κάνεις από τα πιο κουλ πράγματα από το Άλφα του Κενταύρου μέχρι εδώ.

 

Περιμέναμε τόσο να φορτώσει η τσόντα όσο να βλέπαμε τρεις ταινίες αλλά η τεχνολογία όπως μου εξήγησε ο Στάθης θέλει θυσίες. Με τα πολλά εμφανίστηκε στην οθόνη ένα γραφικό που έμοιαζε πιο πολύ με εξομοιωτή πτήσης απ΄ότι το προηγούμενο.

 

‘Ρε συ τι ειν’ αυτά τα καντράν;’ ‘Τα τέτοια της ρε.’ ‘Και το κόκπιτ;’ ‘Το τέτοιο της ρε, ποιο κόκπιτ;’ ‘Ποια τα τέτοια της και το τέτοιο της ρε, αυτό μοιάζει πιο πολύ με Τσέσνα απ’ ότι το προηγούμενο.’ ‘Είσαι ηλίθιος! Δεν ξέρεις πως είναι οι γυμνές γυναίκες άσχετε!’ ‘Άμα είναι έτσι τα τέτοια τους και το τέτοιο τους θα πάω σε μοναστήρι.’ ‘Να πας! Κάτσε να δεις τώρα τι κάνει άμα πατήσω αυτό το κουμπί.’

 

Ξαφνικά το κόκπιτ και τα καντράν άρχισαν να κουνιούνται σε ένα ρυθμό που μου ήταν παντελώς αδύνατο να ακολουθήσω και στο τέλος ακούστηκε ο ΙΔΙΟΣ ακριβώς ήχος του Γερμανού μεταλά – νταλικέρη.

 

Στην αγνή εφηβική μου ψυχή αυτή η συνάντηση άφησε βαθιές ουλές. Για αρκετό καιρό δεν μπορούσα να δω Τσέσνα χωρίς να φανταστώ μια Γερμανίδα να οδηγεί μια νταλίκα πατώντας πέντε κόρνες, και δε μπορούσα να δω νταλίκα χωρίς να σκεφτώ μια γυμνή αεροπόρο να παίζει με τα καντράν του αεροπλάνου ενώ έπεφτε, πράγμα που εξηγεί τώρα που το σκέφτομαι και πολλά άλλα πράγματα.

 

Ήταν μια μαγική στιγμή που μου είχαν χαρίσει τα ‘μπλιμπλίκια’ του παρελθόντος στην πιο πρώιμη τους μορφή….

 

Λάζαρος Αλεξάκης

 

Δεύτερο απόσπασμα για σήμερα, του πονήματος μας που σας δίνουμε μια γεύση σε αποκλειστικότητα. Κι αυτό θα το βρείτε λόγω θεματολογίας κυρίως, στην υπό – κατηγορία μας «SUGAR MOUNTAIN».

http://wp.me/PKxow-2PK

 

Το πιο πάνω κείμενο(και όλα όσα φέρουν την υπογραφή των Λάζαρου Αλεξάκη και Γιώργου Κοσκινά – συντάκτες wolf67 & gkosk), αποτελεούν τμήμα του νέου βιβλίου των Λάζαρου Αλεξάκη και Γιώργου Κοσκινά, που πρόκειται να κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Αιγόκερως και είναι κατοχυρωμένο πνευματικά τόσο στους δημιουργούς, όσο και στον εκδοτικό οίκο που έχει την αποκλειστική εκμετάλευση των δικαιωμάτων του. Δημοσιεύεται με σύμφωνη γνώμη των δημιουργών και του εκδότη. Κάθε εκμετάλευση ή αντιγραφή, μέρους ή ολοκλήρων των κειμένων, χωρίς την συγκατάθεση των πιο πάνω, επισύρει ντις προβλεπόμενες από τον νόμο κυρώσεις, σύμφωνα με το Ελληνικό σύνταγμα και το Ευρωπαικό.

 

 

Π. Υ. – Προ You Tube

Tι σχέση έχουν οι Led Zeppelin με τους MC5; Υπάρχει κοινό σημείο μεταξύ King Crimson και Deep Purple; Πως ενώνονται οι αναμνήσεις και μπερδεύονται σε μια κασσέτα, που καμιά φορά μασάει το κασσετόφωνο; Όλα αυτά, δια χειρός wolf67(Λάζαρος), σε μια ιχνηλασία στιγμών και μουσικών αντιπαραθέσεων, αποκλειστικά στο SUGAR MOUNTAIN(μια υπό – κατηγορία για …ότι θυμώμαστε και ότι …χαιρόμαστε), για τους φίλους της ροκ μουσικής,της ροκ πραγματικότητας και της ροκ νοσταλγίας…

http://wp.me/PKxow-2PK

 

Αρέσει σε %d bloggers: