Αρχεία Ιστολογίου

ΑΓΑΠΗΜΕΝΑ ΤΕΥΧΗ ΚΟΜΙΚΣ 20. ΤΙΡΑΜΟΛΑ ΤΕΥΧΟΣ 44 «Η ΔΟΥΛΕΙΑ ΕΞΕΥΓΕΝΙΖΕΙ»

Όσο κρατούσε το ζύγισμα στη χούφτα μιας πέτρας, μας ήταν πάντα αρκετό για να εντοπίσουμε το στόχο. Κάποιες φορές υπήρχε από πριν. Ήταν στο χέρι μας πριν καν γυρίσουμε το βλέμμα τριγύρω. Κάποιες άλλες ήταν το βάρος αυτό που καθόριζε το μέγεθος της αταξίας. Ένα χαλίκι δεν θα μπορούσε να χρησιμεύσει παραπάνω από ένα φιλικό «ε, εσύ! Ξύπνα! Εδώ είμαστε!». Ένα κομμάτι από σπασμένο κεραμίδι, είχε τη δύναμη να μας αλλάζει όψη και να οριοθετεί τη «ζημιά». Μια μπάλα ποδοσφαίρου, με την απαλή επιφάνεια του «λάθους», είχε περιορισμένες δυνατότητες, όχι όμως και τον απόλυτο έλεγχο. Αναπηδώντας έφθανε σε σημεία πιο μακρινά απ« το μάτι και να προκαλούσε χαμόγελα ικανοποίησης, όπως και τις φωνές του γείτονα, όταν την αντίκριζε στην αυλή του. Όσο εύκολα μπορούσε να δώσει χαρά και πολλά νέα παιγνίδια, άλλο τόσο ήταν ικανή να σκύψει τα κεφάλια και να γεννήσει ιδέες για το πώς θα επέστρεφε στον ιδιοκτήτη της. Βλέπετε μια μπάλα κυλούσε πιο μακριά από τη σκέψη μας. Απ` αυτά που τις υπαγορεύαμε, που ζητούσαμε από κείνη. Δεν κατάληγε ποτέ στα ίδια σημεία, σε αντίθεση με τους κύκλους που κάναμε εμείς. Η επανάληψη ήταν κάτι άγνωστο για κείνη, όσο κι αν η φορά ήταν η ίδια, ή το χέρι, ή ο κάτοχος, ακόμη και ο στόχος. Το δικό της βάρος, αυτό το λιγοστό, κατόρθωνε να δίνει τεράστιες διαστάσεις στις πράξεις και ακόμη μεγαλύτερες επιπτώσεις. Οι συσχετισμοί βάρους και αποτελέσματος, ήταν για πολλά χρόνια μονόλογος και ολοκαίνουργια μαθήματα, με μια χαρακτηριστική μυρωδιά φρέσκου χαρτιού. Αδιάβαστα και δίχως μουντζούρες στις κενές σελίδες. Κάθε φορά μάθαινες κι από κάτι χρήσιμο, απ` τις ίδιες γραμμές, απ` τα ίδια κεφάλαια. Ερμηνεύονταν όλα αυτά τόσο διαφορετικά, που ποτέ κανείς μας δεν παραπονέθηκε ότι κουράστηκε διαβάζοντας τα. Ίσως το λιγότερο βαρετό βιβλίο που τυπώθηκε ποτέ από τον ΟΕΔΒ(όταν – έχω – διάβασμα – βαριέμαι!). Βέβαια δεν μπήκε σε κανενός της σχολική τσάντα και δεν χρειάστηκε κανείς μας να «πει το μάθημα» του στην τάξη. Στους διαγωνισμούς όμως που ξεκινούσαν όταν χτυπούσε για τελευταία φορά το κουδούνι, ήταν απαραίτητο σε όλους και έδινε ακούραστα το παρόν. Αδιαμαρτύρητα. Ήταν ο μπούσουλας μας. Το μοναδικό βιβλίο που συμπλήρωνες καθημερινά νέες συμβουλές, ατάκες, συμπεράσματα, απαντήσεις, ασκήσεις. Γράφονταν ενώ ζούσαμε και μεγαλώναμε. Ενηλικιώνονταν μαζί μας. Αντλούσε εμπειρίες από τις δικές μας. Προσαρμόζονταν στις απαιτήσεις μας. Μας μάθαινε και το μαθαίναμε. Μια αλληλένδετη σχέση και η έννοια του αχώριστου συντρόφου. Η αλήθεια είναι ότι όσες φορές επαναλάβαμε σφάλματα, δεν επικαλεστήκαμε άγνοια ή κάποια δικαιολογία. Μπορεί να μην ανατρέξαμε στις σελίδες του, αλλά κι αυτό ήταν ένα τεράστιο, ομαδικό ή ατομικό, μάθημα της βαρύτητας των πράξεων μας. Οι περιγραφές δεν είχαν μια συγκεκριμένη έννοια και χαρακτηριστικά. Σχεδόν πάντα διατηρούσαν το στοιχείο της «πρώτης φοράς», κι ας ήταν η χιλιοστή. Άλλωστε για τον κάθε έναν ξεχωριστά, είχε κι από ένα αντίκτυπο, προσαρμοσμένο στις ιδιαιτερότητες του χαρακτήρα του. Στον τρόπο που εξαργύρωνε τα αποτελέσματα της σχέσης του με το «βάρος»… Πορευτήκαμε για αρκετά μεγάλο διάστημα, με τούτο το βιβλίο παραμάσκαλα. Οι πτυχές που αποκαλύφθηκαν στα μάτια μας και οι διαστάσεις που πήραν, ήταν αυτό που στην συνέχεια μας έδωσε μια πλήρη εικόνα όσων θα αντιμετωπίζαμε και βοήθησε τα μέγιστα ώστε να συνυπάρξουμε με ασφάλεια στην «ελαφρότητα» των καιρών .. . Μπορεί να «έχανε» στην αφήγηση, ή να υπολείπονταν εικονογράφησης, ήταν όμως η πρώτη μας γνωριμία με την προσαρμογή στην «σοβαρότητα» των καταστάσεων και αυτές τις «σχέσεις» τις θυμάσαι δίχως να τις κρίνεις για ψεγάδια. Είναι σαν τα πρώτα χτυποκάρδια, που όσα χρόνια κι αν περάσουν θα βρίσκουν τον τρόπο να κρατούν το βλέμμα μετέωρο στη σκέψη τους. Έστω και για λίγο.

Κάθε προσπάθεια για την ανακάλυψη νέων λέξεων, ήχων, συνειρμών και θαυμαστικών, ήταν τα χρόνια εκείνα μόνιμα σκαρφαλωμένη στα κλαδιά των δέντρων, ή σε κάποιο μισογκρεμισμένο τοίχο. Σε μια μάντρα, ή στα κάγκελα κάποιας αυλής σχολείου. Μας δίδασκε τρόπους για να περιορίζουμε τις συνέπειες της πτώσης. Μάτωνε μαζί μας σε κάθε αποτυχία. Μετρούσε τις δυνάμεις μας, κοιτάζοντας διακριτικά από απόσταση. Μας άφηνε να πειραματιστούμε. Να γνωρίσουμε την ταχύτητα κάθε δίνης καταστάσεων. Με ποιο τρόπο μπορούν να σε ρουφήξουν μέσα τους. Μάθαμε να καταλαβαίνουμε έτσι, τα όρια μας. Το πόσο βάρος αντέχει ένα κλαδί. Πόσο μπορεί να πονέσει μια σκασιά, ανάλογα με το ύψος. Μπορεί όλα αυτά να άφηναν μια πικρή γεύση, ή να γεννούσαν απογοήτευση. Ήταν όμως πολύ σημαντικά και με κάποιο περίεργο τρόπο μας τραβούσαν να τα βιώσουμε, γνωρίζοντας απ` την αρχή ότι οι εμπειρίες τους ήταν πολύ ψηλά ανεβασμένες. Εκεί που δεν τις έφτανε το χέρι, παρά μονάχα το μάτι. Αυτό το πάντα αχόρταγο, που σάρωνε ότι περνούσε από μπροστά του και έψαχνε για το ακατόρθωτο. Στο τελευταίο κλωνάρι της αγριοκερασιάς. Κι από εκεί το ύψος ζάλιζε και τα κλαριά λύγιζαν επικίνδυνα. Τίποτα όμως δεν μας σταμάτησε, δεν έγινε ανυπέρβλητο εμπόδιο στο δρόμο μας, Δεν κατάφερε να λυγίσει παρά μόνο τα κλαριά, κι όχι τα κορμιά μας. Αυτοί οι «απαγορευμένοι καρποί» ήταν η πεμπτουσία της ύπαρξης μας της ίδιας. Οι χαρακτήρες όλων αποκρυπτογραφούνταν ανάλογα με την υπομονή και το πείσμα του καθενός. Ανάλογα με το πόσο πίστευε σε ότι επιχειρούσε, πόσο το ήθελε, αυτά που σήμαιναν για κείνον. Κι όλα αυτά μας ακολούθησαν μετά, όταν πάλι μετρούσαμε δυνάμεις, με αλλιώτικο τρόπο και για διαφορετικούς λόγους. Κόλλησαν πάνω μας σαν προστατευτικά τσιρότα για τα κουνούπια. Οι ουλές τους μαρτυρούσαν τις προσπάθειες μας. Επιτυχημένες ή όχι ποτέ δεν μέτρησε. Σημασία είχε η προσπάθεια και μόνον αυτή. Από αυτά τα τόσο συνηθισμένα καθημερινά ανδραγαθήματα, που πολλές φορές υπαγόρευαν τα σκίτσα σε κάποιο τσαλακωμένο τεύχος κόμικς, κι η θέληση να τα κάνουμε πράξεις εκτός χαρτιού, βγήκαμε όλοι κερδισμένοι. Βγήκαμε με έναν πλούτο ζωής που δεν χωράει σε πορτοφόλια. Που δεν ανεβοκατεβαίνει σε κανενός θερμόμετρου τον υδράργυρο, ούτε μετριέται με κλίμακες και χάρακες. Δεν συνοδεύεται από αριθμούς και «μηδενικά». Ήταν τα συστατικά και όχι τα στατιστικά, μιας ξεκάθαρης δέσμης συλλογισμών και μιας πορείας δίχως πυξίδα. Το πόσο μακριά και το πόσο κοντά μπορεί να βρεθεί η πράξη από τη σκέψη, η σημασία που έχει το περπάτημα πάνω στο λασπωμένο χώμα, μακριά από τη σιγουριά μιας καθαρής επιφάνειας πεζοδρομίου… Γιατί την σιγουριά εκείνη δεν την ζητήσαμε και δε μας ταίριαζε. Δε κρυφτήκαμε ποτέ κάτω από το υπόστεγο της, όταν το χαλάζι έτρωγε τα μούτρα του στους δρόμους και στις ομπρέλες των περαστικών. Γελούσαμε στη βροχή και κοιτάζαμε ψηλά, σα να προκαλούσαμε το «αφεντικό» της να ρίξει περισσότερη. Τι δύναμη να έχει μια σταγόνα, όσο βαριά κι αν είναι; Τι μπορεί να κάνει εκτός από το να σε βρέξει; Πως γίνεται να κάμψει την ορμή του ποταμού, που κυλάει μέσα σου; Συν τοις άλλοις, τα καλύτερα μπάνια τα κάναμε με τις ψιχάλες να πέφτουν σαν ριπές στη θάλασσα. Σα να αγρίευε και να ξεπετιόνταν εκείνο το χάρτινο spitfire από τα πολεμικά, θυμωμένο, έτοιμο να γαζώσει ότι έβρισκε μπροστά του! Κι έτσι απλά ξεκινούσε αναίτια και από το πουθενά, ξανά το παιγνίδι! Όσοι δέχονταν τις σφαίρες έπεφταν θεαματικά, αφήνοντας πονεμένες κραυγές και επέπλεαν μπρούμυτα. Όσο μπορούσε ο καθένας να αντέξει την ανάσα του, γιατί μετά …επέστρεφε στους ζωντανούς σκασμένος και βγάζοντας νερό απ` το στόμα! Κι οι υπόλοιποι σκάγαμε, αλλά απ` τα γέλια!  Λίγο η πλεγμένη στης φαντασίας μας τον ιστό μάχη, λίγο το νερό που απορροφούσε το βάρος και δεν άφηνε σημάδια απ` την πτώση, όλα έβαζαν το δικό τους «χαλί ασφάλειας» κάτω από τα πόδια μας. Φρόντιζαν να βυθίζονται τα βήματα του μέσα. Κάλυπταν τον θόρυβο. Προστάτευαν την ευδαιμονία της στιγμής, από κάθε σύγκρουση με την πραγματικότητα… Ήταν το χέρι του φίλου, που πέταγε μακριά τη νερόμπαλα, πριν σκάσει στο πρόσωπο…

Τα «βάρη» ανέπτυξαν κι άλλους τρόπους για να μας θυμίζουν την παρουσία τους. Έγιναν οικογενειακά, επαγγελματικά, κοινωνικά, φόρεσαν στολές «υποχρεώσεων» και ήρθαν στο τρελό πάρτι μασκέ. Τίναζαν συνέχεια τις σερπαντίνες και τον χαρτοπόλεμο, για να μη μένει κρυμμένη η μορφή μας. Για να μπορεί κανείς να μας αναγνωρίζει καλύτερα. Ήταν όμως διαφορετικά εκείνα τα «βάρη». Δε τα ξεφορτωνόσουν με ένα δυνατό τράνταγμα του χεριού, όπως τις πέτρες στην παραλία, ή τα αυτοσχέδια βελάκια στον υποτυπώδη στόχο του κήπου. Τα κουβαλούσες διαρκώς σε κάθε τσίμπλα, σε κάθε πλύσιμο των δοντιών. Βρήκαν τον τρόπο να γίνουν το τίμημα κάθε μετάλλαξης σου. Κάθε δρόμου και κάθε κουβέντας. Στα σκοτάδια, στο ημίφως, στα πορτατίφ. Μόνο το δίσκο του φεγγαριού δε αντικατέστησαν, με έναν άλλο, πιο σύγχρονο, πιο «αρεστό». Στο θολό του αυλόγυρο έχασαν το δρόμο της «επιρροής». Γιατί το χειροπιαστό δεν αναλύει το μακρινό αόρατο βλέμμα της ουτοπίας. Δε μπορεί να το πιάσει, ούτε να το αγγίξει. Έχει ένα «ειδικό βάρος». Μια διαφορετική χρήση της σκυφτής πλάτης, που καθηλώνεται από τον όγκο και γέρνει κάτω απ` αυτόν, με ένα αστείρευτο σε επινοήσεις τρόπο. Είναι ένα «βάρος» που δεν πιάνει το ζύγι. Δεν έχει αντιστοιχία. Τυλιγμένο στο δισάκι του Τάνταλου, του δραπέτη απ` το βουνό της τιμωρίας, όταν κατρακύλησε μέσ` τα σανδάλια του κατάκοπος και φοβισμένος, γιγάντωσε σα σπόρος κάποιου αιωνόβιου δέντρου που γδέρνει με τις ρίζες τα σπαρμένα χαλίκια, θέλοντας να αφαιρέσει κάθε νόημα, κάθε αντίσταση, κάθε προσπάθεια για λυτρωμό… Ένα βάρος για το δρόμο… Ένας δρόμος βάρος… Ένας βαρύς δρόμος… Μια σουβλερή ματιά του βράχου που κυλά και αναζητά με αγωνία το δραπέτη… Από κάποια «βάρη» δεν ξεφεύγεις ποτέ… Σε κυνηγούν για να σε επαναφέρουν στην «τάξη», όταν ξεχνιέσαι ή σου γεννιέται η ιδέα να τα αποχωριστείς. Ήταν ανέκαθεν καρφιτσωμένα στο πουκάμισο σαν κονκάρδα, αλλά κανείς δεν τους έδινε σημασία, όταν όλα όσα ρουφούσε χωρούσαν μέσα σε ένα καλαμάκι γεμάτο ανθρακικό. Σε μερικά πολύχρωμα ζαχαρωτά, που έπεφταν με λαιμαργία στον ουρανίσκο. Ήταν πολύ μακριά απ` τις περιορισμένες φιλοδοξίες, κάποιων κομμένων στις εξετάσεις αναίσθητων πιτσιρικάδων, που αντιμετώπιζαν μερικούς επιπλέον μήνες συμβιβασμών και βιβλίων στο χέρι, με ένα πλατύ χαμόγελο και ένα «και τι έγινε μωρέ; Κάθε μέρα θα διαβάζουμε;» Δεν είχαν συνείδηση με τέτοιο «βάρος», που να αναπλάθει ενοχές και να ανατρέφει συστολές. Ίσως το πείσμα και όχι οι νόμοι του Νεύτωνα, να ήταν αυτό που έστριβε τις ρόδες, στα τσακισμένα ξύλινα αμάξια, όταν κατέβαιναν με ορμή την απότομη πλαγιά. Το μήλο εκείνες τις μέρες, δεν είχε βρει ακόμη το σχήμα που θα εξηγούσε την πτώση του απ` το δέντρο. Δεν μπορούσε να γίνει μάθημα. Ήταν απλά κάτι που σου άνοιγε την όρεξη, ή στην έκοβε και μετά ακολουθούσε η γκρίνια της μάνας. «ήθελα να ήξερα τι έφαγες πριν και δεν τρως το φαί σου! Άμα δε το φας όλο δεν έχει παιγνίδι!» Κάποιοι το είχαν δει να βγάζει φτερά και να προσφέρεται καλογυαλισμένο και μυρωδάτο στην ημίγυμνη Εύα, με τα πουριτανικά σκίτσα φτιαγμένη, των σελίδων στο βιβλίο Θρησκευτικών. Ένα μαγεμένο μήλο που πήρε μπάλα και τον Αδάμ, κι έτσι οι πρωτόπλαστοι είδαν την πόρτα της εξόδου και έκαναν όλων μας τη ζωή πιο δύσκολη και τον Παράδεισο πόθο ζωής. Κι ο Γουλιέλμος Τέλος είχε βάλει ένα μήλο στο κεφάλι του γιού του και το πέτυχε με το τόξο από μακριά. Άλλο μήλο εκείνο. Μάλλον θα πρέπει να είχε σχέση με τις ικανότητες και τους εγωισμούς των ανθρώπων, που πάντα βρίσκουν κρύα τα νερά στο πρώτο μπάνιο, κι όλο το αναβάλλουν… Αυτά ήταν τα μήλα που ξέραμε, κι αυτά τα κατορθώματα τους. Του Νεύτωνα δεν διέφερε στην όψη(ίσως να ήταν το ίδιο λαχταριστό), αλλά στα συμπεράσματα στα οποία οδηγούσε, όταν προσγειώνονταν στο κεφάλι του! Την φέρναμε στο νου κι αυτή την εικόνα, αλλά με γέλια και «σιωπή εσείς εκεί! Θα σας βγάλω έξω από την τάξη!» Όταν φύγαμε από τις τάξεις, με το πλήρωμα του χρόνου κι όχι με φωνές, μάθαμε και την σημαντικότητα της ανακάλυψης του επιστήμονα. Ένας καθοριστικός άξονας, πάνω στον οποίο έμελε να περιστραφούν όλες οι επιδιώξεις μας. Από εκεί ξεκινούσαν και στις αρχές αυτές κατέληγαν. Όποιος δε διάβασε έστω και μετά από χρόνια αυτό το μάθημα, είναι ακόμη στην αυλή και παίζει με τους αόρατους συμμαθητές του…

Η καταλυτική παρουσία και η συμβολή των κόμικς, στο ξεφλούδισμα των καθημερινών πληροφοριών που καταχωρούνταν στα συρτάρια της μνήμης μας, ώστε να γίνουν απόλυτα κατανοητά, με σπαρταριστά παραδείγματα και μια κεντρική ιδέα απαλλαγμένη από τα περιττά λόγια και τις βαρετές πολυλογίες των βιβλίων, ήταν αυτή που μας κράτησε στην τάξη(του σχολείου), αλλά και σε μια ισορροπία οικογενειακή, όπου οι πολλές ερωτήσεις λιγόστευαν και τα παιδικά «γιατί;» έδιναν τη θέση τους στα «ξέρω. Κατάλαβα. Δεν είμαι μικρός». Έτσι δειλά – δειλά οι έννοιες ζωντάνευαν μέσα από σκίτσα, αφήνοντας την ερμηνεία να κολυμπάει στα σωσίβια μας. Τόσα μα τόσα παραδείγματα, πάμπολλες εναλλακτικές προτάσεις για εφαρμογή, αλλά και στοίβες ολόκληρες με παρομοιώσεις, εμπλούτισαν ένα φτωχό λεξιλόγιο. Σμπράνκ! Το αμόνι πάνω στο κεφάλι ενός κλέφτη! Ζιπ! Το σκίσιμο της εικόνας απ` τη σφαίρα!  Ζντούπ! Η προσγείωση στο έπιπλο του γραφείου! Γκούπ – γκάπ! Οι γροθιές στο μπαρ! Ζβιν! Το κορμί που τεντώνεται ψηλά και παίρνει διαστάσεις γίγαντα! Μπάφ! Ο «κακός» πέφτει πάνω στον ανύποπτο «καλό»! Βρούμ! Ο ήχος της αφιονισμένης ταχύτητας του όχλου! Τοκ! Η αβάσταχτη ελαφρότητα του πιστολιού, που σκάει στο δάπεδο! Φσσσσστ Ζουμ! Τα βέλη στον πισινό του καουμπόικου κινούμενου στόχου! Μπλατς! Το άπλωμα του ώριμου μήλου στο καπέλο του επίδοξου κλέφτη!  Αν προσέξετε θα δείτε πλείστες εφαρμογές μέσα σ` αυτά τα ανύπαρκτα επιφωνήματα, που πρόσθεσαν νέες διαστάσεις στην εκμάθηση της γραμματικής, αλλά που ποτέ δεν αποτυπώθηκαν σε μια «κόλλα χαρτιού», στα πρόχειρα διαγωνίσματα! Μέσα εδώ υπάρχουν τα παραδείγματα που δεν ξεστόμισαν ποτέ οι δάσκαλοι, αλλά που κατάφεραν να μας φέρουν κατακέφαλα τη γνώση, παραστατικά και πάντα με ένα χαμόγελο! Ο νόμος της βαρύτητας βρίσκονταν σε κάθε καρέ, έχοντας την δική του θέση στην επιστήμη, με μια απλοϊκή και ανέμελη διάθεση για αφήγηση. Κι όμως, κανείς δεν σκέφτηκε να ζωγραφίσει με μια κιμωλία στον πίνακα αυτές τις «εφαρμογές», τις τόσο κατανοητές στα μάτια μας, αφήνοντας μια στυλιζαρισμένη «παπαγαλία», που καμιά φορά τα τυπογραφεία έκαναν τόσο αχνά τα γράμματα της, που τα διάβαζες μόνο από το βιβλίο του διπλανού! Είναι ανόητο να διδάσκεις στα παιδιά με το μπόι των μεγάλων! Αν δεν σκύψεις να έρθεις στα μέτρα τους, θα τρομάξουν, κι ακόμη περισσότερο θα αρνηθούν με πείσμα τις καρικατούρες που πρεσβεύεις. Μα είναι τόσο δύσκολο σ` αυτά τα κούφια βιβλία, τα άχαρα σκίτσα που περιέχουν να συνοδεύονται από αυτό που ζητούν τα μάτια ενός μαθητή; Είναι τόσο αντίθετο με τις όποιες αρχές προστατεύουν τη μάθηση από την γελοιοποίηση, να συνυπάρξουν με ένα φανταστικό επιφώνημα σαν το «Σκρατς», που υποδηλώνει το σπάσιμο μιας σανίδας; Ξέρετε πόσο πιο εύκολο θα ήταν για έναν πιτσιρικά να αγγίξει την αξία του «βάρους» και την μεταφέρει σαν εξήγηση σε κάθε του ενέργεια, δίχως να ψάχνει για απαντήσεις στα «σπασμένα τηλέφωνα» της παρέας; Έχετε αλήθεια φανταστεί ένα κόσμο που τα παιδιά θα προβάλλουν την προσωπικότητα και τα χαρίσματα τους, αντί να τα θάβουν στο χώμα όπως οι σκύλοι τα σκατά τους; Με ντροπή και βιασύνη, με κόμπλεξ και άγχος, μήπως τους δει κανείς. Έχετε μήπως σκεφτεί πόσο δυσνόητο και ανόητο, είναι μια εκκολαπτόμενη ανθρώπινη προσωπικότητα να τυλίγεται με το έτσι θέλω, στα αναμασημένα δεδομένα της χαμένης γενιάς κάποιων άλλων πιτσιρικάδων, που μεγάλωσαν χωρίς «φλοπ», «κρακ», ή «γκάσπ»; Ω! σνιφ – κλαψ – λυγμ! Τι κρίμα! Χάσατε το χιούμορ σας απλά κύριοι! Στο φτάρνισμα συνεχίζετε να λέτε το «καθωσπρέπει» στάνταρ «γεια σου» και δεν έχετε μάθει να περιμένετε για απάντηση ένα «δεν πάω πουθενά!». Ζείτε μια «κορώνα – γράμματα – χάσατε»!

Τον Απρίλη του`71, γνωρίστηκα με πολλές διαφορετικές κόμικς – παρομοιώσεις, απ` αυτές που διατύπωναν τις διαφωνίες τους σε κάθε ευκαιρία, σε σχέση με αυτά που νομίζαμε ότι βλέπαμε μπροστά μας. Την εποχή που κράτησα το 44ο τεύχος του Τιραμόλα στα χέρια, πολλές έννοιες στερούνταν «βαρύτητας» στο νου μου. Οι επιπτώσεις ήταν σαν τις συναναστροφές. Μπορούσες να τις επιλέξεις πίστευα, κρίνοντας από όσα είχαν ήδη φανερωθεί ως τότε. Με βάση τα σχήματα και τις μορφές, με τα οποία είχα εξοικειωθεί. Φτάνουν όμως στιγμές που τα ορθάνοιχτα μάτια, αντικρίζουν  μια ολοκαίνουργια και παντελώς άγνωστη υφή. Μια άλλη εξήγηση με περισσότερες δυνατότητες, σχεδόν ανεξάντλητες. Στα εικονογραφημένα που καλλιεργούσαν και πότιζαν τη φαντασία μας, ο Τιραμόλα δεν είχε ποτέ μια ύπαρξη τόσο επιβλητική, ικανή να καθορίζει τη θέληση και να υπαγορεύει τη βούληση. Η δική του οντότητα, στην ουσία δεν υπήρχε! Όχι με κάτι συγκεκριμένο, από αυτά που χαρακτήριζαν τον ποντικό ντετέκτιβ Μίκυ Μάους, ή τον ήρωα των Αμερικάνικων δασών Μπλέκ. Ο Τιραμόλα ήταν μια βιομηχανική απόκλιση από την ελαστική πραγματικότητα, φτιαγμένος για να ελίσσεται και να τρυπώνει παντού, δίνοντας οικονομικές λύσεις, συντηρώντας συγχρόνως τον μύθο της απατηλής λάμψης του ονείρου. Είχε όνομα, όχι όμως και χρήση. Μπορούσε να είναι οτιδήποτε, να γίνει οτιδήποτε, να φτάσει στο πιο απομακρυσμένο σημείο του χάρτη. Χωρούσε παντού και ζύγιζε όσο ήθελε ο καθένας μας. Οι προσδοκίες του έτρωγαν από το ίδιο πιάτο με τις δικές μας και έδειχναν τόσο αφοπλιστικά αθώες, που ίσως να τις είχαμε πλάσει με τα χέρια ένα απόγευμα σκυμμένοι στο πάτωμα, μέσα στου παιγνιδιού τη ζάλη. Ένα απόγευμα απόσταση από το θρανίο… Δέκα λεπτά χρόνος στο μαγικό χαλί… Τρείς μπάλες χαρτί διπλωμένο ενάντια στη «βαρύτητα»… Τα εμπόδια μάθαιναν να κάνουν στην άκρη για να τα διαβεί, η φιγούρα μιας σαρανταποδαρούσας, η μορφή ενός αεροπλάνου, η σκιά ενός βάρους δύο τόνων, το σφύριγμα ενός λάσου. Αυτές οι χιλιάδες μεταμορφώσεις, δεν επισκίαζαν κανένα κατόρθωμα των συναδέλφων του στα υπόλοιπα κόμικς της εποχής. Χωρίς αυτές όμως κάτι έλειπε. Το απεριόριστο, το «ποτέ», το «πάντα», το «παντού». Ήταν η τελευταία γραμμή στο κείμενο, που αν δεν την διάβαζες είχες σπαταλήσει όλες τις προηγούμενες σελίδες. Ήταν σα να μη τις είχες διαβάσει καθόλου. Αυτό που με κέρδισε σε εκείνο το τεύχος, ήταν το σπινθήρισμα στο βλέμμα και το κέφι μιας παρέας ηρώων, που δεν είχα ξαναδεί όμοιο του ως τότε. Ο ρεαλισμός ήταν ανύπαρκτος, αλλά η απουσία του περνούσε απαρατήρητη. Για να μπει σφήνα στην εικονογραφημένη μου οπτική που μόλις άρχιζε να διαμορφώνεται, δεν χρειάστηκε να συμβεί κάτι το φοβερό. Κάτι μοναδικό, που να συγκαταλέγεται στις τύχης τα παιγνίδια. Κανένα περιστατικό αστείο ή τραγικό,  δεν συνόδευσε το τεύχος αυτό. Μόνο μια χαραμάδα μνήμης μισάνοιχτης, απ` την οποία έβγαινε ένα κατηφόρισμα στα καντούνια της παλιάς πόλης. Εκεί με περίμενε ο Τιραμόλα, σε ένα βιβλιοπωλείο που εκτός από τη συνηθισμένη του πραμάτεια, φιλοξενούσε και τεύχη περιοδικών. Ένα βιβλιοπωλείο για μαθητές, με λεξικά και χάρακες. Μικρό και στενό. Δεν περνούσε πλάι – πλάι πάνω ένας πελάτης. Άντε ένας ενήλικας και ένας επτάχρονος πιτσιρικάς. Ξέρετε, από κείνους που τραβούν το χέρι της μητέρας τους, για να ζητήσουν κάτι. Κι αυτό το κάτι ήταν παρατημένο σε ένα σωρό βιβλία Αγγλικών. Κάποιο άλλο πιτσιρίκι το είχε φέρει μέχρι εκεί, αλλά το δικό μου χέρι ήταν αυτό που το πήγε στο ταμείο. Κι έτσι, ο Τιραμόλα ήρθε σπίτι, την ημέρα της ονομαστικής μου εορτής, που μονίμως μετακινείται σα να έχει ρόδες και ποτέ δεν την αφήνουν να πέσει πάνω στο Πάσχα! 23 Απριλίου 1971.

Απ` όλα τα πλάσματα της φαντασίας κάποιων υπέροχων μικρών – μεγάλων, που βάλθηκαν να αλλάξουν το σχήμα των δρόμων, των σπιτιών, των ίδιων των ανθρώπων γύρω μας, τοποθετώντας δημιουργήματα σα πλαστελίνη πολύμορφα, αυτό που ενσάρκωνε το «μπορώ να γίνω ΟΤΙΠΗΠΟΤΕ», ήταν ο ένας και μοναδικός Τιραμόλα! Μόνο αυτός κατάφερε να γίνει ατάκα διαχρονική, στα στόματα κάθε ηλικίας, κι ας αλλάζουν γρήγορα οι λέξεις και οι φράσεις στην αργκό όλων μας, καθημερινά. Το «δεν είμαι Τιραμόλα», ή «ποιος είμαι; Ο Τιραμόλα;», ακόμη ακούγεται και συνεχίζει να παραμένει η απόλυτη περιγραφή του «δεν μπορώ να πάρω τόσα σχήματα και να είμαι ταυτόχρονα παντού»! Οι μεταμορφώσεις του, πάντα συνοδεία ευρηματικών ανύπαρκτων επιφωνημάτων, εξηγούσαν τη χρήση κάθε αντικείμενου, τόσο καλά που ούτε σε αμφιθέατρο πανεπιστήμιου δεν ειπώθηκαν καλύτερα ποτέ! Το «βάρος», αυτό που καμιά φορά εκτός όλων των άλλων έπαιζε και έναν ρόλο ανασταλτικό, αποτρεπτικό κάθε κίνησης ή σκέψης, ένα μούδιασμα εσωτερικό που εμπόδιζε το λόγο και τις πράξεις, ακόμη κι αυτό έγινε απολαυστικό, νέα προκλητική ματιά στα ίδια μπαλονάκια, άξιο ψυχαγωγίας και διασκέδασης στην όψη του και όχι φόβητρο. Μάθαμε να βλέπουμε τη γελοία του πλευρά, αυτή που αφαιρεί την ύλη από το εσωτερικό και έτσι ανάλαφρο το ανεβοκατεβάζει σα μπιζέλι σε ασανσέρ. Το κάνει να χωρέσει στη χούφτα, σαν το νερό που πετούσαμε ο ένας στον άλλο. Κι από εδώ παιγνίδι βγαίνει. Ο λαστιχάνθρωπος δεν αψήφησε παρά μόνον την στείρα αντίληψη για μονόπλευρη υπόσταση. Ήταν αυτός που κράτησε το «βάρος» και το πολλαπλασίασε. Του έδωσες κι άλλες μορφές. Μαζί με τα σχήματα του κορμιού του, κατάφερνε να το μεταμορφώνει κι εκείνο και να το κάνει να μοιάζει σα καρπό, στα φτιαγμένα από καουτσούκ κλαδιά του. Σήκωσε πολύ περισσότερα «βάρη» ο Τιραμόλα, απ` ότι εμείς γκρινιάζουμε για την ανασταλτική τους παρουσία στη ζωή μας. Κι όμως, ποτέ του δεν παραπονέθηκε, ούτε αυτός ούτε κι ο Ατσίδας, που με ένα λουλούδι στο χέρι διέκοπτε τον εργοδότη του, για να εκφράσει μια ανησυχία με ένα χαμόγελο στο πρόσωπο, ικανό να την συρρικνώσει. Μπορεί για όλα αυτά να ευθύνεται το ανύπαρκτο και το φανταστικό, που λύγιζαν κάθε δυσκολία με την ύπαρξη τους στις περιπέτειες του. Ίσως γιατί όλα αυτά γίνονταν στις σελίδες ενός κόμικς. Όμως ο Τιραμόλα έδωσε πολλά μαθήματα αντιμετώπισης της βαριεστημένης αγγαρείας, που αυξομείωνε τον όγκο στο αρμίδι της υπεκφυγής και όλων των στερητικών ΑΛΦΑ, που μάθαμε να ζητάμε από ένα ψάρεμα. Το αντίβαρο, ο μοχλός της αισιοδοξίας, απλώθηκε στην επιφάνεια του, ακόμη και τις στιγμές που ζητούσε προφητικά για τα χρόνια του, λίγη ησυχία για να κοιμηθεί. Όποιος διάβασε ποτέ τις ιστορίες του, γνώρισε τις αποκλείσεις που αν προσθέσει στη ρότα του την υπαγορευμένη, μπορεί να πιάσει την ουρά του ανέφικτου. Του αδύνατου. Αν δεν επαληθεύτηκαν οι προσδοκίες και έμειναν καρφωμένες στο τοίχο με το σκονισμένο κάδρο, γι` αυτό κανείς δεν μπορεί να τον κατηγορήσει. Ήταν η φορολόγηση της αμφιβολίας, η ετικέτα εκείνη που έσκυψε το λαιμό της λούτρινης καμηλοπάρδαλης, σα το καρτελάκι της τιμής ξαφνικά να απέκτησε τεράστιο «βάρος». Ίδιο μ` αυτό που εμποδίζει την ανάπλαση μιας χάρτινης βάρκας, από κείνες που σκορπίζαμε στα νερά. Είναι η πίστη αυτή που απομακρύνει τα χέρια μας από την κατασκευή κάτι τόσο απλού. Η πίστη που χάσαμε ότι στις χάρτινες τέτοιες βάρκες, ναυπηγημένες από τα φύλλα των σχολικών βιβλίων, μπορεί να αντέξει το «βάρος» μας ελπίδας. Κι όμως, κάποτε έμεινε στο κατάστρωμα της ένας μεταλλικός στρατιώτης, όρθιος σε όλο το ταξίδι. Αυτό που μετατρέπει τον Τιραμόλα σε μια αγνή ανάμνηση, των όσων πιστέψαμε ότι μπορούμε να αλλάξουμε, είμαστε εμείς! Εμείς που με τα πρόσθετα «βάρη» κάναμε τη βαρκούλα να γύρει και να βουλιάξει. Εμείς που δεν αρκεστήκαμε σε όσα απλοποιούν την ύπαρξη μας, αλλά ζητήσαμε το απόλυτο, το ψηλότερο σκαλί της ματαιοδοξίας. Κι αυτό πάντα πληγώνει και θα πληγώνει, όσο ο νους θα γυρνά πίσω στο χρόνο. Στην πρώτη μας γνωριμία με τη «βαρύτητα» στις σελίδες του Τιραμόλα. Όταν θα φέρνουμε στο μυαλό τις στιγμές που τα «Φλαπ» και τα «Σπλατς», ήταν το μόνο που δεν παζαρέψαμε, που δεν στοιχηματίσαμε.

Γιώργος Κοσκινάς

Το πιο πάνω κείμενο υπογράφεται από τον Γιώργο Κοσκινά και είναι προστατευμένο και κατοχυρωμένο πνευματικά. Οποιαδήποτε αντιγραφή μερική ή ολική χωρίς την συγκατάθεση του δημιουργού, επισύρει τις προβλεπόμενες από το νόμο κυρώσεις.

Διαβάστε και τις υπόλοιπες μνήμες που ξυπνούν κάποια τεύχη κόμικς ξεχωριστά από τα άλλα, αποκλειστικά δημοσιευμένα για τα μέλη και τους αναγνώστες του Comics Trades, αποσπάσματα από το νέο βιβλίο των εκδόσεων Αιγόκερως, στην υπό – κατηγορία «ΙΣΤΟΡΙΕΣ & ΤΕΥΧΗ».

http://wp.me/PKxow-1j2

ΑΓΑΠΗΜΕΝΑ ΤΕΥΧΗ ΚΟΜΙΚΣ 19. ΒΕΛΟΣ ΤΕΥΧΟΣ 80 «ΤΟ ΕΙΔΩΛΟ ΤΟΥ ΤΡΟΜΟΥ»


Υπάρχει ο «κανονικός» χρόνος και ο πλασματικός. Αυτός που είναι αόριστος, ασαφής και πάντα σχεδόν υπέρ – βολικός(«σε δύο λεπτά είμαι εκεί»…), κι ο άλλος, αυτός που περιγράφει με ακρίβεια και αγχωμένη διάθεση συνέπειας, το που θα βρίσκεται ο νους μας για την επόμενη ώρα(«σε περίπου μισή ώρα – 40 λεπτά το πολύ, θα έχω επιστρέψει»…), ώσπου να υλοποιήσουμε ότι μόλις είπαμε. Την πρώτη μορφή, τοποθετημένη σε μια σειρά φράσεων που αντανακλούν μια μάλλον συνήθεια, φθαρμένη και παραφρασμένη, ερμηνευμένη σύμφωνα με του καθενός τις ανάγκες, την συναντήσαμε για πρώτη φορά τότε που όλα αυτά έδειχναν να είναι απλά …δύο λεπτά απόσταση από το σημείο που βρισκόμασταν, χρονικά πάντα. Τότε που ο χρόνος είχε έναν άχαρο μάλλον ρόλο στις ζωές μας και καμία δύναμη για μας ορίζει, σαν αιωρούμενες μέσα στα γρανάζια του προσωπικότητες, Ήταν μια διακοσμητική σχεδόν παρουσία, σαν τα ρολόγια με τον ξεχαρβαλωμένο κούκο στο σαλόνι, που ούτε φωλιά του ήταν – ούτε έγιναν ποτέ, ούτε και τον είδαμε να βγαίνει και να αφήνει εκείνη την χαρακτηριστική φωνή, όπως στις ταινίες, που όλα δούλευαν …ρολόι… Ήταν εκεί όμως, πάνω απ` το τραπέζι και τα κεφάλια μας, όταν καθόμασταν για να φάμε τα μεσημέρια. Τον κοιτούσαμε και κείνος ή ήταν καλά κρυμμένος, ή είχε πετάξει εδώ και καιρό, αφήνοντας άδειο το ξύλινο σπιτάκι του. Εγώ πάντως, δεν τον πρόλαβα «ζωντανό», για κανένα από εκείνα τα 11 χρόνια στο πρώτο σπίτι. Πριν αρχίσουν οι μετακομίσεις. Γιατί μετά, έμεινε πίσω, για να δίνει τροφή στα ερωτήματα του επόμενου ένοικου. Ο χρόνος, το στοιχείο που μας «έδενε» με τη μεγαλίστικη συμπεριφορά, αυτήν που αγνοούσαμε επιδεικτικά και αρνούμασταν να γίνουμε μέρος της πεισματικά, δεν έλειψε από κανένα πρωινό, μεσημέρι, απόγευμα, ή βράδυ. Κανέναν χειμώνα, άνοιξη, καλοκαίρι και φθινόπωρο. Σαν ένα ανεπαίσθητο «τικ τακ», μετρούσε με χτύπους το κάθε μας βλέμμα, βήμα, σκέψη. Πρόσθετε τα πάντα, με μαθηματική ακρίβεια, ακόμη κι αν ήταν ανόμοια μεταξύ τους. Διακριτικά μας μάθαινε  να ζούμε με δεσμεύσεις, απαγορεύσεις, επιπτώσεις, υποχρεώσεις… Ήταν η ατομική μας κλεψύδρα, που αναποδογύριζε την άμμο της και κρατούσε τον έλεγχο, κι ας το αρνούμασταν τότε. Έπειτα από χρόνια, όταν πετάξαμε τις ίνες από το «κουκούλι» και εκκολαφτήκαμε, άλλοι πολύχρωμοι κι άλλοι ασπρόμαυροι μεταξοσκώληκες, κατανοήσαμε πλήρως την χρησιμότητα του και του δώσαμε την πραγματική υπόσταση. Τα ρολόγια χειρός με τον Μίκυ και τα χρωματιστά λουράκια, έγιναν πιο σοβαρά, πιο κοντά στην όψη μας, ασορτί με τις έγνοιες και τα άγχη. Ήταν όλα μαζί στο εσωτερικό του, δίπλα στους λεπτοδείκτες, μέσα στα γρανάζια, που μας ρούφηξαν στα θολά τους νερά και έκτοτε ζούμε μια χρονομετρημένη ατελή οφθαλμαπάτη… Σε μια ώρα… Σε μισή ώρα… Σε κάθε ώρα… Σε κάθε λεπτό… Το αφελές και απρόβλεπτο του ενθουσιασμού και του αυθορμητισμού, τυποποιήθηκε και χώρεσε σε δεδομένα. Άφησε να του περάσουν «φράχτες» ολόγυρα και να αποκτήσει «σύνορα». Άμεση επαφή με το ανεβοκατέβασμα του ήλιου, πιο δεσμευτική, πιο αναγκαία σαν συνύπαρξη. Το κίτρινο στεφάνι εκεί ψηλά, που σήμαινε με τις αποχρώσεις του την έναρξη ή την λήξη της ζωντάνιας και της χαράς, έγινε ένα τόσο δα σχηματάκι σε κάποιους τύπους αγχωτικών βραχιολιών, που άφηναν σημάδια στους καρπούς. Σημάδια υπακοής και ενσωμάτωσης στον κόσμο των συμβιβασμών… Ότι φόβο άφησε μετέωρο, σα το κορδονάκι του άφωνου κούκου, τον ενσάρκωσε και τον αποτύπωσε, έτσι που τελικά μας έκανε δέσμιους του. Κι ότι αρνηθήκαμε γυρίζοντας του την πλάτη, το πήραμε πίσω και βαδίσαμε πλάι – πλάι. Τα «δύο λεπτά» που ποτέ δεν τηρήσαμε, έγιναν «μισή ώρα» ικανή να κυλάει σταγόνες ιδρώτα στο πρόσωπο… Υπευθυνότητα και μεθοδικότητα. Πλαίσια και «φόρμες». «Μπα; Είχε έργα στο δρόμο; Και γιατί δεν πήγες από αλλού, για να μην αργήσεις;»….

Με το πέρασμα των εποχών, που σα να αύξαιναν διαρκώς το ρυθμό στο βήμα τους, τόσο που ζαλιστήκαμε και σταματήσαμε να τις μετράμε πια, μια από τις λέξεις που προστέθηκαν στις γνώσεις μας και δυνάμωσαν τις γραμματικές μας δυνατότητες , ήταν και η «αμετροέπεια», που ήταν απόλυτα συνυφασμένη με την σωστή χρήση του χρόνου. Η εκδρομή στην παραλία είχε αρχή και τέλος, είχε «μέτρο» στην διάρκεια της και όλα γύρω είχαν αυτό το «μέτρο» κι αυτήν την «διάρκεια». Όποιος τα αγνοούσε, γνώριζε και την λέξη που προσδιόριζε το σφάλμα του. Την γνώριζε μέσα από παρατηρήσεις άλλων, ή με τις συνέπειες που είχε η μη αναγνώριση της, σαν βασική αρχή της συνύπαρξης με το κοινωνικό προφίλ, του οποίου το «κλαμπ» αριθμούσε όλο και περισσότερα μέλη. Ένα ντόμινο καταστάσεων, που μόνο δυσάρεστες θα μπορούσε κανείς να τις αποκαλέσει, ήταν δεμένο με χοντρό καραβόσκοινο, με τις αποφάσεις και τις επιλογές, ή την μη αποστήθιση των «κανονισμών»(παλιός γνώριμος από το βιβλίο της Ιστορίας…), ή έστω τις όποιες σπασμωδικές προσπάθειες άρνησης των «ορίων», που αυτομάτως οδηγεί στην γωνία των «περιθωρίων»…  Μια γωνιά με χροιά σχολικής τιμωρίας, απομόνωσης και την θέα της πλάτης στραμμένης στον τοίχο … Μα ποιος είπε ότι οι «τιμωρίες» σταμάτησαν με το απολυτήριο του στρατού στο χέρι; Υπήρχαν και πάντα θα υπάρχουν, όπως και οι μικρές ή μεγάλες «ανταμοιβές», όταν θα έρχεται η επιβράβευση μιας συνολικής εφαρμογής και ένταξης, στον «νέο κόσμο». Αυτά είναι αλληλένδετα. Το ένα φωνάζει το άλλο για να παίξουν παρέα, σε κάθε ευκαιρία. Πάντως, έμειναν οι στιγμές της «αμετροέπειας», της αμετανόητης ξέφρενης λογικής του «πότε;» – «ποτέ!». Κάτι υπάρχει για να θυμίζει την σχέση απόρριψης μας για τον χρόνο, την αδιαφορία μας για τα πρωινά κουδουνίσματα του. Ήταν αυτά που ζήσαμε χώρια του, με το κεφάλι να κουνιέται δεξιά – αριστερά στη κάθε του εμφάνιση, με το χαμόγελο για όπλο κόντρα στον ορθολογισμό και τα προστάγματα του. Ήταν οι εποχές της αμφισβήτησης για κάθε περιορισμό, όσο ελκυστικά κι αν ήταν καμουφλαρισμένος πίσω από τις γλάστρες. Τον βρίσκαμε και μετά τον απομυθοποιούσαμε στο κρυφτοκυνηγητό, βγάζοντας τον έξω από το παιγνίδι. Οι μέρες του Δον Κιχώτη στο ύφος και του δόγματος «τίποτα δεν τελειώνει» στα χείλη, που έζησαν μαζί μας σε κάθε άνοιγμα της εξώπορτας. Όσο κι αν έτριζε εκείνη, όσο κι αν άκουγαν στο διπλανό δωμάτιο, όσο κι αν έβρεχε, όσο κι αν σκοτείνιαζε, όσα μαθήματα κι αν είχαν μείνει αδιάβαστα. Εκείνες οι μέρες με τη βροντή στη δύση τους, με το κροτάλισμα του πολυβόλου στο στόμα του συμμαθητή και με τη σιγουριά της «νίκης» στα πρόσωπα όλων, την ίδια πεποίθηση, την ίδια αισιοδοξία, ήταν αυτές που μας έμαθαν να αδιαφορούμε για την κλωστή που μπορεί αβίαστα να κόψει ο χρόνος. Μια κλωστή τόσο λεπτή και φθαρμένη, που κρατούσε κόντρα στον άνεμο  ζωντανά μερικά τετραγωνικά αφέλειας και αγνότητας. Μα κι όταν κόβονταν, πάντα υπήρχε κάποιος για να την ενώσει και όλα να αρχίσουν ξανά από εκεί που τα αφήσαμε. Κι αυτό δεν είχε χρονικούς περιορισμούς, παρά μονάχα διαλλείματα, όπου σε αντίθεση με το σχολείο, εδώ έπαιζαν αντίθετο ρόλο. Καθόριζαν την απόσταση του επόμενου ραντεβού με το παιγνίδι και έμπαιναν σφήνα σ` αυτό. Πρόσδιδαν μεγαλύτερη ανυπομονησία. Ήταν τα διαλλείματα της συνύπαρξης μας με τον χρόνο και τον χώρο. Αυτά, που κάποτε θα μας κρατούσαν αιχμάλωτους στη ζάλη τους, κάνοντας τα πάντα να γυρίζουν ανάποδα. Να αντιστρέφονται οι θέσεις στο τραπέζι, να αλλάζει το τραπεζομάντηλο, να αρχίζει ξαφνικά ο κούκος να πετάγεται από το ξύλινο του σπιτάκι…

Με όλη αυτή τη φασαρία που κάνει η σβούρα του χρόνου πέρα – δώθε, ξεχνιόνται πολλά. Δε προλαβαίνουμε να τα σταματήσουμε και εκείνα όλο και πιο πολύ στριφογυρίζουν. Γίνονται ένα συνονθύλευμα χρωμάτων, όμοιο με τους πίνακες μοντέρνας ζωγραφικής. Αφηρημένους σα το βλέμμα μας, που ξενυχτάει στο τραπέζι με τη σβούρα. Δεν υπάρχει διαθέσιμη στιγμή για ξόδεμα, time out, break, ξαπόσταμα. Είναι όλα σε μια γραμμή ζυγισμένα και στοιχισμένα και πρέπει να τα τραβήξουμε όπως τους κόμπους του σκοινιού. Σα χάντρες κομπολογιού. Μια κοντά στα δάχτυλα, δύο μακριά απ` αυτά… Όταν φτάνει στο τέρμα η σβούρα και σταματά, στην τελευταία χάντρα του κομπολογιού, τότε μόνο ελευθερώνεται η σκέψη και μπορεί να βγει απ` το καβούκι της. Τότε είναι η ώρα για τον απολογισμό. Που σκόρπισαν όλα, που μαζεύτηκαν, σε ποιού βαρελιού τον πυθμένα. Τότε ξεκουράζεται η μνήμη και κάθεται στο σκουριασμένο παγκάκι. Είναι η ευκαιρία για το καθιερωμένο μας παραμύθι μαζί της. Εκείνη το αφηγείται και εμείς καθηλωμένοι από τον τόνο της φωνής, καθώς αραδιάζει τα ρήματα και τα φωνήεντα με στόμφο, το ακούμε και μας φαίνεται ολοκαίνουργιο σα παιγνίδι, με φρέσκιες μυρωδιές ξύλου. Με μια επιφάνεια λουστραρισμένη, που κυλάει το άγγιγμα. Το έναυσμα για κάτι σαν κι αυτό, δεν χρειάζεται παρά μονάχα τη θέληση και την αφορμή. Την αιτία που κάνει «τσα!» στην ανάγκη. Μια βγαίνει πίσω απ` τον τοίχο και μια κρύβεται πίσω του. Τι είναι αυτό που την κάνει να βγει απ` τη φωλιά της και να παίξει μαζί μας; Εμείς! Όταν το ταβάνι μοιάζει να έχει κατέβει τόσο πολύ χαμηλά, που κοντεύει να αγγίξει τα μαλλιά μας, όταν το βάρος στο στήθος είναι ασήκωτο, όταν η φωνή δε μπορεί να βγει απ` τα χείλη, όταν όλα γύρω δείχνουν ασφυχτικά στενάχωρα. Όταν τα δάχτυλα φεύγουν το ένα πίσω από το άλλο από το πρόσωπο. Ναι, είναι η εσωτερική μας ανάγκη για πισωγύρισμα, αλλά δεν ήρθε ακάλεστη. Βρήκε το γράμμα, το τσαλακωμένο από τα πετάγματα ψηλά πάνω απ` τα δέντρα, από κείνα που κάναμε στα όνειρα μικροί, κι ήρθε να μας συναντήσει. Να δει από κοντά πως μοιάζουμε πια, απόμαχοι ονειροπόροι, ονειρομαχητές του χάρτινου παράδεισου… Το …τέλος του Γουλιέλμου, μας βρήκε ακόμη με το μήλο στο κεφάλι, ή με το τόξο στο χέρι… Ημιτελές απωθημένο, σφραγισμένο στα βάζα με τα γλυκά, στο πιο ψηλό ράφι της κουζίνας… Εκεί που δεν μας σήκωσε καμιά καρέκλα, κανένα παγκούλι πάνω στην καρέκλα, ούτε οι «πόντες» στα δάχτυλα του ποδιού. Έμεινε εκεί ψηλά, στο τελευταίο σύνορο των ματιών πριν το μέτωπο. Δεν έπεσε με κανένα μεταλλικό κουτί, ή σκουπόξυλο. Μια γεύση που έμεινε απαγορευμένη και προκλητική, όσα ρούχα κι αν πετάξαμε από πάνω μας, όσα σπίτια κι αν αλλάξαμε, όσες φωτιές κι αν σβήσαμε. Με το ανάλαφρο θαλασσινό αεράκι να χορεύει τους κόκκους της σκόνης στο δωμάτιο και τα καλοκαιρινά σύννεφα να φοβερίζουν τα ταλαιπωρημένα, χορταριασμένα κεραμίδια, μια πνοή μπαίνει απ` το ανοιχτό παράθυρο, καθαρή και ξεχωριστή. Είναι η ανάσα της φυγής, η αύρα της νοητής και ανόητης ευθυγράμμισης του χρόνου, που βάλθηκε να εξισώσει ότι πιο ανόμοιο και μακρινό και να τα πετάξει σα ζάρια στο πάτωμα.  Πέντε – δύο. Ώρα για εφτάρια νοσταλγίας. Τέσσερα – ένα. Ένα ψάθινο καπέλο με πεντάρια θύμησες, πέφτει απ` την ντουλάπα. Τριάρες. Οι  μέρες της ανύποπτης λαχτάρας, από κάπου ξεπήδησαν κι άρχισαν το πείραγμα , τρείς – τρείς μαζί. Έξη – δύο. Οκτώ περισσότερες υγρές ματιές, χαμένες στης μνήμης τη λίμνη… Όλα τα τερτίπια του ζαριού, βγάζουν το ίδιο άθροισμα ψυχής… Και να μια γόμα απ` το πουθενά, προσγειώνεται στο ξύλινο έπιπλο, χοροπηδώντας ελαστικά, σχεδόν αθόρυβα. Η προσοχή σ` αφήνει ακίνητο και πάει να την αγγίξει. Μα μόλις φτάνει κοντά της, εκείνη γκελάρει ξανά και πέφτει πιο κάτω. Όσο την κοντεύεις – εκείνη ξεμακραίνει. Το μόνο που παγώνει είναι η εικόνα, κι εκείνη στιγμιαία, τόσο γρήγορα που δεν προφταίνει να αφήσει πίσω της ίχνη. Σαν αυτά που άφηνε στο χαρτί «εκείνη», όταν ζωντάνευε στα δάχτυλα…

Από κάτι τόσο σημαντικά «ασήμαντο», οι χειρολαβές στο λεωφορείο του πόθου του καθενός φουσκώνουν περηφάνια και σφίγγουν γύρω απ` τις παλάμες. Τις κρατούν με τέτοιο ασύγκριτο πετάρισμα στο στήθος, όπως οι σκιές κάτω απ` τα πράσινα, καλοκαιρινά φύλλα στα δέντρα, που ενώθηκαν μεταξύ τους για τις αφήσουν να περπατήσουν μαζί με τα όνειρα τους, χέρι – χέρι πιασμένες, δίχως «τικ τακ»… Πιάνω το φθαρμένο απ` το πέρασμα του χρόνου μικρό τεύχος και το κοιτάζω σα να περιμένω να μου μιλήσει. Να αρχίσει να συλλαβίζει τη δική μας γλώσσα, στον δικό μας κώδικα. Ο μασκοφορεμένος ήρωας στο εξώφυλλο καβάλα στο άσπρο του άλογο, σηκώνει το πρόσωπο απ` τον πιστό του σκύλο και με ακινητοποιεί στο βλέμμα του. «Γιατί;» ρωτάει. «Γιατί ποιο;» απαντάω. «Γιατί εγώ;» ξαναρωτάει, με τις λέξεις να βγαίνουν κοφτές από το σφιγμένο του στόμα. «Γιατί τώρα;» πετάει πριν προλάβω να απαντήσω. Κι έπειτα στέκεται ευθυτενής και σταυρώνει τα χέρια στο στήθος, πάνω στην κόκκινη του φόρμα. «Είσαι το Φάντασμα», λέω αποφασιστικά. «Το Φάντασμα που περπατά. Αυτό που σέρνει πίσω του τη δίψα για περιπέτεια. Αυτό που κάνει τη θλίψη να λυγίζει…» Δεν αποκρίνεται. Σα να σκέφτεται, ανέκφραστα πάντα. Και συνεχίζω. «Θυμάσαι όταν γνωριστήκαμε για πρώτη φορά; Μπορούμε να ζήσουμε ξανά σε κείνες τις σελίδες;». Συνοφρυώνεται και σφίγγει ακόμη περισσότερο τα χαρακτηριστικά. «Όχι, δε γίνεται. Ποτέ δε θα γίνει. Μπορούμε όμως να κάνουμε κάτι άλλο…» Με την απογοήτευση ζωγραφισμένη παντού πάνω μου, στα ρούχα, στο πρόσωπο,  ψελλίζω ένα «δηλαδή;» Δεν μπορώ να μαντέψω την απάντηση, ούτε την αντίδραση. Μουδιασμένα μόνο προλαβαίνω να ετοιμαστώ για κάτι πολύ περίεργο. Μια πρόταση με χωρίζει. Μια φράση ίσως. Κι αυτός εξακολουθεί να στέκεται ακίνητος, σα να ψάχνει μέσα μου να βρει συναισθήματα. Να με προβλέψει. Να δει τις σκέψεις μου. «Μπορούμε να θυμηθούμε για λίγο. Μέχρι να φτάσω στη σπηλιά. Μετά θα σ` αφήσω. Ξέρεις το δρόμο;» Τα λόγια κάθισαν στη γλώσσα αμήχανα… Βουβά. Μετά τα έσπρωξα με δύναμη και αποφασιστικότητα! «Ναι! Τον ξέρω» είπα. «Ανέβα πάνω. Δεν είμαστε μακριά» Κι έτσι ξαφνικά, η ύλη που όριζε την απόσταση χάθηκε μονομιάς, αφήνοντας μια πινελιά καπνού να κυκλώσει το παλιό εκείνο περιοδικό. Έτσι απλά, δίχως περίσσιες ερμηνείες, με ένα πετάρισμα μόνο των ματιών, βρέθηκα στη ράχη του λευκού αλόγου, στον καλπασμό για την μυστική είσοδο στον καταρράκτη!

Τώρα τι μέρα θα `τανε δε θυμάμαι, αλλά ήτανε καλοκαίρι. Με κάτι τρελά χρώματα παντού, να θέλεις να τα πιάσεις όλα και να τα πάρεις μαζί σου! Που; Ξέρω κι εγώ; Σε καμιά κρυψώνα του σπιτιού! Όσα χωράνε, τι πάει να πει! Οικονομίες θα κάνουμε και στα πλάνα του ονείρου; Έτσι όπως ήτανε όλα μεθυστικά και φουντωμένα με προκλήσεις στα κλαδιά που λέτε, ο μικρός Γιώργος κατεβαίνει από το τελευταίο σκαλοπάτι του λεωφορείου. Σα υπνωτισμένος. Μόνο το τράνταγμα του ποδιού στο πεζοδρόμιο και η παραλίγο πτώση, ξύπνησε κάτι από την πραγματικότητα και γλύτωσε τα χειρότερα! Στο δρόμο για την οικογενειακή επιχείρηση – αγγαρείας γαρ ημέρα & θελημάτων η στιγμή – το «παφ» της επιστροφής στον κόσμο που είναι λίγο πιο πάνω απ` το κεφάλι, καθοδήγησε το υπόλοιπο κορμί με μαεστρία μπορώ να πω, αφού το κουμαντάρισε ακόμη και στις διαβάσεις, ανάμεσα στα θυμωμένα οχήματα που σκούζανε. Κι έτσι με το ένα πόδι στην καλοκαιρινή καθημερινότητα και το άλλο στη ζούγκλα με τα σαρκοβόρα φυτά και τα εξωτικά πτηνά στα δέντρα, κάπου μεταξύ των μοναδικών φαναριών που είχαμε για να ρυθμίζουν την κυκλοφορία στο νησί τότε(κι αυτά στο πορτοκαλί τους χοροπηδητό παρατημένα!), και του γραφείου με την κοκκινοκίτρινη ξενική γραμματοσειρά πάνω απ` την πόρτα, ο ελλοχεύων μόνιμος πειρασμός ξεπρόβαλε ως συνήθως, στην ίδια θέση που χρόνια στέκονταν και περίμενε να συναντήσει τις φάτσες μας. Κλασσική και λατρεμένη στάση, πάντα με κάτι καινούργιο για να γαργαλίσει τα μάτια, ή με κάτι παλιό που έμοιαζε καινούργιο. Το ίδιο έκανε. Διαφορές δεν υπήρχαν. Μόνον διαφορετικοί περιπατητές και μετανάστες στη μακρινή γη της φαντασίας. Ο κάθε ένας τους είχε κι από ένα ατομικό κίνητρο, για να απλώσει το κέρμα προς τον πάγκο. Ένα προσωπικό όραμα, που ζωντάνευε στη θέα μιας χάρτινης βάρκας, γεμάτης υποσχέσεις. Πόσα μεταλλικά τέτοια αντίτιμα για εισιτήρια δώσαμε! Ατελείωτα! Αμέτρητα! Και κάθε έργο ήταν τόσο ζωντανό! Τόσο …κοντά στα χέρια και το πρόσωπο! Σε άλλο σημείο ήταν οι νέες κυκλοφορίες, της εβδομάδας, ενώ σε μια γωνίτσα στα αριστερά(αν θυμάμαι καλά), κοντά στο ξύλινο κουτάκι που έπαιζε το ρόλο του ταμείου, ήταν τα παλιά, τα μεταχειρισμένα, που τα αγόραζες φθηνότερα από τα` άλλα. Πολλές φορές η τσέπη …σήκωνε μόνον αυτά. Και πάλι διαφορά δεν υπήρχε, παρά μονάχα στη μυρωδιά από τα καημένα τα δέντρα, που γίνονταν πολτός για να τυπωθούν οι σελίδες. Τα παλιά μύριζαν αλλιώς. Δεν είχαν τον φρεσκοτυπωμένο εκείνο τόνο, ούτε στην υφή. Ήταν πιο μαλακά. Οι σελίδες τους γύριζαν πιο εύκολα. Σα να είχαν ήδη ένα δρόμο χαραγμένο, που πάνω του είχαν βαδίσει οι διαβάτες και είχαν πατήσει τα χορτάρια, κάνοντας τον μονοπάτι σίγουρο, χωρίς πολλούς κινδύνους στο πέρασμα του. Έμοιαζε για να καταλάβετε, σα το έδαφος κάτω από τα πόδια του καγκουρό που χοροπηδάει! Μια «Σκίπυ» από τα απογεύματα της ΥΕΝΕΔ, που χαρούμενη κουβαλάει στο μάρσιπο τη δίψα για περιπέτεια, σε κάθε επεισόδιο, σε κάθε δάσος! Εκεί, στα ήδη εξερευνημένα απ` άλλους νησιά και παραλίες, υπήρχαν σεντούκια γεμάτα θησαυρούς, μισάνοιχτα, με λαμπερά σμαράγδια να ξεχειλίζουν! Ήταν η στιγμή που το «ένα συν ένα» της αριθμητικής, γίνονταν «όσα ήθελε ο καθένας»! Ότι ποθούσε το μάτι του να γευτεί! Μόνο ένας «φράχτης» έστεκε ανάμεσα του και στο θησαυρό, κι αυτός δεν ήταν δα και τόσο ψηλός, που να μην μπορούσε να τον πηδήξει! Το «Φάντασμα» το γνώρισα εκεί, μια μέρα σαν τις άλλες, με το παλιό του όνομα, διαβασμένο για πρώτη φορά από έναν ανήσυχο αιθεροβάμονα, το Γενάρη του 1970. Μεσολάβησαν στάχτες μπόλικες, μαΐστρα, πανιά φουσκωμένα, σταγόνες στα αλουμινένια πρεβάζια, φύλλα ξερά πεταγμένα στην εξορία, μέχρι να φτάσει στα δικά μου χέρια. Είχε ένα περίεργο σχήμα, λίγο στενό, λίγο μακρύ, λίγο παράταιρο από τα «αδελφάκια» του. Στέκονταν δίχως να χάνει τη λάμψη του περήφανα, όπως κι η φιγούρα στο εξώφυλλο. Δίχως να το αναλύσω, δίχως να το καταλάβω, έγινε η φωλιά για να ξαποστάσει η κουρασμένη φαντασία μου, εκείνη τη μέρα των «οικογενειακών υποχρεώσεων». Κι όταν επέστρεψα στο σπίτι, μπήκε στο κουτάκι απ` τα παπούτσια και χώθηκε ανάμεσα στα υπόλοιπα κατορθώματα, στους ήδη καλά κρυμμένους θησαυρούς. Βγήκε και ξαναβγήκε πολλές φορές. Με πήγε μέχρι τη σελίδα με το «περίμενε στο επόμενο, να διαβάσεις τη συνέχεια», ξανά και ξανά και δεν έχασε γραμμάριο από τη λάμψη και τη μοναδικότητα του. Κι ας ήταν ημιτελές. Ο «Φάντομ» ήρθε λίγο αργότερα με τα αυτοτελή του σενάρια, αλλά δεν ήταν το ίδιο. Με κάποιο τρόπο είχε αλλάξει. Δεν ήταν μόνο το όνομα. Κι εμείς τα αλλάζαμε στο παιγνίδι πάνω. Ο «Κάπτεν Φίδι», ο «Μόργκαν ο ατρόμητος», ο «Τυφώνας»… Αυτό που άλλαζε δεν ήταν η απουσία του ναύτη που κατάπινε σπανάκι απ` την κονσέρβα, ούτε οι περιπέτειες που ήταν εξίσου γοητευτικές. Ήταν ο χρόνος, που φεύγοντας από το σώμα του είχε αφήσει ουλές… Σημάδια ανεξίτηλα… Σιωπές και δισταγμούς… Τα χώριζε το ακαθόριστο και ρητορικό «πετάγομαι να φάω»… Τα ένωνε μόνο ο ήχος του θρυμματισμένου δευτερόλεπτου, που σκορπίζει στα πόδια και μετά σβήνει σα το φως της πυγολαμπίδας… Ξάφνου η ράχη του αλόγου άδειαζε και στέκονταν μόνο η φιγούρα του άρχοντα της μακρινής ζούγκλας, του τιμωρού της αδικίας με το δαχτυλίδι της νεκροκεφαλής, αυτό που σημάδευε τα πρόσωπα των «κακών» σε κάθε ιστορία… Εγώ δεν ήμουν πια μαζί του… Ήμουν απ` έξω και κοίταζα μέσα… Ο χρόνος ο «κανονικός», μας τα `χε κλέψει όλα τα άλλα…

Γιώργος Κοσκινάς

Τα πιο πάνω κείμενο υπογράφεται από τον Γιώργο Κοσκινά και είναι προστατευμένο και κατοχυρωμένο πνευματικά. Οποιαδήποτε αντιγραφή μερική ή ολική χωρίς την συγκατάθεση του δημιουργού, επισύρει τις προβλεπόμενες από το νόμο κυρώσεις.

Διαβάστε και τα υπόλοιπα, αποκλειστικά για τους αναγνώστες του Comics Trades παρόμοια κείμενα, τμήματα του νέου βιβλίου για τα Ελληνικά κόμικς των εκδόσεων Αιγόκερως, στην υπό – κατηγορία «ΙΣΤΟΡΙΕΣ & ΤΕΥΧΗ».

http://wp.me/PKxow-1j2

ΑΓΑΠΗΜΕΝΑ ΤΕΥΧΗ ΚΟΜΙΚΣ 18. ΖΑΓΚΟΡ ΤΕΥΧΟΣ 178 «ΤΟ ΦΡΙΧΤΟ ΤΕΛΟΣ»

 

Ανέκαθεν τα καλοκαίρια κρατούσαν τις πιο φανταχτερές χάντρες στη χούφτα τους. Κόκκινες, γαλάζιες, κίτρινες, σαν αυτές που ξέβραζε καμιά φορά το κύμα στα πόδια μας. Το μάτι καθοδηγούσε το χέρι και γίνονταν δικές μας. Πολύτιμα αποκτήματα, όπως και τα όστρακα, ή οι λαμπερές επιφάνειες του βότσαλου, με τα καφετιά σχήματα πάνω του, που τόσο ανεξήγητα μας τραβούσαν κοντά. Έμοιαζαν τόσο μοναδικά, δίχως ταίρι γύρω τους. Βαλμένα εκεί επίτηδες, για να μας προκαλέσουν να τα αγγίξουμε, να τα πάρουμε μαζί στην πλαστική μάσκα με λίγο νερό, για να μην ξεθωριάσουν. Πάντα όμως ξεθώριαζαν. Έχαναν τα χρώματα τους πριν καν φτάσουμε σπίτι. Έτσι, που πολύ δύσκολα μπορούσαμε να θυμηθούμε τη στιγμή που τα πρωτοείδαμε, ή την αμμουδιά που ξάπλωναν πριν μας μαγνητίσουν. Με τον ίδιο τρόπο χάνονταν και τα χρόνια, κυλώντας στα βρεγμένα μας ρούχα. Στέγνωναν και ζάρωναν… Κι έπειτα, όλες οι αξίες και οι αταξίες έμπαιναν σε μικρά τετράγωνα χαρτάκια, άλλα με χρώμα κι άλλα δίχως, σε κάτι μεγάλα δερματόδετα «τετράδια» με χοντρή ράχη. Έμεναν εκεί για πάντα, ή για όσο του καθενός ορίζει ο χρόνος τη διάρκεια και την αντοχή. Στα μάτια στέκονταν μόνον ο καυτός ήλιος, που σε έκανε να γυρίζεις αλλού το κεφάλι μετά από λίγα λεπτά, με κάτι απ` τη φλόγα του να γίνεται ένα με το βλέμμα και να κολλάει σε κάθε εικόνα τριγύρω. Ένα «κλικ» φωτογραφικό, χαμένο στις μουσικές από τις ψαρόβαρκες, που μεταμόρφωνε σε πλάνα την χαρούμενη στιγμιαία αφέλεια. Κάθε ανοιγοκλείσιμο του ματιού και ένα «κλικ». Οι φέτες από το καρπούζι και τα ηλιοκαμένα πρόσωπα, τα πάνινα καπέλα και οι διαφημιστικές ομπρέλες, οι βουτιές στα καταγάλανα νερά, το διπλωμένο βιβλίο στην πετσέτα… Φωνές, κλάματα, γέλια, πλαστικά τάπερ με κεφτέδες, μπύρες και παγωτά, στρώματα και σωσίβια, δέκα – δεκαπέντε γειτονιές με τα καβούκια τους, σα τα μικροσκοπικά πλάσματα με το σκληρό κέλυφος, που κατάπιναν με περίσσια υπομονή τα μέτρα μέχρι το νερό. Οι «σκαρτσιμάδες» όπως τους λέγαμε. Το καλύτερο δόλωμα για τους ψαράδες, κι ένα ακόμη παιγνίδι στα χέρια μας… Όλοι εμείς και όλα εκείνα, μια αταίριαστη συνύπαρξη στο χώρο, σε μια Κυριακάτικη οικογενειακή εξόρμηση, απ` αυτές που πάνω τους κάναμε τραμπάλες τα συναισθήματα. Πότε πάνω – πότε κάτω… Πότε ο ένας «καλός» – πότε ο άλλος… Ένα τίναγμα του κεφαλιού έξω απ` το νερό καλοσύνη, ένα πέταγμα της μπάλας κακία… Τόσο γρήγορα τα ζούσαμε όλα, χωρίς βαρεμάρα, χωρίς κάτι κοινότυπο να τα διαποτίζει. Ήταν όλα τόσο μοναδικά σαν τα όστρακα που έβρισκε ο καθένας και που πάντα του άλλου ήταν καλύτερα… Κρίμα που κανείς δεν μας είχε πει για το βερνίκι εκείνο, που μπορούσε να τους δώσει λάμψη παντοτινή με μια μόνο επικάλυψη… Ίσως και να μην υπήρχε τότε. Πάντως έτσι μια ισότητα φώλιαζε σε κάθε δωμάτιο. Όλα μα όλα, είχαν εκείνο το ξασπρισμένο του ήλιου άγγιγμα και τίποτα δεν διέφερε. Κι αν υπήρχε παράπονο, τότε ήταν κοινό και τόσο μεγάλο, που μπορούσε να μας σκεπάσει κάτω από την επιφάνεια του όλους…

Υπήρχαν οι εβδομαδιαίες, υποχρεωτικές παρουσίες με την οικογένεια και οι δικές μας, οι ατομικές καθημερινές και πάντα τόσο ξεχωριστές, που όσες φορές κι αν περνούσαν τα ξυπόλητα πόδια απ` την ίδια άμμο, πάντα άφηναν διαφορετικά αποτυπώματα… Δεν είχαν τα απαγορευτικά και τις ανούσιες, βαρετές συμβουλές, ούτε τα προστάγματα που άφηναν στη μέση το παιγνίδι και τη μαγεία της ανακάλυψης. Ακόμη κι αν είχε συννεφιά, ή αν έπεφταν Αυγουστιάτικες, απρόβλεπτες ψιχάλες, δεν ήταν ικανό να μας φέρει στο δρόμο του γυρισμού. Χωρίς τα «μη καμπουριάζεις! Βάλε ένα καπέλο, θα σε βαρέσει ο ήλιος στο κεφάλι! Βούτηξε τα μαλλιά σου! Έλα να φας!», η όψη όλων γύρω έμοιαζε να μην έχει ήχο. Σαν κάποιος τεχνικός να τον είχε αφαιρέσει. Μόνο τα εφέ της φύσης. Απλά και μαγευτικά. Το κύμα πάνω στα βράχια, τα τζιτζίκια, ένα σύρσιμο στα φύκια από τη σαύρα που φεύγει βιαστική, το αεράκι πάνω απ` τα κεφάλια μας, που ζωντάνευε τα φύλλα των θάμνων, ένα γλίστρημα στο νερό από τον κάβουρα, που πεθύμησε το σπίτι του κάτω απ` το βράχο… Αυτά όλα έδιναν μια ακόμη μεγαλύτερη πρόκληση και τα σενάρια ζωντάνευαν στο μυαλό. Ο ναυαγός στην παραλία και η μάχη για την επιβίωση! Σκηνές από καλάμια και ψάρεμα πάνω στο βράχο, με το βλέμμα καρφωμένο μάταια πολλές φορές, στην επιφάνεια της θάλασσας, μήπως κουνηθεί το αρμίδι.  Εξωτικά σκηνικά αντικαθιστούσαν τις γνωστές εικόνες και όλοι οι υπόλοιποι έμοιαζαν κομπάρσοι στην παραγωγή μας. Έπαιζαν τους ρόλους τους και δεν μας ενοχλούσαν στα πιο ουσιώδη και σημαντικά κομμάτια της ταινίας. Αυτά των πρωταγωνιστών. Τα πλάνα του καθενός ήταν διαφορετικά, όπως και η περιπέτεια που ζούσε. Καμιά φορά ενώνονταν όλες αυτές οι ιστορίες και έφτιαχναν ένα κολάζ – χωρίς μοντάζ – εμπειριών, γεμάτο αλμύρα και μια εικόνα πλατιά σαν σινεμασκόπ. Σαν τα χαμόγελα της ικανοποίησης στα πρόσωπα μας, όταν κοιτούσαμε στα χέρια τα ευρήματα μιας αλλιώτικης μέρας. Κι όλες ήταν αλλιώτικες. Διαφορετικές και δικές μας. Υπήρχε κάτι κρυμμένο σ` αυτές, για κάθε ενδιαφερόμενο. Ένας καινούργιος τρόπος για να βουτήξει στα ρηχά, δίχως να χτυπήσει, μια πέτρα πιο ελαφριά από τις άλλες, μια άλλη πιο λεία και λεπτή, που μπορούσε να κάνει περισσότερα πηδήματα στο νερό, μια γωνιά απόμακρη με περισσότερη σκιά και λιγότερα βράχια, που δεν την είχε ανακαλύψει ακόμη κανείς, ένα πιο περίεργο όστρακο, ενθύμιο από το τελευταίο μακροβούτι, ένα πιο ζουμερό και απολαυστικό ροδάκινο, που ήρθε στον αθλητικό σάκο μαζί με τη μάσκα και τον αναπνευστήρα. Μια βαρύτητα που δεν πήγαινε στον πάτο, αλλά επέπλεε, ανάσαινε, είχε σάρκα και οστά, τραγουδούσε στο νου χωρίς να ακούγεται και έκανε σιγόντο σε ότι ζούσαμε. Ήταν το δροσερό νερό που έσβηνε τη δίψα μας. Κι όλα αυτά μπορούσαν να πετούν ψηλά σα φλόγες πάνω από τα αναμμένα ξύλα, να χορεύουν και να παίρνουν σχήματα και μορφές, να τρέφουν τη φαντασία μας. Αρκούσε απλά να είχε περπατήσει ως εκεί ένα τεύχος κόμικς.

Για πολλά χρόνια οι παραλίες είχαν καρέ και βινιέτες από χάρτινα κατορθώματα και περιπέτειες σε κοκκινόμαυρες συνέχειες. Η πιο ενοχλητική στιγμή, αυτή που διέκοπτε την ανάγνωση του σεναρίου και κρατούσε ζωντανή την προσμονή για το επόμενο πολύχρωμο εξώφυλλο, ήταν η φράση στην τελευταία σελίδα του τεύχους. Αυτή που προσπαθούσαμε να σκεφτούμε πως θα ήταν αν δεν υπήρχε, αν γίνονταν ένα λάθος από το τυπογραφείο και η ιστορία δημοσιεύονταν ολόκληρη! Βέβαια αυτό δεν έγινε ποτέ, αλλά δεν μας εμπόδισε να το φανταζόμασταν! «Στο επόμενο : …» Όπου τελείες και ο τίτλος του επόμενου τμήματος της ιστορίας, κάτι που μεγάλωνε την ανυπομονησία για να φύγει όσο πιο γρήγορα γίνονταν, μια ακόμη εβδομάδα. Ούτε αυτό έγινε ποτέ, αλλά πάντα το ελπίζαμε! Μέχρι που κάποτε έφτασε ο καιρός και το απευχόμασταν… Αλλά από τότε μέχρι το μεσημεράκι στην παραλία, των 15 μόλις καλοκαιριών ύπαρξης, υπήρχε πολύ μεγάλη απόσταση… Ή μήπως έτσι μας φάνηκε τελικά; Αυτά τα ημιτελή επεισόδια, των εικονογραφημένων μας ταξιδιών του νου, ήταν ατελείωτα. Πολλά και διαφορετικά. Κάποιες φορές οι εικόνες που είχαμε πλάσει για την συνέχεια, διέφεραν πολύ από ότι διαβάσαμε τυπωμένο. Ίσως το δικό μας «μελάνι» να μην έβρισκε το δρόμο για το τυπογραφείο, όμως είχε πολύ ενδιαφέρουσες πτυχές και ανατροπές, τόσο που αν μας άκουγαν όσοι έφτιαχναν αυτά τα κόμικς, να δημιουργούσαν κάτι ακόμη πιο ελκυστικό και ιδιαίτερο. Να έρχονταν πιο κοντά, σε ότι περιμέναμε από εκείνους τους ήρωες και τα κατορθώματα τους. Εννοείται ότι ούτε αυτό έγινε ποτέ, όμως παρ` όλα αυτά δεν μας εμπόδισε να στρώνουμε εναλλακτικές εξελίξεις και εμπόδια στα πόδια των ηρώων. Υπήρξαν στιγμές που η προνοητικότητα να φέρουμε 2-3 τεύχη μαζί μας, του ίδιου περιοδικού και μάλιστα συνεχόμενα σε αρίθμηση, «τράβηξαν» κάπως χρονικά την απόλαυση και την έκαναν να μοιάζει μεγαλύτερη. Πάλι όμως εκείνο το «Στο επόμενο:…», έφερνε ξανά τα πράγματα στις κανονικές τους διαστάσεις, αφήνοντας μας με το διφορούμενο εκείνο χαμόγελο, των συγκρουόμενων συναισθημάτων. Πολλές φορές ακόμη και κατά την επιστροφή στην οικογενειακή πραγματικότητα, τα επεισόδια έμεναν με κενά ανάμεσα, αφού δεν είχαμε την πολυτέλεια να τα ενώσουμε μεταξύ τους. Ήταν μάλλον πολυτέλεια στα χρόνια εκείνα, να έχεις παραπάνω από 5-6 το πολύ συνεχόμενα τεύχη ενός περιοδικού. Κάτι οι τιμωρίες και τα οι «διωγμοί», κάτι το λιγοστών δυνατοτήτων χαρτζιλίκι, μας εμπόδιζαν να διαβάσουμε ολοκληρωμένες τις ιστορίες. Κι έτσι αυτά μας έμειναν απωθημένα και τώρα στα 40φεύγα(κάποιοι πιο τυχεροί και με λιγότερο αυστηρούς γονείς, ενωρίτερα), προσπαθούμε να τα βρούμε, έστω και μεταγενέστερα, μήπως και νοιώσουμε συγχρόνως λιγάκι από τον ιδρώτα στο μέτωπο, σε εκείνα τα μακρινά καλοκαίρια. Όμως δεν είναι το ίδιο, όσο κι αν το θέλουμε – όσο κι αν το αρνούμαστε. Κι αυτό γιατί δεν τα είχαμε διαβάσει τότε. Τότε που ήταν οι μνήμες ακόμα νωπές και η ανυπομονησία υπερνικούσε μεγαλύτερες επιθυμίες, όπως αυτήν μιας αναρρίχησης στην ιεραρχία της επιχείρησης και των μεγαλύτερων οικονομικών απολαβών… Ήταν το «τότε» και είναι το «σήμερα», αυτά που πάντα θα βάζουν λεπτές μα ορατές γραμμές, ανάμεσα τους και σε όσα περικλείουν το καθένα. Γι` αυτό και ότι απέμεινε από εκείνα τα σκονισμένα ενθύμια, τα χιλιοδιαβασμένα, έχει τον τρόπο να μας γυρίζει πίσω. Όλα τα υπόλοιπα είναι «συμπληρώματα» του καθενός της ματαιοδοξίας και εγωιστικά αποκτήματα δίχως ψυχή… θα μου πείτε «κι εμάς που μας τα πέταξαν;». Ότι πετάχτηκε – πετάχτηκε. Πήγε. Έφυγε για πάντα. Αυτό που θα βρείτε σήμερα, τόσα χρόνια μετά, θα έχει επάνω χαραγμένα κάποιου αλλού τα σημάδια για να το γνωρίζει, όταν το δάνειζε σε φίλους. Καμιά φορά και τα δικά του ορνιθοσκαλίσματα, πράξεις αριθμητικής, μουντζουρωμένες φάτσες με πρόσθετα γένια στους πρωταγωνιστές, ή λεκέδες από το διάβασμα την ώρα του φαγητού… Είναι αυτά που άφησε πίσω του εκείνος, κι όχι «δικά» μας… Δεν απομυθοποιώ τη συλλογή κανενός, ή την θέληση να κρατάει ζωντανά καλοκαιρινά όνειρα. Αυτές είναι εσωτερικές «ανάγκες» που ξεπερνούν και τη λογική σαν ύπαρξη. Καλό είναι όμως να βλέπουμε και πίσω από τον καθρέφτη… Καμιά φορά το είδωλο που αντανακλάει, δεν δίνει ολόκληρη την εικόνα… Έπειτα, οι μνήμες δεν είναι μπαταρίες laptop, για να τις γεμίζεις έτσι εύκολα στην κοντινότερη πρίζα…

Ένα χρόνο πριν μπούμε στα `80ς, με τα ηλεκτρό –ποπ μουσικά πειράματα, τα κολεγιακά φούτερ με στάμπες σαν το Glass of 84, την έξαρση της βιντεοκασέτας και των εισαγόμενων προϊόντων μαζικής κατανάλωσης, υπήρχαν ακόμη μερικά απλά πράγματα, που μπορούσαν να σταματήσουν τον χρόνο για λίγο και να μας ενώσουν με το «χθες». Ένα απ` αυτά ήταν και ένα παλιό εικονογραφημένο, που είτε το διάβαζες μετά την εποχή του, είτε το είχες μαζί σου στο σάκο με τα ατομικά εφόδια εκδρομών. Τον Ιούνιο του`79, ένα ζεστό πρωινό από κείνα που σου κλείνουν το μάτι, για να ξεκινήσεις να βρεις τα δροσερά νερά μιας παραλίας, μέσα σε αυτά που χώρεσαν στο σχολικό σακίδιο ήταν κι ένα τεύχος του Ζαγκόρ, αγαπημένου παιδικού συντρόφου από τα παιδικά χρόνια. Ήταν ένα τμήμα με την ιστορία που διαδραματίζονταν στην μακρινή Μπριτάνια, ένα υποθετικό προτεκτοράτο της Αγγλικής αποικιοκρατίας, κάπου κοντά στην εξωτική Ταϊτή. Μια από τις αγαπημένες μου ιστορίες του ήρωα με το τσεκούρι και την παράταιρη με την εποχή του λογική, πιο κοντά στην υπεράσπιση των ιδανικών και όσων υπέφεραν από την ανθρώπινη κακία σε όλες της τις εκφάνσεις, πολύ μακριά από το στυλιζαρισμένο, μοντέρνο πρότυπο κάποιων άλλων χάρτινων ηρώων. Ήταν απ` αυτές που σου ξυπνούν μια κατάφορη γεύση αδικίας, αλλά που δεν γίνεται να αντικατασταθεί από ένα happy end, γιατί απλά η ζωή είναι ένα γλυκόπικρο μπισκότο, με μια επίγευση που ερμηνεύει ο ουρανίσκος του καθενός… Από τις πιο φορτισμένες συναισθηματικά περιπέτειες που έγραψαν οι δημιουργοί του ήρωα, με ενδεχομένως υποβόσκοντα μηνύματα, γεμάτη δράση αλλά και έντονο προβληματισμό, έννοιες όπως η ελευθερία και η καταπίεση, το συμφέρον που ισοπεδώνει ότι βρίσκει μπροστά του, η άσβεστη δίψα για εξουσία που λειώνει κάτω από τη  βαριά της μπότα τα αγριολούλουδα, ο θυμός, η αγανάκτηση, το μάταιο κυνήγι ενός ουτοπικού ταξιδιού, η θυσία. Θυμάμαι ότι οι σελίδες του τεύχους αυτού πάντα έβρισκαν τον τρόπο να περνούν σε δεύτερη μοίρα τα κωμικά παθήματα του χοντρούλη Τσίκο και να σουφρώνουν απαισιόδοξα το πρόσωπο μου. Ζούσα μέσα από εκείνα τα καρέ την κάθε αποτυχημένη προσπάθεια για μια ευχάριστη κατάληξη, που ποτέ δεν ήρθε. Τις περισσότερες φορές που διάβασα το τεύχος 178, ή και ολόκληρη την ιστορία, μου έρχονταν πολλοί εναλλακτικοί επίλογοι, πιο χαρούμενοι. Ίσως όμως αυτό το στοιχείο του ανεκπλήρωτου, να τις πρόσδιδε ακόμη περισσότερη μαγεία και μοναδικότητα και να με έσπρωχνε να την διαβάζω ξανά και ξανά. Μπορούμε να πούμε πολλά για τον ρόλο των κόμικς στην διαπαιδαγώγηση ενός παιδιού και για την επιρροή τους στην διαμόρφωση του χαρακτήρα του. Ακαδημαϊκά και ψαγμένα, πολύπλοκα και δυσνόητα. Δεν θα έλεγα όχι σε κανένα τέτοιο κείμενο, αρκεί αυτός που το υπογράφει να έχει σκύψει πρώτα σε μια σκιά και να έχει διαβάσει ένα τέτοιο τεύχος, συντροφιά με το πλατσούρισμα της αθερίνας στα φύκια. Να μπορεί δηλαδή να μιλήσει βιωματικά και όχι απαγγέλλοντας κεφάλαια από τα βιβλία της σχολής που φοίτησε. Έτσι, δεν μπορεί να δει μέσα από τα μάτια ενός αναγνώστη. Είναι μάταιο και φορμαρισμένο σε καλούπια εγχειρίδιων. Για να δείξεις τον «δρόμο» και να βγάλεις συμπεράσματα απ` αυτά που αξίζει να ακούσει κανείς, πρέπει να μιλάς με τη γλώσσα της ψυχής. Όλα τα υπόλοιπα μοιάζουν σαν ξενόγλωσση ταινία δίχως υπότιτλους, όπου οι ιδιωματισμοί χάνονται στα λίγα που μπορεί να καταλαβαίνει ο θεατής. Παρερμηνεύονται…

Εκείνο το τεύχος του Ζαγκόρ είχε στις σελίδες του την άνιση μάχη και το «φριχτό τέλος» ενός σκοπού, όπως και ο τίτλος του άλλωστε. «Το Φριχτό Τέλος». Μάιος του`74. Οι Σεμινόλες και ο αρχηγός τους Μανετόλα, μαζί με τον νέγρο Λίμπερτυ και τους δύο γνώριμους από τόσες περιπλανήσεις ήρωες(Τσίκο & Ζαγκόρ), αποχαιρετούσαν μια φιλία και γίνονταν έρμαιο στις ορέξεις των άβουλων και σκληρών υποχείριων του κυβερνήτη του νησιού, που έμελε να γίνει ο τάφος τους… Οι φίλοι μας γλύτωσαν, για να μπορέσουν να αφηγηθούν αυτή την ιστορία και να ζήσουν μαζί μας κι άλλες πολλές περιπέτειες. Οι φουκαράδες οι Σεμινόλες όμως άφησαν εκεί την τελευταία τους πνοή και ελπίδα για ελευθερία, κάτω από τα συντρίμμια του βομβαρδισμένου παλιού φρουρίου. Πολύ δυνατές σκηνές, τραγικές φιγούρες και από τις δύο πλευρές, καρέ που σου έσφιγγαν τα δόντια… Με μεγάλη ανακούφιση έρχονταν οι σελίδες του Κάπτεν Μίκυ, με μια πιο ανάλαφρη αφήγηση και πλήρως αποφορτισμένη. Λειτουργούσαν σαν καταλύτης, για να μείνει ικανοποιημένος ο αναγνώστης και όχι κάτω από τη βαριά ατμόσφαιρα της προηγούμενης ιστορίας. Σκέφτηκα πολλές φορές ποια να ήταν η πιθανή εξήγηση αυτής της αναίτιας αιματοχυσίας, αυτού του παρατεταμένου αρνητισμού και της αχόρταγης ανθρώπινης φύσης, της τόσο ανικανοποίητης, αλλά ακόμη και σήμερα, σε εντελώς ρεαλιστικούς και υπαρκτούς εφιάλτες, δεν μπόρεσα να βγάλω άκρη, ούτε να δώσω ερμηνεία. Τα κόμικς καταγράφουν και εξιστορούν μια πραγματικά σκληρή εικόνα, με σκίτσα για να μη γίνονται αντιληπτά; Μήπως πάλι ότι γίνεται γύρω μας και πληγώνει τόσους ανθρώπους, να είναι μια έμπνευση της ζωής από τα κόμικς; Μια απλή μεταφορά της εικονογράφησης; Ένα απ` αυτά πάντως που μου έμεινε χαραγμένη απορία από τότε, είναι ότι ένα ευτυχισμένο τελευταίο καρέ αποτελεί κάτι δύσκολο ακόμη και για ένα εικονογραφημένο… Ίσως κι αυτά να προσπαθούν με τον τρόπο τους να μας εισαγάγουν σε real time καταστάσεις, απ` αυτές με τις οποίες θα ερχόμασταν μελλοντικά αντιμέτωποι… Μακάρι να ήταν σαν τα τηλεοπτικά σποτάκια, αλλά δυστυχώς φίλοι μου …reality bites!

Γιώργος Κοσκινάς

Το πιο πάνω κείμενο υπογράφεται από τον Γιώργο Κοσκινά και είναι προστατευμένο και κατοχυρωμένο πνευματικά. Οποιαδήποτε αντιγραφή μερική ή ολική χωρίς την συγκατάθεση του δημιουργού, επισύρει τις προβλεπόμενες από το νόμο κυρώσεις.

Διαβάστε τις αποκλειστικές για το Comics Trades πρό – δημοσιεύσεις όλων των παρόμοιων κειμένων(τμημάτων ενός νέου βιβλίου για τα κόμικς & τις αναμνήσεις, από τις εκδόσεις Αιγόκερως), στην υπό – κατηγορία «ΙΣΤΟΡΙΕΣ & ΤΕΥΧΗ».

http://wp.me/PKxow-1j2

ΑΓΑΠΗΜΕΝΑ ΤΕΥΧΗ ΚΟΜΙΚΣ 17. ΡΟΚ ΤΕΥΧΟΣ 25 «ΤΑ ΛΥΤΡΑ»

Μέσα σε όλα αυτά τα μικρά καταφύγια σκέψεων και στιγμών, που βρίσκονται τακτοποιημένα στα ράφια της βιβλιοθήκης, υπάρχουν κάποια που έχουν μια ξεχωριστή θέση στην καρδιά. Η παρουσία τους έχει κάτι από μέρες καλοκαιρινές στις πλαζ, παρέα με φίλους και μια μπάλα πλαστική, ή δυάδες στο ποδοσφαιράκι υπό τους ήχους του juke box, ή πάλι κάτι από κοπάνες ανοιξιάτικες και παρτίδες ξερή… Είναι αλληλένδετα με τις μέρες και τα απογεύματα που η καθημερινότητα μπορούσε να βγάλει μαγεία και η ρουτίνα ανατριχίλες και σφίξιμο στο στομάχι. Έχουν κάτι διαφορετικό απ` όλα τα υπόλοιπα χάρτινα αυτά ενθύμια, γιατί μπόρεσαν και κράτησαν ζωντανά συναισθήματα και εικόνες. Όταν αναπολείς εκείνα τα απλά πράγματα, που είχαν τη δύναμη να περικλείσουν μέσα σε λίγα λεπτά της ώρας μια παρέα, ένα ηλιοβασίλεμα, μια σειρά από πειράγματα, ή τη λάμψη από το πλατύ χαμόγελο μιας αθώας και απρόβλεπτης εποχής, οι μορφές κάποιων αναμνηστικών είναι το μόνο που σε κρατάει ακόμη μαζί τους. Είναι το μόνο που μπορεί να με ένα απλό άγγιγμα, να φέρει για κλάσματα του δευτερολέπτου ένα κομμάτι του φιλμ μπροστά σου. Του φιλμ των μικρών και μεγάλων κατορθωμάτων, που έγιναν εμπειρίες, με θέα μια ανθισμένη  βουκαμβίλια ή μια μάντρα σκεπασμένη με τα πράσινα φτερά του κισσού… Η ξεχωριστή αξία κάτι ιδιαίτερα απλού, ή ίσως μοναδικά ανεπιτήδευτου, είναι με το δικό της τρόπο απαραίτητη στο παζάρι αυτό των αναμνήσεων, που κάθε λίγο και λιγάκι παίζει με την αναγκαιότητα διατήρησης του στο μυαλό μας και μας κρατάει αιχμάλωτους, κάθε φορά που ξεμυτίζει απ` τη γωνία. Όταν εμείς το ζητήσουμε. Όταν χρειαζόμαστε κάτι για να μας σπρώξει μακριά από ότι ζούμε. Μια φιλική σπρωξιά στα δροσερά νερά της ανεμελιάς και του πολύ μακρινού στα μάτια μας κόσμου των «μεγάλων», που φάνταζε χλιαρός, ανιαρός  και με τόσα πολλά μειονεκτήματα, που δεν καταλαβαίναμε γιατί υπήρχε… Γιατί δεν μπορούσαν κι αυτοί να είναι σαν εμάς, να αρκούνται στις χάρτινες κατασκευές και τις βουτιές από τις ξύλινες εξέδρες… Γιατί ότι ήταν πολύτιμο για μας, σε εκείνους έφερνε ένα παγωμένο χαμόγελο με σκυμμένο το κεφάλι… Κάτι φευγαλέο και ανούσιο πια… Ερωτήματα που μας απασχόλησαν για λίγο, για ένα μικρό σχολιασμό, ή καμιά φορά όταν τους κοιτάζαμε κουρασμένους και άκεφους, να μην μπορούν να καταλάβουν ότι κάθε απόγευμα ήταν διαφορετικό από τα άλλα. Με τόσες γεύσεις ανεξερεύνητες, τόσα καινούργια πράγματα, τόσο προκλητικά. Κι όμως, από δικές τους αφηγήσεις μάθαμε ότι πέρασαν κι εκείνοι από την τωρινή μας «ανωριμότητα» και την αδιαφορία για το «μέλλον». Ήταν κι αυτοί «μικροί» κάποτε, αλλά «μεγάλωσαν» μετά. Έδιναν κι αυτοί αξία στις τρικλοποδιές και την απόλαυση της στιγμής, αλλά έπειτα ανακάλυψαν πως δεν υπήρχε ουσία σε όλα αυτά, παρά μονάχα στους στόχους και τις ανακατατάξεις, που θα έκαναν την διαφορά στην συνέχεια… Κι όμως, ακόμη και τώρα αν όλοι καθίσουμε σε ένα τραπέζι γύρω, κι αυτοί και εμείς, μάλλον θα συμφωνήσουμε ότι ζήσαμε τελικά στην ίδια ασπρόμαυρη Ελληνική ταινία, αλλά παίξαμε διαφορετικούς ρόλους… Κάποιοι έπρεπε να τρέχουν στις αλάνες με το χαλίκι και να σκάνε σαν καρπούζια κάτω, γεμίζοντας γρατζουνιές και σημάδια στα πόδια και τα ρούχα(αλλά και πάλι το χαμόγελο να μη σβήνει από τα χείλη τους), ενώ κάποιοι απλά χρειάζονταν να διαβαίνουν τους δρόμους αυτούς, ντυμένοι με τα κουστούμια και τις γραβάτες του`50, με το νου στα άγχη, τις έγνοιες και τους έρωτες(πάντα σοβαροί και μετρημένοι). Το καλύτερο που θα μπορούσε να μας συμβεί, θα ήταν να παίζαμε σε κωμωδία και στο τέλος να χοροπηδούσαμε χαρούμενα σε μια εσωτερική αυλή, όλοι ευτυχισμένοι. Η ζωή όμως, είχε άλλες σκέψεις και διαφορετικές εκπλήξεις για τον καθέναν… Καμιά φορά σκέφτομαι ότι η μεγαλύτερη τιμωρία, θα ήταν να επιστρέψουμε ας πούμε με την μορφή ενός γάτου σε τούτο τον κόσμο(μια μετεμψύχωση), ενός από εκείνους που τυραννούσαμε κάθε μέρα, αλλά ταυτόχρονα να είχαμε την δυνατότητα της μνήμης και να θυμόμασταν τα πάντα από την προηγούμενη μας μορφή!

Η διαμάχη η διαχρονική, μεταξύ «μικρών» και «μεγάλων», είχε γεννήσει απίστευτες καταστάσεις, με τρελό γέλιο! Τόσο για την πλευρά των «μικρών», όσο και για κείνη των «μεγάλων», που μπορεί να μην το παραδέχτηκαν ευθέως τότε, αλλά σίγουρα γυρίζοντας την πλάτη ξεκαρδίστηκαν και αυτοί με τη σειρά τους, καμαρώνοντας για τα καμώματα του κανακάρη τους! Τις απορίες του και τον τρόπο που ελίσσονταν στις δύσκολες ερωτήσεις. Η αλήθεια είναι ότι πολλές φορές τα γέλια μας βγήκαν ξινά(και όχι γιατί ήταν Παρασκευή, που έλεγε και η θεία μου η συγχωρεμένη και που ήταν και λιγάκι προληπτική), προφανώς επειδή δεν είχαμε αναπτύξει την γρήγορη αξιολόγηση των καταστάσεων και τις προεκτάσεις που μπορούσαν να βγουν στην επιφάνεια, όταν ξεπερνούσαμε  τα «όρια»… Εκεί ήταν και το μεγάλο σημείο τριβής μεταξύ μας. Τα «όρια» δεν τα συναντούσες σε κανενός πιτσιρικά το λεξιλόγιο, έστω και με την δική του ερμηνεία σαν έννοια. Ούτε ήταν κάτι που είχε τη δύναμη να φοβίζει. Κι αυτό το πάλεψαν από πολύ νωρίς να μας το μάθουν… Το αν μας χρησίμευσε στην συνέχεια, ο καθένας μπορεί να κρίνει… Μια από τις κωμικοτραγικές φαρσοκωμωδίες, της εποχής του ακλόνητου άλλοθι της ηλικίας, έμελε να πιαστεί χέρι – χέρι με ένα τεύχος κόμικς και έκτοτε να είναι μια από τις πιο διχασμένες, σε σχέση με τα συναισθήματα που ξεπρόβαλαν από αυτήν, στιγμές ενός ολόκληρου καλοκαιριού. Έβγαλε και γέλια, αλλά κατάφερε εξίσου να τα μετατρέψει σε κατσούφιασμα(μέχρι εκεί έφτανε η στεναχώρια μας τότε! Μη φανταστείτε τίποτε τραγικό!), πολύ γρήγορα. Μια ταχύτατη εναλλαγή όψεων στα πρόσωπα μεταξύ των πρωταγωνιστών, που θα μπορούσε υπό προϋποθέσεις(αν την είχε γυρίσει κάποιος σε φιλμάκι πχ), να μπει άνετα σε παλιά ασπρόμαυρη ταινία του κινηματογράφου μας! Κι όχι τίποτα άλλο, αν γίνονταν κάτι τέτοιο θα βρίσκαμε όλοι την ησυχία μας! Θα πηγαίναμε φαντάζομαι μαζί με τις υπόλοιπες οικογένειες της γειτονιάς στο καλοκαιρινό σινεμά, τραλαλά – τραλαλό, παγωτά, τζιτζιμπίρες κτλ και μια χαρά θα τα περνάγαμε! Όμως δεν έγινε κάτι τέτοιο, οπότε οι συνέπειες και οι μετασεισμικές δονήσεις τους κράτησαν αμείωτο το ενδιαφέρον της οικογένειας για αρκετό καιρό! Άσε που έγιναν και ατάκα φοβέρας! «θυμάσαι τι έγινε τότε; Ε; Αν θέλεις να ξαναπάθεις τα ίδια, συνέχισε». Αν μπορούσα να διαλέξω κάποιες νότες για εκείνα τα πλάνα, θα ήταν για εισαγωγή το Walk on the wild side του Lou Reed, στη συνέχεια το μουσικό θέμα της τηλεοπτικής σειράς Waltons για να βγάλει το ομαδικό της υποθέσεως, λίγο από το «αδελφάκι» του το Bonanza για να σας ξυπνήσει τα ίιιιιιχα και τα λιβάδια με τα γελάδια(έχει σημασία, θα δείτε πιο κάτω), το A casa di` Irene του Nico Fidenco για να δέσει με το κεντρικό σκηνικό, στο οποίο διεξήχθησαν όλα, αλλά και γιατί ακούγονταν …κάπως στο δωμάτιο εκείνο, ενώ για επίλογο μάλλον θα διάλεγα ένα Everybody hurts από REM, για να δώσει και το απαραίτητο bitter στοιχείο.

Αν σκέφτεστε ότι «καλά είναι όλα αυτά, αλλά που κολλάει ένα τεύχος κόμικς και μάλιστα αγαπημένο», μη βιάζεστε γιατί έρχεται κι αυτό και δεν είναι μόνο του! Λίγο μετά τις εξετάσεις του 1975, οπότε πια ήμασταν και τυπικά στο επόμενο σχολικό στάδιο, αυτό του Γυμνασίου(τι; Δεν το ξέρατε ότι δίναμε τότε εξετάσεις για να μπούμε στο γυμνάσιο; Α…. χάσατε επεισόδια της σύγχρονης ιστορίας του υπουργείου παιδείας και πολύ φοβάμαι ότι ούτε στις πιο ενημερωμένες εγκυκλοπαίδειες δεν θα βρείτε αναφορά! Τα αποτυχημένα πειράματα της πολιτικής σε εσωτερικό επίπεδο, συνήθως τα βάζουμε βιαστικά στην μπάντα βλέπετε…), κι αφού είχαμε φωνάξει, πανηγυρίσει κλπ, είπαμε κι εμείς σα παιδιά να εκτονωθούμε και να δώσουμε ένα τέλος στο μαρτύριο 6 ανιαρών χρόνων από τη ζωή μας, σχίζοντας τα δύσμοιρα τα βιβλία, τις σελίδες των οποίων τις πετάγαμε στην αυλή μέσα σε ένα ομαδικό ντελίριο! Δείτε το σαν μια πράξη ανεύθυνη της στιγμής, από εκείνες που κάνουν οι πιτσιρικάδες, γιατί έτσι απλά ήταν και τίποτα παραπάνω! Ή τουλάχιστον αυτό νομίσαμε κάποιοι από εμάς… Εδώ να αναφέρω για όσους από εσάς δεν το γνωρίζουν, ότι οι εξετάσεις εκείνες ήταν ξεχωριστές από αυτές της έκτης τάξης του Δημοτικού. Ήταν οι εισαγωγικές και μας είχαν φάει ένα κομμάτι καλό από το καλοκαίρι μας, αφού ακολούθησαν τις προαγωγικές, με τη σχετική προετοιμασία. Οπότε αντιλαμβάνεστε ότι το ..άχτι είχε χτυπήσει κόκκινο και όπου κόκκινο μπορείτε άνετα να βάλετε τα βιβλία! Η άτυπη …ταυρομαχία έβγαλε εμάς νικητές, όπως και ηττημένους. Περίεργο ε; Δύο σε ένα και στα συναισθήματα. Ένα απόγευμα που λέτε, τέσσερεις από τα μέλη της ομάδας καταστροφής της γειτονιάς, μαζευτήκαμε στο σπίτι του ενός, προκειμένου να καταστρώσουμε τα νέα μας σχέδια για τους επόμενους μήνες, που σίγουρα θα είχαν πολύ περιπέτεια! Ανάμεσα σε πειράγματα και σφαλιάρες, ανησυχίες και οργάνωση επί χάρτου(ε βέβαια! Αυτά τα πράγματα ήθελαν καταγραφή! Με σειρά προτεραιότητας για να μη γίνει κανένα λάθος!), με μουσική υπόκρουση τον συνονόματο ερασιτέχνη αοιδό της τετράδας και κολλημένο μέχρι αηδίας με την Ιταλική μουσική – ειδικά με το a casa di` Irene, επιδοθήκαμε σε μια μονομαχία δύο προς δύο στην ξερή. Η μια εκ των δύο ομάδων είχε ένα κρυφό χαρτί, που μέχρι να αντιληφθεί η άλλη της στοίχισε μπόλικες ξερές! Τι ήταν αυτό; Η αντανάκλαση στην κλειστή τηλεόραση του σαλονιού, που πρόδιδε τα φύλλα του παίκτη που βρίσκονταν μπροστά της! Όταν αποκαλύφθηκε η κομπίνα, έπεσε πολύ γέλιο! Τόσο που ακόμη και η μάνα του φίλου που μας φιλοξενούσε, δεν άντεξε και συμμετείχε κι εκείνη, στα …κρυφά και με τρόπο(όπως ήδη σας έχω αναλύσει πιο πάνω, σαν τεχνοτροπία)! «Βρε τι κάνετε εκεί; Σπύρο τι τους έκανες πάλι;» – Σπύρος = ο πιο εφευρετικός τύπος σε φάρσες, που διέθετε ολόκληρη η γειτονιά! Ο Γιώργος(τραγουδιστής, ποδοσφαιρόφιλος, πειραχτήρι μέγα και μετέπειτα ηλεκτρολόγος του Δήμου), είχε την διαστροφική ιδέα να ποντάρουμε κάτι, «…για να έχει ενδιαφέρον»(αφοπλιστικό επιχείρημα!), κι αυτό ήταν τι άλλο; Τι πιο πρόχειρο και εύκολο να βρεθεί επάνω μας τότε; Μα κόμικς φυσικά! Μάλιστα είχαμε επιλέξει από τα δικά του(στο σπίτι του συνέβησαν όλα), αυτά που ο καθένας είχε βάλει στο μάτι. Το τεύχος που ποντάριζα ήταν ένα Μπλεκάκι θυμάμαι, ενώ αυτό που είχα «ματιάσει» ήταν κάτι που δεν το είχα ξαναδεί ως τότε. Μεγάλο σχήμα και καουμπόικο εξώφυλλο. Στην αρχή το πέρασα για περιοδικό με ιστορίες κειμένου και όχι για εικονογραφημένο, αλλά πείστηκα γρήγορα όταν το ξεφύλλισα, ότι ήταν κάτι που άξιζε τον κόπο για να θυσιαστεί ενδεχομένως ένα Μπλεκάκι. Ένα στοιχείο που είχε φανεί αρκετά περίεργο στα μάτια μου, ήταν εκείνο το οπισθόφυλλο με το περίπτερο γεμάτο περιοδικά, όπου εικονίζονταν το επόμενο τεύχος του περιοδικού, με την χαρακτηριστική λεζάντα «φίλοι το νου σας στο περίπτερο»! Απ` την άλλη, το είχα φοβηθεί λιγάκι για τίποτα καθαρεύουσα στα κείμενα θυμάμαι, από την ατάκα της τρίτης σελίδας «…υπό Γ. Λ. Μπονέλλι», όπου αυτός ο κύριος μου φάνηκε σαν δικός μας. Έλληνας εννοώ, που μάλλον είχαν γράψει λάθος το όνομα του και λέγονταν ΜΠΟΝΕΛΗΣ! Που να` ξερα ότι είχα πέσει πάνω στον μέγα Ιταλό σεναριογράφο! Ο τίτλος «Ροκ» δεν ήταν ακριβώς αυτό που λέγαμε «τραβηχτικό» τότε, αλλά ο τύπος στο εξώφυλλο με το καπέλο και τη σκληρή φάτσα, ήταν το δίχως άλλο εγγύηση για ένα ενδιαφέρον απόγευμα, ξάπλα στη βεράντα! Το δε επόμενο τεύχος με την συνέχεια της ιστορίας, ευτυχώς που είχα υπομονή και μπόλικη τύχη για να το βρω, γιατί το διάβασα με καθυστέρηση 22 χρόνων!

Ο Γιώργος διάβαζε περίεργα περιοδικά και εικονογραφημένα, που δεν έβλεπες συχνά σε ένα παιδί της ηλικίας μας. Στο σπίτι του είδα για πρώτη φορά «Υπεράνθρωπο», «Μάσκα», «Μυστήριο», μέχρι «Ποκοπίκο», «Γκαούρ Ταρζάν», κι άλλα πολλά λαϊκά αναγνώσματα και κόμικς περασμένων δεκαετιών, που δεν ήταν της εποχής μας και δεν τα προλάβαμε όταν κυκλοφορούσαν. Ποτέ δεν είχα βρει με ποιο τρόπο τα είχε αποκτήσει, αφού κι ο ίδιος δεν «άνοιγε τα χαρτιά» του. Ούτε τα χρησιμοποιούσε σε ανταλλαγές. Έδινε άλλα. Ζαγκόρ, Όμπραξ, Μπλέκ κλπ Αυτός με είχε κολλήσει την μανία με τα καουμπόικα κάνα τριάρι χρόνια μετά, αφού ήταν φανατικός αναγνώστης. Μάλλον θα την είχε κι αυτός κολλήσει τη μανία από εκείνα τα περίεργα, που διάβαζε πιο μικρός. Όταν τελείωσε ή μάλλον διακόπηκε εκείνη η παρτίδα ξερής, με αποτέλεσμα ισόπαλο λόγω …συνθηκών, είχαμε τη φαεινή ιδέα να μη ξεχαστεί έτσι ένα δίωρο τόσο ξεκαρδιστικό και έτσι προχωρήσαμε στις ανταλλαγές περιοδικών, που είχαμε από πριν εντοπίσει σαν στόχους ο καθένας. Εγώ πήρα το «Ροκ» και ο Γιώργος το Μπλεκάκι. Οι άλλοι δύο δεν θυμάμαι τι είχαν ανταλλάξει. Κανείς μας δεν περίμενε βέβαια, αυτά που θα επακολουθούσαν λίγες μέρες αργότερα… Περιχαρής λοιπόν(αν και δεν είχα διαβάσει το Μπλεκάκι που έδωσα), με το ενθύμιο της ιστορίας μ` αγρίους που είχε διαδραματιστεί εκείνο το απόγευμα ανά χείρας, πήρα το δρόμο για το σπίτι μου. Μετά από καμιά εικοσαριά μέρες, χτυπώντας με τον ίδιο ανυπόμονο τρόπο το κουδούνι του σπιτιού του Γιώργου, αλλά αυτό που αντίκρισα στο άνοιγμα της πόρτας, δεν έμοιαζε καθόλου αστείο, όπως όσα είχαμε βιώσει εκείνο το απόγευμα. Κι αυτό γιατί όπως ενημερώθηκα με μάλλον απότομο τρόπο, είχαν συμβεί στο ενδιάμεσο δύο πολύ απρόοπτες καταστάσεις. Ο πατέρας του φίλου και μάλλον χαλαρός τύπος δικηγόρου, είχε έρθει ενωρίς το πρωί με άγριες διαθέσεις αυτή τη φορά, για το γιόκα του! Για όλα αυτά ευθύνονταν το γεγονός ότι είχε κοπεί στις εξετάσεις ο Γιώργος(οπότε έπρεπε να διαβάσει όλο το καλοκαίρι για να δώσει το Σεπτέμβρη), αλλά και γιατί ψάχνοντας σε κάποιο ράφι του γραφείου του(εκεί που είχαμε για αίθουσα συνεδριάσεων!), διαπίστωσε ότι έλειπε ένα τεύχος καουμπόικου αναγνώσματος, που του άρεσε να διαβάζει! Νομίζω ότι δεν χρειάζεται να σας πω ποιο ήταν αυτό, ούτε με ποιο τρόπο έβρισκε ο φίλος τα περίεργα εκείνα περιοδικά… Επίσης περιττή θεωρώ την επιπλέον περιγραφή της αξίας του τεύχους αυτού του «Ροκ», για μένα και όχι μόνον… Όσο για τον φίλο Γιώργο, φαντάζεστε ότι συν τοις άλλοις έπρεπε να ψάξει και για βιβλία, αφού τα είχε σκίσει!

Γιώργος Κοσκινάς

Τα πιο κάτω κείμενα υπογράφονται από τον Γιώργο Κοσκινά και είναι προστατευμένα και κατοχυρωμένα πνευματικά. Οποιαδήποτε αντιγραφή μερική ή ολική χωρίς την συγκατάθεση του δημιουργού, επισύρει τις προβλεπόμενες από το νόμο κυρώσεις.

Διαβάστε συγκεντρωμένα και τα υπόλοιπα αποκλειστικά δημοσιευμένα για τους αναγνώστες μας παρόμοια κείμενα, στην υπό – κατηγορία «ΙΣΤΟΡΙΕΣ & ΤΕΥΧΗ».

http://wp.me/PKxow-1j2

ΠΑΖΛ…

500 κομματια. 1000 κομματια. Και καθεται το πιτσιρικι και το φτιαχνει. Και δωσε. Και προσεχει το σχημα. Και προσεχει το χρωμα. Και δοκιμαζει.

Πηγαινει αυτο; Οχι. Το αλλο; Ναι. Παμε παρακατω.
Α… μηπως αυτο παει εδω; Πιεζει λιγο, δε μπαινει. Αστο στην ακρη. Θα τη βρουμε τη θεση του μετα. Αφου δε μπαινει τωρα.
Και τι μας νοιαζει ο πιτσιρικας; Πρωτον εχω αδυναμια στους πιτσιρικαδες καθε ηλικιας και κουβεντα επι τουτου δε σηκωνω. Δευτερον, οι πιτσιρικαδες ειναι παντα σοφοι, και το οτι δεν το ξερουν ειναι αυτο που κανει αυτη την ηλικια μαγεια. Το να εχεις ολη την αθωοτητα μαζι με ολη τη σοφια του κοσμου, κι οι μεγαλοι να σε πειθουν οτι δεν ξερεις τιποτα!
Αλλα παμε παρακατ.
Ο σοφος λοιπον ο πιτσιρικας, οταν δει οτι το κομματι δεν μπαινει, δεν το σπρωχνει, δεν ανεβαινει να το παταει, δεν το στριμωχνει, δεν το παραπεταει. Οταν βρεθει το μερος του θα μπει.
Και εχοντας λοιπον στο μυαλο μου τον πιτσιρικα, μπαινω σε δεκα σαιτ στο ιντερνετ να διαβασω τα νεα.
Ειδησεογραφια, greek site, greek style. Παμε.
Ανθρωπος αυτοκτονησε γιατι χρωστουσε. Δειτε χαριτωμενη σκυλιτσα βιντεο. Ατυχημα στην εθνικη. Νεο τραγουδι της Ταμτα. Χτυπησαν συνταξιουχο με γροθιες για να του παρουν 20 ευρω που ειχε για φαρμακα. Γιουροβιζιον. Τι θα κανει ο Παναθηναικος; Ανθρωποι ζουν σε χαρτοκουτες. Νεο παιχνιδι για το PS3 ετοιμαζει η Sony. Στο δρόμο ακόμα οι εργαζόμενοι στη Βορεια Ελλαδα, και απληρωτοι. Φωτογραφιες με μαγιο της Kim Kardashian. Ολα μαζι. Χυμα. Στη σελιδα πανω με εικονακια. Τακ τακ. Κλικ.
Ρε ξεφτιλα δημοσιογραφε, ρε ψαρα της πυρκαγιας, αν καταλαβαινες ποσο κακο κανεις θα το ειχες κατεβασει το σαιτ πιο γρηγορα κι απ οτι κατεβαινει το μετρο καθε ηθικης σου. Ποσο τα πατας τα κομματια ρε φιλε για να κολλησουν, ποσο πρεπει να τα ισοπεδωσεις και να κουμπωσουν;
Σαν παγκος με φυστικια, ολα πανε, καμια αξιοπρεπεια, καμια διαβαθμιση, μονο κατι ταμπελακια…. Βλεπω ειδηση για ανθρωπο που αυτοκτονησε και διπλα οδηγο θερμιδων για τα περιττα κιλα…. Ασε ανθρωπε μου τις ειδησεις, στησε ενα παγκο στη λαικη και πουλα παπουτσια, ψαρια, και λουλουδια κι ολο και κατι θα πιασεις.
Αυτο δεν ειναι το σκεπτικο; Αν δεν πιασει τον πελατη η αυτοκτονια θα τον πιασει το βυζι της Kardashian. Το θεμα ειναι μη χασουμε τον πελατη. Αν κανω λαθος πες μου το ε;
Ουτε θελω να σας ξαναδω, εκει θα κατσω, στο διπλα το δωματιο με τον πιτσιρικα και το παζλ. Γιατι καθε πραγμα εχει τη θεση του. Και την ωρα του. Και τον τροπο του. Αλλιως ειναι πολυ προτιμοτερη η σιωπη.
Η ξεφτιλα της ευθυνης του να διαμορφωνεις γνωμες σε ολο της το μεγαλειο. Αλλα ειναι οπως το ειπε ο Κηλαηδονης, θυμασαι ε;
‘Και για οτι γινει θα φταις εσυ’
Λάζαρος Αλεξάκης
Αρέσει σε %d bloggers: