Αρχεία Ιστολογίου

ΑΓΑΠΗΜΕΝΑ ΤΕΥΧΗ ΚΟΜΙΚΣ 17. ΡΟΚ ΤΕΥΧΟΣ 25 «ΤΑ ΛΥΤΡΑ»

Μέσα σε όλα αυτά τα μικρά καταφύγια σκέψεων και στιγμών, που βρίσκονται τακτοποιημένα στα ράφια της βιβλιοθήκης, υπάρχουν κάποια που έχουν μια ξεχωριστή θέση στην καρδιά. Η παρουσία τους έχει κάτι από μέρες καλοκαιρινές στις πλαζ, παρέα με φίλους και μια μπάλα πλαστική, ή δυάδες στο ποδοσφαιράκι υπό τους ήχους του juke box, ή πάλι κάτι από κοπάνες ανοιξιάτικες και παρτίδες ξερή… Είναι αλληλένδετα με τις μέρες και τα απογεύματα που η καθημερινότητα μπορούσε να βγάλει μαγεία και η ρουτίνα ανατριχίλες και σφίξιμο στο στομάχι. Έχουν κάτι διαφορετικό απ` όλα τα υπόλοιπα χάρτινα αυτά ενθύμια, γιατί μπόρεσαν και κράτησαν ζωντανά συναισθήματα και εικόνες. Όταν αναπολείς εκείνα τα απλά πράγματα, που είχαν τη δύναμη να περικλείσουν μέσα σε λίγα λεπτά της ώρας μια παρέα, ένα ηλιοβασίλεμα, μια σειρά από πειράγματα, ή τη λάμψη από το πλατύ χαμόγελο μιας αθώας και απρόβλεπτης εποχής, οι μορφές κάποιων αναμνηστικών είναι το μόνο που σε κρατάει ακόμη μαζί τους. Είναι το μόνο που μπορεί να με ένα απλό άγγιγμα, να φέρει για κλάσματα του δευτερολέπτου ένα κομμάτι του φιλμ μπροστά σου. Του φιλμ των μικρών και μεγάλων κατορθωμάτων, που έγιναν εμπειρίες, με θέα μια ανθισμένη  βουκαμβίλια ή μια μάντρα σκεπασμένη με τα πράσινα φτερά του κισσού… Η ξεχωριστή αξία κάτι ιδιαίτερα απλού, ή ίσως μοναδικά ανεπιτήδευτου, είναι με το δικό της τρόπο απαραίτητη στο παζάρι αυτό των αναμνήσεων, που κάθε λίγο και λιγάκι παίζει με την αναγκαιότητα διατήρησης του στο μυαλό μας και μας κρατάει αιχμάλωτους, κάθε φορά που ξεμυτίζει απ` τη γωνία. Όταν εμείς το ζητήσουμε. Όταν χρειαζόμαστε κάτι για να μας σπρώξει μακριά από ότι ζούμε. Μια φιλική σπρωξιά στα δροσερά νερά της ανεμελιάς και του πολύ μακρινού στα μάτια μας κόσμου των «μεγάλων», που φάνταζε χλιαρός, ανιαρός  και με τόσα πολλά μειονεκτήματα, που δεν καταλαβαίναμε γιατί υπήρχε… Γιατί δεν μπορούσαν κι αυτοί να είναι σαν εμάς, να αρκούνται στις χάρτινες κατασκευές και τις βουτιές από τις ξύλινες εξέδρες… Γιατί ότι ήταν πολύτιμο για μας, σε εκείνους έφερνε ένα παγωμένο χαμόγελο με σκυμμένο το κεφάλι… Κάτι φευγαλέο και ανούσιο πια… Ερωτήματα που μας απασχόλησαν για λίγο, για ένα μικρό σχολιασμό, ή καμιά φορά όταν τους κοιτάζαμε κουρασμένους και άκεφους, να μην μπορούν να καταλάβουν ότι κάθε απόγευμα ήταν διαφορετικό από τα άλλα. Με τόσες γεύσεις ανεξερεύνητες, τόσα καινούργια πράγματα, τόσο προκλητικά. Κι όμως, από δικές τους αφηγήσεις μάθαμε ότι πέρασαν κι εκείνοι από την τωρινή μας «ανωριμότητα» και την αδιαφορία για το «μέλλον». Ήταν κι αυτοί «μικροί» κάποτε, αλλά «μεγάλωσαν» μετά. Έδιναν κι αυτοί αξία στις τρικλοποδιές και την απόλαυση της στιγμής, αλλά έπειτα ανακάλυψαν πως δεν υπήρχε ουσία σε όλα αυτά, παρά μονάχα στους στόχους και τις ανακατατάξεις, που θα έκαναν την διαφορά στην συνέχεια… Κι όμως, ακόμη και τώρα αν όλοι καθίσουμε σε ένα τραπέζι γύρω, κι αυτοί και εμείς, μάλλον θα συμφωνήσουμε ότι ζήσαμε τελικά στην ίδια ασπρόμαυρη Ελληνική ταινία, αλλά παίξαμε διαφορετικούς ρόλους… Κάποιοι έπρεπε να τρέχουν στις αλάνες με το χαλίκι και να σκάνε σαν καρπούζια κάτω, γεμίζοντας γρατζουνιές και σημάδια στα πόδια και τα ρούχα(αλλά και πάλι το χαμόγελο να μη σβήνει από τα χείλη τους), ενώ κάποιοι απλά χρειάζονταν να διαβαίνουν τους δρόμους αυτούς, ντυμένοι με τα κουστούμια και τις γραβάτες του`50, με το νου στα άγχη, τις έγνοιες και τους έρωτες(πάντα σοβαροί και μετρημένοι). Το καλύτερο που θα μπορούσε να μας συμβεί, θα ήταν να παίζαμε σε κωμωδία και στο τέλος να χοροπηδούσαμε χαρούμενα σε μια εσωτερική αυλή, όλοι ευτυχισμένοι. Η ζωή όμως, είχε άλλες σκέψεις και διαφορετικές εκπλήξεις για τον καθέναν… Καμιά φορά σκέφτομαι ότι η μεγαλύτερη τιμωρία, θα ήταν να επιστρέψουμε ας πούμε με την μορφή ενός γάτου σε τούτο τον κόσμο(μια μετεμψύχωση), ενός από εκείνους που τυραννούσαμε κάθε μέρα, αλλά ταυτόχρονα να είχαμε την δυνατότητα της μνήμης και να θυμόμασταν τα πάντα από την προηγούμενη μας μορφή!

Η διαμάχη η διαχρονική, μεταξύ «μικρών» και «μεγάλων», είχε γεννήσει απίστευτες καταστάσεις, με τρελό γέλιο! Τόσο για την πλευρά των «μικρών», όσο και για κείνη των «μεγάλων», που μπορεί να μην το παραδέχτηκαν ευθέως τότε, αλλά σίγουρα γυρίζοντας την πλάτη ξεκαρδίστηκαν και αυτοί με τη σειρά τους, καμαρώνοντας για τα καμώματα του κανακάρη τους! Τις απορίες του και τον τρόπο που ελίσσονταν στις δύσκολες ερωτήσεις. Η αλήθεια είναι ότι πολλές φορές τα γέλια μας βγήκαν ξινά(και όχι γιατί ήταν Παρασκευή, που έλεγε και η θεία μου η συγχωρεμένη και που ήταν και λιγάκι προληπτική), προφανώς επειδή δεν είχαμε αναπτύξει την γρήγορη αξιολόγηση των καταστάσεων και τις προεκτάσεις που μπορούσαν να βγουν στην επιφάνεια, όταν ξεπερνούσαμε  τα «όρια»… Εκεί ήταν και το μεγάλο σημείο τριβής μεταξύ μας. Τα «όρια» δεν τα συναντούσες σε κανενός πιτσιρικά το λεξιλόγιο, έστω και με την δική του ερμηνεία σαν έννοια. Ούτε ήταν κάτι που είχε τη δύναμη να φοβίζει. Κι αυτό το πάλεψαν από πολύ νωρίς να μας το μάθουν… Το αν μας χρησίμευσε στην συνέχεια, ο καθένας μπορεί να κρίνει… Μια από τις κωμικοτραγικές φαρσοκωμωδίες, της εποχής του ακλόνητου άλλοθι της ηλικίας, έμελε να πιαστεί χέρι – χέρι με ένα τεύχος κόμικς και έκτοτε να είναι μια από τις πιο διχασμένες, σε σχέση με τα συναισθήματα που ξεπρόβαλαν από αυτήν, στιγμές ενός ολόκληρου καλοκαιριού. Έβγαλε και γέλια, αλλά κατάφερε εξίσου να τα μετατρέψει σε κατσούφιασμα(μέχρι εκεί έφτανε η στεναχώρια μας τότε! Μη φανταστείτε τίποτε τραγικό!), πολύ γρήγορα. Μια ταχύτατη εναλλαγή όψεων στα πρόσωπα μεταξύ των πρωταγωνιστών, που θα μπορούσε υπό προϋποθέσεις(αν την είχε γυρίσει κάποιος σε φιλμάκι πχ), να μπει άνετα σε παλιά ασπρόμαυρη ταινία του κινηματογράφου μας! Κι όχι τίποτα άλλο, αν γίνονταν κάτι τέτοιο θα βρίσκαμε όλοι την ησυχία μας! Θα πηγαίναμε φαντάζομαι μαζί με τις υπόλοιπες οικογένειες της γειτονιάς στο καλοκαιρινό σινεμά, τραλαλά – τραλαλό, παγωτά, τζιτζιμπίρες κτλ και μια χαρά θα τα περνάγαμε! Όμως δεν έγινε κάτι τέτοιο, οπότε οι συνέπειες και οι μετασεισμικές δονήσεις τους κράτησαν αμείωτο το ενδιαφέρον της οικογένειας για αρκετό καιρό! Άσε που έγιναν και ατάκα φοβέρας! «θυμάσαι τι έγινε τότε; Ε; Αν θέλεις να ξαναπάθεις τα ίδια, συνέχισε». Αν μπορούσα να διαλέξω κάποιες νότες για εκείνα τα πλάνα, θα ήταν για εισαγωγή το Walk on the wild side του Lou Reed, στη συνέχεια το μουσικό θέμα της τηλεοπτικής σειράς Waltons για να βγάλει το ομαδικό της υποθέσεως, λίγο από το «αδελφάκι» του το Bonanza για να σας ξυπνήσει τα ίιιιιιχα και τα λιβάδια με τα γελάδια(έχει σημασία, θα δείτε πιο κάτω), το A casa di` Irene του Nico Fidenco για να δέσει με το κεντρικό σκηνικό, στο οποίο διεξήχθησαν όλα, αλλά και γιατί ακούγονταν …κάπως στο δωμάτιο εκείνο, ενώ για επίλογο μάλλον θα διάλεγα ένα Everybody hurts από REM, για να δώσει και το απαραίτητο bitter στοιχείο.

Αν σκέφτεστε ότι «καλά είναι όλα αυτά, αλλά που κολλάει ένα τεύχος κόμικς και μάλιστα αγαπημένο», μη βιάζεστε γιατί έρχεται κι αυτό και δεν είναι μόνο του! Λίγο μετά τις εξετάσεις του 1975, οπότε πια ήμασταν και τυπικά στο επόμενο σχολικό στάδιο, αυτό του Γυμνασίου(τι; Δεν το ξέρατε ότι δίναμε τότε εξετάσεις για να μπούμε στο γυμνάσιο; Α…. χάσατε επεισόδια της σύγχρονης ιστορίας του υπουργείου παιδείας και πολύ φοβάμαι ότι ούτε στις πιο ενημερωμένες εγκυκλοπαίδειες δεν θα βρείτε αναφορά! Τα αποτυχημένα πειράματα της πολιτικής σε εσωτερικό επίπεδο, συνήθως τα βάζουμε βιαστικά στην μπάντα βλέπετε…), κι αφού είχαμε φωνάξει, πανηγυρίσει κλπ, είπαμε κι εμείς σα παιδιά να εκτονωθούμε και να δώσουμε ένα τέλος στο μαρτύριο 6 ανιαρών χρόνων από τη ζωή μας, σχίζοντας τα δύσμοιρα τα βιβλία, τις σελίδες των οποίων τις πετάγαμε στην αυλή μέσα σε ένα ομαδικό ντελίριο! Δείτε το σαν μια πράξη ανεύθυνη της στιγμής, από εκείνες που κάνουν οι πιτσιρικάδες, γιατί έτσι απλά ήταν και τίποτα παραπάνω! Ή τουλάχιστον αυτό νομίσαμε κάποιοι από εμάς… Εδώ να αναφέρω για όσους από εσάς δεν το γνωρίζουν, ότι οι εξετάσεις εκείνες ήταν ξεχωριστές από αυτές της έκτης τάξης του Δημοτικού. Ήταν οι εισαγωγικές και μας είχαν φάει ένα κομμάτι καλό από το καλοκαίρι μας, αφού ακολούθησαν τις προαγωγικές, με τη σχετική προετοιμασία. Οπότε αντιλαμβάνεστε ότι το ..άχτι είχε χτυπήσει κόκκινο και όπου κόκκινο μπορείτε άνετα να βάλετε τα βιβλία! Η άτυπη …ταυρομαχία έβγαλε εμάς νικητές, όπως και ηττημένους. Περίεργο ε; Δύο σε ένα και στα συναισθήματα. Ένα απόγευμα που λέτε, τέσσερεις από τα μέλη της ομάδας καταστροφής της γειτονιάς, μαζευτήκαμε στο σπίτι του ενός, προκειμένου να καταστρώσουμε τα νέα μας σχέδια για τους επόμενους μήνες, που σίγουρα θα είχαν πολύ περιπέτεια! Ανάμεσα σε πειράγματα και σφαλιάρες, ανησυχίες και οργάνωση επί χάρτου(ε βέβαια! Αυτά τα πράγματα ήθελαν καταγραφή! Με σειρά προτεραιότητας για να μη γίνει κανένα λάθος!), με μουσική υπόκρουση τον συνονόματο ερασιτέχνη αοιδό της τετράδας και κολλημένο μέχρι αηδίας με την Ιταλική μουσική – ειδικά με το a casa di` Irene, επιδοθήκαμε σε μια μονομαχία δύο προς δύο στην ξερή. Η μια εκ των δύο ομάδων είχε ένα κρυφό χαρτί, που μέχρι να αντιληφθεί η άλλη της στοίχισε μπόλικες ξερές! Τι ήταν αυτό; Η αντανάκλαση στην κλειστή τηλεόραση του σαλονιού, που πρόδιδε τα φύλλα του παίκτη που βρίσκονταν μπροστά της! Όταν αποκαλύφθηκε η κομπίνα, έπεσε πολύ γέλιο! Τόσο που ακόμη και η μάνα του φίλου που μας φιλοξενούσε, δεν άντεξε και συμμετείχε κι εκείνη, στα …κρυφά και με τρόπο(όπως ήδη σας έχω αναλύσει πιο πάνω, σαν τεχνοτροπία)! «Βρε τι κάνετε εκεί; Σπύρο τι τους έκανες πάλι;» – Σπύρος = ο πιο εφευρετικός τύπος σε φάρσες, που διέθετε ολόκληρη η γειτονιά! Ο Γιώργος(τραγουδιστής, ποδοσφαιρόφιλος, πειραχτήρι μέγα και μετέπειτα ηλεκτρολόγος του Δήμου), είχε την διαστροφική ιδέα να ποντάρουμε κάτι, «…για να έχει ενδιαφέρον»(αφοπλιστικό επιχείρημα!), κι αυτό ήταν τι άλλο; Τι πιο πρόχειρο και εύκολο να βρεθεί επάνω μας τότε; Μα κόμικς φυσικά! Μάλιστα είχαμε επιλέξει από τα δικά του(στο σπίτι του συνέβησαν όλα), αυτά που ο καθένας είχε βάλει στο μάτι. Το τεύχος που ποντάριζα ήταν ένα Μπλεκάκι θυμάμαι, ενώ αυτό που είχα «ματιάσει» ήταν κάτι που δεν το είχα ξαναδεί ως τότε. Μεγάλο σχήμα και καουμπόικο εξώφυλλο. Στην αρχή το πέρασα για περιοδικό με ιστορίες κειμένου και όχι για εικονογραφημένο, αλλά πείστηκα γρήγορα όταν το ξεφύλλισα, ότι ήταν κάτι που άξιζε τον κόπο για να θυσιαστεί ενδεχομένως ένα Μπλεκάκι. Ένα στοιχείο που είχε φανεί αρκετά περίεργο στα μάτια μου, ήταν εκείνο το οπισθόφυλλο με το περίπτερο γεμάτο περιοδικά, όπου εικονίζονταν το επόμενο τεύχος του περιοδικού, με την χαρακτηριστική λεζάντα «φίλοι το νου σας στο περίπτερο»! Απ` την άλλη, το είχα φοβηθεί λιγάκι για τίποτα καθαρεύουσα στα κείμενα θυμάμαι, από την ατάκα της τρίτης σελίδας «…υπό Γ. Λ. Μπονέλλι», όπου αυτός ο κύριος μου φάνηκε σαν δικός μας. Έλληνας εννοώ, που μάλλον είχαν γράψει λάθος το όνομα του και λέγονταν ΜΠΟΝΕΛΗΣ! Που να` ξερα ότι είχα πέσει πάνω στον μέγα Ιταλό σεναριογράφο! Ο τίτλος «Ροκ» δεν ήταν ακριβώς αυτό που λέγαμε «τραβηχτικό» τότε, αλλά ο τύπος στο εξώφυλλο με το καπέλο και τη σκληρή φάτσα, ήταν το δίχως άλλο εγγύηση για ένα ενδιαφέρον απόγευμα, ξάπλα στη βεράντα! Το δε επόμενο τεύχος με την συνέχεια της ιστορίας, ευτυχώς που είχα υπομονή και μπόλικη τύχη για να το βρω, γιατί το διάβασα με καθυστέρηση 22 χρόνων!

Ο Γιώργος διάβαζε περίεργα περιοδικά και εικονογραφημένα, που δεν έβλεπες συχνά σε ένα παιδί της ηλικίας μας. Στο σπίτι του είδα για πρώτη φορά «Υπεράνθρωπο», «Μάσκα», «Μυστήριο», μέχρι «Ποκοπίκο», «Γκαούρ Ταρζάν», κι άλλα πολλά λαϊκά αναγνώσματα και κόμικς περασμένων δεκαετιών, που δεν ήταν της εποχής μας και δεν τα προλάβαμε όταν κυκλοφορούσαν. Ποτέ δεν είχα βρει με ποιο τρόπο τα είχε αποκτήσει, αφού κι ο ίδιος δεν «άνοιγε τα χαρτιά» του. Ούτε τα χρησιμοποιούσε σε ανταλλαγές. Έδινε άλλα. Ζαγκόρ, Όμπραξ, Μπλέκ κλπ Αυτός με είχε κολλήσει την μανία με τα καουμπόικα κάνα τριάρι χρόνια μετά, αφού ήταν φανατικός αναγνώστης. Μάλλον θα την είχε κι αυτός κολλήσει τη μανία από εκείνα τα περίεργα, που διάβαζε πιο μικρός. Όταν τελείωσε ή μάλλον διακόπηκε εκείνη η παρτίδα ξερής, με αποτέλεσμα ισόπαλο λόγω …συνθηκών, είχαμε τη φαεινή ιδέα να μη ξεχαστεί έτσι ένα δίωρο τόσο ξεκαρδιστικό και έτσι προχωρήσαμε στις ανταλλαγές περιοδικών, που είχαμε από πριν εντοπίσει σαν στόχους ο καθένας. Εγώ πήρα το «Ροκ» και ο Γιώργος το Μπλεκάκι. Οι άλλοι δύο δεν θυμάμαι τι είχαν ανταλλάξει. Κανείς μας δεν περίμενε βέβαια, αυτά που θα επακολουθούσαν λίγες μέρες αργότερα… Περιχαρής λοιπόν(αν και δεν είχα διαβάσει το Μπλεκάκι που έδωσα), με το ενθύμιο της ιστορίας μ` αγρίους που είχε διαδραματιστεί εκείνο το απόγευμα ανά χείρας, πήρα το δρόμο για το σπίτι μου. Μετά από καμιά εικοσαριά μέρες, χτυπώντας με τον ίδιο ανυπόμονο τρόπο το κουδούνι του σπιτιού του Γιώργου, αλλά αυτό που αντίκρισα στο άνοιγμα της πόρτας, δεν έμοιαζε καθόλου αστείο, όπως όσα είχαμε βιώσει εκείνο το απόγευμα. Κι αυτό γιατί όπως ενημερώθηκα με μάλλον απότομο τρόπο, είχαν συμβεί στο ενδιάμεσο δύο πολύ απρόοπτες καταστάσεις. Ο πατέρας του φίλου και μάλλον χαλαρός τύπος δικηγόρου, είχε έρθει ενωρίς το πρωί με άγριες διαθέσεις αυτή τη φορά, για το γιόκα του! Για όλα αυτά ευθύνονταν το γεγονός ότι είχε κοπεί στις εξετάσεις ο Γιώργος(οπότε έπρεπε να διαβάσει όλο το καλοκαίρι για να δώσει το Σεπτέμβρη), αλλά και γιατί ψάχνοντας σε κάποιο ράφι του γραφείου του(εκεί που είχαμε για αίθουσα συνεδριάσεων!), διαπίστωσε ότι έλειπε ένα τεύχος καουμπόικου αναγνώσματος, που του άρεσε να διαβάζει! Νομίζω ότι δεν χρειάζεται να σας πω ποιο ήταν αυτό, ούτε με ποιο τρόπο έβρισκε ο φίλος τα περίεργα εκείνα περιοδικά… Επίσης περιττή θεωρώ την επιπλέον περιγραφή της αξίας του τεύχους αυτού του «Ροκ», για μένα και όχι μόνον… Όσο για τον φίλο Γιώργο, φαντάζεστε ότι συν τοις άλλοις έπρεπε να ψάξει και για βιβλία, αφού τα είχε σκίσει!

Γιώργος Κοσκινάς

Τα πιο κάτω κείμενα υπογράφονται από τον Γιώργο Κοσκινά και είναι προστατευμένα και κατοχυρωμένα πνευματικά. Οποιαδήποτε αντιγραφή μερική ή ολική χωρίς την συγκατάθεση του δημιουργού, επισύρει τις προβλεπόμενες από το νόμο κυρώσεις.

Διαβάστε συγκεντρωμένα και τα υπόλοιπα αποκλειστικά δημοσιευμένα για τους αναγνώστες μας παρόμοια κείμενα, στην υπό – κατηγορία «ΙΣΤΟΡΙΕΣ & ΤΕΥΧΗ».

http://wp.me/PKxow-1j2

Αρέσει σε %d bloggers: