Αρχεία Ιστολογίου

ΕΝΑ ΚΑΡΕ ΧΙΛΙΕΣ ΛΕΞΕΙΣ! 101.

ITL2979

Παραμονή Πρωτοχρονιάς σήμερα, οπότε μένουμε στο ίδιο πνεύμα με την περασμένη εβδομάδα, παρουσιάζοντας ένα καρέ από το περσινό πρωτοχρονιάτικο τεύχος 2979 τού ιταλικού Topolino, που φαντάζομαι ότι θα το διαβάζαμε φέτος, αν δεν είχε διακοπεί η κυκλοφορία τού Μίκυ Μάους. Το καρέ είναι, για την ακρίβεια, μια γελοιογραφία από τη σειρά εδώ… Λιμνούπολη, που διαβάζαμε και στην Ελλάδα. Το σενάριο και το σχέδιο είναι της Silvia Ziche. Εδώ το βλέπουμε σε πολύ ελεύθερη απόδοση στα Ελληνικά, προκειμένου να διατηρήσουμε το λογοπαίγνιο.

Για όσους έχουν την περιέργεια τι έλεγε το πρωτότυπο, οι λέξεις, που χρησιμοποιούσε, ήταν capolavoro (αριστούργημα) και capodanno (πρωτοχρονιά).

Καλή Χρονιά!

Δείτε όλα τα καρέ, που επιλέγουμε για σας κάθε Τρίτη, συγκεντρωμένα εδώ.

Άδεια Creative Commons Αυτή η εργασία χορηγείται με άδεια Creative Commons Αναφορά Δημιουργού-Μη Εμπορική Χρήση-Όχι Παράγωγα Έργα 3.0 Μη εισαγόμενο.

Χριστούγεννα και Πρωτοχρονιά μέσα από παλιά αναγνωστικά

Αν υπάρχει κάτι, που μας μεταφέρει πίσω στο χρόνο περισσότερο απ’ οτιδήποτε άλλο, αυτό είναι τα παλιά αναγνωστικά, είτε τα είχαμε διαβάσει ως μαθητές είτε όχι. Ας κάνουμε, λοιπόν, ένα ταξίδι στο παρελθόν, όπου τα Χριστούγεννα δεν είχαν εμπορευματοποιηθεί και είχαν ακόμα κυρίως θρησκευτικό και κοινωνικό χαρακτήρα, κοιτάζοντας τις Χριστουγεννιάτικες εικόνες από διάφορα παλιά αναγνωστικά. Συντροφιά μας σ’ αυτό το ταξίδι θα είναι οι ανατυπώσεις τού Βήματος, οι επανεκδόσεις τού 1994 από τις εκδόσεις «Alien» και «Δίδυμοι», καθώς και η ψηφιακή βιβλιοθήκη τού ΟΕΔΒ, που δεν προλάβαμε να την χαρούμε, αλλά αντίγραφα από πολλά από τα βιβλία αυτής τής βιβλιοθήκης κυκλοφορούν σε ιστοτόπους σχολείων κλπ. Όρεξη να έχει να ψάχνει κανείς και όλο και κάτι θα βρει. Κάπου, ανάμεσα στις εικόνες, υπάρχει και μία από το Νέον αλφαβητάριον διά τα Ελληνόπουλα του Εθνικού Κήρυκος, από το 1930, που παρουσιάσαμε παλιότερα.

01

Πατήστε εδώ για να δείτε τις υπόλοιπες εικόνες

Χριστουγεννιάτικες ευχές 2.

Χριστουγεννιάτικες ευχές, μέσα από κάρτες περασμένων δεκαετιών, με εικόνες που αρέσουν σε όλους και φέρνουν στο νου αγνές εποχές.

60s xmas (10) 60s xmas (11) 60s xmas (12) 60s xmas (13) 60s xmas (14)

Για το Comics Trades 2013–2014

Γιώργος Σ. Κοσκινάς

Άδεια Creative Commons
Αυτή η εργασία χορηγείται με άδεια Creative Commons Αναφορά Δημιουργού-Μη Εμπορική Χρήση-Όχι Παράγωγα Έργα 3.0 Μη εισαγόμενο .

Οταν πέφτει ένα αστέρι κάνω μια ευχή

Μέσα από τους δύσκολους καιρούς και τις αντίξοες συνθήκες διαβίωσης, που περνά ο Έλληνας, ξεπροβάλει μια ηλιαχτίδα αισιοδοξίας από ένα κόσμο μαγικό! Από τους ήρωες του Comics Trades, από τους ήρωες εμάς και εσάς, που κρατάμε  ζωντανούς τους κόσμους του εικονογραφημένου σε άλλες διαστάσεις αθωότητας και παιδικού αυθορμητισμού!

Θα  ήθελα να ευχηθώ σε όλους και όλες, φίλους και φίλες του Comics Trades, καλά  Χριστούγεννα  και υγεία πάνω από όλα, αλλά και απύθμενη φαντασία για δημιουργία!

Φίλε Corto, keep walking!!!Shooting_star[1]

Σπίθες…

20 ct

Λαξεύοντας του χρόνου τα λιθάρια, ξεπροβάλουν σχήματα, μορφές, ουράνια τόξα… Σπίθες από της μνήμης τη φλόγα, ενώνουν τις φωνές, φτιάχνουν φωτιές… Ξάφνου, όλο το μέταλλο που θάφτηκε στη γη, πετάγεται με μιας ψάχνοντας το μαγνήτη…

Γεννηθήκαμε μέσα στη ζεστασιά της φαρέτρας, πριν ο άνεμος μας δώσει τροχιά… Πριν γενούμε βέλη στης ζωής τα πέρατα  καρφωμένα… Ακίνητα, με τα φτερά να μαδούν στα καλοκαίρια… Ψυχές σα μαργαρίτες, στης αιτίας τα φτερά, στης αφορμής το ταξίδι, στο φεύγα του ματιού, στης δίψας τη σταγόνα…

Σε μια στροφή του χρόνου, σε ένα από εκείνα τα απροειδοποίητα βλέμματα που ρίχνει πάνω μας, που σε κάνει να νομίζεις ότι ζεις ξανά το ίδιο σκαρφάλωμα στο βουνό, ότι αντικρίζεις τον ίδιο ορίζοντα,  το ίδιο γαλάζιο του ουρανού, πατάς τα ίδια ξερά φύλλα του χειμώνα, η μνήμη μένει μετέωρη, σαν τον θεατρικό από μηχανής θεό και πασπαλίζει λίγη απ` την αστερόσκονη του «θείου Γουώλτ». Είναι αυτοί οι αόρατοι κόμποι που μας κρατούν δεμένους μ` ότι ζήσαμε και που πάντα θα σέρνουμε στο διάβα μας. Σαν αλυσίδες μυστικές, του καθενός που ορίζουνε τη ρότα. Κι αν ο σαλτιμπάγκος ξεγελά με γκριμάτσες το νου, εκείνος ο χωρατατζής που ξέρει να θολώνει τη σκέψη χαρίζοντας λησμονιά, σα χαρτοπόλεμο σκορπισμένη ολούθε, πάντα μένει η πόρτα μισάνοιχτη πίσω του. Η «επιστροφή» απέχει λίγα μόλις μέτρα. Ώσπου να ξεμακρύνει το βήμα σβήνοντας το γλυκό τούτο μούδιασμα, τα μάτια τραβούν αχόρταγα μέτρα ταινίας. Καταπίνουν εικόνες λαίμαργα, κι έπειτα τις μοντάρουν. Τους δίνουν το τελικό σχήμα.

Ο ήλιος πάλευε να κρατήσει μακριά την παγωνιά, ανοίγοντας διάπλατα το μεγάλο παραθύρι. 17 Δεκεμβρίου, 8 μέρες πριν τα Χριστούγεννα, κι όμως η πόλη δεν έδειχνε να συμμερίζεται την προσμονή των παιδιών. Έμοιαζε χαμένη μέσα στις επικεφαλίδες των ρεπορτάζ, μέσα σε μια λεία και αιχμηρή πραγματικότητα, σαν τα παγοπέδιλα που χαράζουν τον πάγο. Μηχανικά βήματα στα πεζοδρόμια, χαμόγελα που σβήνουν σε σφιγμένες μορφές. Συναισθήματα βαλμένα στον τοίχο, περιμένουν να γυρίσει η μέρα σελίδα. Κάτι απ` το χθες, κάτι απ` το σήμερα, κάτι που ξέμεινε στο ντουλάπι και μπαγιάτεψε. Κι όλα αυτά πίσω απ` τον ίδιο καθρέφτη, εκείνον που στριμώχνονται όλοι να χωρέσουν στην όψη του.

Αναρωτιόμουν τι να με θέλει πρωί – πρωί ο Έκτορας, όταν έσπρωξα την μικρή ξύλινη πόρτα του μαγαζιού. Η μυρωδιά του παλιού που κερδίζει τη μάχη με το καινούργιο, ξεπηδούσε από κάθε γωνιά. Το ξύλο, το γυαλί, το χαρτί, μυρωδιές που ορθώνουν το παράστημά τους αγέρωχα, ζωντανές, έτοιμες να ανοίξουν τα φτερά τους. Ν` απλωθούν παντού. Μέσα από τους λιγοστούς διαδρόμους του παλαιοπωλείου, σκουντώντας σε αιώνες κι εποχές, η θέα του ιδιοκτήτη ξεχώριζε σαν λες κι από φιγούρα του Τζάκ Λόντον. Ένας θαλασσόλυκος στο τιμόνι, που αγωνίζεται να τιθασεύσει τα κύματα.

          Α! Ήρθες! Καλημέρα, καλημέρα! Κάθισε κι έρχομαι αμέσως.

          Να ρωτήσω πού, ή θα ακουστεί συνηθισμένο;

          Το συνηθισμένο μπορεί να περιμένει μια μέρα, γιατί σήμερα έρχεται ο εχθρός του. Η έκπληξη! Καφεδάκι;

          Ξάφνιασέ με και σ` αυτό. Αν είναι να διώξουμε τη ρουτίνα, ας γίνει ολοκληρωμένα.

          Πάντα κεφάτος το πρωί, έτσι;! Ξέρεις, Βασίλη, όσο πιο πολύ αντιστέκεσαι στο απρόσμενο, τόσο πιο εύκολα σε πιάνει στον ύπνο! Να μη το ξεχάσω. Σου βρήκα το κουτάκι που έψαχνες. Εκείνο από τα μπισκότα. Είναι απέναντι από τον Παπαδιαμάντη, στα δεξιά του καθρέφτη.

          Έκτορα, πας γυρεύοντας να σε αφορίσει η λογοτεχνία! Όπως και να`χει, να ξέρεις ότι  εγώ θα σταθώ δίπλα σου στη δίκη! Άλλωστε, τι σόι φίλοι είμαστε;

          Αυτό να μου πεις! Κοίτα να δεις που το`χασα! Μα είναι δυνατόν; Εδώ μπροστά μου ήταν τόση ώρα! Καμιά φορά… δε ξέρω τι να πω.

          Τώρα που το σκέφτομαι, αν άδειαζες το μαγαζί και το`στηνες απ`την αρχή, δε θα`ταν κι άσχημη ιδέα!

          Καλά, κορόιδευε εσύ. Αχά! Το βρήκα! Τώρα θα δεις…

Με τη φράση του να μένει ξεκρέμαστη στο χώρο,  είχε καταφέρει να ξυπνήσει για τα καλά μέσα μου την περιέργεια και κείνη με τη σειρά της να μοιράζει υποθέσεις, πιστή στο καθήκον της ταχυδρόμος. Το μεταλλικό κουτάκι με την ξεθωριασμένη επιφάνεια και τις σκουριασμένες του γωνίες, στριφογύριζε στα χέρια μου. Η δίνη μιας χρονομηχανής… Ήξερα όμως ότι υπήρχε κάτι ακόμη, κάτι διαφορετικό, που περίμενε να δει την αντίδραση μου. Τυλιγμένο σ`ένα κομμάτι χαρτί, με πλησίαζε μαζί με τον Έκτορα και το αινιγματικό του χαμόγελο.

          Στο`να χέρι ο καφές και στο άλλο …το ταξίδι! Μετ` επιστροφής όμως, μη σε χάσουμε κιόλας!

Μ` αυτά τα λόγια, ακούμπησε στο τραπέζι το φλιτζάνι και  το μυστηριώδες εκείνο περιτύλιγμα…

          Τι λέγαμε για τις εκπλήξεις; Χα! Λοιπόν, ας το πάρουμε αλλιώς. Πλησιάζουν Χριστούγεννα και για να γίνει πιο χαρούμενη η διάθεση μας, τι της προσφέρουμε; Ένα μικρό δωράκι! Συμβολικό. Έτσι για να αισθανθούμε τη διαφορά. Αν τώρα μπορούσες να ζητήσεις ένα τέτοιο δώρο, τι θα διάλεγες;

          Κρίνοντας από τον πρόλογο και το ύφος σου,  θα έλεγα χωρίς δεύτερη σκέψη μια ανάμνηση. Κάτι παλιό, ασορτί με το μαγαζί. Με το ταξίδι δεν ξέρω τι σχέση έχει, αλλά αυτό θα μου το πεις εσύ φαντάζομαι, εκτός κι αν κάτω απ`το χαρτί κρύβεις κανένα κασετόφωνο.

          Πάντα ετοιμόλογος! Θυμάσαι το κόμικς εκείνο που λέγαμε τις προάλλες;

          Ποιο απ`όλα;

          Αυτό με τον πειρατή, το καουμπόικο.

          Πειρατής σε καουμπόικο κόμικς; Τα μπέρδεψες λιγάκι, αλλά δε μου κάνει εντύπωση. Αν κοιτάξεις γύρω σου, θα καταλάβεις το λόγο.

          Καλέ μου φίλε, αυτή εδώ η ανεμοδαρμένη καλύβα είναι κληρονομιά του πεπρωμένου μου. Και σ`αυτήν όσοι μπαίνουν, ή τους σπρώχνει ο αγέρας μέσα τους, ή ζητάνε τις δόσεις που τους χρωστάω. Εσύ, σίγουρα δεν είσαι απ`τους δεύτερους.

Τι να αντιτάξεις σε μια τόσο πειστική περιγραφή; Με μια φράση αφοπλιστική, αυθόρμητη, που αντιπροσωπεύει κάθε πιθαμή πάνω σου; Κούνησα το κεφάλι με νόημα.

          Ξέρω για ποιο κόμικς λες. Για κείνο με τον «Σιδερογένη», από μια ιστορία του «Κάπτεν Μίκυ».

          Ναι, αυτό! Κοιτούσες ξανά και ξανά και μουρμούραγες που να τον έχεις δει ξανά. Τη φιγούρα στο σκίτσο. Έτσι δεν είναι; Ε λοιπόν, στο βρήκα!

16 ct

Πριν προλάβω καν να σκεφτώ, αποκάλυψε με μια απότομη κίνηση το περιεχόμενο του χάρτινου δέματος. Τα μάτια μου θα πρέπει να έμειναν ακίνητα για τόσα δευτερόλεπτα, όσα χρειάζονταν για να φτερουγίσουν οι σκέψεις και να φύγουν μακριά… Μπροστά μου κείτονταν ένα μικρό κάδρο, ένα από αυτά που συναντάς στις σελίδες των βιβλίων του Ιουλίου Βέρν, ασπρόμαυρο, μέσα σε μια σκαλιστή, ξύλινη κορνίζα. Ολόιδιος ο πειρατής του κόμικς, σαν να ποζάριζε εκείνος στον σκιτσογράφο, στέκονταν με τα άγρια γένια του και το σκουλαρίκι στο αυτί, ο «Σιδερογένης»! Όσα χρόνια κι αν έψαχνα για περιπτώσεις έμπνευσης των δημιουργών από υπαρκτά πρόσωπα, κάτι παρόμοιο δεν είχα αντικρίσει! Απίστευτο, κι όμως κρατούσα στα χέρια μου την  χειροπιαστή απόδειξη, όσων αναζητούσα! Ήταν σαν να έσβησαν τα σύνορα της πραγματικότητας και τα πόδια μου να πάτησαν στη γη της φαντασίας!

          Τι έχεις να πεις, τώρα; Καλό;

          Μόνο; Που το βρήκες; Ποιος στο`δωσε;

          Δεν έχουν σημασία αυτά. Αυτό που μετράει είναι το απρόβλεπτο, το απίθανο, όταν σου χαμογελάει και σε στριμώχνει και σένα και την αμηχανία σου στη γωνία. Όταν σου αποδεικνύει πως δεν είναι όλα γραμμένα, υπολογισμένα, βαλμένα σε καλούπια. Κι αυτό είναι ζωγραφισμένο στο πρόσωπο σου.

          Ναι. Έτσι είναι. Δεν το περίμενα ποτέ να συμβεί κάτι τέτοιο, Έκτορα. Είναι μοναδικό! Δείχνει παλιό. Δεν μοιάζει για αντιγραφή.

          Να σου πω την αλήθεια, αυτό δεν το ξέρω. Η κορνίζα είναι παλιά, σίγουρα. Το πορτρέτο όμως …μπορεί και να είναι πιο πρόσφατο και απλά να το πρόσθεσαν μετά. Όπως και να`χει, τον πειρατή σου εσύ τον βρήκες.

Τα λόγια του ακούγονταν πάνω απ`τα βήματά μου, καθώς διάβαινα το λιθόστρωτο δρομάκι. Ούτε που το κατάλαβα ότι έφτασα σπίτι. Εκείνη η διαδρομή θα πρέπει να χάθηκε απ`το μυαλό μου, όπως το κύμα σβήνει τη γραφή στην άμμο. Το παράξενο ναυάγιο, που ξέβρασε κάποιο καπρίτσιο της μοίρας στα χέρια μου, μαρτυρούσε ότι δεν ονειρεύτηκα και πως ό,τι έζησα ήταν αληθινό. Η αντιπαράθεσή του με την κιτρινισμένη σελίδα του κόμικς, αποτέλεσε μια ακόμη μεγαλύτερη δόση έκπληξης. Στο τρίτο καρέ, ο πειρατής ήταν αυτός που εικονιζόταν στον μικρό πίνακα. Παρατήρησα τις δύο εικόνες για πολλή ώρα, ψάχνοντας να βρω διαφορές. Υπήρχαν αλλά ήταν ασήμαντες. Τα ακούμπησα και τα δύο σ`ένα ράφι της βιβλιοθήκης και αφέθηκα σε ατέλειωτους διαλόγους με το νου, μέχρι που η μέρα κύλισε απ`έξω και σκόνταψε στο μεσημέρι.

18 ct

Τα χρώματα άλλαξαν, το πορτοκαλί μπερδεύτηκε στο γκρι, οι σκεπές ξαμόλησαν τις σκιές τους στην αυλή και ο δίσκος γρατσούνισε κάποιο τζαζ αυλάκι…  Μια αρμονία λικνιζόταν  αργά, σέρνοντας τα βήματά της, τραβώντας παράλληλα το φθαρμένο πανωφόρι της μελαγχολίας. Κλωστές και νότες…

Κι όμως, κάτι σαν να έλειπε από αυτή την συγκυρία, από το σμίξιμο του σκίτσου και της ζωγραφιάς…  Κάτι που τόνιζε την αυταπάτη, που απομυθοποιούσε την χαρά της ανακάλυψης. Να ήταν το ανικανοποίητο, που δεν αφήνει το βιβλίο να τραβήξει τον σελιδοδείκτη; Ή μήπως το σαράκι της αμφιβολίας, έρμαιο στην ανάσα της μοίρας, έβρισκε τον τρόπο να απαγκιστρωθεί; Ότι κι αν ήταν, έμελε να φανερωθεί στο δωμάτιο, λίγες σκέψεις μετά …

Τα φωτάκια του Χριστουγεννιάτικου δέντρου αναβόσβηναν ρυθμικά, κάνοντας τις μπάλες να φαντάζουν βουτηγμένες σε χρώματα μαγεμένα. Χρυσαφί του πράσινου στη δύση του μωβ, ασημί του κόκκινου στο ανέβασμα του μπλε… Αστέρια και χρώματα…

Ο «Σιδερογένης» στεκόταν βλοσυρός μέσα στη φορεσιά του, με τα χείλη έτοιμα να ξεστομίσουν διαταγές στο πλήρωμα της γαλέρας. Το ίδιο φοβερός όσο κι η σιγή του. Θαρρείς και κρατούσε με δυσκολία τις λέξεις πίσω απ`τα δόντια. Παρατηρώντας λίγο πιο προσεχτικά, μπόρεσα να βρω μια διαφορά μεταξύ των δύο. Ο ένας, ο βλοσυρός του πίνακα, είχε πίσω του ένα πολυέλαιο, λεία από κάποιο κούρσεμα, ενώ ο άλλος, ο χάρτινος των παιδικών μου χρόνων, μάλλον δεν τον θεώρησε απαραίτητο και πόζαρε στο σκιτσογράφο δίχως φώτα και περιττές πολυτέλειες. Η όψη του «αιχμάλωτου» στην κορνίζα πειρατή ένοιωθα να με διαπερνά με ένα βλέμμα γεμάτο περιέργεια. Σαν να προσπαθούσε να με αποκρυπτογραφήσει. Την ακούμπησα στο ανοιχτό παράθυρο, δίπλα στο φως του πορτατίφ, θέλοντας ίσως να ξορκίσω τα δαιμόνια του μυαλού του, να αποδυναμώσω τη φοβέρα κάτω απ` τα γένια. Οι πρώτες παγωμένες ψιχάλες ξεκίνησαν να κατηφορίζουν στα κεραμίδια, την ίδια στιγμή που ο Les Baxter και οι εξωτικές του μελωδίες, αγκάλιαζαν το δωμάτιο…

17 ct

Βυθισμένος στη νοσταλγία του ήχου και της εικόνας, μέσα σε μια γλυκιά ζάλη λήθης που κατέβαινε στο λαρύγγι καίγοντας τον ουρανίσκο όπως το παλιό κονιάκ, χαμογέλασα στο πεισματάρικο κούτσουρο της επιθυμίας, που χρόνια τώρα ακούει πάνω του το πριόνι να του αφαιρεί τη σάρκα, αλλά πάντα καταφέρνει να την γεννά ξανά. Κι έμπνευση πάλι, εκείνη η γριά με το μαντήλι στο κεφάλι, γειρτή από τα χρόνια και τα βάσανα, που σηκώνει καλάθια μοίρες με μια δύναμη ανεξάντλητη, με περίσσιο κουράγιο, τι ξωτικά είναι αυτά που βρήκε μπροστά της; …

Ξάφνου, τα μάτια τεντώθηκαν θαρρείς έξω απ`τις κόγχες τους! Ποτάμια χρώμα κατέβαιναν απ`τον φυλακισμένο «Σιδερογένη» και γίνονταν χείμαρροι αγριεμένοι, κύματα που χτυπούσαν τα σωθικά της ξύλινης κορνίζας! Μια θύελλα που λυσσομανούσε και απειλούσε να καταπιεί το αγριεμένο κουφάρι και το πλοίο του! Υπνωτισμένος, ένας Νέρωνας στην καταιγίδα του χαμένος, καμάρωνα το ναυάγιο. Μέχρι που βρήκα τη δύναμη να πάρω τα βήματά μου απ`την καρέκλα και να τραβήξω τον πίνακα, έμοιαζε σαν το κλάμα του ουράνιου τόξου… Το χρώμα κυλούσε στα δάχτυλα, στο πάτωμα, σ`όλη τη διαδρομή ως το γραφείο, αφήνοντας τα δικά του σημάδια σε ένα δρόμο που θα`μενε ζωντανός για πάντα…

Κάποιες τέτοιες σταγόνες, κύλησαν και στο εικονογραφημένο αντίγραφο. Ανεμομαζώματα, της μνήμης καμώματα – στην κάπα του χρόνου αχνά αρώματα… Ίσως το μυστικό δεν έπρεπε να φανερωθεί, να μη χαθεί η μαγεία, σκέφτηκα. Ο άνεμος ίσως να`χε σβήσει τη φλόγα στο κεράκι της ματαιοδοξίας. Τα συναισθήματα μπορεί να είναι πιο δυνατά από τις πράξεις, όμως αυτά που τις υπαγορεύουν έχουν να κάνουν με τα «θέλω», με τους εγωισμούς του καθενός. Η ανάγκη να μείνει κάτι παραπάνω στα χέρια μας… Παραπάνω απ`ό,τι μας αντιστοιχεί… Κι όμως, το δικό μου εκείνο παραμύθι, το όνειρο που φτερούγισε μαζί μου, δεν είχε απομακρυνθεί ακόμα…

19 ct

Ξάφνου, τα μάτια τεντώθηκαν θαρρείς έξω απ`τις κόγχες τους! Ποτάμια χρώμα κατέβαιναν απ`τον φυλακισμένο «Σιδερογέννη» και γίνονταν χείμαρροι αγριεμένοι, κύματα που χτυπούσαν τα σωθικά της ξύλινης κορνίζας! Μια θύελλα που λυσσομανούσε και απειλούσε να καταπιεί το αγριεμένο κουφάρι και το πλοίο του! Υπνωτισμένος, ένας Νέρωνας στην καταιγίδα του χαμένος, καμάρωνα το ναυάγιο. Μέχρι που βρήκα τη δύναμη να πάρω τα βήματα μου απ`την καρέκλα και να τραβήξω τον πίνακα, έμοιαζε σαν το κλάμα του ουράνιου τόξου… Το χρώμα κυλούσε στα δάχτυλα, στο πάτωμα, σ`όλη τη διαδρομή ως το γραφείο, αφήνοντας τα δικά του σημάδια σε ένα δρόμο που θα`μενε ζωντανός για πάντα…

Το περιοδικό, ανοιχτό στη σελίδα την τόσο γνώριμη περιπέτεια, κρατούσε μέσα σε ένα καρέ τον επίλογο… Δεν είχε καταστραφεί από την εισβολή εκείνη του χρώματος, ότι εντελώς και δεν έδειχνε τόσο παράταιρο. Μια μοναδικότητα είχε χτίσει τη φωλιά της εκεί μέσα. Και, ως δια μαγείας, ο «Σιδερογένης» είχε κληρονομήσει κάτι από τον μοχθηρό συγγενή του στον πίνακα. Πίσω απ`τα αγριεμένα του μαλλιά, κάτι απρόσμενο είχε βρει καταφύγιο. Ο πολυέλαιος, είχε σχηματιστεί από τις σταγόνες χρώμα! Ήταν απίστευτο, ή μήπως της θέλησής μου το βιβλίο δεν είχε ακόμη φτάσει στην τελευταία σελίδα;

Όπως οι σπίθες που ακανόνιστα σχήματα πλάθουν, φεύγοντας με ορμή προς κάθε κατεύθυνση, έτσι σκορπούν και τα βήματα που μας επιτρέπει ο χρόνος να κάνουμε πίσω. Διαρκούν τόσο όσο μια φευγαλέα ματιά, όσο αντέχει η μικρή φωτοβολίδα μέχρι να σβήσει την τροχιά της και να χαθεί… Όσο μια σπίθα, μια στιγμή, μια σκέψη, ένα πετάρισμα στο βλέφαρο, μια σταγόνα στις σελίδες ενός κόμικς… Παρ`όλα αυτά, προλαβαίνει να γίνει δώρο πολύτιμο, μια παλιά φωτογραφία που ζωντανεύει κι αρχίζει το χορό, βγαίνει από το ασπρόμαυρο και ντύνεται στο χρώμα. Εκείνη η φωτογραφία, εκείνη η σπίθα, ήταν ένα στολίδι στο Χριστουγεννιάτικο δέντρο που έβγαζε από μέσα του αυθορμητισμό και ευδαιμονία. Έστω για μια στιγμή, στράβωσε τα ρολόγια και έκανε τους δείκτες τους ξωτικά, με μεγάλα πράσινα καπέλα, παραδομένα στο ρυθμό της μουσικής.

Στον παιδικό μου φίλο Αλέκο, που μας άφησε για να διαβάσει μόνος του κόμικς, πάνω στο βαθύ γαλάζιο, εκείνο  που νομίζαμε κάποτε ότι πηδώντας θα μπορούσαμε ν`αγγίξουμε.

Για το Comics Trades 2013–2014

Γιώργος Σ. Κοσκινάς

Το παρακάτω κείμενο αποτελεί μέρος του βιβλίου «Κόμικς & Γιρλάντες» και δημοσιεύεται στο Comics Trades με την μορφή προ – δημοσίευσης σε αποκλειστικότητα, με την συγκατάθεση του δημιουργού και του εκδότη. Είναι κατοχυρωμένο πνευματικά στον δημιουργό. Κάθε μορφή αναδημοσίευσής του, μέρους ή ολόκληρου, καθώς και των φωτογραφιών, που περιέχει, τις προερχόμενες από το προσωπικό αρχείο του δημιουργού, επισύρει τις προβλεπόμενες από το νόμο σχετικές κυρώσεις περί καταπάτησης πνευματικής ιδιοκτησίας. Μάρτιος 1993 – νομοθετική διάταξη υπ’ αριθμόν 2121.

© 2013 Γιώργος Σ. Κοσκινάς

Αρέσει σε %d bloggers: