Advertisements

Αρχεία Ιστολογίου

ΜΙΚΡΟΣ ΣΕΡΙΦΗΣ ΤΕΥΧΟΣ 1469

«Αυτό εδώ κάτι μου θυμίζει…», πιάνω τον εαυτό μου να μουρμουρίζει με έκπληξη.

Ήταν σε μια κούτα με εργαλεία από το παλιό αυτοκίνητο του πατέρα μου. Ένας θεός ξέρει πώς κατέληξε εκεί μέσα. Έχει πάρει μέχρι και την μυρωδιά του αυτοκινήτου. Μόνο που το μυρίζω νομίζω ότι βρίσκομαι μέσα σε αυτό, παιδάκι, όπως τότε.

Παρατάω την άχαρη δουλειά της διαλογής και αρχίζω να το περιεργάζομαι με ενδιαφέρον. Πρέπει να πετάξω αρκετή σαβούρα από την αποθήκη του πατρικού, αλλά δυο στιγμές ανάπαυλας δεν θα κάνουν τη διαφορά.

Πολύ σύντομα πάντως θυμάμαι πού το έχω πρωτοδεί.

Ήταν όταν είχα πάει με τον πατέρα μου σε εκείνο το κτήριο. Εκεί ήταν μαζεμένος αρκετός κόσμος -μεγάλοι και παιδιά- που κοίταζε με ενθουσιασμό το ίδιο πράγμα, αυτό δηλαδή που είχε κάνει και τον πατέρα μου να με πάρει μαζί του για να το δούμε παρέα.

Πόσο περίεργο να το βλέπω και πάλι μπροστά μου!

Είναι σαν τότε, σε εκείνη την εκδήλωση του Hard Rock Café  στην Φιλελλήνων.

‘’Μικρός Σερίφης τεύχος 1469. Το κόκκινο βουνό’’, γράφει επάνω.

Έχουν περάσει τριανταπέντε χρόνια από τότε…

Κοιτάζω πεταχτά το κείμενο με τις περιπέτειες του Τζίμυ Άνταμς και της παρέας του και μού φαίνονται οικείες. Μικρός πρέπει να το έχω διαβάσει μερικές φορές.

Άραγε υπάρχει πουθενά κανένα τεύχος ακόμα να διαβάσω και καμία άλλη; Αναρωτιέμαι.

Για μια στιγμή πιστεύω ότι κάτι τέτοιο πρέπει να είναι απίθανο εν έτει 2048.

Δεν μπορεί, τα καλά πράγματα δεν εξαφανίζονται τόσο εύκολα, σκέφτομαι.

Και ξαφνικά θυμάμαι κάτι επιπλέον…

«Θα ρωτήσω στο ίδρυμα Σοφία», μονολογώ.

Ικανοποιημένος λοιπόν που βρήκα τη λύση στο λεπτό, επιστρέφω στη δουλειά μου.

 Παρόλα αυτά δεν σταματάω να σκέφτομαι το τεύχος και το σχέδιό μου να βρω και άλλα τέτοια διαμαντάκια.

Βέβαια – και πριν απ’ όλα– μην ξεχάσω να το δείξω στο γιο μου.

Του Velle (Βασίλης Μαρκουίζος).

 Οι εικόνες του άρθρου, είναι από το

http://mikrosserifis.blogspot.com/

Περισσότερες πληροφορίες για την εκδήλωση, μπορείτε να ζητάτε στο

http://www.sofia-foundation.gr/anakoinoseis.asp

Advertisements

ΕΝΑ ΚΑΡΕ ΧΙΛΙΕΣ ΛΕΞΕΙΣ! 3.

Ακόμη ένα καρέ, με την δύναμη της εικόνας να υπερνικά αυτήν των λέξεων. Βγαλμένο από την κορυφαία κωμική γουέστερν – δημιουργία, τουλάχιστον επί χάρτου. Διαχρονικό και αυτό, ανήκει στα κόμικς που θα συναντήσετε στις περισσότερες συλλογές παγκοσμίως. Αλλά τι σας τα λέω όλα αυτά τώρα, αφού κοιτάζοντας το θα σιγοψιθυρίζετε, «αυτό έλειπε, να μην έχουμε Λούκυ Λούκ!». Ο καουμπόι που τραβούσε πιο γρήγορα από την σκιά του, έτοιμος να το αποδείξει για άλλη μια φορά, από το εσωτερικό πάνελ της ιστορίας «Ο αυτοκράτορας Σμιθ»(Π. Στρατίκης – 1977).

Δείτε όλα τα καρέ, που επιλέγουμε για σας κάθε Τρίτη, συγκεντρωμένα εδώ.

ΑΓΑΠΗΜΕΝΑ ΤΕΥΧΗ ΚΟΜΙΚΣ 22. «ΛΟΥΚΥ ΛΟΥΚ» ΤΕΥΧΟΣ 38 «ΤΟ ΚΑΝΥΟΝ ΤΩΝ ΑΠΑΤΣΙ»

Η αξία, αυτή που δίνουμε σε όσα μας περιβάλλουν, είτε είναι στιγμιότυπα με την μορφή αντικειμένων που κρύβουν μνήμες, είτε όλα όσα επιλέγουμε να αποτελούν τους θησαυρούς μας, τροφή στη φαντασία με χρυσές αμμουδιές και κατακόκκινα κοράλλια, είναι πάντοτε στηριγμένη στο δεκανίκι μιας άτυπης βαθμολογίας, με κριτήρια την αντοχή στο χρόνο, τα ταξίδια στα νεφελώδη, ανεξερεύνητα σύμπαντα, το πόσο γρήγορα μπορούν να καλυφθούν στο καβούκι τους, όταν ξεμυτίζει η πρώτη φοβέρα. Αυτές οι αξίες είναι γραμμένες με ανεξίτηλο μελάνι και φανερώνονται με λίγες σταγόνες λεμόνι. Είναι τα προσεχτικά κρυμμένα απωθημένα, όσα έμειναν σκέψεις, αυτές οι βουτιές στη μπάλα που δεν έφεραν αποτέλεσμα. Δεν την εμπόδισαν να περάσει τη νοητή γραμμή του τέρματος, αυτήν που οριοθετούσαν μια πέτρα και ένα καπέλο θαλάσσης… Δεν είναι όλες το ίδιο. Έχουν καρτελάκια σαν τιμές σε ράφια με παιγνίδια. Είναι καλά βαλμένες στον τοίχο με τα ενθύμια και τα μπιμπελό του σπιτιού. Αυτά που φέρνουν στο νου συνεύρεση σε βαπτίσεις, γενέθλια, οικογενειακές στιγμές, ένα μεταλλικό κουτάκι από παλιές καραμέλες για το λαιμό… Είναι το χθες και το σήμερα, σε μια αξιολόγηση που υπαγορεύει το τρεμούλιασμα του χεριού, όταν μέσα από κάθε ένα χτύπο της βροχής στο τζάμι, έρχεται η επιθυμία να ανοίξει το παράθυρο… Το ότι μπορούν να συνυπάρχουν σαν τα αταίριαστα σε ύψος βάζα στην κουζίνα, τους δίνει αυτόν τον ακανόνιστα απαραίτητο λόγο ύπαρξης στη ζωή μας. Αφού εκείνα δεν έχουν αντίρρηση, ούτε ακόμη και με την σειρά που τα απλώσαμε, γιατί να έχουμε εμείς; Αφού το ίδιο σημαντικά είναι για την τρικλοποδιά στην μονοτονία, για το αυθόρμητο, ξαφνικό χαμόγελο, γιατί να χωριστούν σε στρατόπεδα; Έτσι, με τον άνεμο να παλεύει να σβήσει τη φλόγα του κεριού, κι εκείνο να χορεύει αλλόκοτα προς κάθε κατεύθυνση, πότε ανεβαίνοντας ψηλά και πότε σκύβοντας το κεφάλι για να δώσει μια νέα φιγούρα, μαθαίνουμε να αφαιρούμε τις χρωματιστές μπάλες στον μικρό πίνακα αριθμητικής, κάνοντας τις πράξεις που θα τα χωρέσουν όλα σε μια άσκηση. Και τα φθαρμένα και τα καινούργια. Επιτέλους συμφιλιωνόμαστε με τα μαθήματα που πάντα φρενάριζαν το μυαλό μας και βγάζανε την γεμάτη φόβο αμηχανία. Δίνουμε χειραψία με τον χρόνο και κρεμάμε ρυθμικά τους χτύπους της καρδιάς στον καλόγερο, μαζί με τα πανωφόρια… Κάθε φορά που ένα απ` αυτά κάθεται στους ώμους μας, η αξία που είναι πλεγμένη στους κόκκους του υφάσματος του, παίρνει κι από ένα άλλο σχήμα. Πότε κολλάει πάνω μας, πότε μας φοράει επιβάλλοντας την προσωπικότητα της και καμιά φορά θέλει να φύγει βιαστικά, νοιώθοντας τη λάθος χρήση… Προσπαθώντας να μας πει κάτι… Ένα καμπανάκι μελωδικό, σε ρόδινα φτερά πεταλούδας, που αφήνει μικρά αστεράκια στα μάτια. Μικρά και λαμπερά. Που αναβοσβήνουν για λίγες στιγμές και μετά χάνονται. Αν πρόλαβες να ερμηνεύσεις το ψιθύρισμα τους, χαμογελάς με νόημα και διαλέγεις άλλο πανωφόρι. Αν όχι, …τα βάζεις με τις αξίες, που ποτέ τους δεν μπορούν να αισθανθούν τις ανάγκες σου, το πόσο σημαντικό είναι τραβήξεις το χερούλι της εξώπορτας και να βγεις έξω με φόρα. Δίχως να χρειάζεται να δικαιολογήσεις τίποτα. Χωρίς εξηγήσεις. Κι αυτές, τόσο ανεξήγητα μένουν στην ίδια θέση, για να σου υπενθυμίζουν ότι όλα κυλάνε μέσα από τις ρόδες της προτεραιότητας, στο ξύλινο της ξεχαρβαλωμένο κάρο, που κατηφορίζει τρεκλίζοντας στης ζωής σου το πλακόστρωτο… Αξίες και προτεραιότητες. Η προτεραιότητα της αξίας. Η αξία της προτεραιότητας. Μια άσκηση που δεν λύνεται με τίποτα. Πάντα βγάζει το ίδιο αποτέλεσμα, κι ας περνάει ανάμεσα από χίλια μύρια κλάσματα, πολλαπλασιασμούς και διαιρέσεις… Και ξαφνικά, όλα μπερδεύονται τόσο πολύ πάνω στο τετράδιο, που δεν ξεχωρίζει το τέλος κι η αρχή… Όλα μοιάζουν να έγιναν από τον ίδιο πηλό, ψημένα στην ίδια θερμοκρασία, με το ίδιο στόμιο και χερούλι… Και το χειρότερο; Δείχνουν να αδιαφορούν για τα σχήματα που ετοιμάζεσαι να τους δώσεις στο πλάι, με το πινέλο βουτηγμένο στο χρώμα… Γιατί η αξία είναι πάντα ασπρόμαυρη σαν έννοια και κολυμπάει ανέμελα στον ωκεανό της μνήμης… Δεν την αγγίζουν τα δίχτυα του ψαρά. Δεν μπερδεύει τα πτερύγια της σε κείνα. Μόνο το κεφάλι βγάζει που και που για ανάσες. Και τότε, κάτω από τα χωρατά του ήλιου και τα πορτοκαλί φωτοστέφανα, νομίζεις ότι την βλέπεις να πνίγεται σε μια τρικυμία χρώμα. Είναι όμως απλά και μόνο η δική σου λαχτάρα, που γεννά τις οφθαλμαπάτες. Η βιασύνη μέσα από μια νέα αξιολόγηση, να παραμερίσεις όλους τους περιττούς διαβάτες απ` το πέρασμα σου και να πηδήξεις στο τελευταίο σκαλί. Να γευτείς το τράνταγμα ξανά των ποδιών, καθώς αψηφούν τους κανόνες. Να αφήσεις τη θέληση να καθοδηγήσει την σειρά, όπως τότε. Πρώτα η απόλαυση, κι έπειτα οι συμβιβασμοί. Κι αν μείνει λίγος χρόνος πριν την καληνύχτα, επιστροφή στα ατέλειωτα και αστείρευτα σε έμπνευση, «θέλω»…. Όμως, έχουν πλατύνει τόσο πια τα σκαλοπάτια αυτά, σαν τα πόδια που δεν χωρούν στα παλιά παπούτσια, κι έτσι το σάλτο δείχνει αδύνατο… τρομαχτικό… αποτελεί ανυπέρβλητο εμπόδιο…

Τότε τα θέλαμε όλα και αρκούμασταν στα ελάχιστα. Σήμερα η λαιμαργία μας καταπίνει ακόμη κι αυτά που δεν γνωρίσαμε. Που δεν τα είδαμε καν. Τα στριμώχνει σε βιτρίνες και με περίσσιο καμάρι απαγγέλει με στόμφο τα ονόματα τους, σαν να δείχνει στους επισκέπτες του μουσείου τα αρχαιολογικά ευρήματα. «Δείτε τι βρέθηκε. Γνωρίστε την αξία του. Μάθετε από αυτό. Εκτιμείστε το» Ανούσιες σειρήνες ματαιοδοξίας, που εκπορεύονται από τις μέρες της άσβεστης δίψας. Ζουν ζητώντας παραπάνω. Επιμένουν να κάθονται στην κορυφή ενός βουνού προτεραιότητες, που είναι ανώφελα φτιαγμένο στον πάγο και θα λιώσει με τις πρώτες ζέστες του Ιούνη. Τότε ήταν σπίθες χαράς στον άνεμο, πάνω από τις φωτιές του Άη Γιάννη. Σήμερα είναι μια σειρά από καλά επεξεργασμένα dvd, αρχειοθετημένα στο έπιπλο κάτω από το στερεοφωνικό. Δουλειά τους είναι να ξεπαγώνουν στιγμές και συναισθήματα, αλλά διαρκώς απομακρύνονται από αυτά που κάποτε ήταν αρκετά για να ανθίζουν χαμόγελα. Από αυτά που πραγματικά χρειαζόμασταν. Από τις ίδιες τις αξίες ξεμάκρυναν και όλο χάνονται στον ορίζοντα τους. Τελικά, αυτά τα λίγα που γίνονται πολλά στα μάτια του καθενός, στο ραγισμένο σκαλί που τυλίγουν τα αγριόχορτα, δεν είναι παρά η άλλη πλευρά του ίδιου νομίσματος, που ποτέ δεν είχαμε δώσει σημασία στην όψη της. Που ποτέ δεν της είχαμε αποδώσει την αξία που της αναλογούσε. Ήταν ανύπαρκτη σαν προτεραιότητα. Όμως όταν ζαλιστεί για τα καλά το κέρμα και αφεθεί στο γήινο μαγνήτη δεχόμενο τη μοίρα του, αυτήν του αναποδογυρίσματος, τότε αντικρίζουμε μια επιφάνεια ακριβώς αντίθετη με το αλαζονικό «όλα δικά μου», που μέχρι εκείνη τη στιγμή κυριαρχούσε στο νου. Βλέπουμε ότι γνωρίζαμε από πριν σαν ύπαρξη, αλλά δεν θέλαμε να δεχτούμε. Εκείνα τα «όλα», είναι … ένα «τίποτα»! Όλος αυτός ο κόπος και η αφοσίωση στον εγωιστικό δοκιμαστικό σωλήνα, όλα αυτά τα πειράματα, είναι …στιγμές στον άνεμο! Ότι σε δένει, με όσα έχεις ανάγκη να σε κρατούν στο αρμίδι τους δεμένο, είναι πολύ πιο λίγα απ` αυτά που οι φόβοι σε οδηγούν να συγκεντρώσεις ολόγυρα σου, κάνοντας απλά κύκλους στο νερό… Η αξία περνάει κι απ` το πιο στενό φυσοκάλαμο, από την πιο μικρή τρύπα στο ξύλινο δάπεδο. Χωράει σε μια δαχτυλήθρα λαχτάρα. Χάνεται μέσα στο πλήθος, σβήνει κάτω απ` το κύμα, σα κάστρο που χτυπήθηκε απ` τα θεμέλια… Το «όλα» πάντα θα είναι ένα «τίποτα», ή στην καλύτερη περίπτωση ένα τόσο δα «κάτι». Κι όσο αυτό δεν θα μεγαλώνει μέσα στο στήθος μας, τόσο τα πνευμόνια θα γεμίζουν με οξυγόνο ικανοποίησης. Ελεύθερα από τα δεσμά των εγωισμών, με μακρινή σκέψη και βλέμμα ονειροπόλο… Με τις αξίες και τις αταξίες να παίζουν «σπασμένο τηλέφωνο», κάτω από το αινιγματικά χαμογελαστό πρόσωπο της αφέλειας… Στο ύψος της αλήθειας του αναστήμετρου, ενός κιτρινισμένου τεύχους «Μίκυ Μάους»…

Από τα κόμικς που διαβάσαμε μικροί, υπάρχουν κάποια με διαφορετική αξία για τον καθένα. Άλλα ψηλά και άλλα πιο χαμηλά στο μπόι, ανάλογα με τις εποχές και το δικό μας ανάστημα. Ψηλώναμε και αυτά χαμήλωναν, μέχρι που πια γίνονταν τόσο μικρά, ασήμαντα. Μια λογική εξέλιξη ίσως. Παρ` όλα αυτά, μερικά κατάφεραν να διατηρήσουν πολλά από όσα σήμαιναν, πολλά απ` όσα έκλεισαν στις σελίδες τους. Από όσα σηματοδότησαν σαν αλλαγές επάνω μας. Ήταν γιατί η απόκτηση τους περνούσε από μεγάλες δυσκολίες, που όπως τα βατόμουρα μέσα στους βάτους, έτσι κι αυτά άφηναν γρατζουνιές πίσω τους, για να μαρτυρούν την αποφασιστικότητα που σημάδεψε τα πρόσωπα. Την προσπάθεια, την θέληση και την επιθυμία. Τα «μεγάλα», όπως τα αποκαλούσαμε λόγω σχήματος, ήταν αυτά τα εικονογραφημένα που δεν έβρισκες εύκολα στα παιδικά δωμάτια, στα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του`70. Ήταν μια διαρκής πρόκληση, αλλά και διακαής πόθος για πολλούς από εμάς, που τα χρώματα στα εξώφυλλα τραβούσαν τα βλέμματα μας σα μαγνήτης. Πιο ακριβά σε τιμή, άρα και σχεδόν απαγορευτικά για να τα διαβάσουμε. Συνήθως έπεφταν στα χέρια μας με ανταλλαγές, ή όταν επιλέγαμε τον δανεισμό εκείνον, που τις περισσότερες φορές ήταν κι …αγύριστος! Περίεργο, αλλά δεν θυμάμαι η γκρίνια κανενός μας να κράτησε πάνω από μια – δύο ώρες, σε εκείνες τις περιπτώσεις, ενώ η «κακία» έσβησε ακαριαία. Πώς να κρατήσεις «κακία» σ` αυτούς που σε συντρόφευαν στο παιγνίδι; Εκεί κάπου περάσαμε σε μια άλλη περίοδο της σχέσης μας με την αξία. Ήταν οι στιγμές που την προσπερνούσε η φιλία, για χάρη της οποίας όλοι μας χάσαμε κόμικς, όχι όμως και τους φίλους. Πολλές φορές η τύχη έπαιζε το δικό της ρόλο και τότε κάποιο από εκείνα τα τεύχη κατέληγε στα χέρια μας. Οι συγκυρίες και  το timing, το οδηγούσαν σε εμάς, όταν δεν το είχαμε καν στο μυαλό σαν σκέψη. Ή νομίζαμε ότι δεν το είχαμε… Ένας άλλος τρόπος για να αποκτήσουμε εκείνα τα «μεγάλα», ήταν ετεροχρονισμένα, στα καταστήματα που πουλούσαν μεταχειρισμένα, με το μισό κόστος τους σε δραχμές. Γνωστή διαδρομή για όλους μας τότε και λιγότερο επώδυνη οικονομικά. Βέβαια, όταν κρατούσες ένα τέτοιο τεύχος στα χέρια, πολλές φορές έκανες και μερικές σύντομες πράξεις αριθμητικής στο μυαλό, όπως για παράδειγμα ότι 5Χ1=5. Το ταληράκι μπορούσε να σου δώσει πέντε μικρά τεύχη, αντί για ένα από εκείνα τα μεγαλύτερα. Τότε ήταν που έρχονταν οι πειρασμοί και παίζανε κλοτσοπατινάδα στο κεφάλι, κάνοντας μεγάλη φασαρία. Πολλοί μετάνιωναν και επέστρεφαν στην λογική των περισσότερων και φθηνότερων. Σε μια σειρά  τέτοια διλλήματα μπαίνοντας,  γνωρίσαμε την ύπαρξη του «Αστερίξ», σε παλιές εκδόσεις από το 1969, ή το «Βέλος», τον «Μικρό Σερίφη» που διάβαζαν οι μεγάλοι, τον «Ροκ» και φυσικά τον «Λούκυ Λούκ». Το καουμπόι που πυροβολούσε πιο γρήγορα απ` τη σκιά του, έπινε λεμονάδα και καβαλούσε ένα άλογο που διέθετε το χάρισμα της ομιλίας, την «Ντόλυ»! Καταδίωκε τους «Ντάλτον», που μονίμως το έσκαγαν από τις φυλακές φορώντας τις ριγέ στολές τους, τρέχοντας ή καλπάζοντας πάντα σε σειρά ανάλογα το ύψος τους! Από τον κοντύτερο – στον ψηλότερο. Ο «Τζόε» γίνονταν κόκκινος απ` το θυμό του, την ίδια ώρα που ο αδελφός του ο «’Αβερελ» δεν  μπορούσε να κατανοήσει γιατί το έσκασαν τον ώρα του συσσιτίου, χωρίς να φάνε! Ο κοντός, ο ψηλός και οι δύο ενδιάμεσοι, το πιο κουτό σκυλί της Άγριας Δύσης, ο «Ραταπλάν», μαζί με τον «Μπίλυ τον τρομερό» και τις καραμέλες κανέλα του και τόσους ακόμη απίστευτους χαρακτήρες των Morris και Goscinny, ξεπήδησαν απ` τα καρέ τους ατέλειωτες φορές, μπροστά στα έκπληκτα μάτια μας και ζωντάνεψαν σκηνές και ατάκες. Απ` τα «μεγάλα» εκείνα εικονογραφημένα της εποχής μας, ο «Λούκυ Λούκ» που πάντοτε τραγουδούσε το μελαγχολικό, «είμαι ένας φτωχός και μόνος καουμπόι» , στο τελευταίο καρέ της ιστορίας, είχε μια ξεχωριστή θέση όχι μόνο στην εκτίμηση μας, αλλά ακόμη και στις κουβέντες μας! Ήταν τότε που αφηγούμασταν τις περιπέτειες κάποιων τευχών, σ` αυτούς που δεν τα είχαν διαβάσει! Τα χρόνια που είχαμε μέσα στις «προτεραιότητες» και τις «αξίες» μας, το να μοιραζόμαστε αυτά που γνωρίζαμε… Να μην τα κρατάμε για μας… Ακόμη και μια φράση, μια λέξη, ένα αστείο, μια σελίδα που το μελάνι δεν είχε τυπωθεί καλά πάνω της, όλα ήταν αντικείμενο μετάδοσης σε όλους. Τίποτε δεν έμενε «δικό» μας, με τον αυστηρό αυτό τόνο της φωνής των γονιών μας, που επέλεγαν για να μας τονίσουν τα προτερήματα της «ιδιοκτησίας». Έτσι, τα τεύχη πήγαιναν κι έρχονταν, έβρισκαν νέους αναγνώστες, νέους ιδιοκτήτες. Μερικές φορές σκεπτόμουν ότι τελικά δεν κατέληγαν πουθενά, αλλά ακούραστα γυρνούσαν όλη τη γειτονιά, όλη την πόλη. Ίσως όταν τελείωναν μαζί της, να πήγαιναν κι αλλού, πιο μακριά. Ίσως αυτός να ήταν και ο σκοπός τους. Να φτάσουν στο πιο μακρινό σπίτι και να διαβαστούν από όσους περισσότερους γίνονταν. Μια αξία που μπορούσε να νικήσει την πλεονεξία… Να βάλει την αλαζονεία σε ένα καπέλο ταχυδακτυλουργού και από μέσα να τραβήξει στη θέση της έναν χαρούμενο και ξαφνιασμένο λαγό…

Τα ραντεβού μας με τον κόσμο της έβδομης τέχνης, στα χαλίκια των δίχως σκεπή σινεμά, με τις πλαστικές καρέκλες – παγίδες, που δίπλωναν και αιχμαλώτιζαν κάθε αταξία, ήταν κάτι σαν το αλάτι στο φαγητό. Απαραίτητα για να νοστιμίζουν τις εικόνες και τις μνήμες και να τους προσδίδουν μια διαχρονική αξία, που όμοια της δύσκολα μπορούσε να βρεθεί ανταγωνιστής. Τι κι αν η κόπια ήταν τόσο πολύ παιγμένη, σε τόσους κινηματογράφους μέχρι να έρθει και στον δικό μας, μέχρι που στο τέλος κόβονταν η κορδέλα στη μηχανή, ή γέμιζε το μεγάλο άσπρο πανί με οπτικές χαρακιές; Δεν έπαιζε κανένα ρόλο. Ούτε η πολυκοσμία, ούτε το στρίμωγμα στην είσοδο και την έξοδο, ούτε καν οι ευρηματικές χιουμοριστικές ατάκες των θεατών, που σε ξεκάρδιζαν στα γέλια και γελοιοποιούσαν την ίδια την ταινία. Το γραφικό κυλικείο με το περιορισμένο ρεπερτόριο αγαθών ,ή το κεφάλι του πιο ψηλού θεατή που εμπόδιζε την θέα της περιπέτειας και ανάγκαζε τον πιο κοντό να πηγαίνει περά – δώθε, ήταν κάτι που δεν μπορούσε ένα συγκριθεί με τον χώρο και το σκηνικό. Με τον ίδιο τον σκοπό παρουσίας στο χώρο αυτό των ονείρων. Το φτερούγισμα τους ήταν ατομικό, σιωπηλό, πάνω απ` τα καθίσματα. Στα κλαδιά των κυπαρισσιών που λύγιζαν από το μαΐστρο του Αυγούστου,  στη λάμψη των ατέλειωτων αστεριών που κυμάτιζαν στο θόλο του ουρανού… Αυτή εκεί ψηλά, ήταν η οθόνη όσων έρχονταν για να δουν το δικό τους έργο. Αυτό που ανέπνεε και σχηματίζονταν, μέσα σε ήχους από σπαθιά, πιστόλια, γέλια και γροθιές… Όλα αυτά, ήταν η προτεινόμενη μουσική, που κι αυτή κάποια στιγμή αραίωνε και χάνονταν, για να αντικατασταθεί απ` αυτήν της ψυχής του κάθε ονειροπόλου πνεύματος… Μα βέβαια ήταν μαγεία! Τι άλλο θα μπορούσε να είναι; Σκαρφάλωνες στ` αστέρια και μιλούσες με τα πλάσματα της φαντασίας! Χανόσουν στα φτερά τους! Μια μαγεία παντοτινή, κι ας είναι πια μακρινή ανάμνηση. Όσοι μπήκαν ποτέ σε ένα τέτοιο σινεμά, θυμούνται μόνο τη στιγμή και τα συναισθήματα και σπάνια το ίδιο το έργο. Ίσως να λέει κάτι κι αυτό… Θυμάμαι κάποιες από τις μουσικές που ακούγονταν στα διαλλείματα, που με έναν ανεξήγητο τρόπο γυρίζουν χρόνια τώρα στο μυαλό μου, με τις μελωδίες να παίρνουν μορφές και σ` αυτές να πρωταγωνιστούν οι μικροί καθημερινοί ήρωες της γειτονιάς, αυτοί που είχα για συμπαίκτες, αλλά και εκείνοι που στέκονταν πιο κάτω σαν αντίπαλοι. Οι μανάδες και οι παλιατζήδες, οι γαλατάδες και οι εφημεριδοπώλες. Σα να χώρεσαν όλοι τους στο καστ ενός ρετρό στούντιο. Σαν και αυτά που γυρίζονταν στα σκηνικά τους το “Star Trek”, ή το «Χαμένοι στο διάστημα»… Aquarius – let the Sunshine in, Reach Out(I`ll be there), Mammy Blue, Sunny και τόσα ακόμη μικρά δισκάκια, εναλλάσσονται στο juke box του μυαλού… Καθώς ανασαίνουν κάτω από το βάρος της βελόνας, αφήνουν μικρά επιφωνήματα απ` τα αυλάκια τους, ήχοι όπως του ξύλου που τυλίγεται στις φλόγες στο τζάκι… Κι όλα πιο μακριά σε ρουφάει στο χθες, αυτή η δίνη… Ως που, ξαφνικά προβάλει ένα γνώριμο κίτρινο περίπτερο, σκεπασμένο σχεδόν από την χάρτινη επιφάνεια και τη γυαλάδα τόσων περιοδικών! Σα να βγήκε από το λυχνάρι του Αλαντίν, ακούγοντας τις ψιθυριστές μας επιθυμίες. Μικρά και μεγάλα εικονογραφημένα, οικογενειακά, η «Ραδιοτηλεόραση», ο «Ταχυδρόμος», τα αστυνομικά τομάκια της Άγκαθα Κρίστι, τα Βίπερ, ο επίγειος παράδεισος του ματιού μας! Κάθε ράφι και στοίβες απ` αυτά! Κι όσα δεν χωρούσαν, κρεμόντουσαν από τα πλαστικά, πολύχρωμα μανταλάκια, πάνω στα σύρματα, ολόγυρα του! Λένε ότι η αξία των εικόνων σαν κι αυτές, δεν μπορεί να μπει σε σειρές ιεραρχημένες και να αρχειοθετηθεί. Κι όσοι το λένε αυτό έχουν απόλυτο δίκιο! Γιατί αυτές οι αξίες είναι ζωντανές και όχι βαλμένες στις σελίδες κάποιου βιβλίου. Είναι από μόνες τους ένα μεγάλο κεφάλαιο. Αυτό που για τίτλο του έχει το όνομα του καθενός. Μέσα σε ένα τέτοιο, αλλιώτικο απ` τα άλλα βιβλίο, το προσωπικό μου κεφάλαιο αναφέρει και το όνομα «Λούκυ Λούκ» στις γραμμές του και δίπλα έχει ένα μικρό αστεράκι παραπομπής, σαν αυτά που περίμενα να πέσουν κοιτάζοντας πάνω απ` τα θερινά σινεμά… Όταν ακολουθείς τη παραπομπή στο κάτω μέρος της σελίδας, υπάρχει ένα λιτό κείμενο επεξηγηματικού χαρακτήρα.

Καλοκαίρι 1974 – «Το Κάνυον των Απάτσι». Με το τεύχος στο χέρι, η επιστροφή στο σπίτι ήταν σα να είχαν σκαρφαλώσει τα πόδια μου σ` ένα μαγικό σύννεφο και να μην πατούσαν στα πλακάκια… να αιωρούνταν πάνω τους…

Τι δεν είχε εκείνο το τεύχος! Ένα εικονογραφημένο οργιώδες πανηγύρι, ινδιάνων και καουμπόηδων, με καταπληκτικές κωμικές σκηνές, φοβερές φάτσες και με την ευρηματικότητα των δημιουργών του να χτυπάει κόκκινο! Ήταν πνιγμένο στο χρώμα! Κάθε σελίδα, κάθε καρέ, ήταν περικυκλωμένο από την επέλαση τους χρώματος! Έφιππο, με τα άλογα του και τον σαλπιγκτή, τον επικεφαλής αξιωματικό και το γυαλιστερό ξίφος! Μια πανδαισία χρώματος που έβγαζε μια πρωτόγνωρη ζωντάνια!  Καθώς γύριζε κάθε βαριά σελίδα χαρτιού, έρχονταν από παντού εικόνες και αρώματα! Ένα λούνα πάρκ συναισθημάτων, γεμάτο υπέροχα παιγνίδια, καινούργια, λαμπερά. Μπορεί σήμερα να ανήκει στις οφθαλμαπάτες και τις ξεπερασμένες αξίες, τις παλιομοδίτικες. Να είναι χιλιοδιαβασμένο και γνωστό σε όλους, ένα απλά κοινότυπο σενάριο σαν τόσα άλλα. Να έχει χάσει τη δύναμη του και να μην μπορεί να βγάλει την ομορφιά και το καθάριο πνεύμα. Τη φρεσκάδα της νέας ιδέας, που συναρπάζει. Ίσως να έχει χαθεί στις λεπτομέρειες, όπως το αληθινό νόημα όσων ζούμε… Να έχει πάρει θέση σε ράφια «αξιολόγησης» αναμνήσεων, ή να είναι καλογυαλισμένο, φαινομενικά χαρούμενο μέσα στις ολοκαίνουργια συσκευασία του. Την νέα του έκδοση, την πολλοστή. ..Όμως ακόμη και έτσι να είναι, αν ο αναγνώστης έχει ακόμη λίγη από κείνη τη θέληση να αμφισβητήσει τα πανταχού «δεδομένα» των ημερών, αν έχει κάτι στο βλέμμα από εκείνο της παιδικής αχόρταγης πείνας για κάθε τι νέο, θα βρει λόγους για να αναστήσει παλιούς ήρωες και να γελάσει με τα καμώματα τους. Να ταξιδέψει στα καρέ, θολώνοντας απλά τα μάτια σε ένα απ` αυτά.  Κοιτάζοντας το επίμονα, σαν κάτι να θέλει να του πει. Να του θυμίσει… Ίσως έτσι δει ξανά και τον Τζάκ Πάλλανς να υποδύεται τον ινδιάνο αρχηγό, το χωρισμένο στα δύο φαράγγι, που μοιάζει με καρπούζι κομμένο στη μέση, τον Λούκυ Λούκ πασαλειμμένο από μέλι, δεμένο σε τέσσερα παλούκια στη γη και τον ανόητο μικρό ινδιάνο να γλύφει το μέλι! Το μόνο που δεν μπορεί να γυρίσει πίσω σε μια καινούργια έκδοση όλων όσων έγιναν στο «Κάνυον των Απάτσι» του`74, είναι μερικές λεπτομέρειες εκείνων των παλιών σελίδων χαρτί. Η στήλη με τα γράμματα των αναγνωστών και οι απαντήσεις του συντάκτη, ο «Λάμπης ο Καμπόης», τα σταυρόλεξα που είχαν ακριβώς κάτω και την λύση τους, στην ίδια σελίδα, οι γελοιογραφίες με το αθώο χιούμορ που σήμερα φαντάζει παρωχημένο, οι εγκυκλοπαιδικές γνώσεις, τα αυτοτελή διηγήματα καουμπόικα και λογοτεχνικά, αλλά και οι «Διακοπές στην Άγρια Δύση», που δημοσιεύονταν σε αυτοτελή επεισόδια κάθε μήνα. Αυτά, δεν μπορούν να βρεθούν στα σημερινά τεύχη, τα τεχνικά επεξεργασμένα και άψογα αισθητικά. Γυαλιστερά και με ιλουστρασιόν θαμπή λάμψη. Γιατί εκείνα τα τεύχη της δεκαετίας του`70, ανάπνεαν στις σελίδες τους. Ήταν ζωντανά σαν τις αξίες. Σου έδιναν πολλά περισσότερα από τις 10 δραχμές που κόστιζαν. Ήταν μια πολυτέλεια που έδινε άλλους τόνους στην καθημερινότητα μας. Την έκαναν πιο προσιτή και μείωναν την απόσταση της από το ακατόρθωτο. Μας έκαναν να γεμίζουμε ικανοποίηση, για την πίστη μας στο ένστικτο, που όχι μόνο δε μας πρόδιδε, αλλά επιβεβαίωνε τους τολμηρούς, όπως σήμερα η ατολμία δίνει το «οκ», σε όσους την επιλέγουν για σύντροφο στον σύντομο αυτό περίπατο…

Γιώργος Κοσκινάς

Το πιο πάνω κείμενο υπογράφεται από τον Γιώργο Κοσκινά και είναι προστατευμένο και κατοχυρωμένο πνευματικά. Οποιαδήποτε αντιγραφή μερική ή ολική χωρίς την συγκατάθεση του δημιουργού, επισύρει τις προβλεπόμενες από το νόμο κυρώσεις.

Διαβάστε όλα τα αποκλειστικά δημοσιευμένα τμήματα αυτά, του νέου βιβλίου των Εκδόσεων Αιγόκερως, στην υπό – κατηγορία μας «ΙΣΤΟΡΙΕΣ & ΤΕΥΧΗ«.

http://wp.me/PKxow-1j2

ΜΑ ΤΙ ΣΤΟ ΚΑΛΟ ΕΙΧΑΝ ΕΚΕΙΝΑ ΤΑ «ΛΟΥΚΥ ΛΟΥΚ»;

Ήταν παλιά, άβολα για να τα κουβαλήσεις, δεν χωρούσαν σε κρυψώνες, πολλά καρέ – πολλά κείμενα, σχεδόν κουραστικά για τα μάτια των πιτσιρικάδων. Κι όμως, ήταν κάτι παραπάνω από γοητευτικά, σαν το κερασάκι στην κόμικς – τούρτα μας και φρόντιζαν οι συνθήκες να τα πιάνουμε στα χέρια όταν ήταν κάποια γιορτή! Ήταν έπαθλα, πολύτιμα και μοναδικά, δεμένα με κάποιες πολύ δυνατές στιγμές. Τι είχαν όμως; Τι τα έκανε τόσο διαφορετικά από όλα τα άλλα κόμικς; Τώρα που πέρασαν τα χρόνια, ξεφυλλίζοντας μερικά από όσα διασώθηκαν βρίσκω λόγους πολλούς, κανέναν από τους οποίους δεν είχα σκεφτεί τότε. Ίσως γιατί «τότε» δεν σκεφτόσουν όταν διάβαζες κόμικς και ειδικά Λούκυ Λούκ»…

Πέρα από την μυρωδιά, την ξεχωριστή αυτή των εκδόσεων Στρατίκη(κάθε έκδοση έχει και την δική της), υπήρχαν οι καουμπόικες ιστορίες που συνεχίζονταν στις  2-3  πρώτες σελίδες και στις αντίστοιχες τελευταίες. Έβγαζαν μια νοοτροπία που έδενε με αυτή των καουμπόικων αναγνωσμάτων του εκδότη, ενώ δεν θα μπορούσε να την πει κανείς παράταιρη ή άκυρη σαν ιδέα. Έπειτα ήταν κι εκείνη η υπέροχη σειρά αυτοτελών ιστοριών, με τον γενικό τίτλο «Διακοπές στο Φαρ Ουέστ», που μας έστελνε νοερά να συναντήσουμε τους ήρωες και τα τοπία των ιστοριών που διαβάζαμε… Κι αυτή είχε θέση και απέκτησε ακόμη μεγαλύτερη στα μάτια μας, όταν ο «Λούκυ» καθιερώθηκε πια και τον ζητούσαμε με το μικρό του. Συνήθως διάβαζα πρώτα τα διηγήματα αυτά, και μετά την χορταστική ιστορία του καουμπόη με το ομιλών και ορθώς σκεπτόμενο άλογο! Προσπαθούσα μάλιστα να μην πέφτει το μάτι μου στην τελευταία σελίδα, για να μην δω το τέλος! Έβαζα το χέρι στη μέση των ματιών και έκλεινα το ένα απ` αυτά! Παιδιάστικα πράγματα… Τι τα θέλετε… Έρχονται στο νου όταν πλησιάζει στα μισά του δρόμου του ο καθένας…

Μετά ήταν το οπισθόφυλλο, που διαφήμιζε τόσα υπέροχα περιοδικά! «Αμαζόνιος», «Μικρός Σερίφης», «Κένταλ», «Άσσοι του Φαρ Ουέστ», «Μικρός Καουμπόι»  και εκείνο το  τομάκι που προστέθηκε αργότερα, που είχε προφανώς αυτοτελείς ιστορίες γουέστερν. Θυμάμαι τον τίτλο του «Ανοιχτοί Λογαριασμοί» και το εξώφυλλο με τα δύο χέρια στις χειροπέδες… Ήταν μια μαγεία όλα αυτά από μόνα τους. Σ` αυτά τα οπισθόφυλλα έβλεπες τι θα μπορούσες υπό συνθήκες, να αποκτήσεις, ή απλά τι θα ήταν υπέροχο κάποτε να διάβαζες… Τόσα πολλά κόμικς – τόσος λίγος χρόνος – ακόμη πιο μικρό χαρτζιλίκι! Μερικές λέξεις – μια πραγματικότητα, για τόσους σημερινούς σαραντάρηδες και βάλε… Συνεπώς, οι περισσότεροι μέναμε στα …οπισθόφυλλα εκείνα, με τις διαφημιστικές καταχωρήσεις σε λοξή μορφή και κάναμε σχέδια για το πώς θα τα συναντήσουμε κάποτε… Για πολλά χρόνια, όχι στα παιδικά, αλλά αρκετά αργότερα, θυμάμαι ότι είχα βάλει στόχο να βρω όλες εκείνες τις καταχωρήσεις σε πραγματικά, χειροπιαστά τεύχη! Τα κατάφερα, αλλά δεν ήταν εύκολο. Ούτε είχε το ίδιο νόημα, όταν τα κοίταξα μαζί στο ίδιο χέρι…

Κάτι άλλο, ξεχωριστό, που σήμερα δεν υπάρχει πια στις μυρωδιές τις φρέσκιες, από ανακυκλωμένο χαρτί, είναι και το τσιγάρο του «Λούκυ»! έχει αντικατασταθεί από ένα στάχυ, στα πλαίσια μιας γενικής αντί – καπνιστικής στάσης, που έχει επηρεάσει ακόμη και τους ήρωες των κόμικς. Του πήγαινε καλύτερα το τσιγάρο στο στόμα όμως. Τον έφερνε πιο κοντά στην εικόνα ενός καουμπόι, αυτού που είχαμε φανταστεί διαβάζοντας τον. Έπειτα, χωρίς το τσιγάρο έφευγαν και τα καρέ όπου έστριβε τον καπνό, βγάζοντας τον από την σακούλα του, πάντα με το ένα χέρι! Μπορεί να ήταν όλα αυτά αρνητικά σαν πρότυπα, αλλά ήταν αλληλένδετα με το στόρι και τους κωμικούς χαρακτήρες. Τους έδινε μια πιο προσιτή υπόσταση, κοντά στους καουμπόηδες των ασπρόμαυρων ταινιών και σήριαλ, που βλέπαμε εκείνα τα χρόνια στην τηλεόραση και υα θερινά σινεμά. Οι σελίδες χοντρές, γρέτζες στην αφή, χωρίς τη λάμψη της τεχνικής επεξεργασίας, χωρίς τα δάχτυλα να γλιστράνε στο ιλουστρασιόν χαρτί…

Είχαν πολλά τελικά εκείνα τα «Λούκυ Λούκ». Ίσως περισσότερα από όσα περιμέναμε απ` αυτά, ακόμη και από όσα ζητούσαμε στις σκέψεις μας. Ήταν μια ολοκληρωμένη πρόταση, που έδινε χρώμα επιτέλους στην χάρτινη μας ζωή! Χρώμα και φαντασία! Χιούμορ και λαχτάρα! Να μην τελειώσουν οι σελίδες… Δε ξέρω για σας, αλλά πάει πολύ καιρός από τότε που κάποια έκδοση κόμικς των ημερών μας, έπιασα τον εαυτό μου να ζητάω το ίδιο…

Κι επειδή πολλοί από εσάς, ίσως να νοσταλγήσατε κάτι από εκείνα τα παραλειπόμενα των εσωτερικών σελίδων του «Λούκυ Λούκ» εκείνης της γενιάς, είπα να σας δώσω την ευκαιρία να θυμηθείτε μερικά από τα συναισθήματα που σας ξυπνούσαν όλα αυτά, μέσα από ένα αρχείο 28 σελίδων, που μπορείτε να κατεβάσετε κλικάροντας το παρακάτω link.

http://www.mediafire.com/?4pia24buyokhhlv

ΥΓ

Δώστε λιγάκι προσοχή στον τρόπο που απαντώνται τα γράμματα των αναγνωστών, αλλά και στο πως μέσα από λίγες σελίδες, καταφέρνουν να ολοκληρώνονται οι ιστορίες με τον καλύτερο τρόπο, δίχως να σου δίνουν την εντύπωση ότι κάτι λείπει, κάτι δεν μπήκε στο κείμενο…

«ΜΙΚΡΟΣ ΚΑΟΥΜΠΟΥ» – ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΑ ΑΠΟ ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΤΕΥΧΟΣ

Τον Φεβρουάριο του 1963, ένα χρόνο μετά την επιτυχημένη έκδοση του «Μικρού Σερίφη», οι εκδόσεις των αδελφών Στρατίκη(με την επωνυμία εκδόσεις Μικρού Σερίφη, όπως μπορείτε να δείτε και χαμηλά στο εξώφυλλο), προχωρούν στην κυκλοφορία ενός ακόμη περιοδικού με γουέστερν αναγνώσματα, με τους ίδιους κεντρικούς χαρακτήρες(θρυλική τετράδα), σε ιστορίες γραμμένες από τον Πότη Στρατίκη, με το ψευδώνυμο Κώστας Φωτεινός. Αυτά όλα μπορείτε να τα διαβάσετε περιληπτικά στην παρουσίαση του περιοδικού(υπό – κατηγορία «ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ ΚΟΜΙΚΣ»), αλλά και με περισσότερες λεπτομέρειες στο βιβλίο των εκδόσεων Αιγόκερως, «ΜΙΚΡΟΣ ΚΑΟΥΜΠΟΥ – ΕΤΣΙ ΚΑΤΑΚΤΗΣΑΜΕ ΤΗ ΔΥΣΗ». Εδώ, με αφορμή την πρόσφατη εύρεση του πρώτου τεύχους του περιοδικού, θα παραθέσουμε κάποια σχετικά με αυτό το τεύχος στοιχεία.

68 σελίδες, μικρό σχήμα(εδώ έγκειται και η διαφοροποίηση σε σχέση με τη αδελφή έκδοση του «Μικρού Σερίφη», που ήταν τότε σε μεγάλο σχήμα και η οποία όπως βλέπετε στο οπισθόφυλλο, διαφημίζονταν με σχετική καταχώρηση), κόστος 2 δραχμές. Στο πρώτο αυτό εξώφυλλο φιγουράρει μια δημιουργία του Θέμου Ανδρεόπουλου, που παρίστανε τον Τζίμ Άνταμς κατά πολύ διαφορετικό, από την μορφή του γιατρού Δίκαιου, την οποία και δανείστηκε από ένα σημείο κι έπειτα. Ο Ανδρεόπουλος ήταν διευθυντής της έκδοσης και καλλιτεχνικός διευθυντής ο Κώστας Ραμπατζής. Στην πορεία της έκδοσης, οι δύο τους αυτοί ανέλαβαν σαν συντελεστές της έκδοσης, χωρίς τον Πότη Στρατίκη και με τον Γιώργο Μαρμαρίδη σαν βασικό συγγραφέα. Η πρώτη ιστορία, «Το λάσο του νόμου», είναι ότι πρέπει σαν εισαγωγή στις καουμπόικες pulp ιστορίες, για όποιον αναγνώστη δεν είχε ως τότε διαβάσει κάποια. Το ύφος είναι απλό και η πλοκή έντονη. Λειτουργεί δε αυτόνομα, χωρίς να κάνει τον αναγνώστη να ψάχνει για  επιπλέον στοιχεία, προκειμένου να ερμηνεύσει καταστάσεις και πρόσωπα, ενώ τον βάζει στο κλίμα άμεσα και από την πρώτη σχεδόν σελίδα. Για όσους βέβαια θέλησαν να μάθουν πως ξεκίνησε ο μύθος της θρυλικής τετράδας ηρώων, που πρωταγωνιστούσε στις σελίδες του, έφτασε μετά από χρόνια η στιγμή να τα μάθουν κι αυτά, σε μια σειρά οκτώ τευχών σε συνέχειες, τα οποία σας έχουμε εδώ και καιρό δώσει την δυνατότητα να διαβάσετε, μέσα από παλαιότερη μας σάρωση ιστοριών( υπό – κατηγορία «ΤΑ COMICS SCANS ΜΑΣ»).

Όπου έκριναν οι συντελεστές ότι ήταν χρήσιμο και με το σκεπτικό της υπενθύμισης προς τους αναγνώστες για το άλλο περιοδικό που εξέδιδαν, πρόσθεταν ένα αστεράκι στο κείμενο, το οποίο στην εξήγηση του πιο κάτω στο τέλος της σελίδας, ανέφερε χαρακτηριστικά «οι ιστορίες του Τζίμ Άνταμς και του Πεπίτο Γκονζάλες, δημοσιεύονται στον «Μικρό Σερίφη», που κυκλοφορεί κάθε Τρίτη». Ένα τέτοιο χαρακτηριστικό σημείωμα, μπορείτε να δείτε πιο κάτω. Σ` αυτό το σημείο να πούμε κάτι σημαντικό. Αρχικά και φυσικά σε αυτό το πρώτο τεύχος, οι ιστορίες είχαν δύο μόνον πρωταγωνιστές, από τους τέσσερεις που καθιερώθηκαν έπειτα. Τον Τζίμ Άνταμς και τον Πεπίτο Γκονζάλες. Πάμε τέλος και στις εικονογραφήσεις που συνόδευαν το κείμενο. Εδώ δεν έχει γίνει ταυτοποίηση ακόμη των εικόνων αυτών, αλλά πρόκειται για λιθογραφίες, που προέρχονταν είτε από Αμερικάνικα κόμικς, είτε από φωτογραφίες γουέστερν ταινιών, τροποποιημένες ώστε να μοιάζουν με σκίτσα. Δυστυχώς δεν είναι εν ζωή ο Θέμος Ανδρεόπουλος, οπότε και δεν μπορούμε να τον ρωτήσουμε! Πάντως με μια πρόχειρη ματιά, μπορούμε να πούμε σχεδόν με βεβαιότητα(δείτε τις αποσπασματικές εικόνες), ότι σε καμία σελίδα εικονογράφησης, δεν εικονίζονται οι δύο πρωταγωνιστές της ιστορίας, κάτι που συνηγορεί σε όσα συμπερασματικά σας αναφέραμε πιο πάνω. Δύο ακόμη στοιχεία. Οι συμπληρωματικές στάνταρ εικονογραφήσεις, που βρίσκονταν σε διάφορα σημεία του κειμένου και είχαν προέλευση από άλλα κόμικς(διαβάστε παλαιότερα μας σχετικά άρθρα, στην υπό – κατηγορία «ΕΡΕΥΝΑ & ΚΑΤΑΓΡΑΦΗ».), δεν είναι οι ίδιες με αυτές που συνηθίσαμε να βλέπουμε στο περιοδικό, ενώ στην δεύτερη και την πρωτελευταία σελίδα, δεν υπάρχουν στοιχεία κειμένου, ή γελοιογραφίες. Είναι κενές.

Το άρθρο αυτό θα προστεθεί και στην υπό – κατηγορία «ΕΡΕΥΝΑ & ΚΑΤΑΓΡΑΦΗ», ώστε να μπορείτε να ανατρέχετε σε αυτό ακόμη και όταν σταματήσει να περιέχεται στην θεματολογία της  κεντρικής μας σελίδας.

http://wp.me/PKxow-1QC

Αρέσει σε %d bloggers: