Αρχεία Ιστολογίου

Θερινές προβολές

Μέσα στου χρόνου τα μονοπάτια, όπως τα ίχνη που αφήνουν τα πόδια μας στην άμμο, υπάρχουν εικόνες που μένουν ανεξίτηλα χαραγμένες στις μνήμες όλων… Από μια απλή σκιά ενός δέντρου, μέχρι την θέα ενός θερινού σινεμά… Από κείνα με το αγιόκλημα και το γιασεμί να τα περιβάλλουν και να σκορπίζουν μυρωδιές και συναισθήματα… Αντικείμενα και ήχοι που ανήκουν σε άλλες εποχές. Έχουμε μιλήσει γι` αυτές, πολλές φορές. Σε φίλους, σε γνωστούς, στον εαυτό μας κάποια βράδια με φεγγάρι, όταν επιστρέφουμε νοερά στις νύχτες με τα αστέρια και τις ταλαιπωρημένες κινηματογραφικές κόπιες… Καθισμένοι στα πλαστικά καθίσματα, κρατώντας ένα αναψυκτικό ή το χέρι κάποιου καλοκαιρινού έρωτα, χαμένου πια στο γύρισμα της ρόδας εκείνης του χρόνου, που ακούραστα μεταφέρει το νερό στον μύλο των ζωών μας…

Είναι αναπόσπαστο κομμάτι όσων ζήσαμε, το ίδιο σημαντικό όπως η πρώτη βουτιά στα γαλανά νερά ή τα σπιτικά πάρτι ή, πάλι, τα τρεχαλητά και οι φωνές στις γειτονιές… Όλα έχουν μια δική τους θέση στις μνήμες μας. Σήμερα, πολύ μακριά από ότι αντιπροσώπευαν όλα εκείνα τα ταξίδια, αναπολούμε, και το βλέμμα χάνεται στο άπειρο, σαν να αναζητάμε κάτι στο βάθος του ορίζοντα… Ένα ίχνος για να ακολουθήσουμε ξανά, να πατήσουμε πάνω του και να φέρουμε στα μάτια αλήθειες… Κάπως έτσι, χάθηκα πριν λίγο καιρό μέσα στα πλάνα ταινιών, από αυτές που μας καθήλωναν κάποτε, και γι` αυτές είπα να μοιραστώ μαζί σας μερικά λόγια. Για να τις θυμηθούμε μαζί. Κι αυτές και τις στιγμές που κρύβουν, για τον καθέναν μας, μέσα τους.

Μια από τις πιο όμορφες ταινίες, που εκτός των σινεμά θα πρέπει να είδαμε και στην τηλεόραση, είναι το “Lassie come home” του 1943. Ήταν ο προπομπός της επιτυχημένης σειράς, που πρόβαλλε για πολλά χρόνια η ΥΕΝΕΔ. Θυμάμαι ότι δεν έπεφτε καρφίτσα στο σπίτι! Απόλυτη σιγή και επιφωνήματα στις σκηνές μιας αδικίας, ή ενός κατορθώματος του πανέξυπνου κόλεϋ. Η σκυλίτσα που μας έκλεψε τις καρδιές, έκανε την πρώτη της εμφάνιση σε μια έγχρωμη παρακαλώ παραγωγή, του μακρινού 1943. Μαζί της, εμφανίζονται για πρώτη φορά και δύο μετέπειτα πρωταγωνιστές της μεγάλης οθόνης, με σπουδαία καριέρα, σε ηλικίες των 12 -13 ετών. Τα ονόματα ίσως σας ξαφνιάσουν, αλλά είναι πραγματικότητα. Ο Ρόντυ Μακ Ντάουελ και η Ελίζαμπεθ Τέηλορ είναι οι δύο νεαροί που κλέβουν τις κάμερες και δείχνουν, από τα πρώτα τους κοντινά πλάνα κιόλας, ότι έχουν τεράστιες δυνατότητες. Δεν μας διέψευσαν, και η πορεία τους ήταν λαμπρή. Η ταινία αφηγείται μια δύσκολη οικονομικά εποχή για τους κατοίκους της Ουαλίας και μας μεταφέρει στο προπολεμικό κλίμα, σε ένα μικρό χωριουδάκι, γεμάτο με πανέμορφα χρώματα και σπίτια φτιαγμένα λες και βγήκαν από σελίδες παραμυθιών. Μια τριμελής οικογένεια αποχωρίζεται το αγαπημένο της σκυλί, προκειμένου με τις 15 λίρες, που παίρνει από την πώλησή της, να αναπνεύσει οικονομικά, έστω και προσωρινά. Η Λάσσυ αλλάζει χέρια και πηγαίνει στο κυνοτροφείο ενός πλούσιου γαιοκτήμονα της περιοχής. Έχει μια παθολογική αγάπη, όμως, για τον νεαρό της φτωχής οικογένειας, και κάθε που το ρολόι πλησιάζει 4(η ώρα που σχολάει εκείνος από τα μαθήματα), θέλει να τρέξει και να τον περιμένει στην αυλή του σχολείου! Θα συμβούν πολλά και, ακόμη και σήμερα, τόσα χρόνια μετά, που υποτίθεται ότι έχουμε σκληρύνει, ως άνθρωποι, από τις καταστάσεις που αντιμετωπίσαμε, χάνοντας έτσι ένα μεγάλο κομμάτι της παιδικότητας μας, πιστέψτε με ότι θα νιώσετε τα μάτια σας να βουρκώνουν, όπως τότε που την είδατε για πρώτη φορά… Με τι έξυπνο και αγνό τρόπο κάνανε κάποτε κινηματογράφο, κερδίζοντας απ` αυτόν, αλλά συγχρόνως προσφέροντας διδάγματα και δίνοντας απλόχερα μηνύματα στα παιδιά της εποχής(και στους μεγάλους)… Πού πήγαν όλα αυτά τώρα; Παρανάλωμα στη φωτιά του κέρδους;…

Επόμενο φιλμ, κάτι εντελώς διαφορετικό, όπως άλλωστε είναι και η μαγεία του σινεμά. Μοναδική σε κάθε της προβολή, με όλο και καινούργια πράγματα να σου δώσει, χωρίς εμμονές και μονοδιάστατες αντιλήψεις. Μια δεκαετία και κάτι χωρίζει τις δύο ταινίες. Αυτήν και την προηγούμενη. Από το 1943, στο 1958. Έγχρωμη και αυτή, με πάρα πολλές αναμνήσεις για όλους μας. Τις έχει στα πανιά του καραβιού, που σχίζει τις θάλασσες και οδηγεί στις περιπέτειες της φαντασίας. «Το Έβδομο ταξίδι του Σεβάχ»(The 7th Voyage of Sinbad), πάντα θα μας ταξιδεύει εκεί που ο παράτολμος καπετάνιος αναζητά τη γνώση και ξεδιψάει την λαχτάρα του για εξερεύνηση! Σίγουρα θα το είδατε πολλές φορές. Σε θερινό σινεμά ή στην μικρή σας οθόνη. Η μαγεία σίγουρα αλλάζει, αλλά δεν απομακρύνεται. Πηγαίναμε μεγάλες παρέες, για να δούμε τέτοια φιλμ, που οι κινηματογράφοι τα έπαιζαν 2 δεκαετίες μετά και πάλι γέμιζαν. Ουρές απ` έξω, θυμάμαι. Είχαν μια γοητεία όλα αυτά τα μαγικά ταξίδια του Σεβάχ, με τα παραμυθένια πλάσματα και τους μυθικούς αντιπάλους του, που αν και γελούσαν οι μεγαλύτεροι με τα φανερά, οπτικά τρυκ, εμείς μέναμε στις καρέκλες, σφίγγοντας τα μπράτσα απ` τις καρέκλες, δίχως να βγάζουμε άχνα. Σαν να μπαίναμε μέσα απ` το πανί και να βρισκόμασταν στο πλάι του Σεβάχ, τη στιγμή που σήκωνε το σπαθί του, ενάντια σε τέρατα και πολυάριθμους εχθρούς. Σ` αυτή του την περιπέτεια, πηγαίνει στο νησί με τους Κύκλωπες, για να πάρει ένα κομμάτι από το περίβλημα ενός αυγού τών πουλιών τεράτων, ώστε να ελευθερώσει την αγαπημένη του πριγκίπισσα από το ξόρκι του κακού μάγου, που την έκανε τόσο δα μικρή, ώστε να χωράει σε μια παλάμη!  Με το κέλυφος αυτό, θα είχε όλα τα συστατικά για το μαγικό φίλτρο που χρειαζόταν. Πόσο απλοϊκή φαίνεται! Μια ιστορία που σήμερα δεν θα έβλεπαν παιδιά 12, 13 ή 14 ετών. Βλέπετε, η πραγματικότητα έχει αλλοιωθεί πια και όλα τούτα μοιάζουν «ντεμοντέ» κουβέντες των «μεγάλων», που όταν τις θυμόνται παθιάζονται ξαφνικά, και τα μάτια τους λάμπουν! Κάτι περίεργο τους συμβαίνει…

Σίγουρα κάτι περίεργο μας ωθεί να βλέπουμε και να μιλάμε για τέτοιες ταινίες. Ίσως μια εσωτερική ανάγκη, να ζήσουμε ξανά τα δικά μας χρόνια τού άλλοτε… Ή, πάλι, για να κρατήσουμε ζωντανά κάποια πράγματα μέσα μας… Τρίτη και τελευταία ταινία, σε αυτό το σύντομο σεργιάνι στον κόσμο των θερινών σινεμά. Είναι κάτι που έρχεται από την δεκαετία του`60. Διαφέρει κι αυτή από τις προηγούμενες. Είναι μια κωμωδία, αυτή την φορά. Την είδαμε πολλές φορές και αυτήν, αλλά σε καμία από αυτές δεν πάψαμε να γελάμε! Ενώ γνωρίζαμε τα αστεία, και κάποιοι από εμάς και τις σκηνές που επρόκειτο να εμφανιστούν, τα παρακολουθούσαμε αχόρταγα, ρουφώντας κάθε λεπτό και αφήνοντας φράσεις όπως «…κοίτα, κοίτα εδώ τι θα κάνει!». Καταπληκτικό το καστ στο “It`s a mad mad world” του`63. Ηγείται ο υποκριτικός ογκόλιθος και μέγας δάσκαλος πολλών μεγάλων σταρ, ο Σπένσερ Τρέησι. Όταν μπήκαμε στα χρόνια της δεκαετίας του`80, η κρατική τηλεόραση πρόβαλε 2-3 φορές, τουλάχιστον, το φιλμ αυτό του Στάνλεϋ Κράμερ. Ποτέ δεν με κούρασαν τα 180 και πλέον λεπτά της διάρκειάς του! Παρά το γεγονός ότι είχαν αρχίσει να πυκνώνουν τα διαφημιστικά σποτ, όσες φορές και αν διέκοπταν την ταινία, το ενδιαφέρον δεν μειωνόταν. Ένα τρελό κυνήγι θησαυρού, που μπλέκει τις ζωές πολλών και διαφορετικών μεταξύ τους χαρακτήρων, με ξεκαρδιστικές καταστάσεις και καλό ρυθμό, είναι η κεντρική ιδέα της ταινίας, που ουσιαστικά εξελίσσεται σε μια κούρσα με τον χρόνο, σχετικά με το ποιος θα είναι εκείνος που θα τερματίσει πρώτος και θα πάρει το έπαθλο.

Επιδρούσε πάνω μας με ένα σαγηνευτικό τρόπο, ο κινηματογράφος εκείνων των χρόνων. Το πιο απλό έπαιρνε μυθικές διαστάσεις στα μάτια μας. Ο καθένας αποκρυπτογραφούσε κάθε σκηνή, διάλεγε ατάκες, κρατούσε μουσικές στα αυτιά του… Έχουμε ξεμακρύνει πολλά ναυτικά μίλια, εκατοντάδες, από τα κύματα που χάιδευαν την πλώρη των καραβιών εκείνων… Όλα όσα μας γνώρισαν, μας έμαθαν, μας πρόσφεραν έτσι απλά, με μια προβολή, μπορεί να χωρούν πια σε μια θήκη με dvd, κάπου χαμένα σε ένα συρτάρι, όμως η δύναμη τους είναι αρκετή για να μας βγάλουν ξανά στα ίχνη εκείνα στην άμμο, πριν τα σκεπάσει για πάντα ο άνεμος…

Για το Comics Trades 2012 – 2013

Γιώργος Σ. Κοσκινάς

Οι πιο πάνω ταινίες, θα παρουσιαστούν ξεχωριστά, στο Cine Oasis.

Αν σας αρέσει να αναπολείτε, μέσα από την έβδομη τέχνη, φτιάξαμε μια κατηγορία ειδικά για εσάς.

Η γενιά μας

Σύμφωνα με τις στατιστικές, αυτοί από εμάς που ήμασταν παιδιά τις δεκαετίες του 40 50 60 και 70 πιθανόν δεν θα έπρεπε να είχαμε επιζήσει.
Οι κούνιες μας ήταν βαμμένες με γυαλιστερή λαδομπογιά με βάση το μόλυβδο. Τα πατώματα είχαν μωσαϊκό που σου περόνιαζε τα κόκκαλα κι οι κρεβατοκάμαρες ξύλινα πατώματα που τα γυάλιζαν με παρκετίνη, με κάτι βαρειές παρκετέζες και κάθε τόσο αγκίθες καρφωνόντουσαν στις ξυπόλητες πατουσες μας.
Οι παιδικές αρρώστιες έκαναν θραύση. Κάθε τόσο κι ένας φίλος ή συμμαθητής πάθαινε ιλαρά, κοκύτη, μαγουλάδες, ανεμοβλογιά.
Δεν είχαμε καπάκια ασφαλείας στα μπουκάλια με τα φάρμακα, ούτε καπάκια στις πρίζες του δωματίου, εκείνες τις σκούρες τις φτιαγμένες από βακελίτη.


Ζεσταινόμασταν με σóμπες με ξύλα η με κάρβουνο, η με θερμάστρες πετρελαίου. Που να βρεθεί καλοριφέρ τότε.
Τηλέφωνο είχε ή σε κανένα θάλαμο του ΟΤΕ με κερματοδέκτη με εκείνες τις μάρκες τις χαραγμένες, ή στο περίπτερο της γειτονιάς, που είχε κρεμασμένα με μανταλάκια τα περιοδικά μας ο Μικρός Ηρωας κι ο Μικρός Σερίφης, κι ακόμα το Ρομάντζο, το Πάνθεον, το Ντομινό, η Βεντέττα, το Πρώτο, το Εμπρός. Ακόμα ζητάω τη σοκολάτα ΙΟΝ αμυγδάλου του ταλήρου, ή τις πρώτες γκοφρέτες ΜΕΛΟ με τα χαρτάκια με τις φορεσιές και τις σημαίες των χωρών του κόσμου, ακόμα θυμάμαι το Γλυφιτζούρι κοκοράκι, το μαλλί της γριάς στα πρόχειρα λούνα παρκ, το φρεσκοψημένο ποπ κορν , τις καραμέλες γάλακτος τις τυλιγμένες στο χρυσό χαρτί, τις κατακόκκινες καραμέλες τσάρλεστον ,το πεστίλι πέτσα βερίκοκο , το αυθεντικό παστέλι, και το κάτασπρο μαντολάτο. Ακόμα θυμάμαι τη γεύση απ το καλαμπόκι και τα κάστανα και συγκινούμαι όταν βλέπω καστανάδες, λίγους πια και καλαμποκάδες σε κάνα πανηγύρι.


Χάθηκαν τα αυθεντικά σουβλάκια με τα ντονέρ και την ξεροψημένη πίτα και το κοκινοπίπερο.

Τα αστικά λεωφορεία Σκανια Βάμπις, Σκόντα, Βόλβο κι αργότερα Βritish Leyland και ΗΙΝΟ, είχαν τη μηχανή μέσα και ήταν συνήθως καλυμμένη με μπλέ δερμάτινα καπιτονέ καλύμματα. Βόγκαγαν κάθε φορά που ο οδηγός άλλαζε ταχύτητα. Καμμιά φορά είχε και μια θέση μπροστά δεξιά δίπλα στη μηχανή που ηταν η καλύτερη για τα παιδικά μας όνειρα. Υπήρχε και εισπράκτορας στριμωγμένος δίπλα στην πίσω πόρτα με το κλασσικό γκρί καπέλο με το γείσο, ένα πρωτόγονο μικρόφωνο κι έλεγε τις στάσεις ή φώναζε τέρμα τα μία και είκοσι. Θυμάστε εκείνες τις κερματοθήκες που έβαζε τα κέρματα και που τώρα τελευταία ξανάγιναν της μόδας;
Τα κίτρινα τρόλευ με τους οδηγούς και τους εισπράκτορες με τις καφέ στολές, κι εκείνο το περίεργο μηχανάκι με τη μανιβέλλα που έκοβε τα εισιτήρια.


Τα γκρίζα αμερικάνικα πελώρια ταξί με τα καθισματάκια που έπεφταν από τις πλάτες των μπροστινών καθισμάτων, γυρόφερναν ή άραζαν στις πιάτσες. Κι οι πειρατές, «ένα διφραγκάκι Σύνταγμα» τους έκοβαν το μεροκάματο.
Ποιος να έχει τότε Ι.Χ Οι λίγοι τυχεροί αγόραζαν VW σκαραβαίους, ή μεταχειρισμένα Consoul Cortina, Hansa, Wartburg, FIAT 1100, Opel Olympia. Θυμάστε τα Anglia τα Peugeot 403, τα Renault 10…….. ¨η το Simca 1000, με τα ανύπαρκτα καλοριφέρ και τα λιγνά λάστιχα.
Το γάλα μας το έφερνε ο γαλατάς ή μέσα σε γυάλινα μπουκάλια με αλουμινένια καπάκια ή μας το άδειαζε από μεγάλες καρδάρες στην κατσαρόλα στην εξώπορτα.


Οι κολώνες του πάγου που τις έφερνε ο παγοπώλης με την τρίκυκλη μοτοσυκλέτα του και τις κουβάλαγε με εκείνο το περίεργο εργαλείο γάντζο , αργοέλιωναν στο κεφαλόσκαλο. Και η βρύση του ψυγείου είχε στο στόμιο της τυλιγμένο ένα λευκό τουλπάνι σα φίλτρο. Που ηλεκτρικά ψυγεία. Αργότερα θυμάμαι κάτι ΠΙΤΣΟΣ ΙΖΟΛΑ και ΚΕΛΒΙΝΕΙΤΟΡ.
Οι παπλωματάδες, οι καρεκλάδες οι γανωτζήδες οι ακονιστές κι οι τσαγκάρηδες είχαν πολλή δουλειά. Στην κεντρική λεωφόρο ένα πλήθος από λούστρους με καλογυαλισμένα κασελάκια που λαμποκοπούσαν περιίμεναν πελάτη. Και σε κάποια γωνιά σε μια καμαρούλα 2Χ2 ήταν το βασίλειο του τσαγκάρη με εκείνο το περίεργο καλαπόδι που έβαζε ανάποδα το παπούτσι και το κόλλαγε και το κάρφωνε με εκείνες τις μαύρες πρόκες με το πλατύ κεφάλι και διάχυτη η μυρουδιά της βενζινόκολλας
Στη γωνιά του δρόμου μια ΕΒΓΑ που πούλαγε γάλα, γιαούρτια και παγωτά σε ψυγεία με μαύρα λαχιστένια καπάκια, και σε μια γωνιά μεταλλικά κουτιά με γυάλινο επάνω μέρος και μέσα μπισκότα γεμιστά με κρέμα γεύση βανίλλια σοκολάτα φράουλα και μπανάνα και κουραμπιέδες Μπούσιου αν θυμάμαι τυλιγμένους σε ημιδιαφανές χαρτί.


Στο κομμωτήριο της γειτονιάς οι κυρίες ψηνόντουσαν με τις ώρες κάτω απ τις κάσκες σεσουάρ με τα μαλλιά πασαλειμένα πλίξ τυλιγμένα σε ρόλλει κι όλα μαζί σκεπασμένα με δίχτυ και τα αυτιά σκεπασμένα με κοκκάλινα καπάκια. Η μανικιουρίστα καθάριζε τα πετσάκια και έβαφε τα νύχια με κατακόκκινο μανό που μύριζε ασετόν από δέκα μέτρα μακριά.
Ο καφές στα καφενεία ήταν μόνο Ελληνικός, τούρκικος τότε. Δεν υπήρχε νες ούτε φραπέ ούτε καπουτσίνο ούτε εσπρέσσο ούτε κάν φίλτρου γαλλικός. Μόνο σε κανένα ζαχαροπλαστείο εύρισκες γαλλικό και βέβαια τον πλήρωνες πανάκριβα. Οι πρώτες καφετιέρες ήταν κάτι γυάλινες κανάτες γεμάτες νερό πάνω στη φωτιά,με ένα ειδικό μεταλλικό φίλτρο που ο ατμός που υγροποιόταν έπεφτε πάνω στον καφέ τον έριχνε στο νερό και ο κύκλος συνεχιζόταν μέχρις εξαντλήσεως του περιεχομένου.
Σαββατόβραδο στα μικράτα μας σινεμαδάκι την σπουδαία περίοδο του Ελληνικού κινηματογράφου και το βράδυ ταβερνάκι με μπριζολίτσα παιδάκια και μια γουλιά μπύρα που μας έδινε κρυφά η μάνα μας γιατί «το παιδί δεν πρέπει να πίνει».
Και αργότερα πιο μεγάλοι πια σινεμά και καφετέρια στον Πύργο των Αθηνών ,το Loubier, το Blue Bell, του Φλόκα, το Βυζάντιο, του Βρυλώνια με τις φοβερές μακαρονάδες. Τη Σόνια…


Με πόση χαρά ακολουθούσαμε Κυριακή πρωϊ τον πατέρα στο καφενείο και απολαμβάναμε επί ώρες μια κουταλιά βανίλια, το γνωστο υποβρύχιο μεσα σε ένα ποτήρι παγωμένο νερό, ή τρώγαμε το μεζέ του ούζου και του αφήναμε το ούζο ξεροσφύρι. Κι ύστερα με το ποδήλατο πάνω κάτω στο πεζοδρόμιο κι εκείνος να μας ρίχνει κλεφτές ματιές κάθε που σήκωνε το κεφάλι του απ το τραπέζι με την πρέφα ή το τάβλι. Και το μεσημέρι της Κυριακής μετά το οικογενειακό γεύμα πόση πίκρα όταν έφευγε για το γήπεδο χωρίς εμάς γιατί ήταν μεγάλο παιγνίδι και με πόση λαχτάρα περιμέναμε να ακούσουμε την περιγραφή απ το ραδιόφωνο. Γεωργίου, Φώσκολος, Λογοθέτης κι αργότερα απ την τηλεόραση Διακογιάννης Φουντουκίδης Κατσαρός.
Η γλυκύτερη αναμονή το καλοκαίρι ήταν ο παγωτατζής με το καρότσι με τις σιδερένιες ρόδες που το σπρωχνε στο χωματόδρομο. Παπασπύρου ΑΣΤΥ ΕΒΓΑ. Μια δραχμή η κρέμα, μιάμιση το κακάο, δύο η σοκολάτα.
Τα καλοκαίρια μπάνιο με το πούλμαν ή πάνω στις καρότσες των αγροτικών ή με φορτηγά ή άντε με προϊστορικά λεωφορεία που ζεμάταγαν σαν την κόλαση στις κοντινές παραλίες, Καβούρι Βουλιαγμένη, Βάρκιζα άντε και στη Λουμπάρδα ή απ την άλλη μεριά Ραφήνα Νέα Μάκρη Κόκκινο λιμανάκι. Γελάγαμε με κάτι χοντρές γριές που κάνανε μπανιο με τις κομπιναιζόν, Πέφταμε κάτω και χτυπιόμασταν όταν βλέπαμε κάποιους με το ένα χέρι να κρατάνε τυλιγμένη την πετσέτα γύρω τους και με το άλλο να προσπαθούν να βγάλουν το μαγιό και ναι βάλουν εσώρουχο και παντελόνι. Σιχαινόμασταν τα κεφτεδάκια ή τα ντολμαδάκια στην αμμουδιά. Και το νερό που πίναμε ήταν πάντα χλιαρό.
Και φρούτα, θεούλη μου τι φρούτα ήταν αυτά!
Θυμάμαι ακόμα τον πατέρα μου να κουβαλάει κάτι δωδεκάκιλα Αμερικάνικα ριγέ καρπούζια και γιαρμάδες που σε κάθε δαγκωνιά τα ζουμιά έτρεχαν στο πηγούνι και το λαιμό. Και πεπόνια που μοσχομύριζαν. Και κεράσια μέλι. Και σταφύλια ολόγλυκα.
Ψωμί, τυρί φέτα και καρπούζι για φαγητό. Η υπέρτατη γεύση.

Πίναμε νερό απ το λάστιχο του κήπου (τι εμφιαλωμένα και πράσινα άλογα), τρώγαμε λουκουμάδες με ζάχαρη, κουλούρι και τριγωνάκι κεφαλοτύρι απ τον πλανόδιο κουλουρά έξω απ την εκκλησία, αμφίβολης καθαριότητας τυρόπιτες και σάμαλι ( Δεν έχω ξαναδοκιμάσει από τότε τέτοια νοστιμιά), κοκ και κορνέ με σαντιγύ, και πάστες νουγκατίνες σοκολατίνες και σεράνο απ τις ΕΒΓΑ της γειτονιάς. Γευόμασταν βούτυρα και μαρμελάδες σπιτικές και σπιτικά γλυκά κουταλιού συκαλάκι, περγαμόντο, βύσσινο και πορτοκάλι, νερατζάκι, και φαγητά που δεν τα φτιάχνουν τώρα γιατί είναι κουραστικά. Ροστ μπήφ, μελιτζάνες παπουτσάκια, ιμάμ, παστίτσια, μουσακάδες. Τρώγαμε τόνους κεφτέδες με πατάτες τηγανιτές αλλά ποτέ δεν είμασταν υπέρβαροι γιατί γυρνάγαμε όλη μέρα στους δρόμους και τις αλάνες παίζοντας.
Μοιραζόμασταν με τους φίλους μας μια πορτοκαλάδα ή γκαζόζα απ το ίδιο μπουκάλι και ποτέ κανένας μας δεν έπαθε τίποτε. Δεν πολυαρωσταίναμε , αλλά αν τύχαινε να αρρωστήσουμε πάντα υπήρχε μια καλή μάνα ή γιαγιά να μας δώσει λίγο φιδέ και να μας ρίξει βεντούζες να μας δώσει μια κουταλιά Νορισοντρίν, Ιπεσαντρίν ή ασπιρίνη διαλυμένη στο κουταλάκι μαζί με ζάχαρη, ή να μας κάνει μια ένεση με γυάλινη σύριγγα που τη βράζανε στο κατσαρολάκι, και πιο ύστερα να μας διαβάσει κανένα παραμυθάκι για να αποκοιμηθούμε. Και κάτι θερμόμετρα γυάλινα του πεντάλεπτου……… και στα πόδια του κρεβατιού να γουργουρίζει η γάτα η παρδαλή και να αναδεύεται και να παίζει με την άκρη της κουβέρτας.
Οταν κάναμε ποδήλατο (eska ή velamos) δεν φορούσαμε κράνος και στην πίσω ρόδα βάζαμε πάντα χαρτόνι από πακέττο τσιγάρα πιασμένο με ξύλινο μανταλάκι έτσι για να κάνει θόρυβο και να μας θυμίζει μηχανάκι
Περνάγαμε ώρες έξω απ το σπίτι φτιάχνοντας πατίνια με ρουλεμάν και σανίδια και κατεβαίναμε τις κατηφόρες τις γειτονιάς απλά για να διαπιστώσουμε ότι είχαμε ξεχάσει να βάλουμε φρένο. Κι όταν σηκωνόμασταν μέσα απ τους θάμνους που καταλήγαμε, μαθαίναμε πώς να διορθώνουμε το πρόβλημα των φρένων. Για να μη ξαναπληγώσουμε τα γόνατα μας και να μην αποκτήσουμε ευμεγέθη καρούμπαλα στο κέντρο του μετώπου μας Κι αν τα αποκτούσαμε τα πατάγαμε με εκείνα τα μεγάλα τάλληρα για να μη φουσκώσουν.
Είχαμε φίλους. Βγαίναμε στο δρόμο και τους βρίσκαμε. Παίζαμε μπάλα και κυνηγητό στους δρόμους. Τα δοκάρια στα αυτοσχέδια γήπεδα ήταν ή οι σχολικές τσάντες ή τα πουλόβερ κι οι ζακέττες μας κουβαριασμένες και για καλάθια του μπάσκετ είχαμε τα περβάζια των παραθύρων. Πόσες φορές δεν σπάγαμε και κανένα τζάμι και εξαφανιζόμασταν όλοι μαζί αφήνοντας τη μπάλα στα χέρια κάποιου συνταξιούχου που την έσκιζε με το σουγιά και την πέταγε στο δρόμο. Ο παλιόγερος !
Σκάβαμε λακουβάκια για να παίξουμε γκαζές, ακόμα και κουτσό μαζί με τα κορίτσια, χαρτάκια ή απ αυτά που αγοράζαμε απ τα περίπτερα ή με τα χαρτόνια απ τα πακέτα τα τσιγάρα.

Πηγαίναμε στα σπίτια των φίλων μας και χτυπούσαμε την πόρτα, ή το πιο συνηθισμένο μπαίναμε χωρίς να ρωτήσουμε. Πέφταμε από δέντρα, κοβόμασταν, πληγώναμε τα γόνατα μας και σπάγαμε και κανένα χέρι και οι γονείς μας μάς κατσάδιαζαν κι αυτό ήταν. Λίγο βάμμα στην πληγή κι όξω απ την πόρτα. Τσακωνόμασταν και παίζαμε μπουνιές και μαυρίζαμε και μελανιάζαμε και πάλι φιλιώναμε. Παίζαμε ξιφομαχίες με αυτοσχέδια ξύλινα σπαθιά. Τα ακόντια μας ήταν τα κοντάρια απ τις σκούπες ειδικά από εκείνες που τύλιγαν με μια μαξιλαροθήκη και ξαράχνιαζαν τα ταβάνια. Οι ασπίδες μας ήταν τα καπάκια απ τις μεγάλες κατσαρόλες .
Τρώγαμε ακόμα και σκουλήκια και λάσπες απ τον κήπο. Θυμάστε τη γεύση της λάσπης; Ούτε μάτια βγάλαμε, ούτε τα σκουλήκια έζησαν για πολύ το στομάχι μας.
Κι όταν η γιαγιά πότιζε τον κήπο τι πλάκα να της πατάς το λάστιχο του ποτίσματος και να της κόβεις το νερό κι εκείνη να φωνάζει.
Κι ο πανικός ακόμα μεγαλύτερος όταν πιάναμε το φλίτ με το εντομοκτόνο για να παίξουμε ανίδεοι για το δηλητήριο που περιείχε.
Στους ποδοσφαιρικούς μας αγώνες την ομάδα την έφτιαχναν μερικοί, οι υπόλοιποι μάθαιναν να ζουν χωρίς αρχηγιλίκι.
Φεύγαμε απ το σπίτι το πρωί και παίζαμε όλη μέρα ελεύθεροι αρκεί να γυρίζαμε πίσω μόλις άρχιζε να σκοτεινιάζει, ή όταν η μάνα μας έβαζε τις φωνές απ το μπαλκόνι να τσακιστούμε να ανεβούμε για διάβασμα. Δεν είχαμε βιντεοπαιχνίδια ούτε καν τηλεόραση, ούτε κινητά ούτε υπολογιστές ή internet άντε κανένα ραδιόρφωνο με λυχνίες. Το καλύτερο δώρο ήταν ένα μικρό τρανζιστοράκι με εννιάβολτη Bereck για να ακούμε Εθνικό, ή Ενόπλων.
Πηγαίναμε σχολείο και τα Σάββατα. Τρείς μέρες πρωι, τρείς μέρες απόγευμα. Τετάρτη απόγευμα Πέμπτη πρωί και την πρώτη ώρα Μαθηματικά. Πόσες φορές δεν αισθανθήκαμε το χέρι κάποιου καθηγητή να μας σηκώνει απ τη φαβορίτα ή να μας τραβάει τα αυτιά, η να μας ρίχνει μια σβουριχτή σφαλιάρα. Κι η βίτσα, συνήθως από μουριά να μας πληγώνει την παλάμη. Οι πράξεις μας ήταν δικές μας και οι συνέπειες θα βάρυναν εμάς.
Ποιος δε θυμάται τις καζούρες ιδιαίτερα στους Θεολόγους, τις Αγγλικούδες και τους Τεχνικούς. Τα παρατσούκλια που τους βγάζαμε τα παλιόπαιδα. Ο γιαουρτάς, ο καρκίνος ο θέκλας η θρούμπος ο φισφιρίκος. Την αγωνία μόλις έμπαινε ο μαθηματικός κι άνοιγε τον κατάλογο. -Για να σηκωθεί σήμερα ο ………. Και μέχρι να πεί τον μελλοθάνατο, κόμπος το στομάχι.
Θυμάστε στα διαγωνίσματα την απεγνωσμένη προσπάθεια να αντιγράψουμε με το βιβλίο στα γόνατα, ή τα σκονάκια κρυμμένα στα μανίκια, ή τα κορίτσια που τάγραφαν με στυλό BIC ή SCHNEIDER πάνω στα μπούτια τους και τα κάλυπταν με τις μπλέ ποδιές τους. Μπλέ κοριτσίστικες ποδιές, άσπρο γιακαδάκι και άσπρη μπλέ κορδέλλα στα μαλλιά. Ποδιές που εξαφανιζόντουσαν στο λεωφορείο και χωνόντουσαν μες στις τσάντες και ταΆ αγόρια που περίμεναν στο τέρμα του λεωφορείου.
Ποιος δε θυμάται τις ημερήσιες εκδρομές στον Κάλαμο, τον Αη Γιάννη το Ρώσσο, το Ναύπλιο, τον Οσιο Λουκά, τους Δελφούς για να δούμε τον Ηνίοχο τον σκανδαλιάρη που σε κοίταγε πονηρά όπου κι αν στεκόσουνα ,με κάτι απίστευτα πούλμαν.
Και τους ποδοσφαιρικούς αγώνες των τριών ωρών και βάλε στα άδεια οικόπεδα που τώρα έχουν γίνει μεζονέτες και στούντιο.
Κάποιοι μαθητές όχι τόσο έξυπνοι ή επιμελείς έχαναν την τάξη και ξαναπήγαιναν στην ίδια. Θυμηθείτε πόσους διετείς είχατε στην τάξη σας στο γυμνάσιο. Ήταν εύκολα αναγνωρίσιμοι απ τα γένια και τη χοντρή φωνή.
Ο πρώτος μας έρωτας ήταν συνήθως αδελφή ή εξαδέλφη του καλύτερου φίλου μας. Θυμόσαστε το χτυποκάρδι αλήθεια; Την αγωνία μη μας πάρουν χαμπάρι. Το πρώτο φιλί. Τα ξαναμμένα μάγουλα ,το χνούδι πάνω απ το χείλος μας.
Θυμάστε τα πάρτυ γενεθλίων με 15 αγόρια και δύο κορίτσια, (Ποιος να αφήσει την κόρη του να πάει) με πορτοκαλάδα ή ΤΑΜ ΤΑΜ, πατατάκια τσιπς και σπιτικό κέϊκ κι αργότερα βερμουτάκι και ξηρούς καρπούς.
Τις άπειρες φορές που χορεύαμε το ίδιο μπλούζ σε συνενόηση με τον υπεύθυνο του πικάπ, έτσι για να μένουμε πιο πολλή ώρα αγκαλιασμένοι με το κορίτσι των ονείρων μας. Την απίστευτη φράση ΤΑ ΦΤΙΑΞΑΜΕ. Τι φτιάξαμε ο Θεός κι η ψυχή μας.
Πηγαίναμε στο γήπεδο τρείς ώρες πριν το μάτς και γυρίζαμε παπί απ τη βροχή και παγωμένοι μέχρι το μεδούλι τυλιγμένοι με μουσκεμένες σημαίες και χωμένοι σε πλαστικές σακούλες Κι με τις κάλτσες να τρέχουν
Υπήρχαν τέσσερις εποχές διακριτές μεταξύ τους. Τα φύλλα των δέντρων έπεφταν το φθινόπωρο και τα μπουμπούκια των λουλουδιών άνθιζαν την άνοιξη. Υπήρχαν δέντρα και κήποι στις αυλές των σπιτιών και πηγάδια και χώμα που μύριζε μετά το πότισμα . Θυμάστε τους πανσέδες; Τα σκυλάκια; Τα χρυσάνθεμα;
Τις πλεχτές ζακέτες που βάζαμε κάπου μετά το Πάσχα. Τα πρώτα μακριά παντελόνια.
Τα καλοκαιρινά βράδια τα βγάζαμε ή στα σκαλιά παρέες παρέες, ή παίζοντας κρυφτό και κρυφτοντένεκο, ή στα καλοκαιρινά σινεμά με τα χαλίκια, τις καρέκλες με το πλαστικό σκοινί, τις μπουκαμβίλιες στη μάντρα , τον πασατέμπο και την πορτοκαλάδα ΠΑΡΘΕΝΩΝ. Αξέχαστα χρόνια.
Οι γενιές αυτές έβγαλαν μερικούς απ τους καλύτερους επιστήμονες, γιατρούς, μηχανικούς, ανθρώπους εργατικούς και τίμιους οικογενειάρχες και πολλούς άλλους. Τα τελευταία πενήντα χρόνια έγινε έκρηξη σε καινοτομίες και νέες ιδέες. Είχαμε επιτυχίες, αποτυχίες και υπευθυνότητα και μάθαμε να τα αντιμετωπίζουμε όλα. Μεγαλώσαμε σαν παιδιά με τις χαρές και τις λύπες, μας. Ζήσαμε. Και θα εξακολουθήσουμε να ζούμε όσο μας χρωστάει ο Θεός, σε πείσμα όλων αυτών που μας πλαστικοποίησαν τη ζωή με δικές τους ιδέες και για δικό τους όφελος.

ΠΗΓΗ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

Το άρθρο αναρτήθηκε στο παρακάτω site και η παρούσα είναι αναδημοσίευση. Ευχαριστούμε τον συγγραφέα του θερμά, για την δυνατότητα αναδημοσίευσης που μας έδωσε, ώστε να το διαβάσουν ακόμη περισσότεροι νοσταλγοί άλλων εποχών. Οι εικόνες με τις οποίες εμπλουτίστηκε, προέρχονται από το αρχείο του Comics Trades και αντλήθηκαν έπειτα από ονομαστική αναζήτηση των θεμάτων, στην google. 

http://laografia1.blogdrive.com/

 

ΓΙΟΥΡΓΙΑ και ΓΚΑΓΚΑΝ ΓΚΑΓΚΑΝ…

Ήμουνα ο ληστής και είχαμε στήσει ενέδρα στην άμαξα. Προετοιμασμένος και οπλισμένος μέχρι τα δόντια, πλαστικό πιστόλι, καδρόνι στο άλλο χέρι καλού κακού, και ένα κουζινόπανο της μακαρίτισσας της γιαγιάς μου για ‘μάσκα ληστείας’. Για χρόνια όποτε άκουγα ληστεία μου μύριζε ντοματορίγανη κι ήταν αιτία αυτό το κουζινόπανο, όλες τις ληστείες μ’ αυτό τις έκανα. Λαμπρή καριέρα.

Πεταγόμαστε πίσω απ’ το τοιχάκι, φωνάζοντας είτε ‘γιούργιαααααααααααα’ που ήταν και η πλέον κλασσική κραυγή των ληστών σύμφωνα με τους ιστοριογράφους του Γουέστ, είτε κάνοντας τη μουσική του έπους που διαδραματιζόταν προσθέτοντας μια ακόμα σημαντική ψηφίδα ρεαλισμού στην ‘ταινία’:

ΓΚΑΓΚΑΝ ΓΚΑΓΚΑΑΑΑΑΑΝ

Λοιπόν από τα πιο σοφά πράγματα που έχω κάνει στη ζωή μου, είναι που αυτόν το ληστή με το κουζινόπανο τον έχω κρατήσει ανέπαφο – όσο μπόρεσα – μέσα στο κεφάλι μου. Με όλη του τη σοφία των 8 χρονών, με τη σκισμένη του ελβιέλα, με το κοντό παντελόνι. Έμαθα γράμματα, σπούδασα, έκανα, έρανα, άλλαξα, έβαλα τα ρούχα μου αλλιώς, αλλά εκεί αυτός, πίσω από το τοιχάκι.

Και θα μου πεις τι τον θέλεις;

Μα γι’ αυτό το ‘γιούργια’ τον κρατάω. Έχεις ιδέα τι είναι αυτό το γιούργια; Για μένα είναι αυτό που σημαίνει ή που θα έπρεπε ακόμα να σημαίνει Ελλάδα. Αυτή η κουζουλάδα που λέμε στην Κρήτη, ο βουρλισμένος που λένε οι Κερκυραίοι (και κλείνω μάτι στον Κοσκινά), αυτό το να βάζεις το κεφάλι κάτω και να πηγαίνεις κόντρα, να μη σε νοιάζει κερδίσεις-χάσεις, να μη σε νοιάζει τίποτα, να μη λογαριάζεις τίποτα, να τα βάζεις με θεριά, πίσω και σας φάγαμε ρε, γιούργιαααααααααααααααααααααα.

Είμαι σίγουρος ότι ο Λεωνίδας κι οι 300, με ένα τέτοιο ‘γιούργια’ φύγανε μπροστά. Θα μου πεις χλωμό να είπε γιούργια ο Λεωνίδας – αλλά έχει διαφορά; Αυτό δεν έκανε;

Και τα γράφω αυτά σε μια Ελλάδα που κυριαρχεί για πολλή καιρό μια άλλη παιδική φράση.

Την ξέρετε όλοι.

‘Σκασίλα μου’.

Μεγάλη ζημιά το ‘σκασίλα μου’. Αλλά ξέρεις ποιοι το λέγανε πάντα ε; Οι χαμένοι και οι ζηλιάρηδες. ‘Και τι που νίκησες; Σκασίλα μου.’ ‘Μμμμ σιγά το ποδήλατο. Σκασίλα μου.’

Μεγάλος καρκίνος οι σκασίλες ρε φίλε ώρες ώρες.

Κι όμως το να μεγαλώσω μου ‘μαθε ότι υπάρχουν φορές που χρειάζεται κι η σκασίλα. Αυτό που χρειάστηκε πολύ καιρό να μάθω, είναι πότε χρειάζεται το ένα και πότε το άλλο. Μεγάλη υπόθεση αυτό, πολύ με παίδεψε.

Όχι ότι τα κάνω όλα σωστά τώρα. Μπα. Ποτέ δεν το πετυχαίνεις αυτό κι αν το πετύχαινες δε θα χε πλάκα.

Αλλά σήμερα νομίζω ότι μας λείπει πολύ το γιούργια ρε φίλε. Πολύ σκασίλα είχε πέσει. Γιούργια και γκαγκάν γκαγκάν. Με το κουζινόπανο, με το πλαστικό πιστολάκι, πίσω απ’ το τοιχάκι, σας έχω για πλάκα. Μια δυο τρεις, να μην έρθει κι η σειρά μου;

Με την ελβιέλα, με το κοντό το παντελόνι, με τη μυρωδιά της ντοματορίγανης.

Γιούργια και γκαγκάν γκαγκάν παλικάρια.

Κι αν είναι πιο δυνατοί τι έγινε;

Σκασίλα μου.

—————

Αφιερωμένο αδερφέ στην κουζουλάδα μας

Λάζαρος Αλεξάκης

Π. Υ. – Προ You Tube

Tι σχέση έχουν οι Led Zeppelin με τους MC5; Υπάρχει κοινό σημείο μεταξύ King Crimson και Deep Purple; Πως ενώνονται οι αναμνήσεις και μπερδεύονται σε μια κασσέτα, που καμιά φορά μασάει το κασσετόφωνο; Όλα αυτά, δια χειρός wolf67(Λάζαρος), σε μια ιχνηλασία στιγμών και μουσικών αντιπαραθέσεων, αποκλειστικά στο SUGAR MOUNTAIN(μια υπό – κατηγορία για …ότι θυμώμαστε και ότι …χαιρόμαστε), για τους φίλους της ροκ μουσικής,της ροκ πραγματικότητας και της ροκ νοσταλγίας…

http://wp.me/PKxow-2PK

 

MOMENTS

Ο Μανώλης δεν χρειάζεται συστάσεις. Είναι ο φίλος που ξέρεις ότι είναι δίπλα σου σε κάθε στιγμή. Μικρή, μεγάλη, δύσκολη, ευχάριστη. Είναι εκεί για να σε σηκώσει, να βγείτε ξανά μαζί στην αυλή. Ότι γράφει, το βουτάει στο μελάνι της καρδιάς του.

———–

Πέμπτη βραδυ, καθομαι στοην αγαπημενη γωνια του καναπε με την «επισημη στολη» διαβαζοντας εναν καταπληκτικο τομο Δρασις (που μου εστειλε ο φιλος Γιωργης :))εξω πεφτει ενα σιγανο ψιλοβροχο το οποιο ηχη στα αυτια μου και μου φερνει αναμνησεις!
Εχω αποροφηθει τοσο απο το διαβασμα που οι εικονες περνουν απο μπροστα μου με κηνιματογραφικη ταχυτητα!
Αισθανομαι ενα με τους ηρωες και νιωθω την αγωνια τους αγωνια μου, τον πονο και τις κακουχιες που παιρνουν κα ειναι δικες μου!
Ειναι απιστευτω το αισθημα αυτο, το να ταυτηζεσαι με τους ηρωες του κειμενου.
Συντροφια ενα ποτηρι με λιγο ουισκι μεσα και στην τηλεοραση κατι παιζει αλλα εγω δεν δινω σημασια!
Συνεχιζω να ξεφυλιζω την δρασι απερισπαστα και η αγωνια κορυφωνεται !
Το κουδουνι χτυπαει αλλα εγω στον κοσμο μου ή για να ακριβολογουμε στον αερα μου γιατι η ιστορια που διαβαζω διαδραματιζεται στον αερα και μεσα σε ενα spitfair !
Ειναι ο μικρος μου γιος που εχει γυρισει απο την προπονηση!
Εχει περασει λιγη ωρα και ξαφνικα μια λαμψη με τυφλωνει!
Αποροφημενος απο το διαβασμα θα επαιρνα ορκο οτι η λαμψη θα ηταν εκρηξη απο βλημα στο αεροσκαφος μου !!! χα  χα  χα
αλλα εις ματην !
ηταν το flash απο την φωτογραφικη μηχανη οπου ο κανακαρης μου ειχε αποθανατηση την μεγαλειωδη στιγμη που διαβαζω στον καναπε!
γελαει με την εικονα αυτη και μαζι με αυτον γελαω και εγω με τα χαλια μου !
και για μια ακομη φορα σκεφτομαι ποσο τυχερος ειμαι που ακομα και τωρα υστερα απο τοσα χρονια που εχουν περασει τα κομικς συνεχιζουν απλοχερα να σκορπανε γελιο και χαρα !
εστω και αν αυτο οφειλεται στην αθλια εμφανιση μου με την «μεγαλη στολη» στον καναπε !!
ευελπιστω μετα απο χρονια οταν οι γιοι μου θα εχουν δημιουργησει τις δικες τους οικογενειες να υπαρχουν αντιστοιχες στιγμες οπου τα παιδια τους θα τους φωτογραφιζουν με τις δικες τους
‘μεγαλες στολες» εχοντας στα χερια τους το ανεκτιμητο θησαυρο των κομικς, οχι τοσο υλικης αξιας αλλα συναισθηματικης!

 

Θα το βρείτε κι αυτό το άρθρο, μαζί με όλα όσα συμβολίζουν αξίες και στιγμές του καθενός μας και θέλουμε απλά να τις μοιραστούμε με όλους, στην νέα μας υπό – κατηγορία SUGAR MOUNTAIN.

http://wp.me/PKxow-2PK

Αρέσει σε %d bloggers: