Advertisements

Αρχεία Ιστολογίου

Λεμονανθός

lemonanthos 3

Τα κουρασμένα χέρια κινήθηκαν προς τις βαριές εκείνες μορφές βιβλίων με τις φθαρμένες ράχες, που μετρούσαν ακούραστα αναγνώστες και στιγμές. Φρουροί της γνώσης, στυλοβάτες ιδανικών, συνοδοιπόροι στα μαγικά ταξίδια του νου, στέκονταν υπομονετικά δίνοντας αξία στη σιωπή. Ο ηλικιωμένος έσφιξε στα δάχτυλά του ένα τέτοιο χάρτινο πιθάρι λαμπερών στιγμών του ανθρώπινου πνεύματος. Μια μαύρη, επιβλητική όψη, ξεχώρισε από το ξύλινο ράφι. “Εκτόρ Μαλό – Χωρίς Οικογένεια”…

Το ανεπαίσθητο τρεμούλιασμα σκόρπισε μικρές αντανακλάσεις στη χρυσαφιά γραμματοσειρά. Ένα αόρατο καθρεφτάκι που διαχέει φως, σκορπίζει ηλιαχτίδες, λιώνει τις χιονισμένες μνήμες στις βουνοκορφές και αφήνει την ομορφιά των στιγμών να ξεπροβάλει λυτρωτικά. Η κιτρινισμένη φωτογραφία με τα “δοντάκια” πέταξε στο πρώτο άνοιγμα των σελίδων. Σαν λαβωμένη αγριόχηνα, άνοιξε μάταια τα φτερά της για να πετάξει μακριά. Με μια μετέωρη, χαμένη ισορροπία, αναποδογύρισε και προσγειώθηκε νικημένη μπροστά από τη βιβλιοθήκη. Δίπλα ακριβώς απ’ την παντόφλα του άνδρα. Εκείνος έσκυψε σχεδόν μηχανικά, με ένα αντανακλαστικό ανεξήγητο, για να ακουμπήσει άθελά του μια ακόμη θολή ανταύγεια της νιότης. Από κείνες που θαρρείς παίζουν κρυφτούλι στου μυαλού τους διαδρόμους. Την έπιασε προσεκτικά από τη μια της γωνιά και την έφερε κοντά στο φως του πορτατίφ. Ο χρόνος την αδικούσε, της έκλεβε το χρώμα, την έκανε να μοιάζει με πλάσμα που ζει στο σούρουπο. Τρία παιδιά γελούσαν στο φακό με περίσσιο καμάρι, κρατώντας στα χέρια την ψαριά του το καθένα. Αμούστακα πρόσωπα, άγουρη νιότη, χρόνια γεμάτα σκιρτήματα στην καρδιά…

—Πατέρα; Τι συμβαίνει; Κλαις;

Πατήστε εδώ για να διαβάσετε τη συνέχεια

Advertisements

Σπίθες…

20 ct

Λαξεύοντας του χρόνου τα λιθάρια, ξεπροβάλουν σχήματα, μορφές, ουράνια τόξα… Σπίθες από της μνήμης τη φλόγα, ενώνουν τις φωνές, φτιάχνουν φωτιές… Ξάφνου, όλο το μέταλλο που θάφτηκε στη γη, πετάγεται με μιας ψάχνοντας το μαγνήτη…

Γεννηθήκαμε μέσα στη ζεστασιά της φαρέτρας, πριν ο άνεμος μας δώσει τροχιά… Πριν γενούμε βέλη στης ζωής τα πέρατα  καρφωμένα… Ακίνητα, με τα φτερά να μαδούν στα καλοκαίρια… Ψυχές σα μαργαρίτες, στης αιτίας τα φτερά, στης αφορμής το ταξίδι, στο φεύγα του ματιού, στης δίψας τη σταγόνα…

Σε μια στροφή του χρόνου, σε ένα από εκείνα τα απροειδοποίητα βλέμματα που ρίχνει πάνω μας, που σε κάνει να νομίζεις ότι ζεις ξανά το ίδιο σκαρφάλωμα στο βουνό, ότι αντικρίζεις τον ίδιο ορίζοντα,  το ίδιο γαλάζιο του ουρανού, πατάς τα ίδια ξερά φύλλα του χειμώνα, η μνήμη μένει μετέωρη, σαν τον θεατρικό από μηχανής θεό και πασπαλίζει λίγη απ` την αστερόσκονη του «θείου Γουώλτ». Είναι αυτοί οι αόρατοι κόμποι που μας κρατούν δεμένους μ` ότι ζήσαμε και που πάντα θα σέρνουμε στο διάβα μας. Σαν αλυσίδες μυστικές, του καθενός που ορίζουνε τη ρότα. Κι αν ο σαλτιμπάγκος ξεγελά με γκριμάτσες το νου, εκείνος ο χωρατατζής που ξέρει να θολώνει τη σκέψη χαρίζοντας λησμονιά, σα χαρτοπόλεμο σκορπισμένη ολούθε, πάντα μένει η πόρτα μισάνοιχτη πίσω του. Η «επιστροφή» απέχει λίγα μόλις μέτρα. Ώσπου να ξεμακρύνει το βήμα σβήνοντας το γλυκό τούτο μούδιασμα, τα μάτια τραβούν αχόρταγα μέτρα ταινίας. Καταπίνουν εικόνες λαίμαργα, κι έπειτα τις μοντάρουν. Τους δίνουν το τελικό σχήμα.

Ο ήλιος πάλευε να κρατήσει μακριά την παγωνιά, ανοίγοντας διάπλατα το μεγάλο παραθύρι. 17 Δεκεμβρίου, 8 μέρες πριν τα Χριστούγεννα, κι όμως η πόλη δεν έδειχνε να συμμερίζεται την προσμονή των παιδιών. Έμοιαζε χαμένη μέσα στις επικεφαλίδες των ρεπορτάζ, μέσα σε μια λεία και αιχμηρή πραγματικότητα, σαν τα παγοπέδιλα που χαράζουν τον πάγο. Μηχανικά βήματα στα πεζοδρόμια, χαμόγελα που σβήνουν σε σφιγμένες μορφές. Συναισθήματα βαλμένα στον τοίχο, περιμένουν να γυρίσει η μέρα σελίδα. Κάτι απ` το χθες, κάτι απ` το σήμερα, κάτι που ξέμεινε στο ντουλάπι και μπαγιάτεψε. Κι όλα αυτά πίσω απ` τον ίδιο καθρέφτη, εκείνον που στριμώχνονται όλοι να χωρέσουν στην όψη του.

Αναρωτιόμουν τι να με θέλει πρωί – πρωί ο Έκτορας, όταν έσπρωξα την μικρή ξύλινη πόρτα του μαγαζιού. Η μυρωδιά του παλιού που κερδίζει τη μάχη με το καινούργιο, ξεπηδούσε από κάθε γωνιά. Το ξύλο, το γυαλί, το χαρτί, μυρωδιές που ορθώνουν το παράστημά τους αγέρωχα, ζωντανές, έτοιμες να ανοίξουν τα φτερά τους. Ν` απλωθούν παντού. Μέσα από τους λιγοστούς διαδρόμους του παλαιοπωλείου, σκουντώντας σε αιώνες κι εποχές, η θέα του ιδιοκτήτη ξεχώριζε σαν λες κι από φιγούρα του Τζάκ Λόντον. Ένας θαλασσόλυκος στο τιμόνι, που αγωνίζεται να τιθασεύσει τα κύματα.

          Α! Ήρθες! Καλημέρα, καλημέρα! Κάθισε κι έρχομαι αμέσως.

          Να ρωτήσω πού, ή θα ακουστεί συνηθισμένο;

          Το συνηθισμένο μπορεί να περιμένει μια μέρα, γιατί σήμερα έρχεται ο εχθρός του. Η έκπληξη! Καφεδάκι;

          Ξάφνιασέ με και σ` αυτό. Αν είναι να διώξουμε τη ρουτίνα, ας γίνει ολοκληρωμένα.

          Πάντα κεφάτος το πρωί, έτσι;! Ξέρεις, Βασίλη, όσο πιο πολύ αντιστέκεσαι στο απρόσμενο, τόσο πιο εύκολα σε πιάνει στον ύπνο! Να μη το ξεχάσω. Σου βρήκα το κουτάκι που έψαχνες. Εκείνο από τα μπισκότα. Είναι απέναντι από τον Παπαδιαμάντη, στα δεξιά του καθρέφτη.

          Έκτορα, πας γυρεύοντας να σε αφορίσει η λογοτεχνία! Όπως και να`χει, να ξέρεις ότι  εγώ θα σταθώ δίπλα σου στη δίκη! Άλλωστε, τι σόι φίλοι είμαστε;

          Αυτό να μου πεις! Κοίτα να δεις που το`χασα! Μα είναι δυνατόν; Εδώ μπροστά μου ήταν τόση ώρα! Καμιά φορά… δε ξέρω τι να πω.

          Τώρα που το σκέφτομαι, αν άδειαζες το μαγαζί και το`στηνες απ`την αρχή, δε θα`ταν κι άσχημη ιδέα!

          Καλά, κορόιδευε εσύ. Αχά! Το βρήκα! Τώρα θα δεις…

Με τη φράση του να μένει ξεκρέμαστη στο χώρο,  είχε καταφέρει να ξυπνήσει για τα καλά μέσα μου την περιέργεια και κείνη με τη σειρά της να μοιράζει υποθέσεις, πιστή στο καθήκον της ταχυδρόμος. Το μεταλλικό κουτάκι με την ξεθωριασμένη επιφάνεια και τις σκουριασμένες του γωνίες, στριφογύριζε στα χέρια μου. Η δίνη μιας χρονομηχανής… Ήξερα όμως ότι υπήρχε κάτι ακόμη, κάτι διαφορετικό, που περίμενε να δει την αντίδραση μου. Τυλιγμένο σ`ένα κομμάτι χαρτί, με πλησίαζε μαζί με τον Έκτορα και το αινιγματικό του χαμόγελο.

          Στο`να χέρι ο καφές και στο άλλο …το ταξίδι! Μετ` επιστροφής όμως, μη σε χάσουμε κιόλας!

Μ` αυτά τα λόγια, ακούμπησε στο τραπέζι το φλιτζάνι και  το μυστηριώδες εκείνο περιτύλιγμα…

          Τι λέγαμε για τις εκπλήξεις; Χα! Λοιπόν, ας το πάρουμε αλλιώς. Πλησιάζουν Χριστούγεννα και για να γίνει πιο χαρούμενη η διάθεση μας, τι της προσφέρουμε; Ένα μικρό δωράκι! Συμβολικό. Έτσι για να αισθανθούμε τη διαφορά. Αν τώρα μπορούσες να ζητήσεις ένα τέτοιο δώρο, τι θα διάλεγες;

          Κρίνοντας από τον πρόλογο και το ύφος σου,  θα έλεγα χωρίς δεύτερη σκέψη μια ανάμνηση. Κάτι παλιό, ασορτί με το μαγαζί. Με το ταξίδι δεν ξέρω τι σχέση έχει, αλλά αυτό θα μου το πεις εσύ φαντάζομαι, εκτός κι αν κάτω απ`το χαρτί κρύβεις κανένα κασετόφωνο.

          Πάντα ετοιμόλογος! Θυμάσαι το κόμικς εκείνο που λέγαμε τις προάλλες;

          Ποιο απ`όλα;

          Αυτό με τον πειρατή, το καουμπόικο.

          Πειρατής σε καουμπόικο κόμικς; Τα μπέρδεψες λιγάκι, αλλά δε μου κάνει εντύπωση. Αν κοιτάξεις γύρω σου, θα καταλάβεις το λόγο.

          Καλέ μου φίλε, αυτή εδώ η ανεμοδαρμένη καλύβα είναι κληρονομιά του πεπρωμένου μου. Και σ`αυτήν όσοι μπαίνουν, ή τους σπρώχνει ο αγέρας μέσα τους, ή ζητάνε τις δόσεις που τους χρωστάω. Εσύ, σίγουρα δεν είσαι απ`τους δεύτερους.

Τι να αντιτάξεις σε μια τόσο πειστική περιγραφή; Με μια φράση αφοπλιστική, αυθόρμητη, που αντιπροσωπεύει κάθε πιθαμή πάνω σου; Κούνησα το κεφάλι με νόημα.

          Ξέρω για ποιο κόμικς λες. Για κείνο με τον «Σιδερογένη», από μια ιστορία του «Κάπτεν Μίκυ».

          Ναι, αυτό! Κοιτούσες ξανά και ξανά και μουρμούραγες που να τον έχεις δει ξανά. Τη φιγούρα στο σκίτσο. Έτσι δεν είναι; Ε λοιπόν, στο βρήκα!

16 ct

Πριν προλάβω καν να σκεφτώ, αποκάλυψε με μια απότομη κίνηση το περιεχόμενο του χάρτινου δέματος. Τα μάτια μου θα πρέπει να έμειναν ακίνητα για τόσα δευτερόλεπτα, όσα χρειάζονταν για να φτερουγίσουν οι σκέψεις και να φύγουν μακριά… Μπροστά μου κείτονταν ένα μικρό κάδρο, ένα από αυτά που συναντάς στις σελίδες των βιβλίων του Ιουλίου Βέρν, ασπρόμαυρο, μέσα σε μια σκαλιστή, ξύλινη κορνίζα. Ολόιδιος ο πειρατής του κόμικς, σαν να ποζάριζε εκείνος στον σκιτσογράφο, στέκονταν με τα άγρια γένια του και το σκουλαρίκι στο αυτί, ο «Σιδερογένης»! Όσα χρόνια κι αν έψαχνα για περιπτώσεις έμπνευσης των δημιουργών από υπαρκτά πρόσωπα, κάτι παρόμοιο δεν είχα αντικρίσει! Απίστευτο, κι όμως κρατούσα στα χέρια μου την  χειροπιαστή απόδειξη, όσων αναζητούσα! Ήταν σαν να έσβησαν τα σύνορα της πραγματικότητας και τα πόδια μου να πάτησαν στη γη της φαντασίας!

          Τι έχεις να πεις, τώρα; Καλό;

          Μόνο; Που το βρήκες; Ποιος στο`δωσε;

          Δεν έχουν σημασία αυτά. Αυτό που μετράει είναι το απρόβλεπτο, το απίθανο, όταν σου χαμογελάει και σε στριμώχνει και σένα και την αμηχανία σου στη γωνία. Όταν σου αποδεικνύει πως δεν είναι όλα γραμμένα, υπολογισμένα, βαλμένα σε καλούπια. Κι αυτό είναι ζωγραφισμένο στο πρόσωπο σου.

          Ναι. Έτσι είναι. Δεν το περίμενα ποτέ να συμβεί κάτι τέτοιο, Έκτορα. Είναι μοναδικό! Δείχνει παλιό. Δεν μοιάζει για αντιγραφή.

          Να σου πω την αλήθεια, αυτό δεν το ξέρω. Η κορνίζα είναι παλιά, σίγουρα. Το πορτρέτο όμως …μπορεί και να είναι πιο πρόσφατο και απλά να το πρόσθεσαν μετά. Όπως και να`χει, τον πειρατή σου εσύ τον βρήκες.

Τα λόγια του ακούγονταν πάνω απ`τα βήματά μου, καθώς διάβαινα το λιθόστρωτο δρομάκι. Ούτε που το κατάλαβα ότι έφτασα σπίτι. Εκείνη η διαδρομή θα πρέπει να χάθηκε απ`το μυαλό μου, όπως το κύμα σβήνει τη γραφή στην άμμο. Το παράξενο ναυάγιο, που ξέβρασε κάποιο καπρίτσιο της μοίρας στα χέρια μου, μαρτυρούσε ότι δεν ονειρεύτηκα και πως ό,τι έζησα ήταν αληθινό. Η αντιπαράθεσή του με την κιτρινισμένη σελίδα του κόμικς, αποτέλεσε μια ακόμη μεγαλύτερη δόση έκπληξης. Στο τρίτο καρέ, ο πειρατής ήταν αυτός που εικονιζόταν στον μικρό πίνακα. Παρατήρησα τις δύο εικόνες για πολλή ώρα, ψάχνοντας να βρω διαφορές. Υπήρχαν αλλά ήταν ασήμαντες. Τα ακούμπησα και τα δύο σ`ένα ράφι της βιβλιοθήκης και αφέθηκα σε ατέλειωτους διαλόγους με το νου, μέχρι που η μέρα κύλισε απ`έξω και σκόνταψε στο μεσημέρι.

18 ct

Τα χρώματα άλλαξαν, το πορτοκαλί μπερδεύτηκε στο γκρι, οι σκεπές ξαμόλησαν τις σκιές τους στην αυλή και ο δίσκος γρατσούνισε κάποιο τζαζ αυλάκι…  Μια αρμονία λικνιζόταν  αργά, σέρνοντας τα βήματά της, τραβώντας παράλληλα το φθαρμένο πανωφόρι της μελαγχολίας. Κλωστές και νότες…

Κι όμως, κάτι σαν να έλειπε από αυτή την συγκυρία, από το σμίξιμο του σκίτσου και της ζωγραφιάς…  Κάτι που τόνιζε την αυταπάτη, που απομυθοποιούσε την χαρά της ανακάλυψης. Να ήταν το ανικανοποίητο, που δεν αφήνει το βιβλίο να τραβήξει τον σελιδοδείκτη; Ή μήπως το σαράκι της αμφιβολίας, έρμαιο στην ανάσα της μοίρας, έβρισκε τον τρόπο να απαγκιστρωθεί; Ότι κι αν ήταν, έμελε να φανερωθεί στο δωμάτιο, λίγες σκέψεις μετά …

Τα φωτάκια του Χριστουγεννιάτικου δέντρου αναβόσβηναν ρυθμικά, κάνοντας τις μπάλες να φαντάζουν βουτηγμένες σε χρώματα μαγεμένα. Χρυσαφί του πράσινου στη δύση του μωβ, ασημί του κόκκινου στο ανέβασμα του μπλε… Αστέρια και χρώματα…

Ο «Σιδερογένης» στεκόταν βλοσυρός μέσα στη φορεσιά του, με τα χείλη έτοιμα να ξεστομίσουν διαταγές στο πλήρωμα της γαλέρας. Το ίδιο φοβερός όσο κι η σιγή του. Θαρρείς και κρατούσε με δυσκολία τις λέξεις πίσω απ`τα δόντια. Παρατηρώντας λίγο πιο προσεχτικά, μπόρεσα να βρω μια διαφορά μεταξύ των δύο. Ο ένας, ο βλοσυρός του πίνακα, είχε πίσω του ένα πολυέλαιο, λεία από κάποιο κούρσεμα, ενώ ο άλλος, ο χάρτινος των παιδικών μου χρόνων, μάλλον δεν τον θεώρησε απαραίτητο και πόζαρε στο σκιτσογράφο δίχως φώτα και περιττές πολυτέλειες. Η όψη του «αιχμάλωτου» στην κορνίζα πειρατή ένοιωθα να με διαπερνά με ένα βλέμμα γεμάτο περιέργεια. Σαν να προσπαθούσε να με αποκρυπτογραφήσει. Την ακούμπησα στο ανοιχτό παράθυρο, δίπλα στο φως του πορτατίφ, θέλοντας ίσως να ξορκίσω τα δαιμόνια του μυαλού του, να αποδυναμώσω τη φοβέρα κάτω απ` τα γένια. Οι πρώτες παγωμένες ψιχάλες ξεκίνησαν να κατηφορίζουν στα κεραμίδια, την ίδια στιγμή που ο Les Baxter και οι εξωτικές του μελωδίες, αγκάλιαζαν το δωμάτιο…

17 ct

Βυθισμένος στη νοσταλγία του ήχου και της εικόνας, μέσα σε μια γλυκιά ζάλη λήθης που κατέβαινε στο λαρύγγι καίγοντας τον ουρανίσκο όπως το παλιό κονιάκ, χαμογέλασα στο πεισματάρικο κούτσουρο της επιθυμίας, που χρόνια τώρα ακούει πάνω του το πριόνι να του αφαιρεί τη σάρκα, αλλά πάντα καταφέρνει να την γεννά ξανά. Κι έμπνευση πάλι, εκείνη η γριά με το μαντήλι στο κεφάλι, γειρτή από τα χρόνια και τα βάσανα, που σηκώνει καλάθια μοίρες με μια δύναμη ανεξάντλητη, με περίσσιο κουράγιο, τι ξωτικά είναι αυτά που βρήκε μπροστά της; …

Ξάφνου, τα μάτια τεντώθηκαν θαρρείς έξω απ`τις κόγχες τους! Ποτάμια χρώμα κατέβαιναν απ`τον φυλακισμένο «Σιδερογένη» και γίνονταν χείμαρροι αγριεμένοι, κύματα που χτυπούσαν τα σωθικά της ξύλινης κορνίζας! Μια θύελλα που λυσσομανούσε και απειλούσε να καταπιεί το αγριεμένο κουφάρι και το πλοίο του! Υπνωτισμένος, ένας Νέρωνας στην καταιγίδα του χαμένος, καμάρωνα το ναυάγιο. Μέχρι που βρήκα τη δύναμη να πάρω τα βήματά μου απ`την καρέκλα και να τραβήξω τον πίνακα, έμοιαζε σαν το κλάμα του ουράνιου τόξου… Το χρώμα κυλούσε στα δάχτυλα, στο πάτωμα, σ`όλη τη διαδρομή ως το γραφείο, αφήνοντας τα δικά του σημάδια σε ένα δρόμο που θα`μενε ζωντανός για πάντα…

Κάποιες τέτοιες σταγόνες, κύλησαν και στο εικονογραφημένο αντίγραφο. Ανεμομαζώματα, της μνήμης καμώματα – στην κάπα του χρόνου αχνά αρώματα… Ίσως το μυστικό δεν έπρεπε να φανερωθεί, να μη χαθεί η μαγεία, σκέφτηκα. Ο άνεμος ίσως να`χε σβήσει τη φλόγα στο κεράκι της ματαιοδοξίας. Τα συναισθήματα μπορεί να είναι πιο δυνατά από τις πράξεις, όμως αυτά που τις υπαγορεύουν έχουν να κάνουν με τα «θέλω», με τους εγωισμούς του καθενός. Η ανάγκη να μείνει κάτι παραπάνω στα χέρια μας… Παραπάνω απ`ό,τι μας αντιστοιχεί… Κι όμως, το δικό μου εκείνο παραμύθι, το όνειρο που φτερούγισε μαζί μου, δεν είχε απομακρυνθεί ακόμα…

19 ct

Ξάφνου, τα μάτια τεντώθηκαν θαρρείς έξω απ`τις κόγχες τους! Ποτάμια χρώμα κατέβαιναν απ`τον φυλακισμένο «Σιδερογέννη» και γίνονταν χείμαρροι αγριεμένοι, κύματα που χτυπούσαν τα σωθικά της ξύλινης κορνίζας! Μια θύελλα που λυσσομανούσε και απειλούσε να καταπιεί το αγριεμένο κουφάρι και το πλοίο του! Υπνωτισμένος, ένας Νέρωνας στην καταιγίδα του χαμένος, καμάρωνα το ναυάγιο. Μέχρι που βρήκα τη δύναμη να πάρω τα βήματα μου απ`την καρέκλα και να τραβήξω τον πίνακα, έμοιαζε σαν το κλάμα του ουράνιου τόξου… Το χρώμα κυλούσε στα δάχτυλα, στο πάτωμα, σ`όλη τη διαδρομή ως το γραφείο, αφήνοντας τα δικά του σημάδια σε ένα δρόμο που θα`μενε ζωντανός για πάντα…

Το περιοδικό, ανοιχτό στη σελίδα την τόσο γνώριμη περιπέτεια, κρατούσε μέσα σε ένα καρέ τον επίλογο… Δεν είχε καταστραφεί από την εισβολή εκείνη του χρώματος, ότι εντελώς και δεν έδειχνε τόσο παράταιρο. Μια μοναδικότητα είχε χτίσει τη φωλιά της εκεί μέσα. Και, ως δια μαγείας, ο «Σιδερογένης» είχε κληρονομήσει κάτι από τον μοχθηρό συγγενή του στον πίνακα. Πίσω απ`τα αγριεμένα του μαλλιά, κάτι απρόσμενο είχε βρει καταφύγιο. Ο πολυέλαιος, είχε σχηματιστεί από τις σταγόνες χρώμα! Ήταν απίστευτο, ή μήπως της θέλησής μου το βιβλίο δεν είχε ακόμη φτάσει στην τελευταία σελίδα;

Όπως οι σπίθες που ακανόνιστα σχήματα πλάθουν, φεύγοντας με ορμή προς κάθε κατεύθυνση, έτσι σκορπούν και τα βήματα που μας επιτρέπει ο χρόνος να κάνουμε πίσω. Διαρκούν τόσο όσο μια φευγαλέα ματιά, όσο αντέχει η μικρή φωτοβολίδα μέχρι να σβήσει την τροχιά της και να χαθεί… Όσο μια σπίθα, μια στιγμή, μια σκέψη, ένα πετάρισμα στο βλέφαρο, μια σταγόνα στις σελίδες ενός κόμικς… Παρ`όλα αυτά, προλαβαίνει να γίνει δώρο πολύτιμο, μια παλιά φωτογραφία που ζωντανεύει κι αρχίζει το χορό, βγαίνει από το ασπρόμαυρο και ντύνεται στο χρώμα. Εκείνη η φωτογραφία, εκείνη η σπίθα, ήταν ένα στολίδι στο Χριστουγεννιάτικο δέντρο που έβγαζε από μέσα του αυθορμητισμό και ευδαιμονία. Έστω για μια στιγμή, στράβωσε τα ρολόγια και έκανε τους δείκτες τους ξωτικά, με μεγάλα πράσινα καπέλα, παραδομένα στο ρυθμό της μουσικής.

Στον παιδικό μου φίλο Αλέκο, που μας άφησε για να διαβάσει μόνος του κόμικς, πάνω στο βαθύ γαλάζιο, εκείνο  που νομίζαμε κάποτε ότι πηδώντας θα μπορούσαμε ν`αγγίξουμε.

Για το Comics Trades 2013–2014

Γιώργος Σ. Κοσκινάς

Το παρακάτω κείμενο αποτελεί μέρος του βιβλίου «Κόμικς & Γιρλάντες» και δημοσιεύεται στο Comics Trades με την μορφή προ – δημοσίευσης σε αποκλειστικότητα, με την συγκατάθεση του δημιουργού και του εκδότη. Είναι κατοχυρωμένο πνευματικά στον δημιουργό. Κάθε μορφή αναδημοσίευσής του, μέρους ή ολόκληρου, καθώς και των φωτογραφιών, που περιέχει, τις προερχόμενες από το προσωπικό αρχείο του δημιουργού, επισύρει τις προβλεπόμενες από το νόμο σχετικές κυρώσεις περί καταπάτησης πνευματικής ιδιοκτησίας. Μάρτιος 1993 – νομοθετική διάταξη υπ’ αριθμόν 2121.

© 2013 Γιώργος Σ. Κοσκινάς

«Το πιο λαμπερό στολίδι»

Το παρακάτω κείμενο, αποτελεί μέρος του βιβλίου «Κόμικς & Γιρλάντες» και δημοσιεύεται στο Comics Trades με την μορφή προ – δημοσίευσης σε αποκλειστικότητα, με την συγκατάθεση του δημιουργού και του εκδότη. Είναι κατοχυρωμένο πνευματικά στον δημιουργό. Κάθε μορφή αναδημοσίευσης του, μέρους ή ολόκληρου, καθώς και των φωτογραφιών που περιέχει, τις προερχόμενες από το προσωπικό αρχείο του δημιουργού, επισύρει τις προβλεπόμενες από το νόμο σχετικές κυρώσεις, περί καταπάτησης πνευματικής ιδιοκτησίας. Μάρτιος 1993 – νομοθετική διάταξη υπ` αριθμόν 2121.

© 2012 Γιώργος Σ. Κοσκινάς

Θυμάμαι την κυρά – Ειρήνη, καθισμένη στην μικρή εσωτερική αυλή του σπιτιού, πλάι στους περιστερώνες της. Έφτιαχνε τα κλουβιά, τάιζε τα περιστέρια, τα φρόντιζε. Σου έδινε την εντύπωση πως όσο κρατούσε αυτή η ασχολία, ηρεμούσε το μυαλό της, γαλήνευε. Έμοιαζε σαν να έμπαινε σε ένα άλλο κόσμο, δικό της. Εκεί που δεν υπήρχε η καθημερινότητα να της ροκανίζει τα σωθικά, όπως όλων μας. Οι δουλειές του σπιτιού, η ανατροφή των δύο γιών της. Οι καυγάδες και οι κακίες, που τρύπωναν σαν σαράκι και ροκάνιζαν τις στιγμές, τις έπνιγαν σε μια απογοήτευση. Απραγματοποίητα όνειρα, χαμένες ελπίδες. Εικόνες που πλάθαμε όλοι, ιδανικές,  που θα` μεναν στο νου, έπειτα από την σύγκρουση με την σκληράδα της ζωής. Απωθημένα, που χαράζουν τα πρόσωπα και τις καρδιές. Κάνουν τον καθένα να οπισθοχωρεί στο καβούκι του. Να κλείνεται για να είναι ασφαλής , για να διαφυλάξει όσα μπορεί περισσότερα, από κείνα που κράτησε μέσα του.

Η κυρά – Ειρήνη ήταν ένας κλειστός άνθρωπος. Με χαρακτηριστικά τραχιά, αυστηρά. Δεν σου άφηνε περιθώρια για ερωτήσεις, ούτε καν για παιδικά «γιατί». Δεν άκουγε δικαιολογίες, δεν μετρούσε κλάματα. Ήταν θα` λεγα ψημένη σε έναν άλλο φούρνο. Ο δικός της πηλός ήταν διαφορετικός,  απ` αυτό των βόλων μας. Πιο δύσκαμπτος, πιο σκληρός. Έτσι περνούσαν οι χειμώνες, με τις φωνές και τις γκρίνιες, τα χαμόγελα και τα πειράγματα, σε μια ρόδα χαλασμένου κάρου. Γύριζε μαζί με μας, μας κουβαλούσε όταν κουραζόμασταν, σταματούσε στις ανηφόρες και πάλι έμενε εκεί, έξω από την αυλή. Ο Πάνος και ο Νίκος, οι δύο της γιοί, ήταν οι αρχηγοί της γειτονιάς. Απ` αυτούς ξεκινούσε το παιγνίδι και σ` αυτούς τελείωνε. Όταν άνοιγαν τα παραθυρόφυλλα του σπιτιού τους, αυτά που έβλεπαν στην αλάνα, ξέραμε ότι είχε μπει ο επίλογος για κείνη τη μέρα. Όπως ξέραμε και ποιού πρόσωπο θα εμφανίζονταν στο άνοιγμα τους.

Ήταν οι εποχές του διωγμού των κόμικς και της κόμικς – απαγόρευσης μας. Εκατοντάδες τέτοια χάρτινοι προορισμοί, στην αχαρτογράφητη γη της φαντασίας μας, χάνονταν στα σκουπίδια, καίγονταν σε Κυριακάτικες φωτιές, σχίζονταν μπροστά μας, όταν αργούσαμε να διαβάσουμε τα μαθήματα, ή γυρίζαμε αργότερα από την επιτρεπτή ώρα. Η κυρά Ειρήνη, τα είχε βάλει μαζί τους και δεν άφηνε ποτέ να γίνουν έστω 3 ή 4. Μόλις τα έβλεπε, τα πέταγε αμέσως. Ήθελε οι γιοί της να προκόψουν. Να μάθουν γράμματα, να γίνουν κάτι στη ζωή τους. Κι εκείνα τα περιοδικά, ευθύνονταν για τους χαμηλούς βαθμούς και την ντροπή που γεννούσαν τα λόγια του δασκάλου, μέσα της. Αλλάζαμε τεύχη μεταξύ μας, ειδικά με τον Νίκο, αλλά τα δικά μου δύσκολα τα έβλεπα να επιστρέφουν. Συνήθως μου` λεγε απολογητικά ένα «συγνώμη» και έσκυβε το κεφάλι κάτω.

Το Δεκέμβρη του 1970, ενώ πήγαιναν παραδοσιακά στο χωριό τους για τις ημέρες των εορτών, αυτή τη φορά έμειναν στη γειτονιά. Πλησίαζαν οι μέρες των Χριστουγέννων. Ήταν προπαραμονή. Μέσα στη φτώχια και την ανέχεια εκείνων των χρόνων, όλοι έκαναν ότι μπορούσαν για να δείξουν μια άλλη πλευρά. Πιο χαρούμενη. Στόλιζαν τα σπίτια, γέμιζαν τα καντούνια μυρωδιές από σπιτικά γλυκά. Όλων τα πρόσωπα έπαιρναν κάτι από τη γιορτινή λάμψη. Γλύκαιναν, γίνονταν πιο φιλικοί, πιο καλοσυνάτοι, πιο φιλόξενοι. Συγχωρούσαν πιο εύκολα. Λίγες μέρες πριν, είχα αποκτήσει ένα τεύχος «Μεγάλου Μπλέκ». Περισσότερες σελίδες από το εβδομαδιαίο, μεγαλύτερο σχήμα, πιο χορταστικό και πολύ δύσκολο να έρθει στα χέρια μας, με την τιμή των δέκα δραχμών τότε. Το είχα δανείσει στον Νίκο και περίμενα να το διαβάσω ξανά. Θα ήταν μια μικρή απόλαυση, γύρω από τα λαμπάκια του Χριστουγεννιάτικου δέντρου, καθώς αναβόσβηναν. Αυτό σκέφτηκα και παρά τον φόβο που τρύπωνε μέσα μου, μήπως το είχε πετάξει η μητέρα του, έκλεισα πίσω μου την εξώπορτα και κίνησα για να το ζητήσω.

Μουδιασμένος, δίχως να μπορώ να αρθρώσω λέξη, σαν κάποιος να μου` χε κλείσει το στόμα, ένα αόρατο χέρι και με μια κρυάδα στα γόνατα, γύρισα και βγήκα από το μικρό σαλόνι. «Το πέταξα. Να μη του ξαναδώσεις άλλα, γιατί θα τα πετάξω κι αυτά.» Λόγια που έμοιαζαν να έχουν καρφωθεί στα αυτιά μου και σαν αντίλαλος, να σφυρίζουν διαρκώς. Βγήκα στον παγωμένο αέρα και κοίταξα πάνω από τα σπίτια, όσο πήγαινε το βλέμμα μου. Το σούρουπο κατέβαινε νωχελικά, βαριεστημένα και λίγο μελαγχολικό.  Αμίλητος και χαμένος στις σκέψεις μου, κάθισα στον καναπέ, δίπλα στο μικρό μας δέντρο. Δεν ήθελα να πω τίποτα στους δικούς μου, τέτοιες μέρες να` χουμε γκρίνιες και καυγάδες. Μ` όλα αυτά στο κεφάλι, ξημέρωσε η επόμενη μέρα. Παραμονή. Μέρα γεμάτη από τη μαγεία της προσμονής, για τα δώρα. Μια μέρα με αισιοδοξία, χαμόγελα και παντού «καλά παιδιά»!

Μαζεμένοι γύρω από την σόμπα, συγγενείς και λίγοι φίλοι, όλοι μαζί στριμωγμένοι σε ένα μικρό δωμάτιο, με τις ανάσες μας να χτυπάνε η μια την άλλη, τρανταχτά γέλια και ποτήρια να τσουγκρίζουν. Μια ατμόσφαιρα οικεία και ζεστή, που μηδένιζε τις αποστάσεις και έδιωχνε μακριά όσα μας χώριζαν. Έστω και για λίγο. Για ένα βράδυ. Το ραδιόφωνο έπαιζε μουσικές από μεγάλες ορχήστρες. Paul Mauriat, James Last. Τα μελομακάρονα είχαν μεγάλο σουξέ. Οι κολακείες πήγαιναν και έρχονταν, οι μικροί ανοίγαμε χαρτιά περιτυλίγματος εορταστικά και λερώναμε τα ρούχα μας στο δάπεδο. Το δικό μου μυαλό ταξίδευε σε κείνο το τεύχος «Μεγάλου Μπλέκ», με τα κατορθώματα του κυνηγού και της παρέας του. Εκείνο που έδωσα στο Νίκο και που χάθηκε στη μανία της μητέρας του, θυσία σε κάποια αταξία. Κρατούσα το πλαστικό εκείνο καλαμάκι, με τα μικροσκοπικά ζαχαρωτά μέσα, όταν άκουσα το χτύπημα στο τζάμι της πόρτας.

«Ποιος να` ναι τέτοια ώρα;», αναρωτήθηκαν οι μεγάλοι. Νομίζω ότι ήταν η μητέρα μου, αυτή που πήγε να ανοίξει. Μου είναι αδύνατον να περιγράψω πως ένοιωσα, στη θέα της κυρά – Ειρήνης… Ήταν σαν κάποιος να είχε ακούσει ότι σκεφτόμουν. Να είχε μπει μέσα μου και να αισθάνονταν τους χτύπους της καρδιάς μου. Να` βλεπε τον πόθο μου… «Δεν θα καθίσω, Μαρία. Ήρθα για δώσω αυτό το περιοδικό στο γιό σου. Το ξέχασε σπίτι και … και μπορεί να το θέλει να το διαβάσει». Η χαρά μου πρέπει να σηκώθηκε πριν από μένα! Με δυσκολία κρατιόμουν να μην φωνάξω! Η κυρά – Ειρήνη έφυγε αμέσως σχεδόν και σε λίγα δευτερόλεπτα κρατούσα ξανά στα χέρια μου, κάτι ανέλπιστο. Κάτι που είχα για χαμένο. Μετάνιωσα που δεν έτρεξα να την ευχαριστήσω. Ήταν κάτι που ποτέ δεν την είχα ικανή να κάνει. Το πρόσωπο της είχε θυμάμαι εκείνη τη γαλήνη, όπως τότε που φρόντιζε τα περιστέρια. Σαν κάτι όμορφο να την είχε κυριέψει. Μέρες μετά, εντελώς τυχαία, έμαθα από τον Νίκο ότι το περιοδικό το είχε πράγματι πετάξει και τότε… κούνησα με απλά το κεφάλι μου. «Ένα ακόμη στολίδι στο δέντρο», ψιθύρισα…  Το πιο λαμπερό. Κι είχα στο νου μου όταν τα` λεγα, τη γυαλάδα στα μάτια της κυρά  Ειρήνης…

Αποκλειστικά για το Comics Trades 2012 – 2013

Γιώργος Σ. Κοσκινάς

Άδεια Creative Commons
Αυτή η εργασία χορηγείται με άδεια Creative Commons Αναφορά Δημιουργού-Μη Εμπορική Χρήση-Όχι Παράγωγα Έργα 3.0 Μη εισαγόμενο .

«Μπλουζ με μια σκιά»

Το παρακάτω κείμενο, αποτελεί μέρος του βιβλίου «Κόμικς & Γιρλάντες» και δημοσιεύεται στο Comics Trades με την μορφή προ – δημοσίευσης σε αποκλειστικότητα, με την συγκατάθεση του δημιουργού και του εκδότη. Είναι κατοχυρωμένο πνευματικά στον δημιουργό. Κάθε μορφή αναδημοσίευσης του, μέρους ή ολόκληρου, καθώς και των φωτογραφιών που περιέχει, τις προερχόμενες από το προσωπικό αρχείο του δημιουργού, επισύρει τις προβλεπόμενες από το νόμο σχετικές κυρώσεις, περί καταπάτησης πνευματικής ιδιοκτησίας. Μάρτιος 1993 – νομοθετική διάταξη υπ` αριθμόν 2121.

© 2012 Γιώργος Σ. Κοσκινάς

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Για όλους εμάς, που αρνηθήκαμε νοερά να ενταχθούμε στη μορφή της κοινωνικής «συνέχειας», όσων προηγήθηκαν και ήταν αθώα, ανεπιτήδευτα και αγνά, για μας που κρατήσαμε μια σταγόνα παιδικότητας στις ψυχές μας, τα Χριστούγεννα έχουν μια άλλη λάμψη. Κάτι από το χθες, που επικαλούμαστε σε κάθε ευκαιρία, όταν όλα γύρω μοιάζουν συνθετικά, βιομηχανοποιημένα, άτεχνα, ανούσια και κουραστικά. Όταν δεν έχουν να πουν σχεδόν τίποτα και είναι απλά εικόνες της μοναξιάς κάποιων άλλων. Αυτής, που κλείνει τον κόσμο στο καβούκι του. Τον κάνει απρόσιτο, ασφαλή στην αεροστεγή του συσκευασία. Τον απομακρύνει από τα επικίνδυνα «μικρόβια» της μνήμης. Γιατί τελικά, ίσως να είναι εκείνη που φοβάται. Ότι έχει μείνει πια πίσω μας, πάντα  μπορεί να τρομάξει στη σκέψη του…


Προέλευση εικόνας: Αρχείο συντάκτη

«ΜΠΛΟΥΖ ΜΕ ΜΙΑ ΣΚΙΑ»

Το σούρουπο έπεφτε στο μικρό καθιστικό. Κι όπως έγερνε έτσι απαλά μέσα απ` τις κουρτίνες, έβαφε με μια γλυκιά πορτοκαλί απόχρωση, το ξύλινο τραπέζι. Ένας χειμώνας που αργούσε να περάσει απ` το κατώφλι μας, για ένα καπρίτσιο θαρρείς, κάτι σαν πείσμα που έμοιαζε κρυφτούλι με το χρόνο. Κοντεύανε Χριστούγεννα, κι η πόλη έμοιαζε χαμένη στις υπέρ – βολικές στιγμές ευδαιμονίας, χαμογελαστή να μας κλείνει το μάτι από ψηλά. 23 του μήνα. Προπαραμονή.

Το παλιό ξύλινο ρολόι πάνω απ` τη βιβλιοθήκη, χτύπησε 5. Πήρε το βλέμμα μου για λίγο, για μια σκέψη δρόμο. «Η ώρα που ζωντανεύουν οι σκιές», ψιθύρισα. Έτσι ασυναίσθητα. Σα να μπήκαν τα λόγια απ΄ τη χαραμάδα της πόρτας. Να τα` φερε το παγωμένο βοριαδάκι. Έτριψα τα χέρια, κι άφησα την ανάσα να βγει πάνω τους.  Τα κούτσουρα στο τζάκι έδειχναν να έχουν δεχτεί τη μοίρα τους. Μια σπίθα μόλις, αρκούσε για να σηκώσει καινούργιες φλόγες, με παλιά όψη. Γνώριμη. Ή μήπως ήταν πρόσχημα; Μια αφορμή, ένα παιγνίδι από κείνα που κρύβει σε κάθε της στροφή, το πεπρωμένο; Κάτι που ευχήθηκες δυνατά και …

Το χτύπημα στην πόρτα, συνοδεύτηκε από μια βραχνή, γνώριμη φωνή.

–          Ε, Αλέξανδρε, είσαι μέσα;

Με ένα δίλλημα, να με κρατάει γερά δεμένο στον καναπέ, άφησα τα μάτια να καρφωθούν για μερικές στιγμές, στο παλιομοδίτικο, στρογγυλό φιλιστρίνι της εξώπορτας.

–          Αλέξανδρε; Άνοιξε, κάνει κρύο!, ξανάπε η φωνή.

Άφησα ένα χαμόγελο και έκλεισα το βιβλίο πάνω στο τραπέζι. Προσεχτικά, με το σελιδοδείχτη στις τελευταίες γραμμές, να ξεκουράζεται. Το χερούλι της πόρτας, φανέρωνε μια κλειδαριά που χρειάζονταν λάδωμα.

–          Τι έκανες τόση ώρα; Ξύλιασα εκεί έξω! Μπρρ..! Θα κάνει πολύ κρύο απόψε.

Ο Μιχάλης, ήταν αυτός ακριβώς ο αεροδιάδρομος, που χρειάζονταν για να προσγειωθεί η ζωή, στους καθημερινούς ρυθμούς της. Πελάτης και φίλος, ή μάλλον πρώτα φίλος και μετά …φιλικός πελάτης! Τι σημασία έχουν όλα αυτά; Καμία, αποφάσισε το ειρηνοδικείο!

–          «Αθώος ο κατηγορούμενος!»

–          Τι πράγμα; Που τρέχει πάλι το μυαλό σου, μου λες; Έξω αρχίζει να νυχτώνει. Αν θέλεις να γεμίσει καμιά δραχμή το ταμείο, καλύτερα να ανοίξεις. Ο κόσμος βγαίνει για να ψωνίσει. Σε 2 μέρες έχουμε Χριστούγεννα, Αλέξανδρε.

–          Το ξέρω, απάντησα. Το ξέρω, Μιχάλη. Μα κοίτα, δε θέλει και πολύ κόπο. Ούτε θα πάρει χρόνο. Να, τώρα άναψα και τα φώτα απ` έξω. Σε δύο λεπτά, το τζάκι θα` ναι έτοιμο κι αυτό. Θέλεις ένα μπράντι, για να ζεσταθείς;

Έκλεισε την πόρτα πίσω του, με θόρυβο όπως πάντα. Με μια κίνηση που μ` έβαζε σε σκέψεις, για το αν θα άντεχε και για πόσο, το θολό κρύσταλλο στο φιλιστρίνι. Κρέμασε το παλτό και με κοίταξε μ` ένα χαμόγελο έτοιμο για πείραγμα.

–          Το ξέρεις ότι γερνάς; Χα! Σου πήρε 5 λεπτά για να` ανοίξεις την πόρτα. Αυτά, …δεν είναι καλά σημάδια, φίλε! Βάλε μου κάτι να ζεσταθώ. Ναι, μπράντι είναι μια χαρά. Από κείνο που μου` δωσες τις προάλλες. Το δυνατό. Ξέρεις.

–          Αχα. Κάθισε. Έρχ…

–          Α, πα πα. Απαράδεκτο! Ούτε την πινακίδα «ανοιχτό», δεν γύρισες! Κουνώντας το κεφάλι του, δεξιά – αριστερά, γύρισε την κιτρινισμένη πινακίδα στην πόρτα.

–          Τώρα, ναι. Είναι ανοιχτά! Μπορεί να μπει ο κόσμος. Μπορεί και να δουλέψεις, που ξέρεις; Αν δεν βαριούνται να σε περιμένουν, μέχρι να βάλεις κανένα ποτό! Όλα γίνονται!

Καθίσαμε με τα ποτήρια γεμάτα, παλιό καλό μπράντι, αναπαυτικά σε έναν από τους δύο ξύλινους καναπέδες. Αυτόν με τα πρασινοκόκκινα μαξιλάρια. Τον «εορταστικό», όπως τον έλεγα. Το τζάκι γεννούσε σπίθες και μες` το ημίφως του δωματίου, που έδινε μια νότα χτεσινή, κάτι από τις εικονογραφήσεις στα βιβλία μιας άλλης εποχής, κοιτάξαμε ο ένας τον άλλο και μετά βάλαμε τα γέλια! Δυνατά! Σαν να` παμε ένα μυστικό αστείο ταυτόχρονα!

–          Δεν μπορώ να σε καταλάβω, είπε. Έχεις ένα μαγαζί που σε φέρνει πίσω στο χρόνο, σα χρονομηχανή. Ταβάνι ξύλινο, ωραία ράφια, διακόσμηση, φωτισμός μμμ … καλούτσικος, αλλά αυτό το δάπεδο από πέτρα βρε φίλε, τι το θέλεις; Ξέρεις πόσο κρυώνει το δωμάτιο, ε; Τέλος πάντων. Υγεία.

Τσουγκρίσαμε τα ποτήρια χαρούμενα. Γελώντας πάλι, αλλά πιο διακριτικά.

–          Έλα. Πήγαινε να βάλεις κανένα από κείνα τα μπλουζ. Τα παλιά Αμερικάνικα. Αυτά με το γκα γκαν, γκα γκαν. Ξέρεις εσύ. Πως τα λες;

–          Δωδεκάμετρα. Κλασσικά δωδεκάμετρα. Πάνε σε …

–          Όχι αναλύσεις! Να τα ακούσουμε είπα! Αν ήταν να τα μάθω, θα πήγαινα στο τρελό –  Εγγλέζο το Μάικ, που ξέρει και κιθάρα. Άντε και βάλε μου κι άλλο ένα.

–          – Το ήπιες κιόλας;

–          Πελάτες δε θέλεις;


Προέλευση εικόνας: Αρχείο συντάκτη

Το ράφι με τους παλιούς δίσκους βινυλίου, στην αριστερή πλευρά του μπαρ, περίμενε κάτι τέτοιες στιγμές. Να νοιώσει την αμφιβολία της σωστής επιλογής, που κρέμεται απ` το αναποφάσιστο χέρι. Πάντα ένα «όλοι είναι καλοί. Ποιόν να διαλέξω», φώλιαζε στο μυαλό μου, κάθε φορά που πήγαινα κατά κει. Όμως κάθε φορά, έβρισκα κάτι ξεχωριστό. Κάτι που έβγαινε σχεδόν μόνο του, απ` τη θέση, που ξεχώριζε από τους άλλους. Που μπορούσε να ντύσει τις στιγμές. Να τις κάνει να δείχνουν μοναδικές. Καινούργιες και παλιές. Η βελόνα ξεκίνησε να βαδίζει, στο στρωμένο με γρατζουνιές δρόμο της. Κάθε πέτρα κι ένα χαρακτηριστικό λαχάνιασμα. Ένα αγκομαχητό. Καμιά φορά μου θύμιζε το θόρυβο που κάνουν τα ξύλα, στο τζάκι. Μπορεί γι` αυτό να έφτιαξα ένα. Για να δένει με το ταξίδι στα αυλάκια, των δίσκων… Το Trade Winds ξεπρόβαλε από το λαρύγγι του Bing Cosby. Ίδιο κι απαράλλακτο, όπως το `40. Μαγικά κλεισμένο στη νοσταλγία της φιάλης του.


Προέλευση εικόνας: Αρχείο συντάκτη

–          Καλά, δεν είναι αυτό ακριβώς που σου` πα, αλλά ωραία ακούγεται. Πρέπει να φτιάξεις κι ατμόσφαιρα, το ξέρεις; Αυτά με τα έλκηθρα και τις χορωδίες, που αρέσουν στον κόσμο. Σε δύο μέρες έχουμε Χριστούγεννα. Στο ξαναλέω.

–          Δεν το ξέχασα. Έχω φτιάξει μια κασέτα, γι` αυτό το λόγο. Θα την βάλω μετά.

Ήπιαμε ακόμη ένα μπράντι ο καθένας. Έπειτα, ο Μιχάλης σηκώθηκε απότομα, κοίταξε το ρολόι και έβγαλε να με πληρώσει.

–          Κοντεύει έξη. Πρέπει να φύγω. Έχω να πάρω κάτι μπιχλιμπίδια, αλογάκια, γιρλάντες, Αη Βασίληδες, καταλαβαίνεις. Θα` ρθω πιο αργά. Κράτα.

–          Το ένα είναι…

–          Δεν είναι κανένα. Κερνάω εγώ, απόψε.

–          Γιατί; Γιορτάζεις τίποτα; Ρώτησα, με μια καθαρή διάθεση για αντεπίθεση, στο πείραγμα.

–          Ναι. 45 Χριστούγεννα μαζεμένα! Δεν είναι αρκετός λόγος;

Γελάσαμε κι οι δύο με την καρδιά μας. Κι έτσι φτάσαμε στην πόρτα – προσπαθώντας να μην αφήσουμε το χαμόγελα να ξεσπάσει, κάνοντας γκριμάτσες απ` την προσπάθεια.

–          Τα λέμε, μετά.

–          Εντάξει, Μιχάλη. Πρόσεχε τα ξωτικά! Καμιά φορά – δεν ξέρεις ποτέ – κρύβονται στα παιγνίδια!

–          – Θα σου` λεγα τώρα, αλλά έχε χάρη που είναι γιορτάδες μέρες.

Η πόρτα έκλεισε ξανά, πίσω από τα χαχανητά μας. Οι πρώτες εικόνες εορταστικής εξόρμησης στα μαγαζιά, είχαν αρχίσει να κάνουν την εμφάνιση τους. Ο κόσμος έβγαινε στους δρόμους με κουμπωμένα παλτά, αλλά χαμογελαστά πρόσωπα. Ασορτί με τα λαμπάκια, που κρέμονταν στα μπαλκόνια. Αυτός ο στολισμός, πάντα έδινε μια όμορφη, μια μαγική χροιά, σε κείνες τις μέρες. Βοηθούσε να βγουν τα συναισθήματα, αυτά που κρύβονταν όλες τις υπόλοιπες μέρες του χρόνου. Κάπως έτσι, όλοι αποκτούσαν ένα παιδικό βλέμμα, ανεξάρτητα από την ηλικία τους. Έψαχναν για δώρα, χάζευαν τις βιτρίνες, ταξίδευαν με το μυαλό και την φαντασία τους. Πίσω στα δικά τους ανέμελα Χριστούγεννα, που σταματούσαν τη ροή του σχολείου. Την τραχύτητα του χρόνου. Τα σπίτια φορούσαν τα γιορτινά τους και όλη αυτή η ατμόσφαιρα, ήταν αρκετή για να σε παρασύρει σε μια διαφορετική διάθεση. Πιο κεφάτη και πιο συγκινησιακά φορτισμένη, ανάλογα με του καθενός τα αραχνιασμένα πατάρια… Ανάλογα με τα αποθέματα βιωμάτων και κιτρινισμένων εικόνων. Φωτογραφιών, από κείνες τις ασπρόμαυρες με τα δοντάκια τριγύρω, που βάφει η υγρασία, για λογαριασμό του χρόνου.


Προέλευση εικόνας: Αρχείο συντάκτη

Μου άρεσε η υφή εκείνων των φωτογραφιών. Η μυρωδιά, που μπορούσε να γεμίσει ξανά την κλεψύδρα και να την γυρίζει ανάποδα, ακούραστα. Να σε πάει εκεί και να αγγίξεις σχεδόν όλα αυτά, που μένουν στα μάτια κρεμασμένα, σαν ξελογιασμένες μνήμες… Ήταν περίεργα, να νοιώθεις τα ρούχα σου να μη σε χωρούν, ξαφνικά. Να μικραίνεις και να παιδεύεσαι να πετάξεις από μέσα τους. Να κοιτάζεις ξανά, με το κεφάλι στραμμένο ψηλά, τον κόσμο των μεγάλων. Τις φιγούρες τους που βιαζόσουν να φτάσεις σε μπόι. Σ` όλες εκείνες τις μικρές επιθυμίες, υπήρχε στολισμένο κι ένα δέντρο, κάπου εκεί, σε μια γωνιά. Μικρό, μεγάλο, ψεύτικο, αληθινό, καραβάκι, με πολλά ή λίγα φωτάκια, με γιρλάντα και σπρέι χιονιού, μερικές φορές. Με τις λάμπες να αντανακλούν χαμόγελα, γκρίνιες, δάκρυα, από χαρά ή φόβο, σαν να` ναι μαγικοί καθρέφτες. Μικροί και μοναδικοί. Ο καθένας είχε το δικό του είδωλο, τον δικό του θεατή. Είχε κάτι να πει σε κείνον και σε κανέναν άλλο.

Έσπρωξα δύο μικρά κομμάτια ξύλο στο τζάκι. Η μυρωδιά γέμιζε πια το δωμάτιο. Όλα ήταν πιο ζεστά. Πιο μαλακά. Σαν να είχαν χάσει τη σκληράδα τους. Με πιο στρογγυλές άκρες. Άγγιξα το ράφι της μικρής βιβλιοθήκης. Ο Στάινμπεκ στην ίδια γειτονιά με τον Τσάντλερ και τον Λόντον. Μια τόσο αταίριαστη συνύπαρξη, στο ίδιο έλκηθρο καθισμένη. Η λογοτεχνία στην υπηρεσία μιας εσωτερικής, ατομικής ανάγκης για διαφυγή. Για γνώση και διαφυγή.  Ξαφνικά, ένα μικρό κομμάτι χαρτί, έπεσε ανάμεσα από τα «Σταφύλια της οργής» και τον «Ασπροδόντη».  Ένα παλιό, τετράγωνο χαρτί, κάπως ταλαιπωρημένο. Στάθηκε με την μια από τις πλευρές του κενή. Το σήκωσα μηχανικά. Δεν ξέρω τι με έσπρωξε να το κάνω. Ήταν σαν οι εντολές να μην έφυγαν από το μυαλό… Τα μάτια έμειναν παγωμένα, όπως όταν βγαίνεις απότομα στο κρύο και σε χαστουκίζει ο άνεμος. Στην άλλη πλευρά, υπήρχε μια εικόνα. Μια αχνή, θολή και φευγαλέα εικόνα. Ένα αντίο σπρωγμένο στη βουή… Έξη φιγούρες, αγκαλιασμένες, στριμωγμένες στο χώρο, κι ένα μικρό, πλαστικό δεντράκι, Χριστουγεννιάτικο, πίσω τους. Βαλμένο ψηλά, για να φαίνεται στη φωτογραφία  και να αποτυπώνει αυτήν ακριβώς τη στιγμή. Αυτό τη σελίδα, του βιβλίου της ζωής. «Χριστούγεννα 1969». Φτιαγμένο με τον τρόπο που κάνανε τότε, όσοι θέλαν` να γράψουν κάτι πάνω τους. Για να το θυμόνται μετά. Με λίγο σάλιο και μετά απλωμένο στην επιφάνεια, με το χέρι. Έπειτα, το στυλό έγραφε και άφηνε πίσω του ένα λευκό σημάδι. Σαν αυλάκι, που δείχνει το δρόμο στις σκιές και τις μεγαλώνει. Τους φυσάει πνοή…


Προέλευση εικόνας: Αρχείο συντάκτη

Βυθίστηκα σ` ένα στρόβιλο ήχων και μορφών, που τόσο γλυκά σε παρέσερνε στο γύρισμα του. Στο βάθος του, σ` ένα τεράστιο λαρύγγι. Σαν να σε κατάπινε η νοσταλγία –  μια μεγάλη λευκή φάλαινα – ο Μόμπυ Ντικ της χάρτινης θάλασσας, κι ύστερα, ζαλισμένος να πέφτεις κάτω, στην παραλία του Ιωνά.

–          Το παιδί. Πιάσε το παιδί.

–          Αλέξανδρε! Έλα εδώ!

Η πρώτη φωνή, πήρε σχήμα και μορφή και άρχισε να μεγαλώνει. Μέχρι που με πέρασε στο ύψος. Σήκωσα το κεφάλι για να την συναντήσω. Μια αγαπημένη μορφή, δεμένη με τα καλύτερα χρόνια. Τα πιο λαμπερά που έζησα ποτέ.

–          Έλα, να σου βάλω το παλτό. Δε θέλεις να πάμε να ψωνίσουμε;

Ένα παράξενο κουδούνισμα, αντήχησε στ` αυτιά μου. Τόσο γνωστό και τόσο μακρινό… σαν απόηχος… Κι έπειτα, όλα άρχισαν να γίνονται μια γόμα, που σβήνει πάνω στο τετράδιο…

–          Να. Ήρθε και η Στέλιος, με τη μαμά του. Θέλεις να σ` αφήσουμε εδώ;

Η θεία μου, η Αλίκη! Με το ευγενικό εκείνο πρόσωπο, τα μαλλιά χτενισμένα σαν όστρακο και το χαμόγελο, αυτό το χαμόγελο που ξεκινούσε από τα μάτια, δίνοντας της ένα παιγνιδιάρικο ύφος. Πάντα περιποιητική, στοργική, πρόθυμη να συγχωρέσει κάθε αταξία. Ο άνθρωπος που έφερνε τα κόμικς στο σπίτι! Τα Μίκιμαου. Τα` κρυβε στην τσάντα της, προσεχτικά όμως, δεν τα δίπλωνε. Κι έπειτα, έρχονταν και μου τα` δινε στα κρυφά, ψιθυρίζοντας ένα «μη σε δει η μαμά»…

–          Έλα, Αλέξανδρε. Μπράβο. Έλα και το άλλο χέρι. Έτοιμοι είμαστε κι εμείς, Μαρία.  Ερχόμαστε.


Προέλευση εικόνας: Αρχείο συντάκτη

Άφησα τα βήματα μου να με πάνε μπροστά και τότε, αντίκρισα τις όψεις που ξεθώριαζαν στο νου, τόσα χρόνια τώρα… Στοίχειωναν ενθύμια και μαρμάρωναν το βλέμμα, πάνω τους. Η μάνα μου, η κυρία Λουκία, ο κύριος Πέτρος και ο γιός τους ο Στέλιος. Ο καλύτερος παιδικός φίλος. Όλοι τους μπροστά μου, σαν ανοιχτή βεντάλια. Χαμογελαστοί, όπως τους θυμόμουν πάντα. Προσπαθούσα να ανοιγοκλείσω τα μάτια, να κουνηθώ απότομα, να αρθρώσω μια λέξη. Ήταν αδύνατον. Σαν να με είχε ζώσει ένα μούδιασμα τόσο δυνατό, που έκοβε μ` ένα πελώριο ψαλίδι, τις κλωστές κάθε σκέψης. Κάθε εντολής. Δεν κατάλαβα για πότε βρέθηκα στο σκαλάκι της εξώπορτας. Πάντως εκεί απέναντι, στην γωνία που σχημάτιζαν οι τοίχοι των δύο σπιτιών, ήταν η αυλή που παιδεύαμε και μαλώναμε. Γελούσαμε, τρέχαμε φωνάζοντας, μιμούμενοι ήχους από όπλα… Πρόλαβα να δω μερικούς πήλινους βώλους, ξεχασμένους κοντά στις αυτοσχέδιες γλάστρες, από δοχεία τυριού… Τα γεράνια ζωντάνευαν μέσα τους, ενώ απ` έξω ο ασβέστης έσβηνε το όνομα του εργοστασίου…


Προέλευση εικόνας: Αρχείο συντάκτη

Το χνότο μου έβγαινε παγωμένο, σχηματίζοντας συννεφάκια. Άλλα έφευγαν αμέσως ψηλά, άλλα τα κατεύθυνα με το στόμα πιο χαμηλά, πάνω στις βιτρίνες. Εκεί άπλωναν και θόλωναν την επιφάνεια. Δεν προλάβαινα όμως να τα δω, γιατί το χέρι της μάνας μου με τραβούσε να συνεχίσω, σ` ένα πιο γρήγορο ρυθμό, απ` ότι θα` θελα. Έκανε κρύο. Χειμωνιάτικο και τσουχτερό. Ο κόσμος όμως δεν περνούσε βιαστικά. Χάζευε τις βιτρίνες, τα παιδιά ζητούσαν δώρα, οι μεγάλοι χαιρετιούνταν εγκάρδια.

–          Γεια σου, Μαρία.

–          Γεια σου, Ελπίδα. Τι κάνετε; Ψωνίζετε;

–          Ε, η μικρή θέλει να δει το δώρο που μπορεί να της φέρει ο Άγιος Βασίλης, άμα είναι καλή. Έτσι, Χρύσα;

«Κι άμα δεν είναι;» Να που οι πρώτες σκέψεις, εκείνες οι σκανδαλιάρικες, άρχισαν να κατεβαίνουν ξανά τα σκαλιά. Δεν τις άφηνα πάντα να βγουν απ` το στόμα. Έτσι έκανα και με κείνη. Την κράτησα για μένα, αλλά της έδωσα όμως την απάντηση. «Άμα δεν είναι… θα της πάρει δώρο η μαμά!»

Εκείνη χρονιά – ναι, να` το που θυμάμαι ξαφνικά! – είχα μια τρελή λαχτάρα για Κλασσικά Ντίσνευ! Και στρατιωτάκια! Και …το περιπολικό; Όχι, σίγουρα όχι! Α, ναι! Τη φαρέτρα με τα βέλη! Όχι αυτή του Γουλιέλμου Τέλου, την ινδιάνικη με τα κρόσσια! Είχα και το καπέλο από τις περασμένες απόκριες, οπότε όλο και θα κόντευα να του μοιάσω στ` αλήθεια! Θα` βαφα και το πρόσωπο με μολύβια… Κόκκινο και πράσινο. Λωρίδες στα μάγουλα. Κάθε ινδιάνος πρέπει να` χει βαμμένο το πρόσωπο του. Που ξέρεις; Μπορεί να ξεσπούσε πόλεμος ξαφνικά… Βέβαια, αυτά ήταν τα δικά μου τα «θέλω». Όμως περνούσαν από το πορτοφόλι της οικογένειας και καμιά φορά, έμεναν «θέλω»…


Προέλευση εικόνας: Αρχείο συντάκτη

Περάσαμε την πλατεία με την εκκλησία φωτισμένη, να φεγγοβολά από τα ανάγλυφα, ζωγραφισμένα παράθυρα και να προαναγγέλλει χαρμόσυνα, την γέννηση του Θεανθρώπου. Μπροστά στο άγαλμα, η αγαπημένη φάτνη, του στήνονταν κάθε χρόνο. Μια ξύλινη κατασκευή, που έφερνε στο νου τις κουβέντες της δασκάλας, στο σχολείο. Όταν μας διηγούνταν την ιστορία της Γέννησης. Σιγή επικρατούσε στην αίθουσα. Άτακτοι και επιμελείς, όλοι στήριζαν τους αγκώνες στο πρόσωπο και άκουγαν με προσοχή. Ρουφούσαν κάθε λέξη, σαν να την άκουγαν για πρώτη φορά. Ο καθένας με τον δικό του τρόπο, ζούσε την αφήγηση και έπλαθε εικόνες. Το κεφάλι μου στράφηκε αυτόματα σχεδόν, με μια δύναμη συνήθειας και λαχτάρας. Στα αριστερά, πίσω από την φιγούρα του Ιωσήφ, ήταν ο πάγκος με τις εφημερίδες και τα περιοδικά. Εκεί που τα μάτια μας άστραφταν φωτιές, μόλις αντικρίζαμε! Κρεμασμένα στα μανταλάκια, ή απλωμένα το ένα δίπλα στο άλλο, ανάμεσα από Καζαμίες, ημερολόγια, οικογενειακά περιοδικά, σταυρόλεξα, βίπερ, ξεχώριζαν στα μάτια μας τα πολύχρωμα εξώφυλλα τους. Χριστούγεννα. Όλοι, φορούσαν τα καλύτερα τους ρούχα, τα πιο πλατιά χαμόγελα. Και μέσα σ` αυτή την ανάσα χαράς και καλοσύνης, τα δάχτυλα γλιστρούσαν στις τσέπες και τις τσάντες, για να βγάλουν τις δραχμές εκείνες, που θα κέρδιζαν ολόψυχα «ευχαριστώ», παιδικά πρόσωπα λαμπερά. Κάπως έτσι, ένα κόκκινο τομάκι, αντικείμενο πόθου και προσδοκιών πολλών μηνών, με μια πανέμορφη μυρωδιά να βγαίνει απ` τις σελίδες του, βρέθηκε στα παγωμένα μου χέρια. Μαγική στιγμή.

–          Είσαι ευχαριστημένος τώρα; Δεν έχεις παράπονο, έτσι; Έλα. Πάμε στο ζαχαροπλαστείο.

Χριστούγεννα 1969. Ένα παιδί δεν θα μπορούσε να ξέρει, τι το διαφορετικό ίσως να` ρχονταν με μια καινούργια δεκαετία. Τι αλλαγές να έφερνε μαζί του. Αλλά πόσο διαφορετικά να γίνονταν όλα τριγύρω; Να πηγαίναμε σε διαφορετική τάξη; Να μεγαλώναμε; Σιγά. Και πάλι δεν θα φτάναμε τους μεγάλους. Πάλι μικροί θα μέναμε και πάλι στις αυλές θα αλωνίζαμε. Δεν άλλαζε κάτι. Όχι ακόμη… Ήταν τόσο, μα τόσο μακριά από μας, σαν τα 30 χρόνια, που λέγαμε μικροί με ένα τέτοιο τρόπο, που γέμιζε το στόμα με απόσταση. «Τριάαααααντα χρονών! Το σκέφτεσαι; Πω πω! Πώς να` ναι;» Ο ένας πείραζε τον άλλο, του έλεγε πως θα του πέσουν τα μαλλιά, θα ασπρίσουν, δεν θα` χει δόντια, θα κουβαλάει μαγκούρα, κι όλοι μετά προσποιούμαστε τους γέρους! Κουτσαίναμε, μιμούμασταν τις φωνές τους… Ένας αιώνας δρόμος… «Μέχρι τόοοοοοοτε! Ου! Έχουμε ακόμα…» …

Christmas Blues, με την νωχελική φωνή του Dino, να γαργαλάει τις νότες στον ουρανίσκο. Κόκκινες, κίτρινες, πράσινες γιρλάντες, λαμπάκια σε σχήμα αστεριού, πολύχρωμα, φώτιζαν το μεγάλο δέντρο στη γωνιά. Οι φωνές των πελατών μπερδεύονταν μεταξύ τους. Γίνονταν ένας ήχος χαμογελαστός, γιορτινός. Με απαιτήσεις, όνειρα, ελπίδες, μέρες πιο φωτεινές. Τα τραπεζάκια ήταν όλα γεμάτα παρέες και οικογένειες. Η μυρωδιά του φρεσκοψημένου τσουρεκιού και των μελομακάρονων, πλημμύριζε το ζαχαροπλαστείο. Γέμιζε κάθε σημείο. Έφτανε σε κάθε ρουθούνι. Σακούλες και δέματα με εορταστικά περιτυλίγματα, αυτά σκίζαμε με τόση ανυπομονησία, κρέμονταν από τα χέρια όλων. Ο καλοκάγαθος κυρ – Αλέξης, τους εξυπηρετούσε όλους πρόθυμα, με ένα τεράστιο χαμογελαστό μουστάκι. Πολλές φορές πίστευα, ότι αν υπήρχε αλήθεια ο Άγιος Βασίλης, τότε σίγουρα πρέπει αν είχαν κάποια συγγένεια! Ήταν το ίδιο στρουμπουλός και με χιονισμένα μαλλιά. Κι η φωνή του, ήταν κάπως χοντρή, βαθιά.

Καθίσαμε σε ένα τραπεζάκι, που μόλις άδειασε. Ο Στέλιος πήγε να μου τραβήξει την καρέκλα, αλλά πρόλαβα!

–          Ε! Καθίστε ήσυχοι! Αλέξη! Δεν έχει μου και μα! Κάθισε γιατί …γιατί δεν είναι σωστό.

–          Έλα, Στέλιο. Τι πράγματα είναι αυτά; Τέτοια μέρα; Δεν ντρέπεσαι;

Ποιος να ντραπεί και γιατί άραγε; Αν το σκεφτόμουν πρώτος, θα το` κανα εγώ! Πρόλαβε εκείνος, αλλά την επόμενη φορά θα ήμουν εγώ! Μπορεί να μην ήταν Χριστούγεννα, να μην ήμασταν στο ζαχαροπλαστείο. Όμως  πάλι το ίδιο θα κάναμε, πάλι κάποιος θα ήταν πιο γρήγορος στην σκέψη από τον άλλο. Οι ντροπές θα έρχονται πιο μετά και θα` χαν άλλη μορφή, αλλά αυτό ακόμη δεν το γνωρίζαμε. Δεν είχαμε χαθεί στα πλοκάμια της πολυπλοκότητας και των συμβιβασμών τους. Για μας, για όλα εκείνα τα παιδιά, η κάθε μέρα είχε κι ένα ρούφηγμα δικό της. Ήταν μια ανεξερεύνητη ζούγκλα των τροπικών, ένα ξεχασμένο νησί, ένα πελώριο βουνό, μια παραλία με φοίνικες και απέραντες αμμουδιές.

Η νύχτα είχε αρχίσει να κουνάει τη μπέρτα της, πάνω απ` τα κεφάλια μας. Τα φώτα έμοιαζαν ακόμη πιο μαγικά. Θόλωναν στα μάτια μας, όταν τα κοιτούσαμε πολύ ώρα. Τρεμόπαιζαν κάτω από το παγωμένο αεράκι και μας έδειχναν τον δρόμο της επιστροφής. Είχαν περάσει ώρες; Είχαμε βαρεθεί να γυρίζουμε στα μαγαζιά; Μας πονούσαν τα πόδια; Ποιος ξέρει, άλλωστε τι σημασία να είχε; Γεμάτοι εικόνες, με πεταρίσματα στις καρδιές, απ` ότι δεν είχαμε δει και βρίσκονταν στις πολύχρωμες συσκευασίες, με τους φιόγκους επάνω, γυρίζαμε στο σπίτι. Στο ορμητήριο όλων. Εκεί που ψάχναμε να βρούμε θέσεις και κρυψώνες, για ότι γνωρίζαμε και ότι δεν γνωρίζαμε. Γι` αυτά που μπορούσαμε να δούμε και τα άλλα, τα άπιαστα, που πετούσαν πάνω από τα ταβάνια, ψηλά σους ουρανούς μας.

Το σαλόνι έδειχνε να έχει αιχμαλωτίσει τον χρόνο. Να τον κρατάει εκεί, στα καλύμματα και τα χαλιά του κλεισμένο και να μας περιμένει καμαρώνοντας, για το κατόρθωμα του. Κοίταξα πάνω από το έπιπλο με τα μαχαιροπήρουνα και τα σερβίτσια και συνάντησα το φετινό μας δέντρο. Λίγο μικρό για τις προσδοκίες μου, λίγο πιο κοντά στην πραγματικότητα, μ` αυτήν που θα καυγαδίζαμε συχνά, αλλά ακόμη δεν την ήξερα…

–          Μαρία, Λουκία, ελάτε να βγάλουμε μια φωτογραφία! Ελάτε! Πέτρο! Στέλιο! Αλέξανδρε! Ελάτε.

–          Ποιος θα μας βγάλει;

–          Φώναξα τον κυρ Τάσο από δίπλα.

–          Βρε Αλίκη, ξέρεις πως θα μας βγάλει ο Τάσος. Σα να` μαστε σε καράβι! Θα την κουνήσει.

–          Δεν πειράζει. Ας την κουνήσει. Ας βγάλουμε μια και ας είναι κουνημένη. Χριστούγεννα είναι. Να` χουμε κάτι να θυμόμαστε, όταν γεράσουμε.


Προέλευση εικόνας: Αρχείο συντάκτη

Κι εκεί, καθώς μαζευόμασταν ο ένας δίπλα στον άλλο, ενώ ο καλόκαρδος κυρ Τάσος περιεργάζονταν την φωτογραφική μηχανή και έψαχνε το κουμπί, το φως άρχισε να λιγοστεύει. Μέχρι που έμειναν μόνο τα φωτάκια από το δέντρο και ένα μεγάλο πορτατίφ, αναμμένα. Τότε, άρχισαν οι σιλουέτες όλων μας να αποκτούν μια προέκταση. Μια άλλη διάσταση. Κάτι μακρόστενο και σκοτεινό, που ζούσε από το φως μας, ανέβαινε προσπερνώντας κάθε εμπόδιο. Χόρευε πάνω στις γωνίες, μέχρι που ξεπερνούσε το μπόι μας και χάραζε το ταβάνι. Εκεί, συναντιόνταν όλες οι σκιές. Στο δικό τους βασίλειο.

–          Δεν είναι καλύτερα, έτσι;

–          Ε, ναι. Ωραία ατμόσφαιρα.


Προέλευση εικόνας: Αρχείο συντάκτη

Την προσοχή μου είχε αποσπάσει μια απ` όλες τους, που καθώς κινούνταν σαν από μόνη της στο τοίχο, έμοιαζε σαν να` ταν ζωντανή. Σαν να` χε κόψει τα δεσμά από τον αφέντη της. Να λειτουργούσε αυτόνομα, αυτόβουλα. Απλά δεν είχε πρόσωπο.  Η βραχνή φωνή του Armstrong, βούιζε στα αυτιά μας. Ούτε το φλας της φωτογραφίας, δεν στάθηκε ικανό να την διακόψει. Να την κάνει να τρεμοπαίξει. Εκτός από κείνη τη φωνή, που έσκισε στα δύο τον χρόνο, το χώρο, το σκοτάδι.

–          Παιδί μου; Τι κάνεις εκεί; Τρελάθηκες; Με τη σκιά χόρευες;! Χάλασες τη φωτογραφία! Ω, Θεέ μου, τι θα κάνω με σένα!

Όλα έσβησαν. Όλα βυθίστηκαν σε ένα μαύρο, βελούδινο χρώμα, κι άρχισαν να γυρίζουν με ταχύτητα. Πιο γρήγορα κι απ` τραινάκι στο Λούνα Παρκ. Πιο γρήγορα κι απ` το νου. Εικόνες που ξεφύλλιζαν σαν εικονογραφημένο, σαν τα παλιά κινούμενα σχέδια. Μια ζάλη πρωτόγνωρη και μοναδική, άρχισε να περνάει από τα μάτια στο σώμα και να το κυκλώνει. Σαν κι εκείνη πριν …πριν πόση ώρα… τότε… τότε που τι…

–          Αλέξανδρε! Αλέξανδρε! Είσαι καλά; Ξέρεις πόση ώρα σου μιλάω;!

–          Ε…ε…

–          Τι ε; Τι κάνεις με τα μάτια ανοιχτά σα χαμένος; Έπαθες τίποτα;

–          Εγώ… όχι. Όχι, ήμουν αφηρημένος.

–          Σίγουρα είσαι. Γιατί δεν ακούς ούτε τη βελόνα, που χαλάει πάνω στο δίσκο. Μπορείς να μου πεις τι έγινε; Που ταξίδευες;

–          Τίποτα. Όλα είναι εντάξει. Ε…

–          Ναι;

–          Ε… άκουγα το τραγούδι και …

–          Και χάθηκες στις νότες, ποιητή μου; Τέτοια μέρα διάλεξες;

–          Και …χόρευα. Ναι, χόρευα!

–          Χόρευες; Τι είναι αυτά που λες; Με ποιόν χόρευες;

Κοίταξα την παλιά φωτογραφία στο χέρι μου. Έστεκε εκεί, ακίνητη, άψυχη. Κι όμως, ήταν σαν να μη σιγοψιθύριζε ένα ξεχασμένο ρυθμό… Σαν κάτι να κρύβονταν στις γωνιές της…

–          Χόρευα μπλουζ, με μια σκιά…

—–

Αποκλειστικά για το Comics Trades 2012 – 2013

Γιώργος Σ. Κοσκινάς

Άδεια Creative Commons
Αυτή η εργασία χορηγείται με άδεια Creative Commons Αναφορά Δημιουργού-Μη Εμπορική Χρήση-Όχι Παράγωγα Έργα 3.0 Μη εισαγόμενο .

ΜΕΛΕΤΗ – «ΣΥΛΛΟΓΕΣ & ΧΑΡΤΑΚΙΑ»

ΤΟ ΠΑΡΑΚΑΤΩ ΚΕΙΜΕΝΟ, ΑΠΟΤΕΛΕΙ ΤΜΗΜΑ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ ΜΟΥ ΜΕ ΓΕΝΙΚΟ ΤΙΤΛΟ «ΖΑΓΚΟΡ» – ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΙΓΟΚΕΡΩΣISBN 978-960-322-377-1 – ΕΙΝΑΙ ΚΑΤΟΧΥΡΩΜΕΝΟ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ – ΑΛΛΑ ΔΕΝ ΣΥΜΠΕΡΙΛΗΦΘΗΚΕ ΣΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ.

ΠΡΟΗΓΗΘΗΚΕ Η ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΤΟΥ ΣΤΟ:

Magazine Club Φίλων Μικρού Σερίφη – τεύχος Δεκεμβρίου 2009

ΘΑ ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΕΙ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ – ΣΤΟ «ΟΝΕΙΡΟΛΟΓΙΟ».

Πολλές από τις πιο κάτω εικόνες, δημοσιεύονται για πρώτη φορά, σήμερα στο Comics Trades.

ΕΝΤΑΣΣΕΤΑΙ ΣΤΗΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΜΑΣ «ΣΥΛΛΟΓΕΣ & ΧΑΡΤΑΚΙΑ», ΚΑΘΩΣ ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ ΕΥΘΕΩΣ ΣΕ ΑΥΤΕΣ ΤΙΣ …

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 9. ΕΙΚΟΝΕΣ ΜΙΑΣ ΑΛΛΗΣ ΕΠΟΧΗΣ…

Ότι πότισε αυτές τις σελίδες που θα διαβάσετε σε λίγο, βγήκε από τη γλώσσα της ψυχής και τη παλιομοδίτικη μυρωδιά της μνήμης. Ήταν κάτι που ήθελα πάντα να περιγράψω, να μοιραστώ με κείνα τα φιλαράκια που τσακωνόμαστε για τους βώλους. Υπάρχουν ένα σωρό ονόματα, που θα μπορούσα να φωνάξω, αλλά είναι προτιμότερο να μείνουμε όλοι σιωπηλοί για λίγο, να φέρουμε στο νου κάποια από αυτά που μπορούσαν να μας δώσουν λάμψη στα μάτια και λαχτάρα, κι αν χρειαστεί ας αφήσουμε τα μάτια να βουρκώσουν για μια στιγμή…

Αναφέρθηκα σε διάφορα σημεία αυτών των κειμένων, στην αλλιώτικη εκείνη πραγματικότητα, των αναγνωστών όλων αυτών των φανταστικών περιπετειών που παρέλασαν στα εικονογραφημένα σαν και το Ζαγκόρ. Είναι κάτι που θα βρείτε και στα προηγούμενα βιβλία μου, με τη μορφή προσωπικών αναμνήσεων. Πως έδεσα την ύπαρξη κάποιων κόμικς, με τις διάφορες στιγμές της ζωής μου. Όπως και εσείς πιστεύω., κάνατε την ίδια πρόσθεση. Επειδή αυτά όλα ξυπνούν αναμνήσεις αγαπημένων χρόνων πολλών από εμάς και θα θέλαμε να τις θυμηθούμε ξανά, σκέφτηκα να εξιστορήσω κάποιες από τις συνήθειες μιας ολόκληρης γενιάς, της δικής μας, και να τις συγκεντρώσω σε ένα άρθρο, που μάλλον μεγάλωσε αρκετά και αποφάσισε(από μόνο του, όχι εγώ!), να ντυθεί «κεφάλαιο», στο πάρτι μασκέ που θα διαβάσετε πιο κάτω!

Εικόνες μιας άλλης εποχής, μέσα στις λέξεις ενός κειμένου. Η αποκλειστική ευθύνη, για τυχόν παρενέργειες κάθε είδους, που μπορεί να συμβούν στον καθένα σας από την ανάγνωση όσων ακολουθούν, είναι δική σας και μη προσπαθήσετε να μου δημιουργήσετε ενοχές! Μπορεί να φταίω που τα έγραψα, αλλά εσείς τα διαβάσατε, οπότε… «φταίμε και εμείς, φταίτε και εσείς, φταίνε κι οι άλλοι»…, που λέει και ο Λουκιανός Κηλαηδόνης! Επειδή η ομορφιά βρίσκεται στην απλότητα, μην ψάξετε τίποτα εξεζητημένες φράσεις, ή πολύπλοκες λέξεις, πιο κάτω. Θα είναι σαν να ανοίξατε την πόρτα και να βγήκατε στην αυλή για να παίξετε! Τότε που δεν μπορούσαμε ακόμη να διαβάσουμε καλά τους υπότιτλους, που ούτως ή άλλως σπάνιζαν, αφού οι σειρές ήταν μεταγλωττισμένες! Τότε που το μεσημεράκι και η ξεκούραση των γονιών, έφερνε την καλύτερη ώρα για αταξίες και κατορθώματα κατευθείαν από τις σελίδες των κόμικς! Πάγωμα χρόνου και …πάμε!

Μια από τις αγαπημένες εκείνες συνήθειες, ήταν και οι κάρτες που συλλέγαμε με εικόνες ποδοσφαιριστών, σημαίες κρατών, ενδυμασίες χωρών, μεγάλες ανακαλύψεις, σπουδαίους εξερευνητές κ. α. Οι κάρτες αυτές είχαν πολλαπλές χρήσεις και ξεχωριστή θέση στην καρδιά μας! Κύριοι υπεύθυνοι για την ειδική αυτή αξία που απέκτησαν στα μάτια μας, ήταν εταιρείες όπως η περίφημη ΜΕΛΟ, η ΙΟΝ, ο Παυλίδης και μερικές ακόμη. Σκοπός τους, όπως διατυμπάνιζαν, ήταν να μας προσφέρουν γνώσεις και ψυχαγωγία, μαζί με κάποια δώρα, αν συμπληρώναμε ποτέ τα άλμπουμ με αυτές και τα στέλναμε στην ανάλογη διεύθυνση. Αυτή πάνω – κάτω, ήταν η κεντρική ιδέα.

Σίγουρα καμιά από τις εταιρείες δεν φαντάστηκε ότι θα επινοούσαμε ένα σωρό παιγνίδια με τα …προϊόντα εκμάθησης τους, αλλά και ακόμη περισσότερες χρήσεις! Ένα από τα αγαπημένα παιγνίδια με αυτές, ήταν κι ο «τοίχος», από τον οποίον ξεκινούσαν τα όνειρα για περισσότερες κάρτες,  κι εκεί κατάληγαν τα …κεφάλια μας, όταν χάναμε! Δεν ήταν δα και το πιο εύκολο πράγμα να βρεις την κατάλληλη φορά, ούτως ώστε να προσγειώσεις τη δική σου κάρτα πάνω σ` εκείνη των αντιπάλων, με σκοπό βέβαια να τις αποσπάσεις από αυτούς! Αναπτύχθηκαν τεχνικές, όμως παρ` όλα αυτά, η τύχη είχε το μεγαλύτερο μερίδιο στην εξέλιξη και την ολοκλήρωση κάθε παρτίδας. Άντε και οι καιρικές συνθήκες, π. χ. αέρας!

Ένα άλλο από τα παιγνίδια που ανακαλύψαμε στην πορεία, ήταν κι αυτό των «αριθμών». Καθαρά τύχη και τίποτα παραπάνω, αφού όσο παρατηρητικός κι αν ήσουν, δεν ήταν δυνατόν να μαντέψεις το επόμενο αριθμό κάρτας, για να την κερδίσεις σε βάρος του αντιπάλου! Τα χαρτάκια εκείνα, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο άλλαζαν χέρια ταχύτατα, κι εκεί που κάποιος ήταν ο …κυρίαρχος της γειτονιάς, με τις πιο πολλές συλλογές, από την μια στιγμή στην άλλη τριγύριζε περίλυπος κρατώντας στο χέρι αυτές που του είχαν απομείνει! Αυτές που είχαμε παραπάνω από μια φορά, φυσικά τις ανταλλάζαμε! Κάποιοι σκέφτηκαν να τις ανταλλάξουν με κόμικς, που σαν αποτέλεσμα είχε να αποκτήσουν αρκετές και σήμερα να ψάχνουν τα τεύχη που έδωσαν!

Τέλος, υπήρχαν κι αυτοί που απλά συμπλήρωσαν τα άλμπουμ, τα οποία ή έστειλαν περιμένοντας το «δώρο» που κέρδισαν, ή τα φύλαξαν για να τα ξεφυλλίζουν σήμερα με ικανοποίηση! Για να θυμηθούμε όμως, τι ήταν εκείνες οι κάρτες. Αρχικά έκαναν την πρώιμη τους εμφάνιση στα τέλη της δεκαετίας του`60 και περιορίζονταν σε πορτρέτα Ελλήνων ποδοσφαιριστών και φωτογραφίες ομάδων. Δέδες, Τριαντάφυλλος, Φωστήρας, Βέροια και πολλές ακόμη αναμνήσεις από τα χρόνια των «ξερών» γηπέδων και της «φανέλας».

Τα κίνητρα για να προχωρήσουμε στην συλλογή τους, αναγράφονταν συνήθως στο πίσω μέρος. Με 100 φωτογραφίες μια μπάλα πλαστική, με 200 ένα ζεύγος κάλτσες αθλητικές, με 300 ένα παντελονάκι, με 400 μια φανέλα, με 500 ένα ζεύγος ρακέτες και μια μπάλα(τένις!), με 1000 ένα ζεύγος αθλητικά υποδήματα και με 1500 το απόλυτο αντικείμενο του πόθου, μια μπάλα δερμάτινη ποδοσφαίρου! Δύσκολοι καιροί για πρίγκιπες και μεγάλες οι θυσίες που απαιτούνταν για να παίξουμε ποδόσφαιρο! 1500 κάρτες!

Απ` ότι θυμάμαι, οι γειτονιές είχαν γεμίσει με πιτσιρικάδες που έπαιζαν κλοτσώντας πλαστικές μπάλες και φορώντας μπλε φανέλες! Μέχρι εκεί είχαν φτάσει οι περισσότεροι! Η εταιρεία που βρίσκονταν πίσω από όλα αυτά, σύμφωνα και με τα τεκμήρια που προσφέρουν κάτι λίγες εναπομείναντες κάρτες, ήταν η Carousel. Μας πέτυχε(για μένα και τους συνομηλίκους μου πάντα), στις τρείς πρώτες τάξεις του Δημοτικού αυτή η ιστορία και οι γονείς δεν έβλεπαν με καθόλου καλό μάτι της εξέλιξη εκείνης της επιρροής πάνω μας! Αργότερα άλλαξαν σχετικά γνώμη, αφού τους έδιναν μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για απειλές και «συμφωνίες»!

Αν είσαι καλό παιδί θα σου πάρω, αν διαβάσεις τα μαθήματα σου, αν δεν κάνεις φασαρία, αν δεν λερωθείς στην αυλή, και τα υπόλοιπα γνωστά κολπάκια, με τα οποία συμβιβαστήκαμε και χαμένοι δεν βγήκαμε! Όλοι βολεύτηκαν από αυτό το νέο χόμπι, τελικά. Επιστρέφοντας στους πρωταγωνιστές των καυγάδων και των παιγνιδιών μας, στις πρώτες τους εμφανίσεις με θέμα το ποδόσφαιρο, άξιο αναφοράς είναι και ο τρόπος με τον οποίο γινόσουν κάτοχος των πληροφοριών που σου πρόσφεραν, κι οι οποίες ήταν στο πίσω μέρος γραμμένες στο χέρι!!! Ξεχώριζε δε, η φράση «…απαγορεύεται η  αντιγραφή και η ανατύπωσις…!» Όλα αυτά θα τα δείτε πιο κάτω και θα θυμηθείτε καλύτερα…

Όσο χάρηκαν – χάρηκαν εκείνες οι εταιρείες, γιατί μόλις έκανε την εμφάνιση της η ΜΕΛΟ, το παιγνίδι πήρε άλλες διαστάσεις! Απογειώθηκε μέσα σε μια πανδαισία χρωμάτων και θεματολογίας, που διέγειραν τη φαντασία όσο τίποτε άλλο! Πιστεύω ότι οι συλλογές καρτών της ΜΕΛΟ ήταν πραγματικά οι καλύτερες, κάτι που μπορείτε να διακρίνεται και στις μέρες μας, με πάρα πολλούς 40 και κάτι, που ψάχνουν να τις βρουν μετά μανίας! Ας μείνουμε όμως σε παρελθόντα χρόνο, γιατί αυτός είναι κι ο λόγος ύπαρξης αυτού του κεφαλαίου, προκειμένου να δούμε κάποιες από εκείνες τις σειρές καρτών και το αντίκτυπο που είχαν στην καθημερινότητα μας. Πως μπορούσε ένα απόγευμα σαν όλα τα άλλα να είναι διαφορετικό;

Μα με 4-5 κάρτες ΜΕΛΟ στο χέρι, επιδεικνύοντας τες στους φίλους και καμαρώνοντας για την κατοχή τους! Ήταν ίσως το φετίχ της εποχής, χωρίς υπερβολές. Τα πράγματα εδώ άλλαζαν όμως, καθώς δεν είχε σημασία ο αριθμός των καρτών για να πάρει κανείς δώρα. Ή αλλιώς, δεν αρκούσε! Η ΜΕΛΟ σκέφτηκε πρώτη από τις ανταγωνίστριες που ακολούθησαν(και που θα τις αναφέρουμε στη συνέχεια), να επιβάλει νέους κανόνες, με την εφεύρεση των «δύσκολων» προς εύρεση καρτών! Τι ήταν αυτό; Απλά, ορισμένα νούμερα δεν μπορούσες να τα βρεις εύκολα ως καθόλου, καθότι οι υπεύθυνοι της εταιρείας είχαν φροντίσει να τα κόψουν σε πολύ λιγότερα αντίτυπα και να τα μοιράσουν στην επικράτεια!

Συνεπώς οι πιθανότητες να τα αποκτήσεις, μειώνονταν αισθητά! Αντί όλο αυτό το σκηνικό να αποτρέψει τους πιτσιρικάδες από το κέφι τους για να συμπληρώσουν τα άλμπουμ, λειτούργησε εντελώς αντίθετα και τους πείσμωσε περισσότερο! Ανεξήγητη κατάσταση το δίχως άλλο, και μην κάνετε πως δεν θυμάστε τίποτα, κοιτώντας ψηλά στο ταβάνι! Πόσες άραγε διπλές και τριπλές τέτοιες κάρτες είχατε μαζέψει κι εσείς, από τα νούμερα που έβαζε σωρηδόν η εταιρεία; Γιατί αυτό, ήταν το δεύτερο της κρυφό χαρτί! Ενώ δεν έβρισκες εύκολα κάποιες, υπήρχαν μερικές που βαριόσουν να αντικρίζεις! «…Πάλι αυτή; Αμάν πια! Έξη φορές την έχω!…» Χρονολογικά είναι δύσκολο να τις κατατάξω, καθώς αρχεία τέτοιου τύπου δεν έχουν ούτε οι απόγονοι των ιδιοκτητών, εκείνων των εργοστασίων!

Θα περιοριστούμε όπως καταλαβαίνετε, σε μια καταγραφή που βοηθάει η εικόνα κάποιων αναμνήσεων σα κι αυτές, που κατόρθωσαν να επιβιώσουν του χρόνου και βρίσκονται ακόμη στην κατοχή μου. Το Φθινόπωρο του `69, πέφτει στα χέρια μου το άλμπουμ της ΜΕΛΟ, «Άλμπουμ Εθνικών Ενδυμασιών Όλου του Κόσμου»(δραχμές 2)! Στο εξώφυλλο, του νέου αυτού μαγικού μακρόστενου λευκώματος, ο …τσολιάς και η υδρόγειος!

Η εταιρεία ξεκαθαρίζει τους σκοπούς αυτού του εγχειρήματος, στο σύντομο εισαγωγικό σημείωμα και ακολουθεί μια από τις πλέον αναγνωρίσιμες παραδοσιακές ενδυμασίες της χώρας μας, στην αμέσως επόμενη σελίδα! Δεν μπορώ να περιγράψω τα συναισθήματα μου ανοίγοντας το, όπως νομίζω την ίδια δυσκολία θα έχετε κι εσείς, αντικρίζοντας τις εικόνες που θα ακολουθήσουν πιο κάτω, με την ύπαρξη χωρών όπως η Δαχομέη και την ονομασία Ιαμαική, για την Τζαμάικα! Ίσως να δείχνουν παρωχημένα και αναχρονιστικά όλα τούτα, μα είναι τόσο άρρηκτα δεμένα με τη νιότη του καθενός, που δεν μπορείς απλά να τα προσπεράσεις, ρίχνοντας μια κλεφτή ματιά!

Τη σκυτάλη παίρνει το πολύ καλό «Η Πινακοθήκη». Υπέροχο εξώφυλλο, με μια παλέτα ζωγραφικής και τον αστροναύτη να περιπλανάται στο διάστημα, μέσα σε μια γκραβούρα! Το φόντο μαύρο και επιβλητικό! Κάτω αριστερά, το τρίτο καινούργιο στοιχείο που πρόσθεσε η εταιρεία σ` αυτό το πανηγύρι, η τιμή των 3 δραχμών! Τα άλμπουμ, είχαν τιμή πλέον! Αυτό που χρειάζονταν για να αποκαλυφθούν πλήρως στα μάτια μας η εικόνα της κάθε σελίδας, ήταν να κολληθούν στους αντίστοιχους αριθμούς τα χαρτάκια. Όσο για τις εικόνες, ήταν χάρμα οφθαλμών!

Πίνακες ζωγραφικής, που απεικόνιζαν σημαντικές στιγμές της ανθρωπότητας, όπως ναυμαχίες, εξερευνήσεις Ηπείρων, μάχες με ινδιάνους και αποίκους κ. α. Τα χαρτάκια που απαιτούνταν για να εμφανιστεί η κάθε εικόνα, ήταν 10. Τα δε δώρα που περίμεναν όσους τυχερούς κατάφερναν να συμπληρώσουν το άλμπουμ, ήταν απολύτως εναρμονισμένα με το κλίμα της εποχής! Μπάλες ποδοσφαίρου, μπρελόκ και κούκλες! Όσο για τον τρόπο που κολλούσες τα χαρτάκια, μπορούσε να αναζητηθεί στα βιβλιοπωλεία, με την μορφή της κόλλας, ή ενός σελοτέιπ!

Τα αυτοκόλλητα ήρθαν πολύ αργότερα. Η αμέσως επόμενη συλλογή, ήρθε με το άλμπουμ «Ταξιδεύοντας τον Κόσμο». Η διάρθρωση της κάθε σελίδας ήταν διαφορετική, σε σχέση με το προηγούμενο. Είχαμε 6 εικόνες σε κάθε σελίδα, με διάφορα μέρη του κόσμου(πρωτεύουσες κατά κύριο λόγο, ή απλά χαρακτηριστικές εικόνες της κάθε χώρας), οι οποίες ήθελαν από 2 μέχρι 4 χαρτάκια για να αποκαλυφθούν, η κάθε μια.

Τα δώρα και το κόστος αγοράς του άλμπουμ, παρέμεναν τα ίδια. Πολύ καλές εντυπώσεις άφησαν και οι συλλογές «Γνώσεις, Πνεύμα, Χιούμορ» και «Σταθμοί στην Ιστορία». Στην πρώτη περίπτωση, οι κάρτες λειτουργούσαν αυτόνομα, με την κάθε μια να έχει και το δικό της θέμα. Οι κενές θέσεις, συμπληρώνονταν με τον απαραίτητο αριθμό κάρτας(κάτι που υιοθέτησαν αργότερα κι άλλες εταιρείες), ενώ δίπλα υπήρχε και μια ερώτηση. Πάρτε μια γεύση. 83. Ερώτησις: Ξέρετε ποιο είναι το πιο αγαπητό σπορ με άλογα εις την Αμερική; Η απάντηση έρχονταν από την ίδια την εικόνα! Πόλο!

Όπως αναφέρεται και στον τίτλο, έτσι και στο εσωτερικό οι εικόνες κάλυπταν και τις τρείς κατηγορίες, με ισόποσες δόσεις! Στην περίπτωση του δεύτερου άλμπουμ, είχαμε την ανάγκη μιας ή δύο καρτών, για την συμπλήρωση κάθε εικόνας, το περιεχόμενο των οποίων προσφέρει πραγματικά γνώσεις, με σπουδαίες ανακαλύψεις και εφευρέσεις. Απαραίτητη η παρουσία των εικόνων, για να θυμηθείτε καλύτερα! Δώρα, θεματολογία, εικόνες, κενές θέσεις(ελλείψει «δύσκολων» αριθμών!), σκοπός του κάθε άλμπουμ.

Το πιο αγαπημένο άλμπουμ όλων όμως, έμελε να το ρίξει η ΜΕΛΟ στην αγορά το 1970! Μπορεί πολλοί από εσάς να μην μπήκατε στον κόπο να το ξεκινήσετε καν σαν συλλογή, όμως όλοι θα αγγίξατε έστω και μια από εκείνες τις υπέροχες κάρτες με τις φιγούρες των ηρώων του Walt Disney! Πρόκειται για άλμπουμ που απέκτησε μυθικές διαστάσεις, στα μάτια όλων των παιδιών εκείνης της γενιάς, αναμφίβολα. Ήταν απλά το καλύτερο και το πλέον δυσεύρετο πια! Δυστυχώς το μόνο που κατάφερα να βρω είναι κάποιες από τις φιγούρες εκείνες, οι οποίες προφανώς αποσπάστηκαν από τις σελίδες του άλμπουμ!

Κάπου εδώ χρονικά, αρχές `70 πλέον, «χτύπησε» και η ΙΟΝ με το άλμπουμ της «Κοσμόραμα», προωθητική κίνηση για να ενισχύσει τις πωλήσεις της νέας της γκοφρέτας, Καραβέλα. Η συλλογή κινούνταν ανάμεσα στη θεματολογία του «Πινακοθήκη» και του «Σταθμοί στην Ιστορία» της ΜΕΛΟ. Η κάθε σελίδα χωρίζοντας σε δύο τμήματα. Στο πρώτο υπήρχαν οι θέσεις που αποκάλυπταν την εικόνα, αν επικολλούνταν τα ανάλογα χαρτάκια, ενώ στο δεύτερο μισό υπήρχαν οι πληροφορίες που την συνόδευαν, με την μορφή εγκυκλοπαιδικών γνώσεων. Το μότο που συνόδευε την σειρά αυτή διαφημιστικά, ήταν «…οι εικόνες που μιλούν…». Τα δώρα ήταν πλουσιότερα, αλλά η διαδικασία διεκδίκησης πολύπλοκη και δύσκολη! Τι είχε σκεφτεί η εταιρεία, για προσθέσει βαθμό δυσκολίας;

Ταυτόχρονα με την επικόλληση των φωτογραφιών, έπρεπε να κόψουμε με ψαλίδι την άκρη της κάθε κάρτας προσεκτικά και να κολλήσουμε τον αριθμό που ανέγραφε στην προτελευταία σελίδα του άλμπουμ, όπου υπήρχε η κατάλληλη θέση διαμορφωμένη με τις 60 κενές θέσεις! Το άλμπουμ προσφέρονταν δωρεάν, αλλά είχε τέτοιες δυσκολίες στην συμπλήρωση, που ανάγκασε την εταιρεία να απομακρυνθεί τάχιστα από την ιδέα, αφήνοντας πίσω της ένα δεύτερο και τελευταίο άλμπουμ, αυτό με τον τίτλο «Αθλητόραμα», στο οποίο φιγουράριζαν παγκοσμίου κλάσης αθλητές, από την Ολυμπιάδα του Μονάχου, το 1972!

Ανάμεσα στις εταιρείες που θέλησαν να μπουν στο χορό, ήταν και ο Παυλίδης, που συμμετείχε με το άλμπουμ «Σούπερ Ομάδα», από την γκοφρέτα «Αθλητής». Πρέπει να βαδίζαμε για τα καλά πλέον στην δεκαετία του`70. Τα δώρα είχαν βελτιωθεί σε μεγάλο βαθμό(είχαμε βιβλία, επιτραπέζιο πινγκ – πονγκ, καλύτερης κατασκευής κούκλες και δερμάτινες μπάλες κ. α. ), αλλά τα τρικ παρέμεναν τα ίδια! Η θεματολογία ήταν καθαρά ποδοσφαιρική(προφανώς τις κούκλες θα τις χάριζαν οι πιτσιρικάδες στις φιλενάδες τους!), με τις φιγούρες των Ελλήνων άσσων να χρειάζονται απλά σταθερό χέρι για να μπουν στις θέσεις τους, αφού ήταν αυτοκόλλητες!

Η επαναστατική αυτή κίνηση της εταιρείας, δεν έτυχε μεγάλης αναγνώρισης, κάτι που δεν συνέβη στην περίπτωση του άλμπουμ «Σημαίες όλου του Κόσμου», από την γκοφρέτα «Καουμπόι», άγνωστης εταιρείας! Εδώ οι αυτοκόλλητες κάρτες ήταν πολύ όμορφα φιλοτεχνημένες και το θέμα ιδιαίτερα ενδιαφέρον. Το άλμπουμ είχε επιπλέον χρέωση 2 δραχμών(λογική τιμή). Σ` αυτό το σημείο, καθώς τα χρόνια είχαν περάσει και εμείς κοιτάζαμε πια το ρολόι στην αίθουσα του Γυμνασίου, για να σχολάσουμε, οι συλλογές αυτές άλλαξαν κατά πολύ, αλλά απευθύνονταν σε άλλους πιτσιρικάδες! Η δική μας γενιά ενηλικιώθηκε, πέρασε καλά μαζί τους, γνώρισε πράγματα και καταστάσεις, έψαξε για «δύσκολα» νούμερα, γέλασε, έκλαψε και τώρα ήταν η σειρά κάποιων άλλων να μπλέξουν σ` όλη αυτή τη διαδικασία! Έπειτα ήρθαν οι …μέλισσες και έφεραν μαζί τους τις συλλογές της Bingo, της ΚΟΥΚΟΥΡΟΥΚΟΥ και τα υπόλοιπα μελισσόπουλα! Αλλά αυτά ήταν για άλλους επίδοξους μικρούς κατεργάρηδες της γειτονιάς… Εμείς, είχαμε ήδη μεγαλώσει…

Γιώργος Σ. Κοσκινάς

Όλες οι παρόμοιες αναρτήσεις μας βρίσκονται συγκεντρωμένες εδώ.

strades.me/category/συλλογές-και-χαρτάκια/

Αρέσει σε %d bloggers: