Αρχεία Ιστολογίου

Ο Ποπάυ ξανά στα περίπτερα κάθε Πέμπτη με τον Τηλεθεατή!

POPEYE THETHEATHS 1 COVER CT

Με μια εντελώς αιφνιδιαστική κίνηση, ο «Τηλεθεατής» (του κ. Δραγούνη) κυκλοφόρησε χθες Πέμπτη το πρώτο τεύχος του Ποπάυ. Πρόκειται για το “Land of Jeeps”, που κυκλοφόρησε από την IDW στις 25 Απριλίου του 2012. Ο καλλιτέχνης που επιστρατεύτηκε, προκειμένου να «πιάσει» το ύφος των Elzie Crisler Segar και Bud Sagendorf από τα τέλη της δεκαετίας του ’20, ήταν ο Bruce Ozella, ο οποίος τα πήγε περίφημα κατ’ εμέ. Τα σενάρια επιμελήθηκε ο Roger Langridge, ενώ για την έκδοση συνεργάστηκαν ακόμη οι Clizia Guzzoni, Jules Feiifer, Craig Yoe και Luke McDonnel. Η επιστροφή αυτή του Ποπάυ στα κόμικς δρώμενα ήταν άκρως επιτυχημένη, με την IDW να χτυπάει φλέβα χρυσού, αφού η αγάπη των αναγνωστών τους ώθησε να εξαντλήσουν σε χρόνο ρεκόρ τα διαθέσιμα τεύχη. Μόνο αρνητικό, κατά κάποιο τρόπο, στοιχείο είναι αυτό των λίγων σελίδων (μόλις 20). Όμως, το γεγονός και μόνον ότι επανα-σχεδιάζεται ένας ήρωας κόμικς με τόσο σημαντική παρουσία δεκαετιών, σχεδόν 30 χρόνια μετά την αναστολή έκδοσής του, είναι αρκετό για να μιλάμε περί είδησης της χρονιάς (το 2012 για την Αμερική, με τρία χρόνια καθυστέρηση για εμάς).

POPEYE IDW 1

Να θυμίσουμε σε αυτό το σημείο ότι ο κ. Γ. Δραγούνης εξέδιδε το περιοδικό στα χρόνια της δεκαετίας του ’70 και του ’80 (μέχρι τα μέσα του ’90) οπότε ουσιαστικά ο αιφνιδιασμός, που ανέφερα πριν, οφείλεται κυρίως σε δύο λόγους. Την χρονική στιγμή που επέλεξε, και γιατί αυτό σηματοδοτεί ταυτόχρονα την δραστηριοποίησή του εκ νέου στις εκδόσεις κόμικς, κάτι που μόνον ως θετικό μεταφράζεται. Γνωρίζω προσωπικά τον Έλληνα εκδότη και σας διαβεβαιώνω πως πρόκειται για τους πλέον συνεπείς στην ιστορία των εικονογραφημένων. Τόσο με τον Ποπάυ, τον Μπάγκς Μπάννυ και τον Φέλιξ, όσο και με τα Ταρζάν, Κράνος, Τάνκς, Πόλεμος, Έφοδος και όλα τα σπάνια πλέον στις μέρες βραχύβια περιοδικά του (Ντρεκ, Ρομπέν, Ρακάρ, Μάρκο Πόλο, Ακίμ, κ.α.) καταλαμβάνει ένα μεγάλο κεφάλαιο στο βιβλίο των εκδόσεων κόμικς στην χώρα μας.

POPEYE THETHEATHS 1 BACK COVER CTPOPEYE IDW 2

Για το επόμενο, δεύτερο τεύχος (“The worm returns”) το νου σας στα περίπτερα την Παρασκευή 6 Μαρτίου, πάντα με τον «Τηλεθεατή» και κόστος 1,50 ευρώ. Φαντάζομαι πως, αν πάει καλά η απόπειρα αυτή, θα δούμε ξανά τον ναύτη, που κατάπινε σπανάκι και αυτόνομα στα περίπτερα. Να που η «κρίση» αυτή η περιβόητη μας έφερε ξανά τον Ντίσνεϋ και τα περιοδικά του, τον Μπλεκ, τον Ζαγκόρ και τώρα τον Ποπάυ. Εύχομαι κάθε επιτυχία στον κ. Δραγούνη, με τον οποίο θα επιχειρήσω να επικοινωνήσω, ώστε να σας έχω ακόμη περισσότερες πληροφορίες.

Πλήρες βιογραφικό του Ποπάυ και των δημιουργών του θα βρείτε στον πιο κάτω σύνδεσμο.

http://en.wikipedia.org/wiki/Popeye

Η έκδοση της IDW και χρήσιμες πληροφορίες από το comicvine.

http://www.comicvine.com/popeye-1-the-land-of-jeeps/4000-333569/

Τις παρουσιάσεις των τευχών μπορείτε να τις βρίσκετε συγκεντρωμένες εδώ.

Για το Comics Trades 2014–2015

Γιώργος Σ. Κοσκινάς

Άδεια Creative Commons
Αυτή η εργασία χορηγείται με άδεια Creative Commons Αναφορά Δημιουργού-Μη Εμπορική Χρήση-Όχι Παράγωγα Έργα 3.0 Μη εισαγόμενο .

Χριστούγεννα στο Ποπάυ (τεύχος 31) + τσίχλες AMERICA

Τις είχα ξεχάσει εντελώς. Ήταν μια ακόμη από κείνες τις θολές εικόνες, που έρχονται καμιά φορά στο νου, με ένα άγγιγμα, μια εικόνα… Με μια ασήμαντη αφορμή δηλαδή, αφού το μυαλό ευκαιρίες ψάχνει! Έτσι, όταν προ ολίγων εβδομάδων, έπεσε το βλέμμα μου πάνω του, κάτι σαν να με τσίμπησε και άνοιξα τα μάτια απότομα! Ένα οπισθόφυλλο, ενός τεύχους Ποπάυ, έφερε ξανά την γλυκιά ζαλάδα των αναμνήσεων.

Ήταν παραμονή Χριστουγέννων του 1975. Τεύχος 131, 24 του μήνα. Το περιοδικό ήταν ντυμένο στα γιορτινά του, τόσο με εικονογραφημένα στο κλίμα των ημερών, όσο και με αναγνώσματα. Πολύ αγνά, πολύ απλά και πολύ μακρινά πια. Ολόκληρο το τεύχος αποπνέει έναν άλλο Χριστουγεννιάτικο αέρα, μέχρι την τελευταία σελίδα, όπως μπορείτε να δείτε και στις χαρακτηριστικές εικόνες. Κάπου τον Οκτώβρη της ίδιας χρονιάς, θυμάμαι μια από τις συλλεκτικές φρενίτιδες που μας είχε πιάσει όλους τους συνομήλικους, μαθητές του δημοτικού. Η εταιρεία AMERICA, είχε κυκλοφορήσει ένα άλμπουμ, στο οποίο συμπλήρωνες τα κενά με σημαίες απ’ όλο τον κόσμο, που έβρισκες στις τσίχλες TSIK – AMERICA! Ένας πολύχρωμος χαμός πραγματικά, είχε γεμίσει τα προαύλια των δημοτικών. Μια μανία που εξαπλώθηκε σε χρόνο μηδέν, όπως τόσες και τόσες άλλες, που απλά μιλούσαν στην ψυχοσύνθεσή μας και στην αγάπη για τις συλλογές εκείνες.

Όλα αυτά τα είχα (όπως και πολλοί από εσάς, ίσως), ξεχάσει, αλλά τα έφερε στην επιφάνεια το οπισθόφυλλο αυτού του τεύχους Ποπάυ. Τώρα, αν κάποιος ή κάποιοι από εσάς, έχετε ακόμη κρατήσει έστω 1–2 από κείνα τα χαρτάκια (αυτοκόλλητα θυμάμαι), θα ήταν πολύ όμορφο αν τα μοιραζόσασταν μαζί μας, για να θυμηθούμε όλοι ακόμη περισσότερα. Το  άρθρο αυτό, είναι αλήθεια ότι με προβλημάτισε ευχάριστα, όσον αφορά στο πού θα μπορούσε να ενταχθεί, σε σχέση με την θεματολογία μας. Υπάρχουν οι ΚΟΜΙΚΣ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ, το NOSTALGIA, όπως και τα επετειακά άρθρα (Χριστουγεννιάτικα). Όμως, προτίμησα να του δώσω λόγο ύπαρξης σε κάτι άλλο, αυτό που μου έφερε στο νου κοιτάζοντας το οπισθόφυλλο του. Μια θέση στις συλλογές και τα χαρτάκια που μαζεύαμε κάποτε.

Η ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΤΟΥ ALBERICO MOTTA – ΣΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΜΕΝΑ

Ιταλός κι αυτός ο σχεδιαστής(και σεναριογράφος), του οποίου τις περισσότερες δημιουργίες διαβάσαμε και στη χώρα μας, στις δεκαετίες του`70 και του `80. Θα έλεγα ότι οι εκδότες μας του έδωσαν πολύ χώρο στα εικονογραφημένα τους, ενώ σε κάποιες περιπτώσεις, οι χαρακτήρες που σκαρφίστηκε αποτέλεσαν το περιεχόμενο ενός τίτλου! Έχουμε και σ` αυτή την περίπτωση να κάνουμε, με μια πολύ χαρακτηριστική σχεδιαστική γραμμή, που γίνεται εύκολα αναγνωρίσιμη. Οπαδός της καρτούν άποψης, με πιο κοντά στο καθαρά παιδικό δημιουργίες, ο Motta έκανε μεγάλη καριέρα στη γειτονική χώρα, η οποία πέρασε και εκτός συνόρων, αφού εκτός της Ιταλίας, ο κ. Motta τα πήγε πολύ καλά και στην Ελλάδα και την Γαλλία.

Από τις 29 του μήνα, έως τις 29 του Φλεβάρη του 2012, ο κ. Motta και ο κωμικός του κόσμος, είναι το θέμα μια έκθεσης που διοργανώνεται στο χώρο της Biblioteca dell’Accademia(Βιβλιοθήκη της σχολής καλών τεχνών – Via Brera 28 – Milano). Αν είστε σε αυτό το διάστημα στο Μιλάνο, ή σκέπτεστε να το επισκεφτείτε, να σας πω ότι οι ώρες λειτουργίας της έκθεσης είναι 9 το πρωί, με 3 το μεσημέρι.

ΠΗΓΕΣ & ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ

Πληροφορίες επιπλέον, μπορείτε να αντλήσετε από τον παρακάτω σύνδεσμο, απ` όπου βρήκαμε και την αφίσα της εκδήλωσης. Από το ίδιο site αντλήσαμε και ορισμένα από τα εξώφυλλα αυτού του άρθρου.

http://sbamcomics.it/tag/alberico-motta/

Όπως και από αυτά εδώ. Στο δεύτερο θα μάθετε πολλά για την εταιρεία Bianconi, από το ρεπερτόριο της οποίας ήρθαν πολλοί κόμικς χαρακτήρες από την Ιταλία στην χώρα μας.

http://retronika.blogspot.com/2011_04_01_archive.html

http://archiviobianconi.blogspot.com/

Ένας υπέροχος κόσμος γεμάτος κόμικς – βινιέτες από την Ιταλία, σας περιμένει παρακάτω.

http://wowspaziofumetto.blogspot.com/

Για την παρουσία του Ιταλού σχεδιαστή στην Γαλλία, πολλά χρήσιμα στοιχεία θα βρείτε στον παρακάτω σύνδεσμο(ήταν και αυτή μια από τις πηγές μας, όσον αφορά στα εξώφυλλα του άρθρου).

http://conchita.over-blog.net/article-36383881.html

Πολλά επιπλέον στοιχεία, βινιέτες και εξώφυλλα, από την Γαλλική έκδοση, θα βρείτε και στον πιο κάτω σύνδεσμο.

http://www.kastet.org/article-29264496.html

Ο Kiko(ή Cico), έχει το δικό του ηλεκτρονικό σπίτι.

http://chico-fumetti.blogspot.com/

Ο Geppo το δικό του επίσης.

http://en.wikipedia.org/wiki/Geppo

ΟΙ ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ

Για να δούμε τώρα, πότε και σε ποιά εικονογραφημένα, εμφανίστηκαν ποιοι χαρακτήρες – δημιουργίες του κ. Motta, στην χώρα μας.

Να ξεκινήσουμε από το Σινεάκ του κ. Ανεμοδουρά, όπου εκεί εντοπίζουμε τον Μπίλυ, τον γιό του σερίφη της πόλης και κεντρικό χαρακτήρα. Ήταν 1970. Το 1975, μετά από μια σύντομη πορεία εκείνου του περιοδικού(δεν έκλεισε ούτε χρόνο!), ο Μπίλυ επιστρέφει στο Πινόκιο, του ίδιου εκδότη. Να προσθέσω εδώ, ότι την ύλη του Σινεάκ, την μοιράζονται ο Motta με τον Luciano Bottaro, του οποίου πολλοί χαρακτήρες βρίσκονται στο περιοδικό.

Εκείνη την χρονιά, κάνει ένα πολύ σύντομο πέρασμα και ο Bongo, από τις σελίδες του μικρού σχήματος Ταρζάν(Zembla), του κ. Δραγούνη και της Πηδάλιο Πρες. Ο καλοσυνάτος γορίλας, επιστρέφει σε ένα άλλο Ελληνικό κόμικς, ενός άλλου εκδότη, την ίδια χρονιά! Αυτά συνέβαιναν στη χώρα μας, την περίοδο εκείνη που χαρακτηρίστηκε σαν πειραματική, για τους εκδότες. Ο Bongo περνάει στον κ. Παπαδόπουλο και το Σολντίνο.

Το 1970, εκδίδεται και το Σολντίνο, από τον κ. Παπαδόπουλο. Εκεί συναντάμε αρκετούς χαρακτήρες του Alberico Motta, ο οποίος μάλιστα κάποια στιγμή, πήρε την σκυτάλη από τον αρχικό σχεδιαστή της Nona Abelarda, τον Tiberio Colantuoni, που δεν ήταν άλλη από την δική μας Γιαγιάκα. Όλοι οι ήρωες του Σολντίνο, είναι φτιαγμένοι από την πένα του Motta.

Στο Σινεάκ, ένας από τους βασικούς πρωταγωνιστές, ήταν και ο διαβολάκος Τσέπο(Geppo). Ο Τσέπο μπήκε και αυτός το`75 στις σελίδες του Πινόκιο. Όλοι οι χαρακτήρες εκείνου του περιοδικού, ήταν δημιουργίες του Motta!Για τον χαρούμενο αυτό διαβολάκο, Τσέπο, να πούμε ότι η πρώτη του επαφή με το Ελληνικό κοινό, ήταν το 1968! Προηγήθηκε συνεπώς όλων των δημιουργιών του κ. Motta, όταν συμπεριλήφθηκε στην έκδοση του Εικονογραφημένου Μικρού Ήρωα, του κ. Ανεμοδουρά φυσικά.

Το 1970, αποδεικνύεται σαν η χρονιά της καθιέρωσης και της εξάπλωσης του Ιταλού σχεδιαστή, στα Ελληνικά εικονογραφημένα! Εκτός όσων διαβάσατε πιο πάνω, έχουμε και το Τσίκο των αδελφών Στρατίκη. Εκεί, συναντάμε τον ομώνυμο χαρακτήρα και τον παππού του, μαζί με τον Ότο. Το 1975, όλοι τους βρίσκουν στέγη εκδοτική στο Πινόκιο, που ουσιαστικά στεγάζει όλες τις δουλειές του Motta, εκτός από 4! Θα μιλήσουμε πιο κάτω και γι` αυτές, αφού πρώτα σας πούμε ότι το 1983, οι εκδόσεις Στρατίκη επιστρέφουν με την δεύτερη περίοδο έκδοσης του Τσίκο, ο οποίος σαν χαρακτήρας είχε παρουσία και στα οπισθόφυλλα του Μικρού Σερίφη, το 1976. Ο Τσίκο έκανε και ένα τελευταίο πέρασμα από την Ελλάδα το 1985, στο ομώνυμο περιοδικό του κ. Παπαχρυσάνθου.

Για το Πινόκιο, να αναφέρουμε σε αυτό το σημείο και τον σερίφη Υπναλέο, που επίσης είναι δουλειά του Motta, όπως και ο Όττο. Ενώ στην περίπτωση του Μικρού Σερίφη, μια ακόμη φιγούρα του Ιταλού σχεδιαστή που βρέθηκε στα οπισθόφυλλα του καουμπόικου περιοδικού, ήταν και το «Ο Αλή και ο Μεχμέτ». Γι` αυτό το εικονογραφημένο, θα μιλήσουμε σε ξεχωριστό άρθρο. Στην Ιταλία ονομάζονταν Ali Salam. Ο Motta σχεδίασε και ιστορίες του Τιραμόλα, μεταξύ 1957 και 1962! Όπως επίσης έκανε και πολλά εξώφυλλα των Μπλέκ, Μπούφαλο Μπίλ, Ελ Κογιότ(ο γνωστός κηνυγός των Μπιπ Μπιπ!), αλλά και Χονδρό Λιγνό! Ένα ακόμη ενδιαφέρον στοιχείο, έχει να κάνει με το περιοδικό Grissino, που στην Ιταλία εκτός του αγαθού γίγαντα(εδώ τον διαβάσαμε στο Πινόκιο), ενσωμάτωσε και τον διαβολάκο Geppo(Τσέπο), όταν σταμάτησε η αυτόνομη έκδοση του τελευταίου.

Άλλες δουλειές του Motta, που διαβάσαμε στα Ελληνικά εικονογραφημένα, ήταν τα Φέλιξ(συνέχισε από τον αρχικό σχεδιαστή κι έπειτα, στην Ιταλική εκδοχή), αλλά και Ποπάυ(είχε κάνει ακριβώς το ίδιο με τον Φέλιξ, στο Ιταλικό Braccio di Ferro). Και τα δύο περιοδικά, τα εξέδιδε ο κ. Δραγούνης.

Το 1977, ένας ακόμη χαρακτήρας, που σχεδιάστηκε από τον κ. Motta, έρχεται στην χώρα μας. Πρόκειται για τους Fix & Foxy(Φιξ και Φοξ), του Κοκορίκο, που εξέδιδαν οι κ. κ. Ανδρεόπουλος – Ραμπατζής.

Τέλος, πολλές ιστορίες του Alberico Motta, διαβάσαμε και στο εβδομαδιαίο Μίκυ Μάους του κ. Τερζόπουλου, την περίοδο 1968 – 1972.

Ελπίζω να βρήκατε το άρθρο διαφωτιστικό και να ήρθε για να λειτουργήσει σαν μιας μορφής επανάληψη, αφού στους περισσότερους από τους πιο πάνω χαρακτήρες, έχουμε αναφερθεί διεξοδικά, σε παλαιότερα μας άρθρα.

Οι δύο σελίδες των ιστοριών του Motta, από την Ελληνική έκδοση του Μίκυ Μάους, είναι μια συνεισφορά του συντάκτη μας kritonk και είναι από το πάντα χρήσιμο inducks. Ο Κρίτωνας μας πληροφορεί ακόμη, ότι ο κ. Motta σχεδίασε συνολικά 70 ιστορίες για λογαριασμό του Topolino(Ιταλικό Μίκυ Μάους).

Επιμέλεια – παρουσίαση για το Comics Trades 2012

Γιώργος Σ. Κοσκινάς

Οι βινιέτες και τα εξώφυλλα των Ελληνικών εκδόσεων της παρουσίασης, είναι από το προσωπικό αρχείο του συντάκτη.

Όλα τα άρθρα αυτού του τύπου θα τα βρείτε στην κατηγορία Ήρωες & Δημιουργοί.

ΑΓΑΠΗΜΕΝΑ ΤΕΥΧΗ ΚΟΜΙΚΣ 19. ΒΕΛΟΣ ΤΕΥΧΟΣ 80 «ΤΟ ΕΙΔΩΛΟ ΤΟΥ ΤΡΟΜΟΥ»


Υπάρχει ο «κανονικός» χρόνος και ο πλασματικός. Αυτός που είναι αόριστος, ασαφής και πάντα σχεδόν υπέρ – βολικός(«σε δύο λεπτά είμαι εκεί»…), κι ο άλλος, αυτός που περιγράφει με ακρίβεια και αγχωμένη διάθεση συνέπειας, το που θα βρίσκεται ο νους μας για την επόμενη ώρα(«σε περίπου μισή ώρα – 40 λεπτά το πολύ, θα έχω επιστρέψει»…), ώσπου να υλοποιήσουμε ότι μόλις είπαμε. Την πρώτη μορφή, τοποθετημένη σε μια σειρά φράσεων που αντανακλούν μια μάλλον συνήθεια, φθαρμένη και παραφρασμένη, ερμηνευμένη σύμφωνα με του καθενός τις ανάγκες, την συναντήσαμε για πρώτη φορά τότε που όλα αυτά έδειχναν να είναι απλά …δύο λεπτά απόσταση από το σημείο που βρισκόμασταν, χρονικά πάντα. Τότε που ο χρόνος είχε έναν άχαρο μάλλον ρόλο στις ζωές μας και καμία δύναμη για μας ορίζει, σαν αιωρούμενες μέσα στα γρανάζια του προσωπικότητες, Ήταν μια διακοσμητική σχεδόν παρουσία, σαν τα ρολόγια με τον ξεχαρβαλωμένο κούκο στο σαλόνι, που ούτε φωλιά του ήταν – ούτε έγιναν ποτέ, ούτε και τον είδαμε να βγαίνει και να αφήνει εκείνη την χαρακτηριστική φωνή, όπως στις ταινίες, που όλα δούλευαν …ρολόι… Ήταν εκεί όμως, πάνω απ` το τραπέζι και τα κεφάλια μας, όταν καθόμασταν για να φάμε τα μεσημέρια. Τον κοιτούσαμε και κείνος ή ήταν καλά κρυμμένος, ή είχε πετάξει εδώ και καιρό, αφήνοντας άδειο το ξύλινο σπιτάκι του. Εγώ πάντως, δεν τον πρόλαβα «ζωντανό», για κανένα από εκείνα τα 11 χρόνια στο πρώτο σπίτι. Πριν αρχίσουν οι μετακομίσεις. Γιατί μετά, έμεινε πίσω, για να δίνει τροφή στα ερωτήματα του επόμενου ένοικου. Ο χρόνος, το στοιχείο που μας «έδενε» με τη μεγαλίστικη συμπεριφορά, αυτήν που αγνοούσαμε επιδεικτικά και αρνούμασταν να γίνουμε μέρος της πεισματικά, δεν έλειψε από κανένα πρωινό, μεσημέρι, απόγευμα, ή βράδυ. Κανέναν χειμώνα, άνοιξη, καλοκαίρι και φθινόπωρο. Σαν ένα ανεπαίσθητο «τικ τακ», μετρούσε με χτύπους το κάθε μας βλέμμα, βήμα, σκέψη. Πρόσθετε τα πάντα, με μαθηματική ακρίβεια, ακόμη κι αν ήταν ανόμοια μεταξύ τους. Διακριτικά μας μάθαινε  να ζούμε με δεσμεύσεις, απαγορεύσεις, επιπτώσεις, υποχρεώσεις… Ήταν η ατομική μας κλεψύδρα, που αναποδογύριζε την άμμο της και κρατούσε τον έλεγχο, κι ας το αρνούμασταν τότε. Έπειτα από χρόνια, όταν πετάξαμε τις ίνες από το «κουκούλι» και εκκολαφτήκαμε, άλλοι πολύχρωμοι κι άλλοι ασπρόμαυροι μεταξοσκώληκες, κατανοήσαμε πλήρως την χρησιμότητα του και του δώσαμε την πραγματική υπόσταση. Τα ρολόγια χειρός με τον Μίκυ και τα χρωματιστά λουράκια, έγιναν πιο σοβαρά, πιο κοντά στην όψη μας, ασορτί με τις έγνοιες και τα άγχη. Ήταν όλα μαζί στο εσωτερικό του, δίπλα στους λεπτοδείκτες, μέσα στα γρανάζια, που μας ρούφηξαν στα θολά τους νερά και έκτοτε ζούμε μια χρονομετρημένη ατελή οφθαλμαπάτη… Σε μια ώρα… Σε μισή ώρα… Σε κάθε ώρα… Σε κάθε λεπτό… Το αφελές και απρόβλεπτο του ενθουσιασμού και του αυθορμητισμού, τυποποιήθηκε και χώρεσε σε δεδομένα. Άφησε να του περάσουν «φράχτες» ολόγυρα και να αποκτήσει «σύνορα». Άμεση επαφή με το ανεβοκατέβασμα του ήλιου, πιο δεσμευτική, πιο αναγκαία σαν συνύπαρξη. Το κίτρινο στεφάνι εκεί ψηλά, που σήμαινε με τις αποχρώσεις του την έναρξη ή την λήξη της ζωντάνιας και της χαράς, έγινε ένα τόσο δα σχηματάκι σε κάποιους τύπους αγχωτικών βραχιολιών, που άφηναν σημάδια στους καρπούς. Σημάδια υπακοής και ενσωμάτωσης στον κόσμο των συμβιβασμών… Ότι φόβο άφησε μετέωρο, σα το κορδονάκι του άφωνου κούκου, τον ενσάρκωσε και τον αποτύπωσε, έτσι που τελικά μας έκανε δέσμιους του. Κι ότι αρνηθήκαμε γυρίζοντας του την πλάτη, το πήραμε πίσω και βαδίσαμε πλάι – πλάι. Τα «δύο λεπτά» που ποτέ δεν τηρήσαμε, έγιναν «μισή ώρα» ικανή να κυλάει σταγόνες ιδρώτα στο πρόσωπο… Υπευθυνότητα και μεθοδικότητα. Πλαίσια και «φόρμες». «Μπα; Είχε έργα στο δρόμο; Και γιατί δεν πήγες από αλλού, για να μην αργήσεις;»….

Με το πέρασμα των εποχών, που σα να αύξαιναν διαρκώς το ρυθμό στο βήμα τους, τόσο που ζαλιστήκαμε και σταματήσαμε να τις μετράμε πια, μια από τις λέξεις που προστέθηκαν στις γνώσεις μας και δυνάμωσαν τις γραμματικές μας δυνατότητες , ήταν και η «αμετροέπεια», που ήταν απόλυτα συνυφασμένη με την σωστή χρήση του χρόνου. Η εκδρομή στην παραλία είχε αρχή και τέλος, είχε «μέτρο» στην διάρκεια της και όλα γύρω είχαν αυτό το «μέτρο» κι αυτήν την «διάρκεια». Όποιος τα αγνοούσε, γνώριζε και την λέξη που προσδιόριζε το σφάλμα του. Την γνώριζε μέσα από παρατηρήσεις άλλων, ή με τις συνέπειες που είχε η μη αναγνώριση της, σαν βασική αρχή της συνύπαρξης με το κοινωνικό προφίλ, του οποίου το «κλαμπ» αριθμούσε όλο και περισσότερα μέλη. Ένα ντόμινο καταστάσεων, που μόνο δυσάρεστες θα μπορούσε κανείς να τις αποκαλέσει, ήταν δεμένο με χοντρό καραβόσκοινο, με τις αποφάσεις και τις επιλογές, ή την μη αποστήθιση των «κανονισμών»(παλιός γνώριμος από το βιβλίο της Ιστορίας…), ή έστω τις όποιες σπασμωδικές προσπάθειες άρνησης των «ορίων», που αυτομάτως οδηγεί στην γωνία των «περιθωρίων»…  Μια γωνιά με χροιά σχολικής τιμωρίας, απομόνωσης και την θέα της πλάτης στραμμένης στον τοίχο … Μα ποιος είπε ότι οι «τιμωρίες» σταμάτησαν με το απολυτήριο του στρατού στο χέρι; Υπήρχαν και πάντα θα υπάρχουν, όπως και οι μικρές ή μεγάλες «ανταμοιβές», όταν θα έρχεται η επιβράβευση μιας συνολικής εφαρμογής και ένταξης, στον «νέο κόσμο». Αυτά είναι αλληλένδετα. Το ένα φωνάζει το άλλο για να παίξουν παρέα, σε κάθε ευκαιρία. Πάντως, έμειναν οι στιγμές της «αμετροέπειας», της αμετανόητης ξέφρενης λογικής του «πότε;» – «ποτέ!». Κάτι υπάρχει για να θυμίζει την σχέση απόρριψης μας για τον χρόνο, την αδιαφορία μας για τα πρωινά κουδουνίσματα του. Ήταν αυτά που ζήσαμε χώρια του, με το κεφάλι να κουνιέται δεξιά – αριστερά στη κάθε του εμφάνιση, με το χαμόγελο για όπλο κόντρα στον ορθολογισμό και τα προστάγματα του. Ήταν οι εποχές της αμφισβήτησης για κάθε περιορισμό, όσο ελκυστικά κι αν ήταν καμουφλαρισμένος πίσω από τις γλάστρες. Τον βρίσκαμε και μετά τον απομυθοποιούσαμε στο κρυφτοκυνηγητό, βγάζοντας τον έξω από το παιγνίδι. Οι μέρες του Δον Κιχώτη στο ύφος και του δόγματος «τίποτα δεν τελειώνει» στα χείλη, που έζησαν μαζί μας σε κάθε άνοιγμα της εξώπορτας. Όσο κι αν έτριζε εκείνη, όσο κι αν άκουγαν στο διπλανό δωμάτιο, όσο κι αν έβρεχε, όσο κι αν σκοτείνιαζε, όσα μαθήματα κι αν είχαν μείνει αδιάβαστα. Εκείνες οι μέρες με τη βροντή στη δύση τους, με το κροτάλισμα του πολυβόλου στο στόμα του συμμαθητή και με τη σιγουριά της «νίκης» στα πρόσωπα όλων, την ίδια πεποίθηση, την ίδια αισιοδοξία, ήταν αυτές που μας έμαθαν να αδιαφορούμε για την κλωστή που μπορεί αβίαστα να κόψει ο χρόνος. Μια κλωστή τόσο λεπτή και φθαρμένη, που κρατούσε κόντρα στον άνεμο  ζωντανά μερικά τετραγωνικά αφέλειας και αγνότητας. Μα κι όταν κόβονταν, πάντα υπήρχε κάποιος για να την ενώσει και όλα να αρχίσουν ξανά από εκεί που τα αφήσαμε. Κι αυτό δεν είχε χρονικούς περιορισμούς, παρά μονάχα διαλλείματα, όπου σε αντίθεση με το σχολείο, εδώ έπαιζαν αντίθετο ρόλο. Καθόριζαν την απόσταση του επόμενου ραντεβού με το παιγνίδι και έμπαιναν σφήνα σ` αυτό. Πρόσδιδαν μεγαλύτερη ανυπομονησία. Ήταν τα διαλλείματα της συνύπαρξης μας με τον χρόνο και τον χώρο. Αυτά, που κάποτε θα μας κρατούσαν αιχμάλωτους στη ζάλη τους, κάνοντας τα πάντα να γυρίζουν ανάποδα. Να αντιστρέφονται οι θέσεις στο τραπέζι, να αλλάζει το τραπεζομάντηλο, να αρχίζει ξαφνικά ο κούκος να πετάγεται από το ξύλινο του σπιτάκι…

Με όλη αυτή τη φασαρία που κάνει η σβούρα του χρόνου πέρα – δώθε, ξεχνιόνται πολλά. Δε προλαβαίνουμε να τα σταματήσουμε και εκείνα όλο και πιο πολύ στριφογυρίζουν. Γίνονται ένα συνονθύλευμα χρωμάτων, όμοιο με τους πίνακες μοντέρνας ζωγραφικής. Αφηρημένους σα το βλέμμα μας, που ξενυχτάει στο τραπέζι με τη σβούρα. Δεν υπάρχει διαθέσιμη στιγμή για ξόδεμα, time out, break, ξαπόσταμα. Είναι όλα σε μια γραμμή ζυγισμένα και στοιχισμένα και πρέπει να τα τραβήξουμε όπως τους κόμπους του σκοινιού. Σα χάντρες κομπολογιού. Μια κοντά στα δάχτυλα, δύο μακριά απ` αυτά… Όταν φτάνει στο τέρμα η σβούρα και σταματά, στην τελευταία χάντρα του κομπολογιού, τότε μόνο ελευθερώνεται η σκέψη και μπορεί να βγει απ` το καβούκι της. Τότε είναι η ώρα για τον απολογισμό. Που σκόρπισαν όλα, που μαζεύτηκαν, σε ποιού βαρελιού τον πυθμένα. Τότε ξεκουράζεται η μνήμη και κάθεται στο σκουριασμένο παγκάκι. Είναι η ευκαιρία για το καθιερωμένο μας παραμύθι μαζί της. Εκείνη το αφηγείται και εμείς καθηλωμένοι από τον τόνο της φωνής, καθώς αραδιάζει τα ρήματα και τα φωνήεντα με στόμφο, το ακούμε και μας φαίνεται ολοκαίνουργιο σα παιγνίδι, με φρέσκιες μυρωδιές ξύλου. Με μια επιφάνεια λουστραρισμένη, που κυλάει το άγγιγμα. Το έναυσμα για κάτι σαν κι αυτό, δεν χρειάζεται παρά μονάχα τη θέληση και την αφορμή. Την αιτία που κάνει «τσα!» στην ανάγκη. Μια βγαίνει πίσω απ` τον τοίχο και μια κρύβεται πίσω του. Τι είναι αυτό που την κάνει να βγει απ` τη φωλιά της και να παίξει μαζί μας; Εμείς! Όταν το ταβάνι μοιάζει να έχει κατέβει τόσο πολύ χαμηλά, που κοντεύει να αγγίξει τα μαλλιά μας, όταν το βάρος στο στήθος είναι ασήκωτο, όταν η φωνή δε μπορεί να βγει απ` τα χείλη, όταν όλα γύρω δείχνουν ασφυχτικά στενάχωρα. Όταν τα δάχτυλα φεύγουν το ένα πίσω από το άλλο από το πρόσωπο. Ναι, είναι η εσωτερική μας ανάγκη για πισωγύρισμα, αλλά δεν ήρθε ακάλεστη. Βρήκε το γράμμα, το τσαλακωμένο από τα πετάγματα ψηλά πάνω απ` τα δέντρα, από κείνα που κάναμε στα όνειρα μικροί, κι ήρθε να μας συναντήσει. Να δει από κοντά πως μοιάζουμε πια, απόμαχοι ονειροπόροι, ονειρομαχητές του χάρτινου παράδεισου… Το …τέλος του Γουλιέλμου, μας βρήκε ακόμη με το μήλο στο κεφάλι, ή με το τόξο στο χέρι… Ημιτελές απωθημένο, σφραγισμένο στα βάζα με τα γλυκά, στο πιο ψηλό ράφι της κουζίνας… Εκεί που δεν μας σήκωσε καμιά καρέκλα, κανένα παγκούλι πάνω στην καρέκλα, ούτε οι «πόντες» στα δάχτυλα του ποδιού. Έμεινε εκεί ψηλά, στο τελευταίο σύνορο των ματιών πριν το μέτωπο. Δεν έπεσε με κανένα μεταλλικό κουτί, ή σκουπόξυλο. Μια γεύση που έμεινε απαγορευμένη και προκλητική, όσα ρούχα κι αν πετάξαμε από πάνω μας, όσα σπίτια κι αν αλλάξαμε, όσες φωτιές κι αν σβήσαμε. Με το ανάλαφρο θαλασσινό αεράκι να χορεύει τους κόκκους της σκόνης στο δωμάτιο και τα καλοκαιρινά σύννεφα να φοβερίζουν τα ταλαιπωρημένα, χορταριασμένα κεραμίδια, μια πνοή μπαίνει απ` το ανοιχτό παράθυρο, καθαρή και ξεχωριστή. Είναι η ανάσα της φυγής, η αύρα της νοητής και ανόητης ευθυγράμμισης του χρόνου, που βάλθηκε να εξισώσει ότι πιο ανόμοιο και μακρινό και να τα πετάξει σα ζάρια στο πάτωμα.  Πέντε – δύο. Ώρα για εφτάρια νοσταλγίας. Τέσσερα – ένα. Ένα ψάθινο καπέλο με πεντάρια θύμησες, πέφτει απ` την ντουλάπα. Τριάρες. Οι  μέρες της ανύποπτης λαχτάρας, από κάπου ξεπήδησαν κι άρχισαν το πείραγμα , τρείς – τρείς μαζί. Έξη – δύο. Οκτώ περισσότερες υγρές ματιές, χαμένες στης μνήμης τη λίμνη… Όλα τα τερτίπια του ζαριού, βγάζουν το ίδιο άθροισμα ψυχής… Και να μια γόμα απ` το πουθενά, προσγειώνεται στο ξύλινο έπιπλο, χοροπηδώντας ελαστικά, σχεδόν αθόρυβα. Η προσοχή σ` αφήνει ακίνητο και πάει να την αγγίξει. Μα μόλις φτάνει κοντά της, εκείνη γκελάρει ξανά και πέφτει πιο κάτω. Όσο την κοντεύεις – εκείνη ξεμακραίνει. Το μόνο που παγώνει είναι η εικόνα, κι εκείνη στιγμιαία, τόσο γρήγορα που δεν προφταίνει να αφήσει πίσω της ίχνη. Σαν αυτά που άφηνε στο χαρτί «εκείνη», όταν ζωντάνευε στα δάχτυλα…

Από κάτι τόσο σημαντικά «ασήμαντο», οι χειρολαβές στο λεωφορείο του πόθου του καθενός φουσκώνουν περηφάνια και σφίγγουν γύρω απ` τις παλάμες. Τις κρατούν με τέτοιο ασύγκριτο πετάρισμα στο στήθος, όπως οι σκιές κάτω απ` τα πράσινα, καλοκαιρινά φύλλα στα δέντρα, που ενώθηκαν μεταξύ τους για τις αφήσουν να περπατήσουν μαζί με τα όνειρα τους, χέρι – χέρι πιασμένες, δίχως «τικ τακ»… Πιάνω το φθαρμένο απ` το πέρασμα του χρόνου μικρό τεύχος και το κοιτάζω σα να περιμένω να μου μιλήσει. Να αρχίσει να συλλαβίζει τη δική μας γλώσσα, στον δικό μας κώδικα. Ο μασκοφορεμένος ήρωας στο εξώφυλλο καβάλα στο άσπρο του άλογο, σηκώνει το πρόσωπο απ` τον πιστό του σκύλο και με ακινητοποιεί στο βλέμμα του. «Γιατί;» ρωτάει. «Γιατί ποιο;» απαντάω. «Γιατί εγώ;» ξαναρωτάει, με τις λέξεις να βγαίνουν κοφτές από το σφιγμένο του στόμα. «Γιατί τώρα;» πετάει πριν προλάβω να απαντήσω. Κι έπειτα στέκεται ευθυτενής και σταυρώνει τα χέρια στο στήθος, πάνω στην κόκκινη του φόρμα. «Είσαι το Φάντασμα», λέω αποφασιστικά. «Το Φάντασμα που περπατά. Αυτό που σέρνει πίσω του τη δίψα για περιπέτεια. Αυτό που κάνει τη θλίψη να λυγίζει…» Δεν αποκρίνεται. Σα να σκέφτεται, ανέκφραστα πάντα. Και συνεχίζω. «Θυμάσαι όταν γνωριστήκαμε για πρώτη φορά; Μπορούμε να ζήσουμε ξανά σε κείνες τις σελίδες;». Συνοφρυώνεται και σφίγγει ακόμη περισσότερο τα χαρακτηριστικά. «Όχι, δε γίνεται. Ποτέ δε θα γίνει. Μπορούμε όμως να κάνουμε κάτι άλλο…» Με την απογοήτευση ζωγραφισμένη παντού πάνω μου, στα ρούχα, στο πρόσωπο,  ψελλίζω ένα «δηλαδή;» Δεν μπορώ να μαντέψω την απάντηση, ούτε την αντίδραση. Μουδιασμένα μόνο προλαβαίνω να ετοιμαστώ για κάτι πολύ περίεργο. Μια πρόταση με χωρίζει. Μια φράση ίσως. Κι αυτός εξακολουθεί να στέκεται ακίνητος, σα να ψάχνει μέσα μου να βρει συναισθήματα. Να με προβλέψει. Να δει τις σκέψεις μου. «Μπορούμε να θυμηθούμε για λίγο. Μέχρι να φτάσω στη σπηλιά. Μετά θα σ` αφήσω. Ξέρεις το δρόμο;» Τα λόγια κάθισαν στη γλώσσα αμήχανα… Βουβά. Μετά τα έσπρωξα με δύναμη και αποφασιστικότητα! «Ναι! Τον ξέρω» είπα. «Ανέβα πάνω. Δεν είμαστε μακριά» Κι έτσι ξαφνικά, η ύλη που όριζε την απόσταση χάθηκε μονομιάς, αφήνοντας μια πινελιά καπνού να κυκλώσει το παλιό εκείνο περιοδικό. Έτσι απλά, δίχως περίσσιες ερμηνείες, με ένα πετάρισμα μόνο των ματιών, βρέθηκα στη ράχη του λευκού αλόγου, στον καλπασμό για την μυστική είσοδο στον καταρράκτη!

Τώρα τι μέρα θα `τανε δε θυμάμαι, αλλά ήτανε καλοκαίρι. Με κάτι τρελά χρώματα παντού, να θέλεις να τα πιάσεις όλα και να τα πάρεις μαζί σου! Που; Ξέρω κι εγώ; Σε καμιά κρυψώνα του σπιτιού! Όσα χωράνε, τι πάει να πει! Οικονομίες θα κάνουμε και στα πλάνα του ονείρου; Έτσι όπως ήτανε όλα μεθυστικά και φουντωμένα με προκλήσεις στα κλαδιά που λέτε, ο μικρός Γιώργος κατεβαίνει από το τελευταίο σκαλοπάτι του λεωφορείου. Σα υπνωτισμένος. Μόνο το τράνταγμα του ποδιού στο πεζοδρόμιο και η παραλίγο πτώση, ξύπνησε κάτι από την πραγματικότητα και γλύτωσε τα χειρότερα! Στο δρόμο για την οικογενειακή επιχείρηση – αγγαρείας γαρ ημέρα & θελημάτων η στιγμή – το «παφ» της επιστροφής στον κόσμο που είναι λίγο πιο πάνω απ` το κεφάλι, καθοδήγησε το υπόλοιπο κορμί με μαεστρία μπορώ να πω, αφού το κουμαντάρισε ακόμη και στις διαβάσεις, ανάμεσα στα θυμωμένα οχήματα που σκούζανε. Κι έτσι με το ένα πόδι στην καλοκαιρινή καθημερινότητα και το άλλο στη ζούγκλα με τα σαρκοβόρα φυτά και τα εξωτικά πτηνά στα δέντρα, κάπου μεταξύ των μοναδικών φαναριών που είχαμε για να ρυθμίζουν την κυκλοφορία στο νησί τότε(κι αυτά στο πορτοκαλί τους χοροπηδητό παρατημένα!), και του γραφείου με την κοκκινοκίτρινη ξενική γραμματοσειρά πάνω απ` την πόρτα, ο ελλοχεύων μόνιμος πειρασμός ξεπρόβαλε ως συνήθως, στην ίδια θέση που χρόνια στέκονταν και περίμενε να συναντήσει τις φάτσες μας. Κλασσική και λατρεμένη στάση, πάντα με κάτι καινούργιο για να γαργαλίσει τα μάτια, ή με κάτι παλιό που έμοιαζε καινούργιο. Το ίδιο έκανε. Διαφορές δεν υπήρχαν. Μόνον διαφορετικοί περιπατητές και μετανάστες στη μακρινή γη της φαντασίας. Ο κάθε ένας τους είχε κι από ένα ατομικό κίνητρο, για να απλώσει το κέρμα προς τον πάγκο. Ένα προσωπικό όραμα, που ζωντάνευε στη θέα μιας χάρτινης βάρκας, γεμάτης υποσχέσεις. Πόσα μεταλλικά τέτοια αντίτιμα για εισιτήρια δώσαμε! Ατελείωτα! Αμέτρητα! Και κάθε έργο ήταν τόσο ζωντανό! Τόσο …κοντά στα χέρια και το πρόσωπο! Σε άλλο σημείο ήταν οι νέες κυκλοφορίες, της εβδομάδας, ενώ σε μια γωνίτσα στα αριστερά(αν θυμάμαι καλά), κοντά στο ξύλινο κουτάκι που έπαιζε το ρόλο του ταμείου, ήταν τα παλιά, τα μεταχειρισμένα, που τα αγόραζες φθηνότερα από τα` άλλα. Πολλές φορές η τσέπη …σήκωνε μόνον αυτά. Και πάλι διαφορά δεν υπήρχε, παρά μονάχα στη μυρωδιά από τα καημένα τα δέντρα, που γίνονταν πολτός για να τυπωθούν οι σελίδες. Τα παλιά μύριζαν αλλιώς. Δεν είχαν τον φρεσκοτυπωμένο εκείνο τόνο, ούτε στην υφή. Ήταν πιο μαλακά. Οι σελίδες τους γύριζαν πιο εύκολα. Σα να είχαν ήδη ένα δρόμο χαραγμένο, που πάνω του είχαν βαδίσει οι διαβάτες και είχαν πατήσει τα χορτάρια, κάνοντας τον μονοπάτι σίγουρο, χωρίς πολλούς κινδύνους στο πέρασμα του. Έμοιαζε για να καταλάβετε, σα το έδαφος κάτω από τα πόδια του καγκουρό που χοροπηδάει! Μια «Σκίπυ» από τα απογεύματα της ΥΕΝΕΔ, που χαρούμενη κουβαλάει στο μάρσιπο τη δίψα για περιπέτεια, σε κάθε επεισόδιο, σε κάθε δάσος! Εκεί, στα ήδη εξερευνημένα απ` άλλους νησιά και παραλίες, υπήρχαν σεντούκια γεμάτα θησαυρούς, μισάνοιχτα, με λαμπερά σμαράγδια να ξεχειλίζουν! Ήταν η στιγμή που το «ένα συν ένα» της αριθμητικής, γίνονταν «όσα ήθελε ο καθένας»! Ότι ποθούσε το μάτι του να γευτεί! Μόνο ένας «φράχτης» έστεκε ανάμεσα του και στο θησαυρό, κι αυτός δεν ήταν δα και τόσο ψηλός, που να μην μπορούσε να τον πηδήξει! Το «Φάντασμα» το γνώρισα εκεί, μια μέρα σαν τις άλλες, με το παλιό του όνομα, διαβασμένο για πρώτη φορά από έναν ανήσυχο αιθεροβάμονα, το Γενάρη του 1970. Μεσολάβησαν στάχτες μπόλικες, μαΐστρα, πανιά φουσκωμένα, σταγόνες στα αλουμινένια πρεβάζια, φύλλα ξερά πεταγμένα στην εξορία, μέχρι να φτάσει στα δικά μου χέρια. Είχε ένα περίεργο σχήμα, λίγο στενό, λίγο μακρύ, λίγο παράταιρο από τα «αδελφάκια» του. Στέκονταν δίχως να χάνει τη λάμψη του περήφανα, όπως κι η φιγούρα στο εξώφυλλο. Δίχως να το αναλύσω, δίχως να το καταλάβω, έγινε η φωλιά για να ξαποστάσει η κουρασμένη φαντασία μου, εκείνη τη μέρα των «οικογενειακών υποχρεώσεων». Κι όταν επέστρεψα στο σπίτι, μπήκε στο κουτάκι απ` τα παπούτσια και χώθηκε ανάμεσα στα υπόλοιπα κατορθώματα, στους ήδη καλά κρυμμένους θησαυρούς. Βγήκε και ξαναβγήκε πολλές φορές. Με πήγε μέχρι τη σελίδα με το «περίμενε στο επόμενο, να διαβάσεις τη συνέχεια», ξανά και ξανά και δεν έχασε γραμμάριο από τη λάμψη και τη μοναδικότητα του. Κι ας ήταν ημιτελές. Ο «Φάντομ» ήρθε λίγο αργότερα με τα αυτοτελή του σενάρια, αλλά δεν ήταν το ίδιο. Με κάποιο τρόπο είχε αλλάξει. Δεν ήταν μόνο το όνομα. Κι εμείς τα αλλάζαμε στο παιγνίδι πάνω. Ο «Κάπτεν Φίδι», ο «Μόργκαν ο ατρόμητος», ο «Τυφώνας»… Αυτό που άλλαζε δεν ήταν η απουσία του ναύτη που κατάπινε σπανάκι απ` την κονσέρβα, ούτε οι περιπέτειες που ήταν εξίσου γοητευτικές. Ήταν ο χρόνος, που φεύγοντας από το σώμα του είχε αφήσει ουλές… Σημάδια ανεξίτηλα… Σιωπές και δισταγμούς… Τα χώριζε το ακαθόριστο και ρητορικό «πετάγομαι να φάω»… Τα ένωνε μόνο ο ήχος του θρυμματισμένου δευτερόλεπτου, που σκορπίζει στα πόδια και μετά σβήνει σα το φως της πυγολαμπίδας… Ξάφνου η ράχη του αλόγου άδειαζε και στέκονταν μόνο η φιγούρα του άρχοντα της μακρινής ζούγκλας, του τιμωρού της αδικίας με το δαχτυλίδι της νεκροκεφαλής, αυτό που σημάδευε τα πρόσωπα των «κακών» σε κάθε ιστορία… Εγώ δεν ήμουν πια μαζί του… Ήμουν απ` έξω και κοίταζα μέσα… Ο χρόνος ο «κανονικός», μας τα `χε κλέψει όλα τα άλλα…

Γιώργος Κοσκινάς

Τα πιο πάνω κείμενο υπογράφεται από τον Γιώργο Κοσκινά και είναι προστατευμένο και κατοχυρωμένο πνευματικά. Οποιαδήποτε αντιγραφή μερική ή ολική χωρίς την συγκατάθεση του δημιουργού, επισύρει τις προβλεπόμενες από το νόμο κυρώσεις.

Διαβάστε και τα υπόλοιπα, αποκλειστικά για τους αναγνώστες του Comics Trades παρόμοια κείμενα, τμήματα του νέου βιβλίου για τα Ελληνικά κόμικς των εκδόσεων Αιγόκερως, στην υπό – κατηγορία «ΙΣΤΟΡΙΕΣ & ΤΕΥΧΗ».

http://wp.me/PKxow-1j2

PIERLUIGI SANGALLI – Ο ΙΤΑΛΟΣ ΣΧΕΔΙΑΣΤΗΣ ΤΟΥ «ΠΟΠΑΥ» & ΤΟΥ «ΦΕΛΙΞ»

Για τους δύο αρχικούς δημιουργούς του «Ποπάυ» και του «Φέλιξ», έχουμε ήδη αναφερθεί σε παλαιότερα άρθρα μας. Σήμερα θα μιλήσουμε για τον Ιταλό σχεδιαστή που τροποποίησε τα αρχικά σκίτσα, τα έκανε πιο προσιτά οπτικά στον Ευρωπαίο αναγνώστη και που τις δικές τους εικονογραφήσεις, διαβάσαμε κατά κύριο λόγο και στην χώρα μας. Ο κ. Δραγούνης έφερε και τους δύο αυτούς ήρωες στο Ελληνικό κοινό, τον πρώτο μάλιστα με μεγάλη επιτυχία. Οι Ιταλοί να πούμε σ` αυτό το σημείο, έκαναν αυτές τις τροποποιήσεις κατά κάποιον τρόπο, σε πολλές κόμικς – δημιουργίες Αμερικανών σχεδιαστών, κι αυτό έχει μια εξήγηση αρκετά πειστική. Βέβαια όλα αυτά γίνονταν κατόπιν σχετικών αδειών από τους εκδοτικούς οίκους που είχαν τα δικαιώματα. Επειδή τα κόμικς που έρχονταν τότε ήταν κυρίως από δημοσιεύσεις με την μορφή κόμικς στρίπ από εφημερίδες, ήταν αρκετά «μπουκωμένα» με μελάνι και δεν έβγαζαν τόσο καθαρό όσο θα χρειάζονταν για να μπει σε περιοδικό. Έτσι, προχώρησαν σε αυτή την κίνηση που σας ανέφερα πριν, σύμφωνα και με την μαρτυρία του κ. Γιώργου Δραγούνη, σε συνέντευξη που μου είχε παραχωρήσει προ τριετίας. Οι Έλληνες εκδότες λοιπόν, έπαιρναν την πρώτη ύλη για τα εικονογραφημένα τους από την Ιταλία, που και οικονομικότερα ήταν και σε καλύτερη ποιότητα σχεδίων. Ας επιστρέψουμε όμως στον λόγο ύπαρξης αυτού του κειμένου, την γνωριμία σας δηλαδή με τον Ιταλό σχεδιαστή Pierluigi Sangalli. Η πορεία του στον χώρο ξεκίνησε στην δεκαετία του`50, με τους εκδοτικούς οίκους Alpe και Bianconi. Ένα κοινό μονοπάτι για πολλούς συναδέλφους του, αφού αυτοί οι οίκοι ήταν οι κυρίαρχοι στην δεκαετία του`40 και συνέχισαν εξίσου δυνατά με τα έντυπα τους και στην επόμενη δεκαετία, παρά την είσοδο στον χώρο του ενός πολύ μεγάλου ονόματος, του οίκου του κ. Bonelli.

Η μετονομασία του ναύτη που καταβρόχθιζε σπανάκι σε ‘Braccio di Ferro’, βρήκε τον Sangalli σε ρόλο σχειδαστή, όπως και στην περίπτωση του ‘Felix the Cat’. Έκανε και κινούμενα σχέδια για τα τηλεοπτικά ‘Provolino’ και ‘Topo Gigio’, δημιούργησε τα ‘Giannina Calamity’, ‘Pignatta’, ‘Superboy’, ‘Zurlino’, ‘Devy Crock’, ‘Dormy West’, ‘Piso e Cece’ και ‘Vernaccia’, συνεργάστηκε με καλλιτέχνες όπως οι Alberico Motta, Sandro Dossi και Tiberio Colantuoni και μόλις είπε να αποτραβηχτεί στην δεκαετία του`90, για να ξεκουραστεί ο άνθρωπος, του ήρθε μια επιπλέον δόση έμπνευσης και έτσι μας χάρισε και τα ‘Adam’ και ‘Piccola Dea’! Πολύ πλούσιο το βιογραφικό του, στο οποίο να μην ξεχάσω να προσθέσω και τις πολλές ιστορίες που έκανε, επάνω σε αρχικές δημιουργίες άλλων συναδέλφων του, όπως στα ‘Il Fantasma Eugenio’, ‘Geppo’, ‘Chico’ και ‘Mago Merlotto’.

Οι βινιέτες των Ελληνικών εκδόσεων, είναι από το προσωπικό αρχείο του συντάκτη.

Το Ιταλικό εξώφυλλο του Ποπάυ, είναι από το

http://lucaboschi.nova100.ilsole24ore.com/2008/06/braccio-di-ferr.html

Το Αμερικάνικο εξώφυλλο του Ποπάυ, είναι από εδώ

http://www.ioffer.com/i/Popeye-Comics-on-DVD-Vol-1-3-72501576

Όλα τα άρθρα αυτού του τύπου θα τα βρείτε στην κατηγορία Ήρωες & Δημιουργοί.

Αρέσει σε %d bloggers: