Advertisements

Αρχεία Ιστολογίου

ΑΓΑΠΗΜΕΝΑ ΤΕΥΧΗ ΚΟΜΙΚΣ 15. ΚΑΣΠΕΡ ΤΕΥΧΟΣ 2

 

Όταν οι σχολικές «επιδόσεις» και το ύφος του «καλού μαθητή», ήταν ακόμη από τα πιο απαραίτητα στοιχεία(και εχέγγυα θα συμπληρώσω!), για μια θριαμβευτική είσοδο στο σπίτι, απ` αυτά που εξασφάλιζαν μια μερική ασυλία για τις όποιες αταξίες προέκυπταν στην διάρκεια της ημέρας, υπήρχαν τα «καρότα» και επιβραβεύσεις. Ουσιαστικά ήταν το ίδιο πράγμα. Το «καρότο» συμβόλιζε την επιβράβευση και το μεγαλείο της, ενώ διέθετε και την δύναμη ενός πολύ ισχυρού κίνητρου. Τα ρητά σαν το «φοβού τους Δαναούς και δώρα φέροντες», δεν είχαν την δύναμη να πονηρεύουν τα μυαλά των ανυποψίαστων, γιατί αυτά τα μαθήματα ήταν από άλλες τάξεις, πιο μακρινές. Έτσι μια προσφιλής εφεύρεση των γονιών, να δίνουν το έπαθλο στον μαθητή που προόδευε, ικανοποιούσε και τις δύο πλευρές, ενώ ταυτόχρονα εμπλούτιζε και την κόμικς – βιβλιοθήκη μας(μέχρι να τα πάρουν στο κρανίο οι μανάδες και στην πρώτη κοπάνα να φύγουν απ` το παράθυρο, ή να μπουν κατευθείαν στα σκουπίδια!). Τα μικρά αυτά τρικ όμως, είχαν προλάβει να ρίξουν μπόλικο μπαχάρι στην καθημερινότητα και να θυμίσουν κάτι από τα εξωτικά πιάτα, που γεύονταν οι αγαπημένοι μας ήρωες στις περιπέτειες τους. Η ρουτίνα έσπαγε στα δύο(όπως το βάζο πάνω στο τραπέζι), ή και στα τρία, τέσσερα κομμάτια, ανάλογα με το υλικό της! Άλλες είχαν αντοχή, κι άλλες ήταν φτιαγμένες από πηλό. Η ρουτίνα του καθενός είχε διαφορετική υφή και όψη. Ήταν πλασμένη κατά παραγγελία και ταίριαζε μόνο στην δική του πόρτα. Σαν το ξύλινο πλαίσιο γύρω της. Εφάπτονταν στην εντέλεια με τις ανάγκες των ενοίκων και είχε μάτια μόνο για κείνους. Ήταν μια προκαθορισμένη σχέση συμβιβασμών επιβίωσης και καμουφλάζ για τύψεις και ενδοιασμούς. Όσο την αρνιούνταν κάποιοι, τόσο ενδόμυχα την επιζητούσαν. Ακριβώς όπως και στις μέρες μας. Αυτές οι διαχρονικές εξαρτήσεις δεν αλλάζουν. Ακόμη κι εμείς, οι άτακτοι γόνοι, εκπρόσωποι μιας νεολαίας δυνατοτήτων και με οργιώδη φαντασία, κέντρο του σύμπαντος για αυτούς που στα μάτια μας έβλεπαν να συμβολίζεται η δική τους ανύπαρκτη επανάσταση, επιζητούσαμε μια βαρετή, καθημερινή κόπια των δευτερολέπτων και των ημερών μας. Δίχως αυτήν, η ανασφάλεια μπουμπούνιζε πάνω απ` τα κεφάλια μας επικίνδυνα, σαν τη βροχή που έδειχνε τα δόντια της πριν πέσει στους δρόμους και στις στέγες. Ήταν σαν να έβγαινες να συναντήσεις τις χοντρές σταγόνες δίχως ομπρέλα. Υπήρχαν κάποιοι που βάδιζαν με το κεφάλι ψηλά στη βροχή, αλλά ήταν πολύ λίγοι και οι περισσότεροι έβγαιναν από τις σελίδες των περιοδικών ή απ` τις τηλεοράσεις. Ήταν τα πρότυπα που έδειχνα ένα άλλο δρόμο, όμως η επιρροή τους είχε συγκεκριμένες διαστάσεις και ο χρόνος της διάρκειας της κατρακυλούσε στην κλεψύδρα με ταχύτητα. «Το πεπρωμένο φυγείν αδύνατον»… Τα δολώματα συνεπώς που ξεκαθάρισαν προσωρινά το τοπίο και έβγαζαν φευγαλέες ακτίνες ήλιου στα ταβάνια, είχαν πολύ πριν εφαρμοστεί σε κάθε μας διατροφική κατανάλωση, μια ημερομηνία λήξης. Έρχονταν και παρέρχονταν. Ανακούφιζαν και κατσούφιαζαν τις φάτσες των πρωταγωνιστών. Την μια ήσουν ο «καλώς τον κανακάρη μου!» και την άλλη «για μπες μέσα. Πως πήγε σήμερα στο σχολείο; Καλά ε; …» Στην πρώτη περίπτωση δεν ωφελεί να μαρτυράμε τι αποκόμιζε ο καθένας μας! Ειδικά τώρα που πέρασαν και τα χρόνια. Να μην τα απομυθοποιούμε όλα! Στην δεύτερη πάλι, …είναι μάλλον εύκολο να φανταστεί κανείς τις συνέχεια του «έργου», αφού παρά το γεγονός ότι η φαντασία μας πια νότισε από την υγρασία, μπορεί ακόμη κι έτσι να φέρει στο νου γνώριμες εικόνες! Η δραματική αλλαγή στο οικογενειακό κλίμα και το πέρασμα απ` το ένα συναίσθημα στο άλλο, ήταν μια διαδρομή επώδυνη αλλά οικεία. Την είχες δει να ξετυλίγεται άπειρες φορές, σε σημείο που να νομίζεις ότι ζεις σε μια φαρσοκωμωδία, ένα θέατρο της Δευτέρας. Ή ένα θέατρο του παραλόγου. Από την καθολική αναγνώριση, στην γνωστή ή άγνωστη(ανάλογα με το ρεπερτόριο και την εφευρετικότητα του κάθε γονέα), τιμωρία. Αυτό τον τροχό του λούνα πάρκ, με τα πολύχρωμα λαμπάκια και τις ζώνες ασφαλείας, τον ανεβοκατεβήκαμε οικειοθελώς, αλλά όχι απαραίτητα με ευχαρίστηση. Μια εποχή πρωτοποριακής διαπαιδαγώγησης λοιπόν, αλλά και συναισθημάτων κοκτέιλ! Γι` αυτήν θα ξοδέψουμε μνήμες τούτη τη φορά. Για τα μικρά και μεγάλα «βραβεία», που σαν καρότα πλούτιζαν τις σαλάτες μας. Αυτές που φάγαμε, κι αυτές που φτιάξαμε. Οι δεύτερες ήταν κάπως διαφορετικές, αφού μας τάισαν αλλά δεν μας χόρτασαν…

Μια επιτυχημένη «παπαγαλία», σε ένα κεφάλαιο της ιστορίας της τετάρτης δημοτικού, ήταν αρκετή για να μου εξασφαλίσει όχι ένα, ή δύο, αλλά πολύ περισσότερα βραβεία! Κι όχι μόνο αυτό, αλλά τα βραβεία είχα την δυνατότητα να τα επιλέξω εγώ, διαχειριζόμενος το ποσό των 20 δραχμών παρακαλώ! Όσοι ζήσατε την τρύπα στις δεκάρες και την αξία της δραχμής, καταλαβαίνετε τι μεγέθους χαμόγελο μπορούσε να φυτρώσει στο πρόσωπο ενός δεκάχρονου, στη θέα ενός τέτοιου νομίσματος! Μαγεία κύριοι! Η ρευστοποίηση της υπακοής σε όλο της το μεγαλείο! Κάτι τέτοιες στιγμές το «καροτάκι» χάνονταν από το αγκίστρι και η αναζήτηση νέου «δολώματος» άρχιζε ξανά! Διαδικασία για τολμηρούς, που δύσκολα όμως της γύριζες την πλάτη. Ήταν κάτι σαν την «τρουλουλού». Γύριζες τη σβούρα με τις διάφορες εντολές σε κάθε πλευρά και περίμενες να δεις που θα σταματήσει. Αν ήταν «δώστα όλα», έμενες ρέστος! Αν αντί γι` αυτό όμως έγραφε «πάρτα όλα», ήσουν ο κερδισμένος της παρτίδας! Πολύ μικρή η απόσταση που χώριζε τις δύο έννοιες. Η αξία αυτού του «πονταρίσματος» πάντως, ήταν γεμάτη αδρεναλίνη! Πρόκληση σκέτη! Οι πιθανότητες ήταν ίδιες σε κάθε περίπτωση. Σε μια από εκείνες λοιπόν τις τυφλόμυγες της τύχης, βρέθηκα στην πλευρά των κερδισμένων, που συμπτωματικά ήταν στην ίδια πλευρά του πεζοδρομίου με το «μικρό μαγαζάκι των πειρασμών»! Τι ήταν αυτό; Το κατάστημα της γειτονιάς(ψιλικατζίδικο), που ανάμεσα στα τσιγάρα χύμα και τα βάζα με τις βανίλιες, είχε και τα τρία μαγεμένα ράφια με τα κόμικς! Μαγεμένα γιατί κάθε φορά γέμιζαν με διαφορετικούς θησαυρούς, αλλά και γιατί άδειαζαν με απίστευτη ταχύτητα, τέτοια που καμιά φορά δεν προλάβαινες να τα δεις καν! Μπορεί να τα ράντιζαν με «εξαφανιζόλ», όπως λέγαμε τότε! Πάντως εκείνη τη μέρα είχαν αρκετά ελκυστικό περιεχόμενο, στρωμένο επάνω τους. Εκείνη η στιγμή της επιλογής, ήταν κάτι το μοναδικό, το ανεπανάληπτο! Και εκατό και διακόσιες δραχμές να είχες, δεν ήξερες τι να διαλέξεις και πάντα κάτι άφηνες πίσω, ικανό να σε κάνει να βαδίζεις προς το ταμείο με την πλάτη γυρισμένη και την αμφιβολία ζωγραφισμένη στο πρόσωπο σου. «Και το Αστερίξ ωραίο είναι όμως. Και δεν έχω κανένα. Μήπως να άφηνα το Λούκυ Λούκ;»

Ένα άλλο όμορφο στοιχείο αυτής διαδικασίας(που παρακαλούσες να μην τελειώσει),  ήταν και όλα εκείνα τα τεύχη που δεν έβρισκες στα περίπτερα, άλλων εποχών, που μπορούσαν να αυξήσουν ακόμη περισσότερο τις επιλογές και να μεγαλώσουν τα διλλήματα φυσικά. Εννοείται! Χωρίς αυτά δεν είχε νόημα αυτή η μικρή καθημερινή απόλαυση. Θυμάμαι τις στιγμές που δεν μπορούσαμε παρά μονάχα να πάρουν ένα – δύο το πολύ τεύχη(κι αυτά καλά που ήταν). Μετέωροι πάνω από τα ράφια, ή σκυφτοί και σκεπτικοί, προσπαθούσαμε να διαλέξουμε το πιο λαχταριστό απ` όσα η τσέπη μας μπορούσε να αντέξει. Τότε ήταν που σε ξυπνούσαν οι φωνές του γέρο – ιδιοκτήτη. «Ε! Τι κάνετε εκεί τόση ώρα; Πάρτε ότι είναι να πάρετε να τελειώνουμε!» Ο άνθρωπος είχε και ένα μόνιμο άγχος – άλλοθι, το οποίο εμείς δεν το καταλαβαίναμε. Μετά που κάποιοι από εμάς άνοιξαν μαγαζιά, τον θυμήθηκαν τον γεροντάκο… Ήταν ο φόβος της κλεψιάς, αυτός που κάποιες φορές τον θύμωνε περισσότερο. Η αμφιβολία για τις προθέσεις μας. Τελικά παντού και πάντα αυτές οι ριμάδες οι «εξετάσεις»! Βαρεθήκαμε να τις δίνουμε κάθε μέρα. Μεγαλώσαμε με δαύτες και ακόμη δεν αποφοιτήσαμε… Ένα ατελείωτο σχολείο, με μεγάλα διαλλείματα … Η μέρα εκείνη του`74, ήταν δοσμένη σε μια έντονη γεύση νιρβάνα! Απόλαυση! Από όλα όσα βρίσκονταν εμπρός μου, όλα αυτά τα χάρτινα καραβάκια με τα ταξίδια στα ανεξερεύνητα νερά, το χέρι μου στάθηκε πάνω από μια σειρά πολύχρωμα εξώφυλλα. Μικρά και παλιά. Δεν τα είχα ξαναδεί. Στον τίτλο έγραφαν «Κάσπερ» και ο ήρωας πρέπει να ήταν εκείνο το φαντασματάκι. Με τέσσερα τέτοια τεύχη πήγα στο ταμείο. Μπορούσα να πάρω ακόμη περισσότερα, αλλά εντελώς συμπτωματικά στην ίδια πλευρά του δρόμου υπήρχε και το κατάστημα παιγνιδιών! Το εικοσάρικο άντεχε ακόμη δύο κουτιά στρατιωτάκια airfix! Αυτές ήταν μέρες που χαιρόσουν να είσαι 10 χρονών! Ήταν στιγμές που μείνανε κλεισμένες σφιχτά στην παλάμη, όπως τα «έπαθλα» μιας συνέπειας στις σχολικές υποχρεώσεις. Μια υπακοής η επιβράβευση. Σαν την συνύπαρξη στις σελίδες του καλοκάγαθου φαντάσματος και του απολαυστικού διαβολάκου. Η διφορούμενη ερμηνεία του ρίσκου… Όσο για τη μαγισσούλα την Γουέντυ, αυτή απλά κρατούσε την παραίσθηση και την ευδαιμονία της κάθε στιγμής.

Καμιά φορά γυρίζω την παλάμη και κοιτάζω τα δάχτυλα, προσπαθώντας να θυμηθώ πότε άνοιξε έτσι απότομα και χάθηκαν όλα αυτά… Όλες αυτές οι προσμονές και τα συναισθήματα…Σαν αυτά τα υπέροχα σκίτσα που ξεπηδούσαν μέσα από τις σελίδες των τεσσάρων εκείνων «Κάσπερ», που πριν καλά – καλά το καταλάβω, τα τρία απ` αυτά χάθηκαν στις …αταξίες! Ήταν η άλλη πλευρά του νομίσματος. Το δεύτερο όμως τεύχος γλύτωσε, γιατί βρήκε καταφύγιο στην σχολική τσάντα! Για αρκετό καιρό πηγαινοέρχονταν σε διάφορες κρυψώνες, μέχρι που οι απειλές βαρέθηκαν να ασχολούνται μαζί του. Κι έτσι στολίζει το ράφι των αναμνήσεων μου, στα φανερά πια. Ήταν το μόνο από εκείνα τα «έπαθλα» που έμεινε ζωντανό.

Γιώργος Κοσκινάς

Διαβάστε όλα τα αποσπάσματα με την μορφή των πρό – δημοσιεύσεων αυτών, στην υπό – κατηγορία «ΙΣΤΟΡΙΕΣ & ΤΕΥΧΗ».

http://wp.me/PKxow-1j2

Τα πιο πάνω κείμενο υπογράφεται από τον Γιώργο Κοσκινά και είναι προστατευμένο και κατοχυρωμένο πνευματικά. Οποιαδήποτε αντιγραφή μερική ή ολική χωρίς την συγκατάθεση του δημιουργού, επισύρει τις προβλεπόμενες από το νόμο κυρώσεις.

Advertisements

ΑΓΑΠΗΜΕΝΑ ΤΕΥΧΗ ΚΟΜΙΚΣ 14. ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ(ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΓΚΡΕΚΑ) ΤΕΥΧΟΣ 4

 

Έχουμε δει με τα μάτια μας την τύχη να παίρνει τις πιο περίεργες όψεις, τις πιο περίτεχνα καμωμένες, αυτές που μοιάζουν να έχουν βγει από τα όνειρα και τις επιθυμίες μας, σαν να σκεφτήκαμε κάποτε δυνατά… Προσωπικές αποκαλύψεις, τώρα, χθες, αύριο… Ένα προσωπικό ραντεβού με το πεπρωμένο, ένας ψίθυρος πίσω απ` τις γρίλιες, μια λαχανιασμένη οπτασία… Μέσα από συγκυρίες και περίεργα ραντεβού με τον χρόνο, κάποια στιγμή όλα αυτά συναρμολογούνται και παίρνουν σχήμα. Είναι τότε που η προσοχή στρέφεται αλλού, κι έτσι ανυποψίαστος πατάς τα κλαράκια που σκεπάζουν την παγίδα… Μια παγίδα φτιαγμένη απ` τα δικά σου χέρια, ένα κενό που είχε σκοπό να τραβήξει μέσα του κάτι τελείως διαφορετικό, αλλά οι ρόλοι αλλάζουν και τα σενάρια ανατρέπονται. Κι έτσι γίνεται σχεδόν πάντα. Ένα σφύριγμα που κάπου το έχουμε ξανακούσει. Κάτι θυμίζει. Με κάτι μοιάζει, αλλά οι θύμησες ξεμάκρυναν… Γι` αυτό λατρεύουμε να μας πιάνουν στον ύπνο οι ξαφνικές συναντήσεις των «συνέταιρων στην παρανομία», των συντρόφων στο παιγνίδι και την αταξία. «Ρε συ, ο Πάνος είσαι;» Ξέρετε πως ξεχωρίζουν εκείνες οι μορφές, που μαζί τους πολεμήσαμε με ξύλινα σπαθιά; Απ` τα μάτια. Έχουν τα ίδια χρώματα απ` τη φωτιά που πετάγονταν μπροστά στα πόδια μας, τα βράδια του Άη Γιαννιού. Το μπλε που κοιτάζαμε ξαπλωμένοι στο χορτάρι της πλατείας. Το λευκό της μπουγάδας στην αυλή. Το πορτοκαλί του ροδάκινου που λέρωνε τα κοντομάνικα. Κυλούν το ίδιο όπως οι διψασμένες σταγόνες νερού κάτω απ` τη βρύση, στο σούρουπο του παιγνιδιού. Έχουν κρατήσει την αθωότητα μέσα στις ζαρωμένες τους φωλιές. Το υπόλοιπο πρόσωπο μπορεί να κρύψει κάτι. Αυτά όχι. Η πλαστελίνη που μας έδωσε την τελική μορφή, βράχηκε φαίνεται με νερό μετά και έτσι το σχήμα πέτρωσε και δεν λυγίζει… Όταν αυτά τα κομμάτια έρχονται κοντά, μόνο τότε μαλακώνουν και κολλάνε το ένα πάνω στο άλλο, όπως στα χέρια μας κάποτε. Είναι μια φράση που μας ενώνει με το προηγούμενο κεφάλαιο του βιβλίου. Κι έπειτα όλες οι παρτίδες «τοίχο» που έμειναν στη μέση, από καυγά ή τις φωνές για φαγητό, ξαφνικά σε σκουντάνε στον ώμο. «Έλα! Θα ρίξεις παιδάκι μου; Τι περιμένεις;»

 

Μεγάλωσα στη ζεστή πλευρά του τοίχου, αυτήν που έβλεπε στον ήλιο. Μόλις άνοιγε η εξώπορτα, κάτι ακανόνιστου σχήματος σκουριασμένα δοχεία λαδιού και τυριού φέτα, πλημμύριζαν φύλλα βασιλικό, μπουμπούκια γαρύφαλλου, κατακόκκινα τριαντάφυλλα. Όλα βαλμένα ανάκατα πάνω στο χώμα. Εκεί ανάμεσα τους, μέσα στα αγριόχορτα, ήτανε οι δικές μου ζούγκλες και τα χαρακώματα. Οι ερυθρόδερμοι, οι Βίκινγκς, οι Βόρειοι και οι Νότιοι, οι Γερμανοί, οι Άγγλοι, όλος ο στρατός του χάρτινου κουτιού που στριμώχνονταν κάτω απ` το κρεβάτι, ξεχύνονταν στις φυσικές κρυψώνες αυτές. Πολεμούσε, λερώνονταν, φώναζε, νικούσε, έχανε…  Απέναντι υπήρχαν οι «κανόνες». Εδώ, στη γεμάτη υγρασία πλάτη του καντουνιού όμως, ο χρόνος έχανε κάθε του νόημα. Που και που το βλέμμα σηκώνονταν απ` το έδαφος, για να φωτογραφίσει το φως, τους διαβάτες, τους «αντίπαλους», που σιγά – σιγά έφερναν τους δικούς τους στρατούς πιο κοντά. Κι έτσι οι φωνές πλήθαιναν και άλλαζαν χροιά. Κροταλίσματα πολυβόλων και ήχοι από βόμβες, κάλυπταν τα μεσημέρια και ξυπνούσαν γαυγίσματα. Η γειτονιά ζωντάνευε. Οι πόλεμοι από προσωπικοί γίνονταν ομαδικοί και το αντίθετο. Όλοι είχαν τις έγνοιες και τον μικρόκοσμο τους και εμείς την δική μας χρονορουφήχτρα. Ζούσαμε μέσα στην πραγματικότητα που αποτύπωνε ο κινηματογραφικός φακός, σε εκείνες τις αξέχαστες ασπρόμαυρες ταινίες με τον Αυλωνίτη και τον Σταυρίδη και όχι μέσα από αυτές, καθισμένοι σε έναν καναπέ αναπαυτικά… Ήταν τα δικά μας ασπρόμαυρα χρόνια, με τις έγχρωμες οφθαλμαπάτες…

Ήταν η μόδα της εποχής. Χαρτάκια από σοκολάτες και τσίχλες, με φιγούρες ηθοποιών, ποδοσφαιριστών, εξερευνητών, σημαίες από χώρες, ενδυμασίες, ανέκδοτα και κουίζ γνώσεων, πόλεις και πρωτεύουσες, γεωγραφία, γεωλογία, λαογραφία, ιστορία, αθλητισμός. Αν έμπαινε σε μάθημα αυτό το ταξίδι στον χρόνο και το χώρο, θα ήμασταν όλοι μαθητές του 10! «Έχεις τον Αρχιμήδη;» – «Χα χα! Είσαι καλά; Τρίδιπλο τον έχω!» – «Θες μήπως την Μάλτα;» – «Αν μου δώσεις και την Γουατεμάλα αλλάζουμε». Μια «περιουσία» άλλαζε ιδιοκτήτες, πολύτιμα «μονά», άνευ αξίας «διπλά», χαμόγελα και ικανοποίηση για καθημερινές συναλλαγές. Η απληστία, φαινόμενο γνώριμο όλων των μικρών κάθε ηλικίας, έδωσε μια παραλλαγή που στην τελική της μορφή μόνο κακίες άφησε πίσω. Η ανταλλαγή έγινε τρόπος για κέρδος μονόπλευρο, ατομικό, κι η χαρά περιορίστηκε στο πρόσωπο του νικητή, αφήνοντας τους χαμένους μήνες πίσω, όταν ξεκινούσαν να συγκεντρώνουν αυτές τις κάρτες. Ο τοίχος απέκτησε κι άλλη χρήση, εκτός από την αναπήδηση της μπάλας στις κλωτσιές μας. Κρατώντας προσεκτικά την κάθε κάρτα, προσπαθούσαμε να αγγίζουμε τις άλλες που βρίσκονταν κάτω. Αυτήν που αγγίζαμε(έστω και στο ελάχιστο), την κερδίζαμε. Δεν ξέρω ποιος το ανακάλυψε αυτό. Ήρθε στην παρέα κάποιο χειμώνα με λιακάδα, για να μας αλλάξει το παιγνίδι και το κατάφερε. Χάθηκαν πολλά σ` αυτό το πέταγμα της κάθε κάρτας. Χαρτάκια, περιοδικά, στρατιωτάκια, αυτοκινητάκια. Μια ρουλέτα αναμνήσεων, που αν δεν είχες μάρκες έδινες αντίστοιχης αξίας αντικείμενα. Σε ένα τέτοιο απογευματινό παζάρι, πάντα με το ρίσκο να καρφώνεται σαν πέτρα στο στομάχι και την αγωνία να τρεμουλιάζει τα χέρια, κάτι στις αποχρώσεις του μπλε μαγνήτισε τα μάτια μου. Με μια κόκκινη γραμματοσειρά να περικλείει τα σαββατοκύριακα των εξερευνήσεων και τις καθημερινές της μουτζούρας στα βιβλία, με μια λέξη – τσίμπημα για να πεταχτείς απ` το θρανίο, αδιαφορώντας για το χρώμα στο πρόσωπο του δασκάλου, ήρθε και κάθισε πάνω στα μάτια μου και κείνα χόρτασαν τόσο πολύ, που δεν μπορούσαν να δουν πίσω της. Ούτε οι βώλοι οι γυάλινοι, με εκείνα τα περίεργα στρογγυλά σχήματα μέσα, δεν είχαν μαγνητίσει τις αισθήσεις μου μέχρι τότε. Μια λέξη, ένα περιοδικό, μια πρόκληση, μια σκέψη που είχε κάνει κατάληψη στο νου και κρύβονταν πίσω από κάθε σκέψη. «Περιπέτεια».

Γύρω στο `72 – `73, το περιοδικό που είχε σταθερούς αναγνώστες ανάμεσα μας και πιστούς συνάμα(δεν το άλλαζαν με τίποτα), ήταν η «Δράσις» με τα εξώφυλλα που ζωντάνευαν την ίδια μας την φαντασία, έτσι υπέροχα χρωματισμένα, και ξυπνούσαν τους στρατούς μας από τις κρυψώνες. Ξυπνούσαν την ίδια την πολεμοχαρή μας υπόσταση, την δίψα για επικράτηση, τη δημιουργία τεχνασμάτων και τεχνικών. Ήταν τα σενάρια του αυτά που οδηγούσαν τις επιλογές μας σε «πλευρές» και «στρατόπεδα». Τα σκίτσα του ήταν μόνιμη πηγή έμπνευσης για επιθέσεις αεροπορικές, μάχες στη ζούγκλα, ή βομβαρδισμούς στα χαρακώματα. Τα κόμικς δεν είχαν ποτέ μια διάσταση και αυτό το ανακαλύψαμε μετά, όταν όλα εκείνα τα απογεύματα περνούσαν με ταχύτητα στα φύλλα ενός φωτογραφικού άλμπουμ, σαν τα πρώτα κινούμενα σχέδια του Ντίσνευ. Η «Δράση» και η μυθική «Μάχη» (πόθος του μισού παιδόκοσμου και προνόμιο λίγων οικονομικά «δυνατών», εκείνα τα χρόνια…), έδιναν το έναυσμα για συρράξεις σε εκατοντάδες αυλές. Κι ότι δεν κατάφερναν τα στρατιωτάκια, το κάναμε εμείς και μάλιστα ρεαλιστικά! Μπορεί να μην είχαμε σφαίρες, αλλά τα τραύματα ήταν αληθινά. Με ιώδιο και γδαρσίματα. Καρούμπαλα και σχισμένα παντελονάκια. Γκρίνιες και καυγάδες στο σπίτι. Η αντανάκλαση τους, δεν μπορούσε να μείνει έξω απ` αυτό. Σε αυτό το σκηνικό και με τους ίδιους λίγο έως πολύ πρωταγωνιστές, μια σειρά από καινούργια σενάρια ήρθε για να προσθέσει κομπάρσους και να αλλάξει ονόματα. Τίτλος «Περιπέτεια». Όνομα και πράγμα! Αδελφάκι κι αυτό της «Δράσις» και της «Μάχης», με μικρότερη εξάπλωση στην πιτσιρικαρία, έκανε τις συμπλοκές μας αρκετά διαφορετικές, με στοιχεία όπως το μυστήριο, το θρίλερ, το αστυνομικό, το κατασκοπικό και πολλά ακόμη. Το είχα βάλει στο μάτι από εκείνη τη «αναμέτρηση» στον τοίχο. Όλο κάτι έμπαινε ανάμεσα μας όμως. Το μόνο που είχα καταφέρει, ήταν να το διαβάσω, αλλά όσο περνούσαν τα χρόνια, ξεχάστηκε ακόμη και ο τίτλος. Η υπόθεση μιλούσε για κυνηγητά στις ζούγκλες της Σιγκαπούρης, στον δρόμο του οπίου και της διαφοράς. Σε μια από τις στιγμές που από το πουθενά έρχονται ψήγματα αναμνήσεων και σε θαμπώνουν με τη λάμψη τους, το αναζήτησα. Κι έπειτα από μερικά χρόνια ξανά και ξανά. Στο διάστημα αυτό είχα βρει πολλά παραπάνω από αυτά που είχα διαβάσει τότε. Τα ράφια της βιβλιοθήκης γέμιζαν διαρκώς, αλλά κάτι έλειπε… Μια «Περιπέτεια». Όχι οποιαδήποτε. Μια συγκεκριμένη. Χωρίς να το επιδιώξω, αλλά και χωρίς να διώξω ποτέ την επιθυμία μου για αυτό το τεύχος, σε μια από τις στροφές που κάνουν τα πεζοδρόμια κάτω απ` τα πόδια μας, συνάντησα πριν λίγο καιρό ένα από εκείνα τα ζευγάρια μάτια που θύμωναν και γελούσαν, ανάλογα με τα καμώματα του «τοίχου» και την εξέλιξη του παιγνιδιού. Όχι ένα οποιοδήποτε ζευγάρι από εκείνα τα μάτια των πρωταγωνιστών. Αυτό που κάποτε κρατούσε στα χέρια του πρόθυμος να προσφέρει σαν αντάλλαγμα το τεύχος 4 της «Περιπέτειας», με τίτλο «Τιγροπαγίδα»! Η τρίτη σελίδα ήταν όλα τα λεφτά, με μια φανταστική ζωγραφιά τίγρης, ενώ μια ενδιαφέρουσα διαφοροποίηση σε σχέση με το χρώμα των εικονογραφημένων της εποχής, ήταν οι μισές – μισές ασπρόμαυρες και πρασινόμαυρες σελίδες! Τα σκίτσα σε έμπαζαν στην ιστορία με την πρώτη ματιά. Ήταν σίγουρο ότι κάποια στιγμή θα έφερνα την κουβέντα εκεί ακριβώς. Στην «Περιπέτεια» εκείνη και στο σημείο που αφήσαμε την παρτίδα, πριν τον φωνάξουν οι δικοί του. Στα χέρια του που κρατούσαν το περιοδικό που έψαχνα απ` τα 8 μου χρόνια. Εκείνο που δεν ήταν σίγουρο, ήταν να το θυμάται, να το έχει και να μου το χαρίσει 38 χρόνια μετά…

Κάποια σημεία, εκεί όπου συναντιέται ο ουρανός με τον θαλασσί ορίζοντα, εκεί όπου η ρίζα του δέντρου συναντάει το πράσινο γήινο χαλί, έχουν μια μαγνητική ικανότητα να τραβούν κοντά τους το χθες και να πετούν μακριά όλες τις σελίδες που έκαναν το μάθημα ανιαρό, δίνοντας μας λίγη απ` την ανεμελιά που μας έκλεψαν… Είναι μοναδικό και απερίγραπτο, να μπορείς να ζήσεις μια τέτοια στιγμή.

Αλέκο σε ευχαριστώ

Γιώργος Κοσκινάς

Τα πιο πάνω κείμενο υπογράφεται από τον Γιώργο Κοσκινά και είναι προστατευμένο και κατοχυρωμένο πνευματικά. Οποιαδήποτε αντιγραφή μερική ή ολική χωρίς την συγκατάθεση του δημιουργού, επισύρει τις προβλεπόμενες από το νόμο κυρώσεις.

Όλα τα κείμενα της σειράς αυτών των παρουσιάσεων, που δημοσιεύονται κατ` αποκλειστικότητα στο Comics Trades και αποτελούν τμήματα ενός εκ των νέων βιβλίων για τα Ελληνικά κόμικς που θα κυκλοφορήσουν από τις εκδόσεις Αιγόκερως, μπορείτε να τα βρείτε συγκεντρωμένα στην υπό – κατηγορία «ΙΣΤΟΡΙΕΣ & ΤΕΥΧΗ«.

http://wp.me/PKxow-1j2

Ο Νιαγάρας!

Παλιά, όταν ακόμη φορούσα εκείνα τα περίεργα παντελονάκια, που έμοιαζαν να έχουν κοπεί με ψαλίδι λίγο πάνω από το γόνατο, από παντελόνι ενήλικα(και που θύμιζαν κάπως Ελληνικό αγαπημένο και ασπρόμαυρο κινηματογράφο), είχα όπως και οι συνομήλικοι μου μια σειρά λέξεων και φράσεων, με τις οποίες ερμηνεύαμε πράγματα του μικρόκοσμου και της καθημερινότητας μας. Μπορεί να ήταν αντικείμενα, μπορεί έννοιες. Κάποιες από αυτές τις λέξεις δεν τις είχαμε εφεύρει εμείς. Ήταν οι «μεγάλοι», αυτοί  που μας τις είχαν γνωρίσει και επιβάλει.  Σε κάποιες περιπτώσεις, ίσως απλά με εκείνες τις λέξεις να προσπαθούσαν κι αυτοί να εξηγήσουν ή να ονομάσουν κάτι που δεν γνώριζαν.

Έτσι, μια μέρα γνώρισα τον …Νιαγάρα! Ή τουλάχιστον μια παράξενη μορφή του, μάλλον σε σμίκρυνση! Ήταν η λέξη που χρησιμοποιούσαν για να περιγράψουν το καζανάκι της τουαλέτας, αρκετοί στην γειτονιά. Ο λόγος έχει να κάνει με την φίρμα που κατασκεύαζε εκείνα τα μεταλλικού τύπου καζανάκια(δοχεία εξωτερικά, που αποθήκευαν νερό και με το τράβηγμα μιας αλυσίδας το έστελναν …στη λεκάνη), που απλά ονομάζονταν … NIAGARA! Για κάποιους που δεν έζησαν στα Ελληνικά late sixties(μέχρι και τους Beatles πρόλαβε η γενιά μου!), ίσως όλα αυτά να μοιάζουν πολύ απίστευτα για να είναι αληθινά. Κι όμως, ο NIAGARA ήταν εκεί, πάνω από την λεκάνη της τουαλέτας, μέσα στα περισσότερα σπίτια και έδινε το όνομα του στην ίδια την κατασκευή, για αρκετά χρόνια. Κάποιες φυσικά υποψίες, για την μη σωστή χρήση της λέξης, είχα αρχίσει να έχω στα 8 μου, όταν γνωρίστηκα με τα πρώτα χαρτάκια της ΜΕΛΟ, αλλά χρειάστηκε να περιμένω δύο ακόμη χρόνια, μέχρι να μπορέσω να το τεκμηριώσω και να φέρω σπίτι την απάντηση. Στην τέταρτη  τάξη του Δημοτικού πια, με νέο μάθημα την Γεωγραφία, έφτασε η στιγμή να μάθω ότι η υδάτινη αυτή μάζα νερού, που έπεφτε σαν κουρτίνα, δεν ήταν άλλη από έναν καταρράκτη!  Ο Νιαγάρας εικονίζονταν σε εκείνο το βιβλίο Γεωγραφίας, όταν μια μέρα μπήκα κρατώντας το περιχαρής, για να το δείξω και να αποδείξω το φραστικό λάθος!

Έκτοτε, κάθε φορά που ένα μέλος της οικογένειας ή φιλικό πρόσωπο, έλεγε τη φράση «τράβα το …Νιαγάρα», εγώ τους εξηγούσα ότι επρόκειτο για καταρράκτη και ότι δεν ήταν ο σωστός τρόπος για να περιγραφεί αυτή η διαδικασία. Εκείνο που δεν μπόρεσα να καταλάβω, είναι η ισχυρογνωμοσύνη των μεγαλύτερων σε ηλικία, που αμφισβητούσαν ακόμη και το βιβλίο της Γεωγραφίας, υπερασπιζόμενοι μια ονομασία που μάλλον θα πρέπει να τους μεταφέρθηκε σαν γνώση, με την μέθοδο του «σπασμένου τηλέφωνου»!

 

Γιώργος Κοσκινάς

 

Διαβάστε όλες τις προ – δημοσιεύσεις και τα κείμενα του νέου από κοινού εγχειρήματος με το Λάζαρο Αλεξάκη, στην υπό – κατηγορία «SUGAR MOUNTAIN».

http://wp.me/PKxow-2PK

 

Το πιο πάνω κείμενο(και όσα φέρουν την υπογραφή των Λάζαρου Αλεξάκη και Γιώργου Κοσκινά – συντάκτες wolf67 & gkosk), αποτελεούν τμήμα του νέου βιβλίου των Λάζαρου Αλεξάκη και Γιώργου Κοσκινά, που πρόκειται να κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Αιγόκερως και είναι κατοχυρωμένο πνευματικά τόσο στους δημιουργούς, όσο και στον εκδοτικό οίκο που έχει την αποκλειστική εκμετάλευση των δικαιωμάτων του. Δημοσιεύεται με σύμφωνη γνώμη των δημιουργών και του εκδότη. Κάθε εκμετάλευση ή αντιγραφή, μέρους ή ολοκλήρων των κειμένων, χωρίς την συγκατάθεση των πιο πάνω, επισύρει ντις προβλεπόμενες από τον νόμο κυρώσεις, σύμφωνα με το Ελληνικό σύνταγμα και το Ευρωπαικό.

Μια λεπτή γραμμή…

Μια λεπτή γραμμή…

Πάντα μ’ άρεσε να κοιτάω σε ότι δεν τραβούσε το μάτι ιδιαίτερα. Είτε σε κόμικ, είτε σε ταινία, πάντα προσπαθούσα να έχω συνολική οπτική και παρά τη μαεστρία του κομίστα ή του σκηνοθέτη να ψάχνω τη λεπτομέρεια, το ίσως ασήμαντο.

 

Τα πιο σημαντικά πράγματα στη ζωή μου τα έμαθα μελετώντας κάποια φαινομενικά ασήμαντα. Να, όπως αυτή τη γραμμή ανάμεσα στα καρέ, αυτή τη μαύρη γραμμούλα. Πολλοί έχουν βρει ιδιαίτερα ευρηματικούς τρόπους να την ‘σπάνε’ ή να την καταργούν εντελώς μερικές φορές, με τα καρέ να ‘γλιστράνε’ το ένα μέσα στο άλλο.

 

Κι όμως αυτή η γραμμούλα είναι πολύ σημαντική. Αλλά ας πάμε απ’ την αρχή…

Μια συχνή συζήτηση είναι τι είναι προτιμότερο σα μέσο, ένα βιβλίο ή μια ταινία. Κάνω χρόνια αυτή την ερώτηση και η συνήθης απάντηση είναι το βιβλίο. Όσο αριστουργηματικά φτιαγμένη και να είναι μια ταινία, θα αιχμαλωτίσει και θα περιορίσει τη φαντασία σου, δίνοντας σου μια μασημένη λίγο πολύ τροφή. Το βιβλίο από την άλλη θα αφήσει τη φαντασία σου εντελώς ελεύθερη χωρίς να σου δώσει όμως καν κάποιον ‘μπούσουλα’, για άλλους καλό για άλλους κακό. Για να βγάλετε τα δικά σας συμπεράσματα αρκεί να σκεφτείτε κάτι σαν τον ‘Άρχοντα των Δακτυλιδιών’ και να σκεφτείτε το βιβλίο και την ταινία. Τι ήταν πιο ‘ζωντανό’ για σας;

 

Θυμάστε τη γραμμούλα; Κρατήστε την λίγο ακόμα, θα μιλήσουμε σύντομα γι’ αυτήν.

Το κόμικ σα μέσο είναι για μένα η τέλεια ισορροπία. Είναι σαν να σου δίνει τον ήρωα, και στο μυαλό σου του δίνεις ζωή. Πόσοι διαβάσαμε Τιραμόλα χωρίς να τον ‘δούμε’ να κινείται; Πόσοι διαβάσαμε ΠΟΠΑΥ χωρίς να δούμε εκείνες τις εκπληκτικές στιγμές που τιναζόταν στον αέρα τρώγοντας το σπανάκι του; Πόσοι δεν ‘είδαμε’ τους Ρωμαίους του Οβελίξ να πετάγονται στον αέρα;

Αυτή τη μαγεία έβλεπα πάντα στα κόμικ, που καμία άλλη μορφή δε μου πρόσφερε. Στα κόμικ μου ο Φάντομ χυμούσε από το ένα καρέ στο άλλο, ο Κοκομπίλ έκανε απίστευτους καλπασμούς με το Μακρυπόδη και ο Ζαγκόρ χόρευε ανάμεσα σ’ αυτές τις λεπτές μαύρες γραμμές.

Μόνο στατικό που δεν είναι. Λίγη φαντασία θέλει και με το που θα ανοίξεις τη σελίδα όλα είναι τόσο ζωντανά, όλα ‘χορεύουν’ πάνω στο χαρτί στο ρυθμό το δικό σου, γιατί εσύ το δημιουργείς όλο αυτό.

 

Είναι βασικός κανόνας της ψυχολογίας Gestalt ότι το μυαλό πάντα ολοκληρώνει, χτίζει, γεμίζει τα κενά. Δώσ’του ένα σχεδόν τελειωμένο κύκλο και μόνο του θα τον ολοκληρώσει, δώσ’του ένα μερικά βαμμένο σχέδιο και το μυαλό θα δει την εικόνα του τελειωμένη.

Έτσι και φτιάχνει, συνεχώς σχεδιάζοντας, με ασύλληπτη ταχύτητα, όλα τα ενδιάμεσα καρέ από το ένα στο επόμενο, δίνοντας στο κόμικ μια δύναμη που λείπει και από το βιβλίο και από το σινεμά. Γιατί η φαντασία μας όμορφα χωράει σ’ αυτή τη μικρή, μαύρη γραμμούλα…

——————————————-

Λάζαρος Αλεξάκης

——————————————-

Διαβάστε όλα τα κείμενα του Λάζαρου συγκεντρωμένα, στην υπό – κατηγορία αμς «SUGAR MOUNTAIN».

http://wp.me/PKxow-2PK

ΡΟΥ ΡΕΗΣ – ΑΠΙΣΤΕΥΤΟ ΚΙ ΟΜΩΣ ΕΛΛΗΝΙΚΟ!

Μια από τις πλέον περίεργες ιστορίες που καταγράφηκαν ποτέ στα εικονογραφημένα στην χώρα μας, σας έχουμε για σήμερα στην υπό – κατηγορία «ΕΡΕΥΝΑ & ΚΑΤΑΓΡΑΦΗ». Δεν θα το πιστεύετε απλά, οπότε φροντίσαμε να τεκμηριώσουμε το κείμενο με εικόνα! Πρόκειται για μια σημαντικότατη ανακάλυψη! Μην το χάσετε!

http://wp.me/PKxow-1QC

Αρέσει σε %d bloggers: