Advertisements

Αρχεία Ιστολογίου

ΚΛΑΣΣΙΚΕΣ ΤΑΙΝΙΕΣ – EAST OF EDEN(1955)

 

Μεγάλη ταινία και σήμερα στο αφιέρωμα μας. Από τις πλέον κλασσικές του παγκόσμιου σινεμά και με την υπογραφή σημαντικών άνθρωπων της έβδομης τέχνης. Σκηνοθεσία Ηλία Καζάν, πρωταγωνιστεί ο Τζέημς Ντήν, σε ένα από τα καλύτερα λογοτεχνικά έργα όλων των εποχών. Είναι το αριστουργηματικό «Ανατολικά της Εδέμ», του Τζών Στάινμπεκ από το 1955. Όπως κάθε φορά, έτσι και σήμερα το άρθρο σας περιμένει στην υπό – κατηγορία μας «ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ & ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ».

http://wp.me/PKxow-1O9

Advertisements

AUGUSTO PEDRAZZA – Ο ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΣ ΤΟΥ «ΑΚΙΜ»

Τον γνωρίσαμε κι αυτόν μέσα από τις σελίδες του ομώνυμου εικονογραφημένου, του κ. Δραγούνη. Ήταν 1971 και η Πηδάλιο Πρες είχε αρχίσει την δική της αντεπίθεση, με μια νέα σειρά εβδομαδιαίων κόμικς, όλων τους Γαλλικής προέλευσης, κυρίως από το περιοδικό Mon Journal και όλα τους προερχόμενα από την εταιρεία Imperia. Στην χώρα μας δεν έκανε μεγάλη καριέρα(τόσο ο Ακίμ, όσο και τα υπόλοιπα περιοδικά εκείνα, εκτός του Ζέμπλα – Ταρζάν), αλλά είχε αρκετές ιδιαιτερότητες, ειδικά στο σκίτσο, που αξίζει να αναφέρουμε. Υπάρχουν εξηγήσεις για όλα και γι` αυτές θα διαβάσετε πιο κάτω, όπως και ένα σύντομο βιογραφικό του δημιουργού του.

Κατ` αρχάς ήταν 1950, συνεπώς και τα σκίτσα σε αυτές τις περιπτώσεις των Ευρωπαϊκών κόμικς – δημιουργιών , είχαν πολλές επιρροές από τα αντίστοιχα των Αμερικάνικων. Το στυλ τους είχε δανειστεί πολλά στοιχεία από πρωτοπόρους όπως ο Fred Harman. Ανεπιτήδευτο σκίτσο, λιγάκι αφαιρετικό(μίνιμαλ θα το αποκαλούσαμε, υπό κάποιες συνθήκες), με μια βιαστική σχεδιαστική ματιά, τόσο στους χαρακτήρες – όσο και στην περιγραφή των σκηνικών.

Δεν είχε καμία σχέση με τα εικονογραφημένα της γενιάς του Alex Raymond, ή άλλων δημιουργών που επένδυσαν περισσότερο στην δύναμη της εικόνας, φωτογραφίζοντας περισσότερο στα εικονογραφημένα τους, παρά δίνοντας μια δική τους οπτική. Όλα αυτά λοιπόν, τα οποία και μπορείτε να διακρίνετε στις αποσπασματικές βινιέτες του άρθρου, κυριάρχησαν και στην περίπτωση του Ακίμ, που να σημειώσουμε εδώ ότι θεωρείται από τους Αμερικανούς σαν μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα περίπτωση και πλέον αναγνωρίσιμη δημιουργία. Αυτό που παραδέχονται στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, είναι ουσιαστικά η προσπάθεια του δημιουργού να δώσει μια εντελώς δική του μορφή στην κλασσική φόρμα του γιού του άρχοντα της ζούγκλας, που διέφερε πολύ σε σχέση με την πρώτη προσέγγιση. Θεωρήθηκε και θεωρείται ακόμη και στις μέρες μας, σαν μια διασκευή – μια μεταφορά αν προτιμάτε – με ένα μοντέρνο στυλ σχεδίασης, Ευρωπαϊκό καθαρά, κάτι που πιστώνεται στο 100% στον δημιουργό. Ο γιός του Ταρζάν έκανε μεγάλη καριέρα στην Γαλλία(όπως και στην Ιταλία,) κι απέκτησε πολλούς φανατικούς αναγνώστες, κάτι που οφείλεται στα χαρακτηριστικά που αναφέραμε πριν, αλλά και που μαρτυράει ο μεγάλος αριθμός των τευχών που άφησε πίσω του(σταμάτησε το 1991!!!), σε αντίθεση πάντα με την εδώ αναγνώριση του, όπου μετά τα 30 αυτόνομα τεύχη μετακόμισε στις σελίδες του …πατέρα του!

Ποιος ήταν πίσω από όλα αυτά, ίσως να θυμάστε κάποιοι από εσάς, όταν είχα αναφερθεί στην παρουσίαση ενός τεύχους Ακίμ, στην σειρά αυτή των άρθρων που εντάσσονται στην υπό – κατηγορία μας «ΙΣΤΟΡΙΕΣ & ΤΕΥΧΗ» και είναι αφιερωμένα σε συγκεκριμένα τεύχη κόμικς και όλα όσα κουβαλούν για μένα μέσα τους. Ο δημιουργός του Ακίμ, ήταν ο γεννημένος στο Μιλάνο το 1923 Augusto Pedrazza. Μαζί με το Fulgor του 1952, ήταν οι δύο μεγαλύτερες του επιτυχίες και αυτές που τον καθιέρωσαν μεταξύ των κορυφαίων σχεδιαστών στις δεκαετίες του `50 και του `60, στην Ευρώπη και την Αμερική. Σεναριακά οι ιστορίες του Ακίμ είχαν την υποστήριξη ενός ακόμη σπουδαίου κομίστα, του Roberto Renzi, που μεταξύ άλλων άφησε τη σφραγίδα του και στον Τιραμόλα! Στην Ιταλία είναι θρύλος αυτό το όνομα. Μαζί λοιπόν οι δύο τους, προχωρούν στην δημιουργία του Ακίμ το 1950, που ξεκινάει αρχικά να δημοσιεύεται στην Ιταλική εκδοτική Molinari και έπειτα στην Alpe. Το 1960, φεύγει για την Γαλλία και σχεδιάζει για λογαριασμό της LUG(μαζί με την Mon Journal ανήκαν και οι δύο στο δυναμικό της μεγάλης Imperia). Συνεχίζει φυσικά με τον Ακίμ και σχεδιάζει μόλις 4 επεισόδια για τον Ζέμπλα(Zembla), τον εικονογραφημένο του γονιό. Μετά τα μόλις 4 αυτά επεισόδια, αναλαμβάνει ο Franco Oneta. Σήμερα όλοι οι Γάλλοι συλλέκτες κόμικς, ψάχνουν όμως αυτά τα 4 επεισόδια, σημάδι της αναγνώρισης στο πρόσωπο και την γραμμή του δημιουργού. Στην Ελλάδα, σε περίπτωση που αναρωτιέστε, δεν δημοσιεύτηκαν αυτές οι ιστορίες δυστυχώς, οπότε χάσαμε την ευκαιρία να συγκρίνουμε τις δύο σχεδιαστικές γραμμές, πάνω στον ίδιο ήρωα. Την πριν και τη μετά Pedrazza εποχή. Ένα μειονέκτημα που εντοπίζεται στην εδώ έκδοση του Ακίμ, έχει να κάνει με την μάλλον άστοχη μετάφραση, που χρησιμοποιώντας μια μορφής λαϊκή φρασεολογία(σε ορισμένες περιπτώσεις αγγίζει την αργκό της εποχής…), αλλά και δίχως νεύρο και χιούμορ, που σε άλλες περιπτώσεις κόμικς είχε θετικότατη επίδραση στους αναγνώστες. Έτσι, μοιραία το περιοδικό πέρασε στα …δεύτερα, όπως τα αποκαλούσαμε τότε, κι όχι ανάμεσα στα άκρως ανταγωνιστικά ενός Μπλέκ, ας πούμε. Σαν στοιχείο που διατηρήθηκε στον Ακίμ από τον δημιουργό του, είναι η δυνατότητα συνομιλίας των χαρακτήρων με τα ζώα της ζούγκλας, η ίδια που υπήρχε και στον Ζέμπλα, το δεντρόσπιτο που επίσης είναι κοινού στυλ κατοικία και στους δύο και η ύπαρξη του Κένι(γιού του Ακίμ και εγγονού του Ζέμπλα!), όπως και μερικών πιστών ζώων, που ακολουθούν στις περιπέτειες του ήρωες. Γι` αυτό σας λέγαμε πριν, ότι ο Pedrazza διασκεύασε τον Ταρζάν, παρά στηρίχθηκε πάνω στα δεδομένα του Burroughs.

Τελειώνοντας αυτή τη σύντομη αναδρομή και συμπερασματικά από πλευράς μου, να πω ότι ο κ. Pedrazza και επιδραστικότατος αποδείχτηκε και μπροστά από τις μέρες του λειτούργησε και το όραμα του κυνήγησε σε διαφορετικά πεδία από τους συναδέλφους του, σε μια εποχή(και να τονιστεί αυτό), που δεν ευνοούσε ιδιαίτερα κάτι ανάλογο, αφού όλοι έπαιρναν τις γραμμές καθιερωμένων δημιουργών και εκεί πάνω έχτιζαν τη δομή των δικών τους σχεδίων. Προσπέρασε λοιπόν την αντιγραφή και την πεπατημένη οδό, δίνοντας μας κάτι πραγματικά όμορφο. Το έχω ξαναγράψει. Όλα όσα διαβάζετε σε αυτού του τύπου τις αναφορές, στα μάτια των νεότερων, αυτών που δεν γνώρισαν τα χρόνια στα οποία αναφερόμαστε, αλλά μόνον όσα διαδραματίζονται στην τελευταία ίσως δεκαετία, φαντάζουν παρωχημένα και αναχρονιστικά, απλοϊκά και καθόλου πολυσύνθετα. Καμιά φορά και …αστεία, μπροστά στην βία του σχεδίου σήμερα, έτσι όπως αποτυπώνεται στο χαρτί Αμερικάνικων και Ιαπωνικών δημιουργιών. Όμως, για να μπορέσεις να εκτιμήσει καλύτερα το παρόν, βγάζοντας ασφαλή συμπεράσματα(στον βαθμό που αυτό είναι δυνατόν, πάντα), οι εικόνες που κουβαλάει μέσα του χτες είναι σημαντικές και απαραίτητες. Η τέχνη είναι και θα είναι πάντα τέχνη, δίχως όρια και δεσμεύσεις, θα έχει όμως διαφορετικές οπτικές και διαφορετικούς τρόπους έκφρασης. Είναι σαν την μουσική. Δεν υπάρχουν πολλά είδη. Είμαστε εμείς πολλοί και διαφορετικοί. Αν ακούς φολκ για παράδειγμα, ή κάντρυ, ή μπλούζ, δεν ακούς τίποτα παραπάνω από τον τρόπο με τον οποίο εκφράστηκαν κάποιοι, όντας μέσα και βιώνοντας την μουσική σαν τέχνη. Επί της ουσίας, μουσική ακούς και όχι είδη! Αν τώρα την τοποθετήσεις την κάθε νότα, μέσα σε στιγμές σου, θα δεις ότι κάθε μια εικόνα που έζησες, είναι και μια μελωδία. Πότε κλασσική, πότε ανεξάρτητη, πότε ελιτίστικη, πότε λαϊκή… Έτσι ακριβώς λειτουργεί και το κόμικς.

Όλα τα άρθρα αυτού του τύπου θα τα βρείτε στην κατηγορία Ήρωες & Δημιουργοί.

ΜΟΜΠΥ ΝΤΙΚ – ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΣΤΟ ΚΟΜΙΚΣ & ΑΠΟ ΕΚΕΙ ΣΤΗ ΜΕΓΑΛΗ ΟΘΟΝΗ

Ένα από τα πιο αγαπημένα αναγνώσματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας, που γοήτευσε και εξακολουθεί να γοητεύει μικρούς και μεγάλους για παραπάνω από τρείς αιώνες, είναι ο «Μόμπυ Ντίκ»(Moby Dick).

Η θρυλική λευκή φάλαινα με τα δολοφονικά ένστικτα, το κυνήγι της οποίας με αφετηρία τα 1851, οπότε και εκδόθηκε για πρώτη φορά, γραμμένο από την πένα του Αμερικανού συγγραφέα Χέρμαν Μέλβιλ(Herman Melville), πέρασε από τις σελίδες των Κλασσικών Εικονογραφημένων(Classics Illustrated), κι από εκεί στην μεγάλη οθόνη το 1956, σε μια αξεπέραστη ταινία του μεγάλου Τζών Χιούστον(John Houston). Ένα έργο διαχρονικό, που εξιτάρει την φαντασία και μεταφέρει τον αναγνώστη ή τον θεατή, σε μια ναυτική περιπέτεια που όμοια της δεν αφηγήθηκε κανείς μέχρι σήμερα, με τόση ένταση και τέτοιου βάθους ανάλυση χαρακτήρων. Το βιβλίο σε καθηλώνει και το ρουφάς κυριολεκτικά. Αλλά και η κινηματογραφική του μεταφορά, έχει τέτοια δύναμη που κατατάσσεται στις κορυφαίες που επιχειρήθηκαν ποτέ στην μεγάλη οθόνη, από λογοτεχνικά βιβλία. Μέσα σε όλα αυτά, ένα λαμπερό εξίσου ενδιάμεσο στάδιο, αυτό της πορείας του έργου μέσα από τις εικονογραφημένες σελίδες, μιας έκδοσης που έμαθε όλους μας να αγαπήσουμε τόσο τα κόμικς, όσο και την λογοτεχνία. Είναι ο μοναδικός τρόπος που σκέφτηκε ο γεννημένος στην Ρωσία εκδότης  Άλμπερτ Κάντνερ(Albert Lewis Kanter), για να κάνει προσιτό το έργο σπουδαίο συνανθρώπων μας, σε όλους τους αναγνώστες, σε όλα τα γεωγραφικά μήκη και πλάτη αυτού του πλανήτη. Ήταν αδύνατον να απουσιάσει η φιγούρα του Μόμπυ Ντίκ, όπως κι αυτή του πλοίαρχου Άχαμπ, ακόμη και από τον καρτουνίστικο κόσμο του Γουώλτ Ντίσνευ(Walt Disney). Εκεί, πήρε άλλες διαστάσεις φυσικά, προκειμένου να γίνει κομμάτι του παιδικού μικρόκοσμου κάθε εποχής, σε ένα ναυτικό χαρακτήρα που αποκαλέστηκε Μόμπυ Ντάκ(Moby Duck). Όλα αυτά, θα τα δούμε πιο αναλυτικά στο κείμενο που ακολουθεί.

Αφορμή για αυτή την σκιαγράφηση που διαβάζετε σήμερα, στάθηκε η προβολή της ομώνυμης ταινίας του Χιούστον, για ακόμη μια φορά, χθες βράδυ. Ομολογώ ότι δεν έχασε κανένα από τα στοιχεία και τη δύναμη της στα μάτια μου, παρότι ήταν η 6 ή 7 φορά που την έβλεπα. Κι αν ισχύει αυτό που λέγεται στους κύκλους των κινηματογραφόφιλων, ότι κάθε φορά που βλέπεις μια ταινία υπάρχει πάντα μια διαφορετική οπτική και προσέγγιση σε ότι σου δίνει η εικόνα και οι ηθοποιοί, χθες βράδυ αυτό που ανέλυσα ήταν πράγματι πολύ διαφορετικό, απ` όλα όσα είχα αποκομίσει ως σήμερα.

Το 1851, μια εποχή που κρατούσε ζωντανούς τους μύθους και τις ανθρώπινες δεισιδαιμονίες, τις φοβίες των ναυτικών και το δέος των ανθρώπων της στεριάς, τότε που η αφήγηση μπορούσε απλά να καθηλώσει ακροατήρια κάθε λογής, ο Αμερικανός συγγραφέας Χέρμαν Μέλβιλ μας δίνει ένα αριστούργημα της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Με τον δικό του, λιτό τρόπο, μεταφέρει τους θρύλους και τις ναυτικές ιστορίες στο χαρτί. Σκιαγραφεί χαρακτήρες, κοινωνίες, προλήψεις και αποδίδει ένα ταξίδι στις θάλασσες της φαντασίας με έναν μοναδικό τρόπο. Ο λόγος του είναι απλός, ενίοτε γλαφυρός, αλλά και σκληρός συνάμα. Είναι ο λόγος των ανθρώπων του μόχθου και του κινδύνου. Θαρρείς πως ότι αφηγείται, είναι δικό του βίωμα, νωπό ακόμη στα μάτια του. Είναι η εξιστόρηση αυτή, που με τόση ζωντάνια σε κάνει να μυρίζεις αλμύρα, μέσα από τις σελίδες του βιβλίου. Παιδί όταν το είχα διαβάσει, ο νους είχε επιχειρήσει να κάνει πολλές φορές εκείνο το μοιραίο ταξίδι. Είχα δει από κοντά τον πλοίαρχο Άχαμπ, με το χαρακωμένο του πρόσωπο και το φιλντισένιο πόδι, να δίνει διαταγές στο πλήρωμα, ή να καρφώνει ένα χρυσό νόμισμα στο κατάρτι του Πέκοτ(Pequod). Η τραγική φιγούρα ενός ζωντανού ναυάγιου, που τραυματισμένο ψυχικά οπλίζει τους ναύτες του με καμάκια εγωισμού, σε έναν τελευταίο απόπλου με προορισμό την εξιλέωση και την εκδίκηση. Ένας αδυσώπητος αγώνας για την απόδειξη μιας ματαιόδοξης παντοδυναμίας, κόντρα σε κάθε κανόνα και περιορισμό. Το πλοίο γίνεται ένα όχημα καταδίωξης και ο πρωταρχικός του σκοπός σκοτεινιάζει. Με θέα το Απριλιάτικο φεγγάρι κορυφώνεται ένα ακόμη ανθρώπινο δράμα, που χωράει μέσα του κάθε αδυναμία, αλλά και την κυρίαρχη φύση, όπως περήφανα και δίχως αμφισβήτηση, θα εκφραστεί με την μορφή του θηράματος και την αντιστροφή των ρόλων. Όλες οι φιγούρες εκείνου του ταξιδιού, είναι και ένα κομμάτι της κοινωνίας. Μια διαχρονικότητα κρυμμένη στους χαρακτήρες, που αντανακλάει όλα όσα και σήμερα. Μια καθημερινή θεατρική παράσταση, όπου ο κάθε ένας μπορεί να διαλέξει ρόλο, ακόμη κι ο θεατής. Ο νεόκοπος Ίσμαελ που αφηγείται την περιπέτεια, ο βαθύτατα θρησκευόμενος υποπλοίαρχος Στάρμπακ, ο προληπτικός ινδιάνος Κίκουεγκ, ο χωρατατζής λοστρόμος Στάμπ, ον επιβλητικός ιεροκήρυκας Μάπλ και τόσοι ακόμη από τους πρωταγωνιστές εκείνους. Ο τρόπος που επιλέγει ο Μέλβιλ για να επιχειρήσει αυτή την ηθογραφία, είναι άμεσος και πανέξυπνος. Ξεδιπλώνει κάθε στοιχείο, δίνει διαστάσεις, απομυθοποιεί, καταγράφει, ζει μέσα στα συντρίμμια της βάρκας, επιπλέει μαζί τους. Είναι αυτά ακριβώς τα στοιχεία που θα τον καταξιώσουν και θα κάνουν το έργο του σημείο – αναφοράς στις πιο λαμπρές στιγμές της λογοτεχνίας.

Το 1941, σχεδόν δύο αιώνες μετά τη συγγραφή του Μόμπυ Ντίκ, τα Κλασσικά Εικονογραφημένα κάνουν την εμφάνιση τους για πρώτη φορά στην Αμερική. Με έναν τόσο ανεπιτήδευτο και απλό τρόπο, φέρνουν την λογοτεχνία στα σπίτια όλων, σε κάθε γωνία του πλανήτη. Οι περιπέτειες του Πέκοτ και των ναυτικών του, το κυνήγι της άσπρης φάλαινας και το βιβλίο του Μέλβιλ, είναι από τα πρώτα που θα κυκλοφορήσουν, σε αυτή την έκδοση. Ήταν το πέμπτο κιόλας τεύχος. Στην χώρα μας, οι αδελφοί Πεχλιβανίδη και ο εκδοτικός τους οίκος Ατλαντίς, θα το κυκλοφορήσουν το 1951, στην πρώτη του επί Ελληνικού εδάφους έκδοση(εικονογραφημένη πάντα). Μια σειρά που κινείται μεταξύ κόμικς και λογοτεχνίας, δοσμένη με υπέροχο, μαγικό τρόπο, που λατρεύτηκε από εκατοντάδες χιλιάδων συμπατριωτών μας. Μια από τις κορυφαίες στιγμές του ανθρώπινου πνεύματος(και τις πιο φωτεινές), ο Μόμπυ Ντίκ του Χέρμαν Μέλβιλ θα κερδίσει και τους Έλληνες αναγνώστες.

Στα τέλη της δεκαετίας του 1940, κι ενώ η δημοτικότητα των Classics Illustrated(Κλασσικά Εικονογραφημένα), έχει απογειωθεί, ένας ακόμη σπουδαίος αφηγητής και δημιουργός, εντελώς διαφορετικού ύφους και οράματος, είναι ήδη στην κορυφή της επικαιρότητας. Φτιάχνοντας έναν ουτοπικό κόσμο, με τους ανθρώπινους ρόλους να αποδίδονται στα ζώα, με την μορφή της κοινωνίας τους  να δείχνει σαν πρότυπο στα μάτια μικρών και μεγάλων, ο Γουώλτ Ντίσνευ θα ενσωματώσει τον Μόμπυ Ντίκ στο γενεαλογικό δέντρο των παπιών του και με νέους προσανατολισμούς, σαφώς ψυχαγωγικούς, θα τον μετονομάσει σε Μόμπυ Ντάκ, αλλάζοντας παράλληλα και την μορφή του. Αντί για την δολοφονική φάλαινα, βλέπουμε τη φιγούρα ενός καπετάνιου φαλαινοθηρικού και όχι μόνον, αφού πολύ συχνά μπλέκει σε κάθε είδους περιπέτειες, μακριά από το αντικείμενο του! Θυμάμαι τη λαχτάρα για την ανάγνωση των μηνιαίων Μίκυ, όπου σχεδόν σε όλα είχε μια ιστορία του και μάλιστα αρκετών σελίδων! Το ίδιο συνέβαινε και στα εξώφυλλα εκείνης της έκδοσης, τουλάχιστον μέχρι το 1974. Μετά άλλαξε το περιοδικό αρκετά.

Για να φτάσουμε στο 1956, οπότε ο μεγάλος αυτός κινηματογραφιστής, ο Αμερικανός Τζών Χιούστον, αποφασίζει να αποτυπώσει το βιβλίο του Μέλβιλ στην μεγάλη οθόνη. Η ταινία της οποίας την παραγωγή αναλαμβάνει ο σκηνοθέτης(δείγμα του πόσο πίστευε σε εκείνη), θα αποτελέσει μια από τις μεγαλύτερες στιγμές της καριέρας του και μια από τις μεγαλύτερες επιτυχίες των στούντιο της εταιρείας Universal Pictures.

Χωρίς την βοήθεια των οπτικών και ηχητικών εφέ της εποχής μας και δίχως την υποστήριξη της τεχνολογίας, οι ηθοποιοί του Χιούστον είναι πραγματικοί και όχι κλωνοποιημένοι κομπάρσοι(με την υποστήριξη των υπολογιστών), το ταλαιπωρημένο σκαρί του Πέκοτ υπαρκτό, η θάλασσα έχει αληθινά κύματα και όχι μπανιέρας και ο Γκρέκορυ Πέκ(Gregory Peck), είναι ο ιδανικότερος πλοίαρχος Άχαμπ! Αν και οπτικά θυμίζει έντονα τη φιγούρα του Αβραάμ Λίνκολν(!), πραγματικά εδώ το μάτι του γυαλίζει! Νομίζω ότι πρόκειται για μια από τις καλύτερες του ερμηνείες, που προσωπικά την συγκρίνω μόνο με αυτήν του Ακρωτήριο Φόβος(Caper Fear). Πολύ μακριά από τα στεγανά του σαν ηθοποιός και τις παρουσίες που τον επέβαλαν(και του επιβλήθηκαν από την κινηματογραφική βιομηχανία), ο Πεκ μπαίνει στο πετσί του ρόλου κυριολεκτικά και όχι μεταφορικά, ενώ υπάρχουν στιγμές που ο χειρισμός του Χιούστον πίσω από τις κάμερες είναι τόσο διακριτικός, που νομίζεις ότι έχει αφήσει τον ήρωα του φιλμ να παίρνει πάνω την παραγωγή ολόκληρη! Η ταινία σε καθηλώνει για κάθε ένα από τα 116 της λεπτά! Οι συγκρούσεις χαρακτήρων, το αδυσώπητο κυνήγι της δολοφονικής φάλαινας, οι στιγμές έντασης στο πλήρωμα, είναι όλα μετρημένα και δοσμένα σε τέλειες αναλογίες. Ο Richard Basehart παίζει μοναδικά τον ρόλο του Ίσμαελ, το ίδιο και ο Leo Genn, αυτόν του Στάρμπακ, ενώ την παράσταση κλέβουν τόσο ο Friedrich von Ledebur σαν ινδιάνος Κίκεγκ, αλλά και ο Orson Welles στην εκπληκτική του εμφάνιση στο ξεκίνημα της ταινίας, στον ρόλο του ιεροκήρυκα! Πραγματικά, αποδεικνύει γιατί θεωρήθηκε σαν ένας από τους μεγαλύτερους ηθοποιούς που ανέδειξε το Χόλυγουντ, με έναν Σαιξπηρικό θα χαρακτήριζα μονόλογο!

Για τις ανάγκες των γυρισμάτων, επιλέχθηκε η Ιρλανδία, όπου το λιμανάκι του Μπέτφορντ ήταν στην ουσία το Cork. Σε ένα από τα παραλειπόμενα του φιλμ, ο κάμεραμαν του Χιούστον Oswald Morris, έγραψε στην αυτοβιογραφία του ότι κατά την διάρκεια των γυρισμάτων, χάθηκαν 3 κατασκευασμένες από πλαστικό φάλαινες, κάπου στην θάλασσα! Ακόμη, να αναφέρω ότι όπως παραδέχτηκε ο σκηνοθέτης, το βιβλίο του Μέλβιλ ήταν από τα αγαπημένα του. Επίσης, οι Χιούστον και Πέκ ετοίμαζαν ακόμη μια συνεργασία, πάνω στο έργο του συγγραφέα, με την ταινία Typee, η οποία όμως δεν γυρίστηκε ποτέ. Κυκλοφόρησε φυσικά και αυτό το βιβλίο, κάτω από την έκδοση των Κλασσικών Εικονογραφημένων, σαν Τύπη. Σαν επίλογο, σας έχουμε και το αυθεντικό trailer της ταινίας.

]

Το άρθρο εντάσσεται στην νέα μας υπό – κατηγορία ΜΕΛΕΤΕΣ

http://wp.me/PKxow-2Ez

Εκεί μπορείτε να βρίσκετε όλα τα παρόμοιου τύπου άρθρα, συγκεντρωμένα. Πηγή φωτογραφιών, προσωπικό αρχείο συντάκτη και wikipedia.

ΚΛΑΣΣΙΚΕΣ ΤΑΙΝΙΕΣ ΚΙΝΟΥΜΕΝΩΝ ΣΧΕΔΙΩΝ – ΝΤΑΜΠΟ ΤΟ ΕΛΕΦΑΝΤΑΚΙ

Το 1941, η εταιρεία RKO Pictures δίνει το πράσινο φως για την μεταφορά στην μεγάλη οθόνη, μιας παραγωγής του Walt Disney. Είναι το τέταρτο φιλμ κινουμένων σχεδίων, που βλέπει ο μεγάλος δημιουργός να αποκτάει κίνηση και να τυλίγεται μέσα στις όμορφες μουσικές, σε μια μεγάλη οθόνη που γύρω της έχει καθισμένα παιδιά κάθε ηλικίας, σε κάθε γωνιά του πλανήτη. Γραμμένο από την Helen Aberson σε εικονογράφηση Harold Pearl, ο Dumbo έμελε να γίνει το πιο αγαπημένο ελεφαντάκι, για μια σειρά μαθημάτων ζωής που πέρασε σε εκείνη την υπέροχη ταινία. Η ιδιαιτερότητα του, να μπορεί να πετάει χρησιμοποιώντας τα μεγάλα του αυτιά, μπορούσε να τον πάρει μακριά από τον χλευασμό και την κακία που απλώνονταν γύρω του. Διαχρονικά μηνύματα και ουτοπικές προοπτικές, από αυτές που ξέραμε να πλάθουμε μικροί, αλλά δεν γίνεται να εφαρμόζουμε πια… Ή μάλλον γίνεται ακόμη; Μήπως με κλειστά τα μάτια, μπορούμε κι εμείς, έστω και για λίγο, σε ένα γερασμένο πια σώμα, να πετάμε μακριά, σε κόσμους της φαντασίας; Ποιος ξέρει;

Η ανθρώπινη πέρα για πέρα ιστορία του Ντάμπο, συγκίνησε τους θεατές όπου κι αν προβλήθηκε. Ακόμη ένα στοίχημα του Ντίσνευ, μια ακόμη οπτασία του, αγκαλιάστηκε απ` όλους. Απλές συνταγές, για να σταματάμε τον χρόνο, που σε κάποιες περιπτώσεις χρειάζονται μόλις 64 λεπτά, για να υλοποιηθούν όλα! Τόση ήταν και η διάρκεια του φιλμ, που αν πούμε εδώ ότι είναι στην ουσία η δεύτερη επί σκηνής εμφάνιση του Ντάμπο, αφού έχει προηγηθεί έστω και φευγαλέα μια εμφάνιση του από την περίφημη «Φαντασία»(Fantasia). Ίσως όμως ήταν τόσο πολύ σύντομη αυτή η εικόνα, που χρειάστηκαν αρκετά μέτρα κινηματογραφικής ταινίας και επίπονη δουλειά στα στούντιο του δημιουργού, προκειμένου να μάθουμε περισσότερα για αυτό το πλάσμα. Για τον κόσμο γύρω του, για τον χαρακτήρα του, για τα όνειρα και τις ελπίδες που φτερούγιζε μαζί του, σε εκείνα τα ιπτάμενα ταξίδια. Για όσους αγάπησε και όσους τον πλήγωσαν. Νομίζω ότι είναι μακράν η πιο συγκινητική ιστορία, που μας αφηγήθηκαν τα εργαστήρια του Ντίσνευ ποτέ. Αν σας μαγεύει η αφήγηση, αυτό πρέπει να χρεωθεί στην ζεστή φωνή του John Mc Leish. Αν πιάσατε τον εαυτό σας με μάτια βουρκωμένα κάποια στιγμή, είναι γιατί οι μουσικές των Frank Churchill & Oliver Wallace ήταν τόσο προσεκτικά βουτηγμένες στο συναίσθημα, ίσως σε αυτά που ένοιωθαν κι οι ίδιοι, βλέποντας τα καρέ της ταινίας.

Δείτε την στην κατηγορία μας «ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ & ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ¨, ολόκληρη!






ΑΓΑΠΗΜΕΝΑ ΤΕΥΧΗ ΚΟΜΙΚΣ 8. ΜΙΚΡΟ ΤΕΝ – ΤΕΝ ΤΕΥΧΟΣ 1.

Τον Απρίλη του 1970, το ονοματεπώνυμο Χάρη Πάτση παρέπεμπε στην πλέον αξιόπιστη και καταξιωμένη έκδοση εγκυκλοπαίδειας στη χώρα. Είχε καθιερωθεί και αναπαύονταν στα ράφια των περισσοτέρων βιβλιοθηκών, σε κάθε σπίτι. Από εκεί αντλούσαμε τις επιπλέον χρήσιμες πληροφορίες για το σχολείο οι μικρότεροι, αλλά και για κάθε ευκαιρία να μάθουμε τα «τι» και τα «πως» γύρω μας. Στα χρόνια που ακολούθησαν βέβαια, η έκδοση της ξεπεράστηκε, όπως και το πολυτονικό σύστημα γραφής, που έγινε πιο …αφαιρετικό, όπως με την σειρά τους πέρασαν στην ιστορία και μια σειρά κρατών και σημαιών. Οι νέες εκδόσεις που εμφανίστηκαν στα βιβλιοπωλεία και κέρδισαν μια θέση στις Ελληνικές οικογένειες, ήταν πιο μοντέρνες, με έμφαση στο σήμερα, όπως τόνιζαν στις διαφημίσεις τους, πιο πολλούς τόμους και έγχρωμες σελίδες. Δομή, Παιδεία και πολλές ακόμη, αντικατέστησαν την Χάρη Πάτση, όπως με την σειρά τους τόσες και τόσες λέξεις και φράσεις χάθηκαν, για να δώσουν την θέση τους σε καινούργιες. Ένας νέος κόσμος γύριζε σελίδα και κανείς δεν ήθελε να μείνει στο χθες. Αυτά έγιναν μετά το 1970 βέβαια, γιατί μέχρι τότε ο απόλυτος κυρίαρχος, η πλέον αναγνωρίσιμη εγκυκλοπαίδεια, που αποτελούσε συνώνυμο γνώσης και πλούτου πληροφοριών, υπεύθυνη για την μόρφωση μας και απαραίτητη σε κάθε μαθητή(όπως και τα κόμικς!), ήταν η Χάρη Πάτση. Μια έκδοση που έμελε να αφήσει το στίγμα της και στα κόμικς!

Όταν έπιασα στα χέρια μου το πρώτο τεύχος του Μικρού Τέν Τέν(Tin Tin), κανείς δεν θυμόνταν πια εκείνη την απόπειρα των εκδόσεων Χάρη Πάτση, αφού ήδη είχαν περάσει παραπάνω από δύο χρόνια, από την στιγμή που η προσπάθεια τους να μας γνωρίσουν έναν νέο εικονογραφημένο κόσμο, είχε ήδη περάσει στην ιστορία. Ήταν ένα από εκείνα τα περίεργα στα μάτια μου τεύχη, που στην ουσία γνώρισα μεταγενέστερα, χάρη στην ύπαρξη καταστημάτων, όπου μεταξύ άλλων μπορούσες στα ράφια τους να βρεις και παλαιότερα τεύχη εικονογραφημένων, από αυτά που για πολλούς και διάφορους λόγους δεν είχαμε την ευκαιρία να διαβάσουμε όταν κυκλοφορούσαν.

Ήταν 1973, Νοέμβρης όπως και τώρα. Το εξώφυλλο είχε κάτι το γοητευτικό και σε καμία περίπτωση δεν μπορούσε να πει κανείς ότι έδειχνε παλιό, σαν μακέτα ή παρουσίαση γενικότερα. Δείγμα ίσως, της εξαιρετικής δουλειάς που είχε γίνει από τον κ. Απόστολο Λυράκο, υπεύθυνο έκδοσης του. Αμυδρά το έφερνα στο νου μου, όταν κι αυτό όπως πολλά ακόμη, κρέμονταν από τα μανταλάκια των περιπτέρων και των πάγκων, που πουλούσαν περιοδικά και εφημερίδες. Αποσπασματικά, θα πρέπει να είχα διαβάσουν τουλάχιστον 2-3 τεύχη του, σε εκείνες τις περίφημες ανταλλαγές με τα υπόλοιπα παιδιά της γειτονιάς. Όμως τότε, το ενδιαφέρον επικεντρώνονταν και περιορίζονταν πολλές φορές, σε άλλους χάρτινους ήρωες. Κι έπειτα, ήταν τόσα πολλά αυτά που έδειχναν συναρπαστικά και προκλητικά στα μάτια μας, που με ένα πενιχρό χαρτζιλίκι δεν μπορούσαμε να τα διαβάσουμε όλα. Η γνωστή ιστορία, που επαναλήφθηκε με αρκετούς από εμάς, μια γενιά ολόκληρη πιτσιρικάδων που έμαθε να ζει με τους πειρασμούς της και να αντιστέκεται σε εκείνους… Τότε, ήταν όνειρο θερινής νυκτός, το να τα διαβάσουμε αυτά τα τεύχη, αλλά δεν ξέραμε πότε θα την ζήσουμε αυτή τη νύχτα! Τώρα, νύχτες και καλοκαίρια μετά, ζήσαμε πολύ περισσότερα και όμως αυτά που αναζητάμε είναι πια μακριά… Ένα ακόμη περιστατικό, που είναι άρρηκτα δεμένο με το Μικρό Τέν Τέν, με φέρνει πίσω στην δεύτερη τάξη του Δημοτικού, βαθιά πίσω στον χρόνο, όσο βαθιά ήταν και τα νερά εκείνης της λακκούβας, στην οποία επέπλεε ένα τεύχος του! Θα πρέπει να ήταν το 3 ή το 9, αν μπορώ να θυμηθώ από τις καμπύλες του αριθμού, μιας και είχε μάλλον αλλοιωθεί. Το είχα σηκώσει για να το πάρω στο σπίτι, όπου μόλις και μετά βίας μπόρεσα να κοιτάξω μερικές κολλημένες σελίδες, αφού αμέσως μετά μου το πήρε απ` τα χέρια η μητέρα μου και το πέταξε στα σκουπίδια. Αργότερα, με μερικά επιπλέον χρόνια στην σχολική μου τσάντα και λίγο ψηλότερο μπόι, μπόρεσα και διάβασα ολόκληρο το πρώτο τεύχος, δίχως μεγάλες δυσκολίες. Δυστυχώς, είχε όμως την ίδια τύχη με εκείνο το βρεμένο και πεταμένο στη λακκούβα τεύχος…

Ας επιστρέψουμε όμως στην ίδια την ιστορία, που συνόδεψε την έκδοση αυτού του περιοδικού, η οποία παρουσιάζει ενδιαφέρον με τα στοιχεία της, τα οποία παραθέτονται πιο κάτω. Η κίνηση αυτή των εκδόσεων Χάρη Πάτση, με την σφραγίδα στην επιμέλεια του κ. Λυράκου, ήταν αναμφίβολα μπροστά από την εποχή της, Μια Παρασκευή σαν όλες τις άλλες εκείνης της εποχής, που το άσπρο, το μαύρο και κόκκινο κυριαρχούσαν στις σελίδες των εικονογραφημένων μας πρότυπων, έρχεται ξαφνικά μια διαφορετική απ` τις άλλες πρόταση, ολόφρεσκη και γεμάτη ζωντάνια, από το πρώτο της κιόλας εξώφυλλο! Ένας ξανθός μπόμπιρας, με χαρακτηριστικό τσουλούφι που προεξείχε, παντελόνι βερμούδα, κρατώντας πολύχρωμα μπαλόνια και συνοδεία ενός αστείου και χαμογελαστού, μικρού λευκού σκυλιού, στόλιζε το νέο εγχείρημα αυτό και κατέρριπτε, ή δημιουργούσε ερωτηματικά, τον μύθο που ήθελε τις «σοβαρές» εταιρείες να μην μπλέκουν με τα κόμικς! Ο Βέλγος Τέν Τέν, με φόρα από την Ευρωπαϊκή του φήμη και αναγνώριση, περιχαρής αλώνιζε στο μικρό εκείνο τεύχος, που με μόλις 2 δραχμές σαν αντίτιμο, πρόσφερε τη δυνατότητα μιας ποιοτικής, κόμικς – διαπαιδαγώγησης, προσεγγίζοντας εντελώς διαφορετικά, όλα όσα προσδοκούσαμε και θεωρούσαμε δεδομένα, για τα κόμικς και τους ήρωες τους. Ήταν μια ανατροπή, μια άλλη αντίληψη, με πολλές καινοτομίες και μια σειρά ευφυέστατων Γάλλων και Βέλγων δημιουργών να κρύβονται πίσω από τα σκίτσα, που εκπροσωπούσαν μια νέα σε εμάς σχολή. Κάποιοι από εκείνους τους ήρωες, είχαν εμφανιστεί και παλαιότερα στην χώρα μας, σε άλλες εκδοχές και καιρούς. Όπως ο Τέν Τέν στο «Βέλος» του κ. Τερζόπουλου(1968), ή οι Ρίκ Όσετ και Μισέλ Βαγιάν στο «Μπράβο» του κ. Άλκη Τροπεάτη(1964). Ήταν όμως παρόντες στο «Τέν Τέν», όλοι μαζί, σαν μια ολοκληρωμένη πρόταση, από τις καλύτερες που επιχειρήθηκαν ποτέ.

Ελάχιστες οι αντιρρήσεις των γονιών, κι αυτές κάμφθηκαν μαζί με τις όποιες αντιστάσεις τους, σχετικά γρήγορα, αφού το ονοματεπώνυμο του εκδότη(Χάρη Πάτση), προϊδέαζε για μια αν μη τι άλλο ποιοτική και επιμορφωτικού χαρακτήρα έκδοση. Μαζί με τα Κλασσικά Εικονογραφημένα των αδελφών Πεχλιβανίδη, δεν θυμάμαι κανένα άλλο εικονογραφημένο, που να έμπαινε με τέτοια ευκολία στα Ελληνικά σπίτια τότε! Τα εχέγγυα λοιπόν υπήρχαν. Η βίζα του Βέλγου ντετέκτιβ, που παρέα με τον Μιλού και τον κάπτεν Χάντοκ μας μετέφεραν σε εξωτικές περιπέτειες ανά τον πλανήτη, έδειχνε να μην φέρει στην σφραγίδα της ημερομηνία λήξης! Η δημιουργία του Herge, έχοντας στο παλμαρέ της μια καθολική αναγνώριση και παραδοχή, έδειχνε να είναι έτοιμη για να αντιμετωπίσει και τις δυσκολίες της Ελληνικής αγοράς. Κι όμως, κάτι στράβωσε… Ίσως να φταίει η πρώτη εντύπωση, όταν με περιέργεια διαπιστώσαμε, πως στις σελίδες του πρώτου εβδομαδιαίου Τέν Τέν, απουσίαζε ο …Τέν Τέν! Περίεργη επιλογή και δημιουργεί πολλά ερωτήματα… Ίσως πάλι, να ευθύνεται για όλα και το γεγονός ότι οι συντελεστές επέλεξαν να ρίξουν σχεδόν ταυτόχρονα, ακόμη δύο εκδοχές του. Το μηνιαίο και το επίσης μεγάλου σχήματος «Φώτο Περιπέτειες». Ήταν δύσκολη για το βαλάντιο περίοδος και μάλλον κάτι τέτοιο δεν βοήθησε. Όπως επίσης προβληματισμό θα μπορούσαν να αντλήσουν και από την περίπτωση πολλών παρόμοιων τίτλων, που απευθύνονταν σε μικρούς ηλικιακά αναγνώστες, περιοδικά σαν τα Σολντίνο, Παπερίνο, Ντένις ο Τρομερός, Σινεάκ, που είχαν όλα την ίδια τύχη. Λίγα μόλις αντίτυπα και με τα βίας 6 – 8 μήνες διάρκεια ζωής. Όλα τους, στόχευαν σε ένα μάλλον παιδικά καθαυτό κοινό, των πρώτων τάξεων του Δημοτικού, επιδιώκοντας να πάρουν ένα μερίδιο της φήμης και των εσόδων του Μίκυ Μάους, εις μάτην από ότι αποδείχτηκε και μάλιστα σύντομα. Εδώ όμως, νομίζω ότι δεν έγινε σωστή διαχείριση των δικαιωμάτων που είχαν στα χέρια τους οι συντελεστές της έκδοσης, καταδικάζοντας ένα πολύ δυνατό χαρτί και εν τέλει καίγοντας το. Από το εξώφυλλο του πρώτου κιόλας τεύχους(που συνεχίζονταν πανέμορφα στο οπισθόφυλλο), με τα έξυπνα στημένα χρώματα, την πολύ διαφορετική απ` όλες τις ανταγωνιστικές του γραμματοσειρά, τις ευρηματικές εσωτερικές του καταχωρήσεις, αλλά ακόμη και την προσοχή που δόθηκε στην παραμικρή λεπτομέρεια, έδειχνε και ήταν κάτι πολύ ελκυστικό. Αδύνατον να αφήσει ασυγκίνητο ένα πιτσιρικά. Να αναφέρω δύο μικρά παραδείγματα. Στην σελίδα 50 του πρώτου τεύχους, διακρίνουμε μια πολύ χιουμοριστική(ενδεικτική της ματιάς του Λυράκου, που ήταν σε τελείως διαφορετικό μήκος κύματος από όλους τους συναδέλφους του), ένας νεαρός αναγνώστης ετοιμάζεται να …καταβροχθίσει ένα Μικρό Τέν Τέν, με ένα απίστευτο(ακολούθησαν ακόμη πιο ευρηματικά, στα επόμενα τεύχη) σλόγκαν να το συνοδεύει, που άφησε εποχή πραγματικά! «Για νέους 7 έως 77 ετών»! Σε κάθε σελίδα τώρα, κάτω δεξιά υπήρχε δίπλα στην αρίθμηση της και το πρόσωπο του Τέν Τέν, ενώ οι 68 σελίδες του ήταν μισές – μισές σε σχέση με το χρώμα, το σχήμα του περιοδικού μάλλον …μέτριου( και ασυνήθιστου) αναστήματος, ενώ το κόστος για όλα αυτά ήταν κάθε άλλο παρά απαγορευτικό! Ήδη πιστεύω, ότι στις εικόνες που ακολουθούν το πιο πάνω κείμενο, θα έχετε διαπιστώσει τα προαναφερθέντα. Μόνο σχήμα οξύμωρο, το γεγονός της απουσίας του κεντρικού χαρακτήρα από το πρώτο τεύχος και επιπρόσθετα, το γεγονός ότι ενώ το περιοδικό έκανε ντεμπούτο Παρασκευή, από το επόμενο τεύχος πήγε στο …κάθε Τετάρτη, μπερδεύοντας αρκετά όλους μας.

Δυστυχώς απέτυχε σαν εκδοτικό πλάνο, αφήνοντας πίσω του μόνον μια ημιτελή προσπάθεια. Αυτήν της εισαγωγής σε μια εντελώς διαφορετική οπτική, των σχεδιαστών και σεναριογράφων, των οποίων τις δημιουργίες φιλοξένησε στις σελίδες του. Ήταν φρέσκο, γεμάτο ζωντάνια οπτικά, με μια πραγματικότητα στην εικονογραφημένη της εκδοχή, που θα μπορούσε να κρατήσει για πολύ καιρό. Όμως, έμεινε σαν ένα από τα παραδείγματα εκείνα που γεννούν πολλά ερωτηματικά και προβληματισμούς, όπως και αποφυγήν επανάληψης…

 

Τα πιο κάτω κείμενα υπογράφονται από τον Γιώργο Κοσκινά και είναι προστατευμένα και κατοχυρωμένα πνευματικά. Οποιαδήποτε αντιγραφή μερική ή ολική χωρίς την συγκατάθεση του δημιουργού, επισύρει τις προβλεπόμενες από το νόμο κυρώσεις.

Όλες οι ιστορίες αυτών των τευχών, βρίσκονται συγκεντρωμένες στην κατηγορία ΙΣΤΟΡΙΕΣ & ΤΕΥΧΗ.

Αρέσει σε %d bloggers: