Αρχεία Ιστολογίου

Αναχρονισμοί

MS42

Διάβαζα τη φετινή έκδοση της ιστορίας & δόξας τής δυναστείας τών Ντακ και δη το τέταρτο κεφάλαιο, που διαδραματίζεται στη Σκωτία, τον Ιούλιο τού 1392, όταν μου… επιτέθηκε το παραπάνω καρέ. Παρατηρείτε τίποτε το περίεργο; Όχι; Για κοιτάξτε καλύτερα… Ακριβώς! Φωτογραφικές μηχανές; Το 1392; Πάλι καλά που το τέρας δεν άρπαζε και τα κινητά τών εκδρομέων!

Τι συνέβη; Έδειξε ο μεταφραστής υπερβάλλοντα ζήλο, προσθέτοντας επιπλέον αντικείμενα, φανταζόμενος τι θα είχε εκείνος μαζί του, αν πήγαινε εκδρομή; Συγκρίνοντας το καρέ αυτό με το αντίστοιχο από την έκδοση του 2003, βλέπουμε ότι εκεί δεν υπάρχει αναφορά σε φωτογραφικές μηχανές, άρα κάτι τέτοιο θα μπορούσε να ήταν πιθανόν.

MS00

Μια ματιά στο ίδιο καρέ, από το Μίκυ Μάους 1347, φαίνεται να επιβεβαιώνει αυτή τη θεωρία, καθώς ούτε εκεί υπάρχει αναφορά σε φωτογραφικές μηχανές:

MM1347

Όμως, πριν βγάλουμε συμπεράσματα, μήπως πρέπει να δούμε τι έλεγε το πρωτότυπο;

orig

—Βγαίνει απ’ το νερό φυσώντας καπνό και φλόγες!
—Τρομάζει τους εκδρομείς που κολατσίζουν στο χορτάρι!
—Και… πλαπ πλαπ… ??? τα καλάθια με τα τρόφιμα, τις τσάντες τών γυναικών και τις εγκαταλελειμμένες «φωτογραφικές μηχανές»!

Όσο και να μας φαίνεται παράξενο, η αναφορά στις φωτογραφικές μηχανές υπάρχει στο πρωτότυπο!

Η εξήγηση μάλλον είναι απλή. Η ιστορία βρίθει αναχρονισμών, ξεκινώντας από το ότι το 1392 ο κόσμος πήγαινε εκδρομές (οι περισσότεροι άνθρωποι πάσχιζαν τότε να επιβιώσουν, ενώ οι πλούσιοι, που δεν πάσχιζαν, δεν πηγαίναν στην εξοχή και δη με τις κυρίες τους και τις… τσάντες τους, διά τον φόβον τών ληστών) και καταλήγοντας στο ατμοκίνητο τέρας, που κατασκεύασε ο Κύρος. Προφανώς, η αναφορά στις φωτογραφικές μηχανές είναι άλλος ένας από αυτούς τους ηθελημένους αναχρονισμούς!

Άδεια Creative Commons
Αυτή η εργασία χορηγείται με άδεια Creative Commons Αναφορά Δημιουργού-Μη Εμπορική Χρήση-Όχι Παράγωγα Έργα 3.0 Μη εισαγόμενο.

Ένας σκοτεινός γρίφος και ένας… λάθος ήρωας!

BLEK 91 COVER CT

Πολλές φορές, ψάχνοντας για εντελώς διαφορετικά πράγματα, πέφτουμε πάνω σε ενδιαφέρουσες περιπτώσεις παραλειπομένων και τις οποίες καταγράφουμε και σας παρουσιάζουμε, σε ανύποπτο χρόνο. Είναι κάτι που συμβαίνει χρόνια τώρα και έχει να κάνει με την παρατηρητικότητα κυρίως. Αυτή την φορά, το μάτι έπεσε σε ένα λαθάκι, που θα μπορούσε και να αποκαλεστεί σαν «λανθάνουσα γλώσσα και την αλήθεια λέει», κατά την λαϊκή ρήση! Με την έννοια του ότι ο εργαζόμενος στο τυπογραφείο που είχε επιφορτιστεί με την σύνταξη των κειμένων στα μπαλονάκια, να είχε το μυαλό του εκεί, που τελικά κατέληξε η πένα του! Για να τα δούμε πιο αναλυτικά.

BLEK 91 - 1 CT BLEK 91 - 2 CT

Στις 17 Μαρτίου του 1971 (πάντα ημέρα Τετάρτη φυσικά και παραδοσιακά), το τεύχος 91 του εβδομαδιαίου Μπλεκ βγαίνει στα περίπτερα, με μια μικρή έκπληξη να περιμένει τους αναγνώστες του περιοδικού. Πρόκειται για ένα τμήμα της ιστορίας με τον «Αυτοκράτορα του Δάσους», ο οποίος μέσα από προσχήματα και υπεκφυγές, καταφέρνει να πείσει τον ήρωά μας ότι αγωνίζεται για την ελευθερία της Αμερικής, ενώ ουσιαστικά ο στρατός του από ινδιάνους (ντυμένους με στρατιωτικές στολές), συγκεντρώνει χρυσάφι από της λεηλασίες του για να ικανοποιήσει τις ορέξεις του αρχηγού. Στο τεύχος 91, «Ένας σκοτεινός γρίφος», ο Μπλεκ μαθαίνει από την κόρη του απατεώνα όλη την αλήθεια. Κάποια στιγμή λοιπόν, στην σελίδα 9 συγκεκριμένα (όπως μπορείτε να δείτε), οι δύο τους έχουν ένα διάλογο. Σ’ αυτόν τον διάλογο, ο «Αυτοκράτορας» κάνει ένα σαρδάμ για το οποίο όμως δεν ευθύνεται εκείνος, αλλά ο κειμενογράφος! Τι λέει;

BLEK 91 - 3 CT

«Θα μπορούσα να σας τουφεκίσω για τα λόγια σας αυτά! Μα δεν θα το κάνω, γιατί κάνατε λάθος, …Ζαγκόρ!» Ωπ! Ζαγκόρ;! Αυτό είναι το άλλο περιοδικό της εκδοτικής εκείνη την εποχή, το οποίο ο Μπλεκ στήριζε στις σελίδες και τα οπισθόφυλλα του, με σχετικές καταχωρίσεις. Οπότε, ο κειμενογράφος προφανώς αγχωμένος και έχοντας κατά νου μια από αυτές τις καταχωρίσεις, για να ολοκληρωθεί η εργασία του στησίματος του τεύχους, έβαλε στα λόγια του πρωταγωνιστή ένα λάθος όνομα! Δεν είναι δα και τίποτα τρομερό ή απίστευτο ή μοναδικό. Ο λόγος που το αναφέρουμε, είναι γιατί απλά πέσαμε πάνω του και θεωρήσαμε ότι θα είχε ενδιαφέρον η επισήμανσή του! Έχει κι αυτό την χροιά της νοσταλγίας, έστω και σαν παραλειπόμενο και δείχνει πόσο αγνά ήταν τα υλικά, με τα οποία ζυμώνονταν οι χάρτινοί μας ήρωες κάποτε… Πόσο ανθρώπινα και πόσο απλά…

Για το Comics Trades 2012–2013

Γιώργος Σ. Κοσκινάς

Άδεια Creative Commons
Αυτή η εργασία χορηγείται με άδεια Creative Commons Αναφορά Δημιουργού-Μη Εμπορική Χρήση-Όχι Παράγωγα Έργα 3.0 Μη εισαγόμενο .

John Wayne Comics – «Η χαμένη άμαξα»

Όπως σας είχαμε ενημερώσει σχετικά, σήμερα έρχεται ακόμη μια ιστορία από Αμερικάνικο γουέστερν κόμικς, για να συνεχίσει τις αναρτήσεις μας. Είναι απόσπασμα από τεύχος των «John Wayne Comics» και είναι η πρώτη φορά που δημοσιεύεται κάτι τέτοιο στη χώρα μας. Η ιστορία που θα διαβάσετε, τιτλοφορείται «Η χαμένη άμαξα».

Μετάφραση: Lone Ranger

Τεχνική επεξεργασία: Saavedro

Διαβάστε on line την ιστορία, στο CT On Line.

ΑΓΑΠΗΜΕΝΑ ΤΕΥΧΗ ΚΟΜΙΚΣ 16. ΜΕΓΑΛΟ ΜΙΚΥ ΤΕΥΧΟΣ 82

Βάζοντας προτεραιότητες και ιεραρχώντας «ανάγκες», που μπορούν να έχουν την προσωπική σφραγίδα του καθενός, να εξυπηρετούν ατομικούς στόχους, ή να είναι απλά κομμάτια των δικών του επιλογών, καμιά φορά τους βάζουμε καρτελίτσες σαν αυτές των τιμών και τις αρχειοθετούμε. Είναι ένα αναπόφευκτο και συχνό μέρος της ρουτίνας μας. Κάποιοι θα πουν ότι το έχουμε ανάγκη, για να μην χάνουμε τον μπούσουλα και να υπάρχει μια τάξη, μια σειρά σε κάθε μας κίνηση και σκέψη. Η «λογική» κολυμπάει στην ίδια μπανιέρα που κάποτε επέπλεε ο αυθορμητισμός…  Σ` αυτή τη φρεσκοξυρισμένη πραγματικότητα χωράνε πολλά, γι` αυτό και τα συρτάρια πληθαίνουν όπως και οι σημειώσεις. «Να πάρω το pc από τον μάστορα – να θυμηθώ να τηλεφωνήσω στη μάνα για τα χρόνια πολλά – να φτιάξω τη βιβλιοθήκη γιατί δε βρίσκω τίποτα πια κλπ κλπ». Κι επειδή είναι πολλά αυτά που «έχουμε στο μυαλό» μας, χρειάζεται ένα φίλτρο και μια οργάνωση. Τα αυτονόητα και τα συναισθήματα βιομηχανοποιούνται και εμείς απέχουμε πολύ από ότι ίσως περιμέναμε κι οι ίδιοι, στο ξεκίνημα αυτής της περιπέτειας. Αυτό που άλλαζε κάποτε, ήταν η σειρά αξιολόγησης και αυτά που χρειάζονταν να μπουν στη λίστα. Οι στιγμές είχαν το μερίδιο του λέοντος, όμως κι αυτές ακόμη δεν ήταν ανάκατες στο μυαλό μας. Κάποιες είχαν διαφορετική βαρύτητα. Ήταν πιο σημαντικές. Αυτές τις είχαμε στο ράφι που είναι στο ύψος των ματιών, για να τις έχουμε πρόχειρες. Ένα όστρακο από τη βουτιά στα βαθιά που κόντεψε να μας πάρει την ανάσα, μια κονκάρδα με το αγαπημένο συγκρότημα που φτιάξαμε μόνοι, ένα αεροπλανάκι συναρμολογούμενο, δύο αυτοκόλλητα με το σήμα της ποδοσφαιρικής ομάδας που γι` αυτήν τσακωνόμαστε στην αυλή του σχολείου, μια φωτογραφία από το πάρτι στο σπίτι του καλύτερου φίλου, μερικά καπάκια από αναψυκτικά, μια πλαστική μικρή φόρμουλα 1 από τα γαριδάκια… Πιο κάτω ήταν τα βιβλία, τα ντοσιέ, τα μολύβια, κι όσα πιστοποιούσαν την δήθεν άριστη σχέση μας με το σχολείο και την θέληση μας να «προκόψουμε». Στο πιο χαμηλό σημείο βρίσκονταν καλά φυλαγμένα, όσα δεν χρειάζονταν να εκτίθενται σε οικογενειακή θέα. Παιγνίδια και περιοδικά, κι από πάνω κάτι ξεκάρφωτο. Έτσι για να μη τραβάει το βλέμμα των περίεργων. Παντελονάκια ποδοσφαιρικά, μια πετσέτα θαλάσσης, ξυλοκοπτικές του Δημοτικού, διάφορα «προστατευτικά» καλύμματα των μικρών μας «θησαυρών». Αυτών που ξεσκέπαζαν την ελευθερία και την ζωντάνια, απελευθέρωναν την ενέργεια και την φαντασία. Έννοιες συμπιεσμένες σε τόσο απλά πράγματα, που είχαν τεράστια αξία για την ισορροπία μας στο τεντωμένο σκοινί του «καθωσπρέπει»… Ένα μπαλάντσο ας το πούμε. Το βάρος στο ζύγι για να βγαίνει η τιμή σωστή… Ήταν τεχνάσματα με παράδοση χρόνων, που τροποποιήθηκαν για να εκφράζουν τη δική μας γενιά «επαναστατών». Οι γονείς μας είχαν άλλες κρυφές και φανερές προτεραιότητες, άλλες αξιολογήσεις, ίδιες ανάγκες για να διατηρηθούν ζωντανές. Ένας κύκλος που ανοίγει με το πέταγμα του βότσαλου στην ήρεμη επιφάνεια του νερού, κι έπειτα γεννάει κι άλλους, κι άλλους, όλο και πιο μικρούς, πάντα γύρω του, μέχρι που χάνεις απ` τα μάτια τον αρχικό και τους βλέπεις όλους ίδιους… Τη μια παρακολουθείς αυτόν που πέταξε την πέτρα, την άλλη παίρνεις τη θέση του, μετά διδάσκεις το σωστό πέταγμα… Για πόσο γρήγορα γίνονται όλα αυτά… Μη νομίζετε. Μας καταλάβαιναν κι αυτοί. Ήξεραν τι είχαμε στο μυαλό και χτυπούσε σα κουδουνίστρα. Ήθελαν απλά να κάνουμε περισσότερα από εκείνους. Πιο δημιουργικά, πιο ουσιαστικά, πιο εύκολα εξαργυρώσιμα στη ζωή. Που να μπορούν να μεταφραστούν σε μια επιτυχία και μια σταθερότητα που δεν έφτασαν οι ίδιοι, γιατί ήταν δύσκολες εποχές τότε και τα λεφτά δεν περίσσευαν, το σχολείο ήταν μακριά από το χωριό, ο πατέρας είχε κτήματα και δεν είχε χέρια, το μεροκάματο δεν έφτανε… Ίδιο πρόσημο δυσκολίας – διαφορετικός τρόπος έκφρασης. Ίδιες κρυψώνες –  διαφορετικές μαγείες. Ίδια σειρά – διαφορετική λίστα. Ίδιες ταινίες, διαφορετικοί πρωταγωνιστές.  Ίδια λαχανιασμένη λαχτάρα, για να προλάβουμε τη ζωή στο κρυφτοκυνηγητό…

Λένε ότι οι κλωστές που κρατούν τις μνήμες είναι τόσο λεπτές, που σπάνε εύκολα στο πρώτο τράνταγμα. Ίσως και να είναι έτσι. Του κάθε ενός έχουν και τις δικές τους αντοχές πιστεύω. Το μόνο κοινό σημείο είναι η φθορά του χρόνου, που τις τρίβει διαρκώς. Αυτό που μπορείς να κάνεις είναι ένα … backup. Γι` αυτό διαβάζετε κείμενα σαν κι αυτό εδώ. Όσο μιλάς για κάτι δεν το ξεχνάς εύκολα. Όταν το γράψεις μάλιστα, δεν το ξεχνάς ποτέ. Έτσι οι κλωστές εκείνες μπορούν να αποκτήσουν ένα άλλο νόημα, μια άλλη αξία και όλα να «παγώσουν» για όσο χρειάζεται. Για όσο έχει ανάγκη ο καθένας. Ένα στοπ – καρέ που κοκαλώνει τα πάντα γύρω, εκτός από τη δική σου σκέψη που περιπλανιέται άφοβα ανάμεσα τους. Ανέμελα. Γελάει, τους πειράζει, αδιαφορεί για το χρώμα στο φανάρι, πάει μέχρι εκεί που δεν φτάνει το μάτι. Μέχρι την άλλη πλευρά της πόλης, εκείνη που κρύβουν οι ταράτσες… Στη γωνιά του φουκαρά εκείνου που έκοβε τον πάγο σε κομμάτια και έπειτα τον κουβαλούσε ακούραστα σαν τον Τάνταλο στα σπίτια μας… Βλέπεις τις σταγόνες που πέφτουν από τα κομμάτια του πάγου, γλιστράς πάνω τους, νοιώθεις το καλοκαίρι να απλώνεται στα στενά και το πλακόστρωτο… Οι σκιές, οι ξύλινες εξώπορτες, οι ομπρέλες του μανάβη πάνω απ` τα φρούτα, οι ουρές στα ψαράδικα για την τηγανιτή μαρίδα… Τρέχεις κι ακούς τα βήματα σου να χτυπάνε με δύναμη ρυθμικά το καλντερίμι… Η ανάσα βγαίνει ανάλαφρη και το χαμόγελο σβήνει την κούραση με μια γομολάστιχα, από κείνες που` χαμε για να διορθώνουμε τα ορθογραφικά λάθη στα τετράδια… Τις μισές μπλε – μισές κόκκινες… Τότε που τα λάθη διορθώνονταν με γομολάστιχες… Προσπερνάς με ταχύτητα τους περαστικούς χωρίς να τους αγγίζεις! Το παλιό καλό παιγνίδι. Όποιος άγγιζε – έχανε! Φρενάρεις ελάχιστα γιατί σε έσυρε από τη μύτη η μυρωδιά του φούρνου! Πω πω! Τι έβαζε μέσα στο ψωμί αυτός ο άνθρωπος; Απονέμεις τα εύσημα στη μάνα που σε πρόλαβε στην πόρτα, πριν ξεκινήσεις με το ένα παπούτσι και συνεχίζεις με μεγαλύτερη φόρα! Το μυαλό ξεκολάει για τα καλά. Σκουντάς το συμμαθητή σου που έχει την πλάτη γυρισμένη, πηδάς από τα σκαλιά αδιαφορώντας για το ύψος, πιάνεσαι απ` την μεταλλική πινακίδα και στριφογυρίζεις, για να προσγειωθείς μπροστά στην μικρή αυλή με τα χρώματα! Γυρίζεις πίσω να κοιτάξεις. Δεν είναι κανείς! Δεν σ` ακολούθησε κανείς. Ήρθες πρώτος. Κανείς δεν ξέρει ότι είσαι εδώ. Στη μια κουζίνα το παστίτσιο και απέναντι το κοκκινιστό! Σάββατο με τα όλα του, με την προσμονή, το ποδήλατο και την αταξία έσω – έτοιμη! «Ορκίζεσαι ρε ότι δε θα το πεις πουθενά;» – «Ορκίζομαι» – «σε τι;» – «πες κάτι, ξέρω `γω;» – «να μη βγάλεις την τάξη» – «αυτό δε γίνεται! Έχω καλούς βαθμούς!» Αυτά τα καμώματα έχουν «απόσυρση»; Δίνεις τα παλιά και παίρνεις άλλα, καινούργια; Οι ιδρώτες; Τα γέλια; Οι τρικλοποδιές; Οι σχισμένες σελίδες από τα περιοδικά; Μπορείς να τις κολλήσεις ξανά, ή να πάρεις ένα άλλο; Αν είναι έτσι, τότε θέλω πίσω το μεγάλο Μίκυ εκείνο με το χταπόδι στο εξώφυλλο, που ετοιμάζονταν να τραβήξει τον Ντόναλντ πάνω απ` το καράβι! Το θέλω όπως όταν μου το αγόρασε η μάνα μου τον Ιούνιο του`74, με το που τέλειωσα την πέμπτη Δημοτικού με 10 απολυτήριο! Θέλω κι άλλα όμως. Τη στιγμή, το δρόμο, το περίπτερο, το μεσημέρι, το κοντομάνικο, τα παπούτσια «αλυσίδα ελβιέλα», τον τρόπο που το κρατούσα σφιχτά στα χέρια μου…

Αχνά και μόνο έφερνα στο νου την ιστορία με τον Ντόναλντ και το χταπόδι. Θυμάμαι που την διάβασα καθώς βάδιζα εκείνο το ζεστό μεσημέρι του Ιούνη. Κάτι ακόμη από το τεύχος αυτό που με είχε συναρπάσει, ήταν μια ιστορία την Ατλαντίδα σε συνέχεις όμως και όχι αυτοτελής. Όλα αυτά καθώς περνούσαν τα χρόνια όλο και ξεμάκραιναν, αφήνοντας πίσω τους κάτι θολές μορφές και χρώματα, ακαθόριστα. Πέρασαν πολλά χρόνια από το καλοκαίρι του 1974. Το Μεγάλο Μίκυ μιας ακόμη επιβράβευσης εξαφανίστηκε, κάπου μεταξύ μετακομίσεων και υπερβολών. Ίσως και να ήταν μέσα σε εκείνα που χρωμάτισε η αδελφή μου με μαρκαδόρους… Κάποια στιγμή, δίχως να το επιδιώκω, μέσα από αυτή τη σελίδα που φτιάχτηκε για να θυμίζει σε όλους μας κομμάτια των παιδικών μας χρόνων, η γνωριμία με ένα από μέλη της κοινότητας με έφερε με το τεύχος 82 ξανά στα χέρια, μετά από 37 ολόκληρα χρόνια… Δεν ήταν αυτό που κρατούσα τότε, δεν είχε μαγικές εικόνες στις σελίδες του. Έμοιαζε με ένα απλό τεύχος κόμικς της δεκαετίας του`70, σαν όλα τα υπόλοιπα. Κι όμως! Μόλις άνοιξα την πρώτη σελίδα κάτι σκίρτησε μέσα μου! Κάτι απερίγραπτο, ακαθόριστο, κάτι από το παρελθόν. Είναι σαν κείνες τις στιγμές που κοιτάζεις κάτι και ξαφνικά μένεις ακίνητος και λες «αυτό κάπου το έχω ξαναζήσει»… Ένα déjà vu. Μόλις διάβασα τα πρώτα «μπαλονάκια», η ιστορία ήρθε αμέσως στο μυαλό μου, σαν να μην είχε περάσει μια μέρα! Ο Ντόναλντ και το χταπόδι, που στα πλοκάμια του κράτησε δυνατά ένα δεκάχρονο παιδί, το τράβηξε στο βυθό της λησμονιάς, συντροφιά με μια αγνή, αμόλυντη αλήθεια, τόσο …ρετρό… Οι 83 βαθμοί του «Μίκυ Κλάμπ» στα μικρά τους τετράγωνα, ξανά ο Ντόναλντ πλούσιος αυτή τη φορά και μετά η «Πόλις που βυθίζεται»! Το αστραπιαίο πέρασμα μιας σφαίρας απ` το χθες! Μια ιστορία από αυτές που σε βυθίζουν και χάνεσαι στα καρέ της… Μονάχα το δυνατό τράβηγμα απ` το χέρι σε φέρνει ξανά στην πραγματικότητα. «Σου μιλάω!»… Τότε ήταν η φωνή της μάνας μου. Σήμερα αυτή της γυναίκας μου. Τι να άλλαξε άραγε απ` όλα αυτά; Ο χρόνος; Ο χώρος; Οι φωνές; Οι άνθρωποι; Σίγουρα πάντως όχι εγώ!

Γιώργος Κοσκινάς

Τα πιο πάνω κείμενο υπογράφεται από τον Γιώργο Κοσκινά και είναι προστατευμένο και κατοχυρωμένο πνευματικά. Οποιαδήποτε αντιγραφή μερική ή ολική χωρίς την συγκατάθεση του δημιουργού, επισύρει τις προβλεπόμενες από το νόμο κυρώσεις.

Διαβάστε όλα τα κείμενα με τα αγαπημένα τεύχη κόμικς, συγκεντρωμένα στην υπό – κατηγορία «ΙΣΤΟΡΙΕΣ & ΤΕΥΧΗ».

http://wp.me/PKxow-1j2

ΑΓΑΠΗΜΕΝΑ ΤΕΥΧΗ ΚΟΜΙΚΣ 15. ΚΑΣΠΕΡ ΤΕΥΧΟΣ 2

 

Όταν οι σχολικές «επιδόσεις» και το ύφος του «καλού μαθητή», ήταν ακόμη από τα πιο απαραίτητα στοιχεία(και εχέγγυα θα συμπληρώσω!), για μια θριαμβευτική είσοδο στο σπίτι, απ` αυτά που εξασφάλιζαν μια μερική ασυλία για τις όποιες αταξίες προέκυπταν στην διάρκεια της ημέρας, υπήρχαν τα «καρότα» και επιβραβεύσεις. Ουσιαστικά ήταν το ίδιο πράγμα. Το «καρότο» συμβόλιζε την επιβράβευση και το μεγαλείο της, ενώ διέθετε και την δύναμη ενός πολύ ισχυρού κίνητρου. Τα ρητά σαν το «φοβού τους Δαναούς και δώρα φέροντες», δεν είχαν την δύναμη να πονηρεύουν τα μυαλά των ανυποψίαστων, γιατί αυτά τα μαθήματα ήταν από άλλες τάξεις, πιο μακρινές. Έτσι μια προσφιλής εφεύρεση των γονιών, να δίνουν το έπαθλο στον μαθητή που προόδευε, ικανοποιούσε και τις δύο πλευρές, ενώ ταυτόχρονα εμπλούτιζε και την κόμικς – βιβλιοθήκη μας(μέχρι να τα πάρουν στο κρανίο οι μανάδες και στην πρώτη κοπάνα να φύγουν απ` το παράθυρο, ή να μπουν κατευθείαν στα σκουπίδια!). Τα μικρά αυτά τρικ όμως, είχαν προλάβει να ρίξουν μπόλικο μπαχάρι στην καθημερινότητα και να θυμίσουν κάτι από τα εξωτικά πιάτα, που γεύονταν οι αγαπημένοι μας ήρωες στις περιπέτειες τους. Η ρουτίνα έσπαγε στα δύο(όπως το βάζο πάνω στο τραπέζι), ή και στα τρία, τέσσερα κομμάτια, ανάλογα με το υλικό της! Άλλες είχαν αντοχή, κι άλλες ήταν φτιαγμένες από πηλό. Η ρουτίνα του καθενός είχε διαφορετική υφή και όψη. Ήταν πλασμένη κατά παραγγελία και ταίριαζε μόνο στην δική του πόρτα. Σαν το ξύλινο πλαίσιο γύρω της. Εφάπτονταν στην εντέλεια με τις ανάγκες των ενοίκων και είχε μάτια μόνο για κείνους. Ήταν μια προκαθορισμένη σχέση συμβιβασμών επιβίωσης και καμουφλάζ για τύψεις και ενδοιασμούς. Όσο την αρνιούνταν κάποιοι, τόσο ενδόμυχα την επιζητούσαν. Ακριβώς όπως και στις μέρες μας. Αυτές οι διαχρονικές εξαρτήσεις δεν αλλάζουν. Ακόμη κι εμείς, οι άτακτοι γόνοι, εκπρόσωποι μιας νεολαίας δυνατοτήτων και με οργιώδη φαντασία, κέντρο του σύμπαντος για αυτούς που στα μάτια μας έβλεπαν να συμβολίζεται η δική τους ανύπαρκτη επανάσταση, επιζητούσαμε μια βαρετή, καθημερινή κόπια των δευτερολέπτων και των ημερών μας. Δίχως αυτήν, η ανασφάλεια μπουμπούνιζε πάνω απ` τα κεφάλια μας επικίνδυνα, σαν τη βροχή που έδειχνε τα δόντια της πριν πέσει στους δρόμους και στις στέγες. Ήταν σαν να έβγαινες να συναντήσεις τις χοντρές σταγόνες δίχως ομπρέλα. Υπήρχαν κάποιοι που βάδιζαν με το κεφάλι ψηλά στη βροχή, αλλά ήταν πολύ λίγοι και οι περισσότεροι έβγαιναν από τις σελίδες των περιοδικών ή απ` τις τηλεοράσεις. Ήταν τα πρότυπα που έδειχνα ένα άλλο δρόμο, όμως η επιρροή τους είχε συγκεκριμένες διαστάσεις και ο χρόνος της διάρκειας της κατρακυλούσε στην κλεψύδρα με ταχύτητα. «Το πεπρωμένο φυγείν αδύνατον»… Τα δολώματα συνεπώς που ξεκαθάρισαν προσωρινά το τοπίο και έβγαζαν φευγαλέες ακτίνες ήλιου στα ταβάνια, είχαν πολύ πριν εφαρμοστεί σε κάθε μας διατροφική κατανάλωση, μια ημερομηνία λήξης. Έρχονταν και παρέρχονταν. Ανακούφιζαν και κατσούφιαζαν τις φάτσες των πρωταγωνιστών. Την μια ήσουν ο «καλώς τον κανακάρη μου!» και την άλλη «για μπες μέσα. Πως πήγε σήμερα στο σχολείο; Καλά ε; …» Στην πρώτη περίπτωση δεν ωφελεί να μαρτυράμε τι αποκόμιζε ο καθένας μας! Ειδικά τώρα που πέρασαν και τα χρόνια. Να μην τα απομυθοποιούμε όλα! Στην δεύτερη πάλι, …είναι μάλλον εύκολο να φανταστεί κανείς τις συνέχεια του «έργου», αφού παρά το γεγονός ότι η φαντασία μας πια νότισε από την υγρασία, μπορεί ακόμη κι έτσι να φέρει στο νου γνώριμες εικόνες! Η δραματική αλλαγή στο οικογενειακό κλίμα και το πέρασμα απ` το ένα συναίσθημα στο άλλο, ήταν μια διαδρομή επώδυνη αλλά οικεία. Την είχες δει να ξετυλίγεται άπειρες φορές, σε σημείο που να νομίζεις ότι ζεις σε μια φαρσοκωμωδία, ένα θέατρο της Δευτέρας. Ή ένα θέατρο του παραλόγου. Από την καθολική αναγνώριση, στην γνωστή ή άγνωστη(ανάλογα με το ρεπερτόριο και την εφευρετικότητα του κάθε γονέα), τιμωρία. Αυτό τον τροχό του λούνα πάρκ, με τα πολύχρωμα λαμπάκια και τις ζώνες ασφαλείας, τον ανεβοκατεβήκαμε οικειοθελώς, αλλά όχι απαραίτητα με ευχαρίστηση. Μια εποχή πρωτοποριακής διαπαιδαγώγησης λοιπόν, αλλά και συναισθημάτων κοκτέιλ! Γι` αυτήν θα ξοδέψουμε μνήμες τούτη τη φορά. Για τα μικρά και μεγάλα «βραβεία», που σαν καρότα πλούτιζαν τις σαλάτες μας. Αυτές που φάγαμε, κι αυτές που φτιάξαμε. Οι δεύτερες ήταν κάπως διαφορετικές, αφού μας τάισαν αλλά δεν μας χόρτασαν…

Μια επιτυχημένη «παπαγαλία», σε ένα κεφάλαιο της ιστορίας της τετάρτης δημοτικού, ήταν αρκετή για να μου εξασφαλίσει όχι ένα, ή δύο, αλλά πολύ περισσότερα βραβεία! Κι όχι μόνο αυτό, αλλά τα βραβεία είχα την δυνατότητα να τα επιλέξω εγώ, διαχειριζόμενος το ποσό των 20 δραχμών παρακαλώ! Όσοι ζήσατε την τρύπα στις δεκάρες και την αξία της δραχμής, καταλαβαίνετε τι μεγέθους χαμόγελο μπορούσε να φυτρώσει στο πρόσωπο ενός δεκάχρονου, στη θέα ενός τέτοιου νομίσματος! Μαγεία κύριοι! Η ρευστοποίηση της υπακοής σε όλο της το μεγαλείο! Κάτι τέτοιες στιγμές το «καροτάκι» χάνονταν από το αγκίστρι και η αναζήτηση νέου «δολώματος» άρχιζε ξανά! Διαδικασία για τολμηρούς, που δύσκολα όμως της γύριζες την πλάτη. Ήταν κάτι σαν την «τρουλουλού». Γύριζες τη σβούρα με τις διάφορες εντολές σε κάθε πλευρά και περίμενες να δεις που θα σταματήσει. Αν ήταν «δώστα όλα», έμενες ρέστος! Αν αντί γι` αυτό όμως έγραφε «πάρτα όλα», ήσουν ο κερδισμένος της παρτίδας! Πολύ μικρή η απόσταση που χώριζε τις δύο έννοιες. Η αξία αυτού του «πονταρίσματος» πάντως, ήταν γεμάτη αδρεναλίνη! Πρόκληση σκέτη! Οι πιθανότητες ήταν ίδιες σε κάθε περίπτωση. Σε μια από εκείνες λοιπόν τις τυφλόμυγες της τύχης, βρέθηκα στην πλευρά των κερδισμένων, που συμπτωματικά ήταν στην ίδια πλευρά του πεζοδρομίου με το «μικρό μαγαζάκι των πειρασμών»! Τι ήταν αυτό; Το κατάστημα της γειτονιάς(ψιλικατζίδικο), που ανάμεσα στα τσιγάρα χύμα και τα βάζα με τις βανίλιες, είχε και τα τρία μαγεμένα ράφια με τα κόμικς! Μαγεμένα γιατί κάθε φορά γέμιζαν με διαφορετικούς θησαυρούς, αλλά και γιατί άδειαζαν με απίστευτη ταχύτητα, τέτοια που καμιά φορά δεν προλάβαινες να τα δεις καν! Μπορεί να τα ράντιζαν με «εξαφανιζόλ», όπως λέγαμε τότε! Πάντως εκείνη τη μέρα είχαν αρκετά ελκυστικό περιεχόμενο, στρωμένο επάνω τους. Εκείνη η στιγμή της επιλογής, ήταν κάτι το μοναδικό, το ανεπανάληπτο! Και εκατό και διακόσιες δραχμές να είχες, δεν ήξερες τι να διαλέξεις και πάντα κάτι άφηνες πίσω, ικανό να σε κάνει να βαδίζεις προς το ταμείο με την πλάτη γυρισμένη και την αμφιβολία ζωγραφισμένη στο πρόσωπο σου. «Και το Αστερίξ ωραίο είναι όμως. Και δεν έχω κανένα. Μήπως να άφηνα το Λούκυ Λούκ;»

Ένα άλλο όμορφο στοιχείο αυτής διαδικασίας(που παρακαλούσες να μην τελειώσει),  ήταν και όλα εκείνα τα τεύχη που δεν έβρισκες στα περίπτερα, άλλων εποχών, που μπορούσαν να αυξήσουν ακόμη περισσότερο τις επιλογές και να μεγαλώσουν τα διλλήματα φυσικά. Εννοείται! Χωρίς αυτά δεν είχε νόημα αυτή η μικρή καθημερινή απόλαυση. Θυμάμαι τις στιγμές που δεν μπορούσαμε παρά μονάχα να πάρουν ένα – δύο το πολύ τεύχη(κι αυτά καλά που ήταν). Μετέωροι πάνω από τα ράφια, ή σκυφτοί και σκεπτικοί, προσπαθούσαμε να διαλέξουμε το πιο λαχταριστό απ` όσα η τσέπη μας μπορούσε να αντέξει. Τότε ήταν που σε ξυπνούσαν οι φωνές του γέρο – ιδιοκτήτη. «Ε! Τι κάνετε εκεί τόση ώρα; Πάρτε ότι είναι να πάρετε να τελειώνουμε!» Ο άνθρωπος είχε και ένα μόνιμο άγχος – άλλοθι, το οποίο εμείς δεν το καταλαβαίναμε. Μετά που κάποιοι από εμάς άνοιξαν μαγαζιά, τον θυμήθηκαν τον γεροντάκο… Ήταν ο φόβος της κλεψιάς, αυτός που κάποιες φορές τον θύμωνε περισσότερο. Η αμφιβολία για τις προθέσεις μας. Τελικά παντού και πάντα αυτές οι ριμάδες οι «εξετάσεις»! Βαρεθήκαμε να τις δίνουμε κάθε μέρα. Μεγαλώσαμε με δαύτες και ακόμη δεν αποφοιτήσαμε… Ένα ατελείωτο σχολείο, με μεγάλα διαλλείματα … Η μέρα εκείνη του`74, ήταν δοσμένη σε μια έντονη γεύση νιρβάνα! Απόλαυση! Από όλα όσα βρίσκονταν εμπρός μου, όλα αυτά τα χάρτινα καραβάκια με τα ταξίδια στα ανεξερεύνητα νερά, το χέρι μου στάθηκε πάνω από μια σειρά πολύχρωμα εξώφυλλα. Μικρά και παλιά. Δεν τα είχα ξαναδεί. Στον τίτλο έγραφαν «Κάσπερ» και ο ήρωας πρέπει να ήταν εκείνο το φαντασματάκι. Με τέσσερα τέτοια τεύχη πήγα στο ταμείο. Μπορούσα να πάρω ακόμη περισσότερα, αλλά εντελώς συμπτωματικά στην ίδια πλευρά του δρόμου υπήρχε και το κατάστημα παιγνιδιών! Το εικοσάρικο άντεχε ακόμη δύο κουτιά στρατιωτάκια airfix! Αυτές ήταν μέρες που χαιρόσουν να είσαι 10 χρονών! Ήταν στιγμές που μείνανε κλεισμένες σφιχτά στην παλάμη, όπως τα «έπαθλα» μιας συνέπειας στις σχολικές υποχρεώσεις. Μια υπακοής η επιβράβευση. Σαν την συνύπαρξη στις σελίδες του καλοκάγαθου φαντάσματος και του απολαυστικού διαβολάκου. Η διφορούμενη ερμηνεία του ρίσκου… Όσο για τη μαγισσούλα την Γουέντυ, αυτή απλά κρατούσε την παραίσθηση και την ευδαιμονία της κάθε στιγμής.

Καμιά φορά γυρίζω την παλάμη και κοιτάζω τα δάχτυλα, προσπαθώντας να θυμηθώ πότε άνοιξε έτσι απότομα και χάθηκαν όλα αυτά… Όλες αυτές οι προσμονές και τα συναισθήματα…Σαν αυτά τα υπέροχα σκίτσα που ξεπηδούσαν μέσα από τις σελίδες των τεσσάρων εκείνων «Κάσπερ», που πριν καλά – καλά το καταλάβω, τα τρία απ` αυτά χάθηκαν στις …αταξίες! Ήταν η άλλη πλευρά του νομίσματος. Το δεύτερο όμως τεύχος γλύτωσε, γιατί βρήκε καταφύγιο στην σχολική τσάντα! Για αρκετό καιρό πηγαινοέρχονταν σε διάφορες κρυψώνες, μέχρι που οι απειλές βαρέθηκαν να ασχολούνται μαζί του. Κι έτσι στολίζει το ράφι των αναμνήσεων μου, στα φανερά πια. Ήταν το μόνο από εκείνα τα «έπαθλα» που έμεινε ζωντανό.

Γιώργος Κοσκινάς

Διαβάστε όλα τα αποσπάσματα με την μορφή των πρό – δημοσιεύσεων αυτών, στην υπό – κατηγορία «ΙΣΤΟΡΙΕΣ & ΤΕΥΧΗ».

http://wp.me/PKxow-1j2

Τα πιο πάνω κείμενο υπογράφεται από τον Γιώργο Κοσκινά και είναι προστατευμένο και κατοχυρωμένο πνευματικά. Οποιαδήποτε αντιγραφή μερική ή ολική χωρίς την συγκατάθεση του δημιουργού, επισύρει τις προβλεπόμενες από το νόμο κυρώσεις.

Αρέσει σε %d bloggers: