Advertisements

Αρχεία Ιστολογίου

ΜΠΟΤΕΣ – ΣΠΗΡΟΥΝΙΑ & ΚΛΩΤΣΙΕΣ! – ΟΤΑΝ ΤΟ ΚΟΥΝΓΚ ΦΟΥ ΓΝΩΡΙΣΕ ΤΟ ΦΑΡ ΟΥΕΣΤ!

Κάπως έτσι περιγράφεις τη «γνωριμία» αυτή, που δε βγήκε από κάποιο συνοικέσιο, αλλά ήταν μάλλον απόρροια των ευφάνταστων κόμικς δημιουργών, που έστειλαν τους ήρωες τους μέχρι την Άγρια Δύση, για να «καθαρίσουν» με ένα όχι και τόσο παραδοσιακό τρόπο, αγνοώντας το κολτ και το νόμο της ταχύτητας στο τράβηγμα του πιστολιού, αντικαθιστώντας τον απ` αυτόν της ταχύτητας στην κλωτσιά! Πρωτότυπο εν μέρει, σίγουρα ενδιαφέρον σαν αποτέλεσμα και πολύ ελκυστικό στην ανάγνωση, το Κούνγκ Φού Φαρ Ουέστ των κόμικς δεν είχε πολλούς εκπροσώπους, ήταν όμως όλοι τους υπέροχοι και πολύ μα πολύ σβέλτοι! Αν τους βάζαμε απέναντι από τον Λούκυ Λούκ, ίσως και να μην προλάβαινε να τραβήξει το εξάσφαιρο του, αφού αυτές οι «σκιές» ήταν πιο γρήγορες ακόμη κι από σφαίρα! Σοφιστικέ φιγούρες, με σπουδές στην Άπω Ανατολή, δάσκαλους σαολίν και με μια συμπαθητικά αγνή και cool φατσούλα, μεταμορφώνονταν σε πολεμικές μηχανές, νικώντας κάθε εντίπαλο, με όπλα μόνον τα χέρια και τα πόδια τους, μετουσιώνοντας την γνώση σε πιο πρακτικές εφαρμογές της στην καθημερινότητα! Αυτό είναι το προφίλ, αρκετά ασυνήθιστο αλλά με αποτελέσματα επί χάρτου προκλητικά. Είχαμε μιλήσει εκτενώς για το Γαλλικό περιοδικό “Atemi” και τους ήρωες – δημιουργούς του, στις «ΜΕΛΕΤΕΣ» μας. Εκεί θα βρείτε επιπλέον στοιχεία για τον εικονογραφημένο κόσμο των πολεμικών τεχνών και για τον «Τζέφ Μπλέηκ» του πρακτορείου ντετέκτιβ Πίνκερτον. Αυτός είναι ό ένας επικίνδυνος για να μπλέξεις μαζί του χαρακτήρας, για τον οποίο θα διαβάσετε στις πιο κάτω σαρώσεις. Οι ιστορίες του δημοσιεύτηκαν στην χώρα μας αρχικά στον «Μικρό Ήρωα» του 1976 από τον κ. Ανεμοδουρά(διαβάστε την πρόσφατη μας παρουσίαση, στις «ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ ΚΟΜΙΚΣ»), κι έπειτα στο «Αγόρι» του κ. Δεληγιώργη, στην δεκαετία του`80. Τα τατουάζ με τους δράκοντες στις παλάμες του, δεν πρόλαβαν να τις κοιτάξουν οι αντίπαλοι του, αφού συνήθως προσγειώνονταν πάνω στα κορμιά τους!

Εσείς όμως, θα έχετε την ευκαιρία να τις δείτε και να τις ξαναδείτε, στις οκτώ ιστορίες του «Τζέφ» που σας έχουμε στο αρχείο αυτό! Είναι οι παρακάτω.

«Το μυστηριώδες ράντσο» – τεύχος 18

«Ο περαστικός» – τεύχος 1

«Η συμμορία των Σαμουράι» – τεύχος 2

«Το σημάδι του Δράκου» – τεύχος 20

«Οι έξη Δράκοντες» – τεύχος 22

«Η παγίδα» – τεύχος 23

«Ένας ορκισμένος εχθρός» – τεύχος 24

«Μόνο η έρημος ξέρει» – τεύχος 27

Θα παρατηρήσατε ότι δεν τις βάλαμε στην χρονική σειρά της δημοσίευσης τους, στο περιοδικό του κ. Ανεμοδουρά. Ο λόγος έχει να κάνει με μια δική μας άποψη επ` αυτού και γιατί η νέα σειρά που τους δώσαμε δένει καλύτερα! Αν όχι, εσείς θα το κρίνετε! Ο δεύτερος τώρα ήρωας που συνδύαζε γνώσεις κούνγκ φού και Ανατολίτικης φιλοσοφίας και που πέρασε μέσα από τον κόσμο των κόμικς, είναι κι αυτός γνώριμος σας από παλαιότερα άρθρα(διαβάστε την παρουσίαση του δημιουργού του στην υπό – κατηγορία «ΕΡΕΥΝΑ & ΚΑΤΑΓΡΑΦΗ» και αυτήν της παρουσίασης της γνωστής ομώνυμης τηλεοπτικής σειράς, στην υπό – κατηγορία «ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ & ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ»). Ο «Κουάι Τσάνγκ Κέην», που ενσάρκωσε τόσο επί τηλεοπτικής οθόνης, όσο και στα κόμικς ο Ντέηβιντ Κάρανταιν, ήταν μια αλλιώτικη απ` αυτή του «Τζέφ Μπλέηκ» περίπτωση. Πιο ήπιος σα χαρακτήρας, με έναν σκοπό κατά νου και με σαφώς περισσότερο ειρηνικούς σκοπούς, διασχίζει την Άγρια Δύση και αντιμετωπίζει τους αντιπάλους του, προσπαθώντας παράλληλα να μην αλλοιωθεί ο χαρακτήρας και η αυτοκυριαρχία του. Πράγματα δύσκολα στην εποχή του λιντς και του όχλου, αλλά και των παρανόμων κάθε τύπου. Κι αυτός τα καταφέρνει μια χαρά όμως. Οι γνώσεις και το πνεύμα του τον βγάζουν πάντα νικητή. Τον γνωρίσαμε στον «Ζαγκόρ» του κ. Ανεμοδουρά, το 1974 και ήταν μάλιστα ένας από τους εικονογραφημένους λόγους, για τους οποίους αυξήθηκε τότε η τιμή του περιοδικού, στις 5 δραχμές! Πνευματικά δικαιώματα βλέπετε. Η καριέρα του ήταν συντομότερη απ` αυτήν του «Μπλέηκ», με πολύ λιγότερες ιστορίες, αλλά και με δικά του εξώφυλλα στο περιοδικό. Ξεκινάμε με μια ιστορία του από τα τεύχη 196 και 197 σήμερα και θα σας έχουμε ακόμη περισσότερες σε προσεχή σάρωση.

Τίτλος του επεισοδίου, «Ο μεγάλος Τζών Μπή».

Να σας προτείνω και ένα συνδυασμό κόμικς & κινηματογράφου, που ενσωματώνει αυτά για τα οποία μιλήσαμε πιο πάνω. Είναι το «Ο δρόμος του πολεμιστή», περσινή κυκλοφορία, που θα βρείτε σε κάθε ενημερωμένο dvd club. Ελπίζουμε να σας άρεσε αυτή η ιδέα. Αν ναι(περιμένουμε τα σχόλια σας), θα ακολουθήσουν κι άλλες παρόμοιες, όχι απαραίτητα με θέμα τις πολεμικές τέχνες. Κάτι σαν θεματικά αφιερώματα σειρών και ηρώων.

Τα αρχεία κατεβαίνουν από εδώ

ΤΖΕΦ ΜΠΛΕΗΚ

http://www.mediafire.com/?cq2vyka3bqu8cft

Σύνολο σελίδων 93

ΚΟΥΑΙ ΤΣΑΝΓΚ ΚΕΗΝ

http://www.mediafire.com/?v7gb48q4dy1l4lx

Σύνολο σελίδων 25

Σάρωση εικόνων με EPSON V300 PHOTO

Ανάλυση σάρωσης 400 dpi

Επιμέρους διαστάσεις σελίδων 2100 Χ 1800 με τη βοήθεια του Photo Resizer

Επεξεργασία σελίδων – crop – ευθυγράμμιση με Adobe Elements & Picasa

Υδατογράφημα Alamoon

Συμπίεση αρχείου και τελικό φορμάτ Adobe pdf Creator

Advertisements

ΑΓΑΠΗΜΕΝΑ ΤΕΥΧΗ ΚΟΜΙΚΣ 18. ΖΑΓΚΟΡ ΤΕΥΧΟΣ 178 «ΤΟ ΦΡΙΧΤΟ ΤΕΛΟΣ»

 

Ανέκαθεν τα καλοκαίρια κρατούσαν τις πιο φανταχτερές χάντρες στη χούφτα τους. Κόκκινες, γαλάζιες, κίτρινες, σαν αυτές που ξέβραζε καμιά φορά το κύμα στα πόδια μας. Το μάτι καθοδηγούσε το χέρι και γίνονταν δικές μας. Πολύτιμα αποκτήματα, όπως και τα όστρακα, ή οι λαμπερές επιφάνειες του βότσαλου, με τα καφετιά σχήματα πάνω του, που τόσο ανεξήγητα μας τραβούσαν κοντά. Έμοιαζαν τόσο μοναδικά, δίχως ταίρι γύρω τους. Βαλμένα εκεί επίτηδες, για να μας προκαλέσουν να τα αγγίξουμε, να τα πάρουμε μαζί στην πλαστική μάσκα με λίγο νερό, για να μην ξεθωριάσουν. Πάντα όμως ξεθώριαζαν. Έχαναν τα χρώματα τους πριν καν φτάσουμε σπίτι. Έτσι, που πολύ δύσκολα μπορούσαμε να θυμηθούμε τη στιγμή που τα πρωτοείδαμε, ή την αμμουδιά που ξάπλωναν πριν μας μαγνητίσουν. Με τον ίδιο τρόπο χάνονταν και τα χρόνια, κυλώντας στα βρεγμένα μας ρούχα. Στέγνωναν και ζάρωναν… Κι έπειτα, όλες οι αξίες και οι αταξίες έμπαιναν σε μικρά τετράγωνα χαρτάκια, άλλα με χρώμα κι άλλα δίχως, σε κάτι μεγάλα δερματόδετα «τετράδια» με χοντρή ράχη. Έμεναν εκεί για πάντα, ή για όσο του καθενός ορίζει ο χρόνος τη διάρκεια και την αντοχή. Στα μάτια στέκονταν μόνον ο καυτός ήλιος, που σε έκανε να γυρίζεις αλλού το κεφάλι μετά από λίγα λεπτά, με κάτι απ` τη φλόγα του να γίνεται ένα με το βλέμμα και να κολλάει σε κάθε εικόνα τριγύρω. Ένα «κλικ» φωτογραφικό, χαμένο στις μουσικές από τις ψαρόβαρκες, που μεταμόρφωνε σε πλάνα την χαρούμενη στιγμιαία αφέλεια. Κάθε ανοιγοκλείσιμο του ματιού και ένα «κλικ». Οι φέτες από το καρπούζι και τα ηλιοκαμένα πρόσωπα, τα πάνινα καπέλα και οι διαφημιστικές ομπρέλες, οι βουτιές στα καταγάλανα νερά, το διπλωμένο βιβλίο στην πετσέτα… Φωνές, κλάματα, γέλια, πλαστικά τάπερ με κεφτέδες, μπύρες και παγωτά, στρώματα και σωσίβια, δέκα – δεκαπέντε γειτονιές με τα καβούκια τους, σα τα μικροσκοπικά πλάσματα με το σκληρό κέλυφος, που κατάπιναν με περίσσια υπομονή τα μέτρα μέχρι το νερό. Οι «σκαρτσιμάδες» όπως τους λέγαμε. Το καλύτερο δόλωμα για τους ψαράδες, κι ένα ακόμη παιγνίδι στα χέρια μας… Όλοι εμείς και όλα εκείνα, μια αταίριαστη συνύπαρξη στο χώρο, σε μια Κυριακάτικη οικογενειακή εξόρμηση, απ` αυτές που πάνω τους κάναμε τραμπάλες τα συναισθήματα. Πότε πάνω – πότε κάτω… Πότε ο ένας «καλός» – πότε ο άλλος… Ένα τίναγμα του κεφαλιού έξω απ` το νερό καλοσύνη, ένα πέταγμα της μπάλας κακία… Τόσο γρήγορα τα ζούσαμε όλα, χωρίς βαρεμάρα, χωρίς κάτι κοινότυπο να τα διαποτίζει. Ήταν όλα τόσο μοναδικά σαν τα όστρακα που έβρισκε ο καθένας και που πάντα του άλλου ήταν καλύτερα… Κρίμα που κανείς δεν μας είχε πει για το βερνίκι εκείνο, που μπορούσε να τους δώσει λάμψη παντοτινή με μια μόνο επικάλυψη… Ίσως και να μην υπήρχε τότε. Πάντως έτσι μια ισότητα φώλιαζε σε κάθε δωμάτιο. Όλα μα όλα, είχαν εκείνο το ξασπρισμένο του ήλιου άγγιγμα και τίποτα δεν διέφερε. Κι αν υπήρχε παράπονο, τότε ήταν κοινό και τόσο μεγάλο, που μπορούσε να μας σκεπάσει κάτω από την επιφάνεια του όλους…

Υπήρχαν οι εβδομαδιαίες, υποχρεωτικές παρουσίες με την οικογένεια και οι δικές μας, οι ατομικές καθημερινές και πάντα τόσο ξεχωριστές, που όσες φορές κι αν περνούσαν τα ξυπόλητα πόδια απ` την ίδια άμμο, πάντα άφηναν διαφορετικά αποτυπώματα… Δεν είχαν τα απαγορευτικά και τις ανούσιες, βαρετές συμβουλές, ούτε τα προστάγματα που άφηναν στη μέση το παιγνίδι και τη μαγεία της ανακάλυψης. Ακόμη κι αν είχε συννεφιά, ή αν έπεφταν Αυγουστιάτικες, απρόβλεπτες ψιχάλες, δεν ήταν ικανό να μας φέρει στο δρόμο του γυρισμού. Χωρίς τα «μη καμπουριάζεις! Βάλε ένα καπέλο, θα σε βαρέσει ο ήλιος στο κεφάλι! Βούτηξε τα μαλλιά σου! Έλα να φας!», η όψη όλων γύρω έμοιαζε να μην έχει ήχο. Σαν κάποιος τεχνικός να τον είχε αφαιρέσει. Μόνο τα εφέ της φύσης. Απλά και μαγευτικά. Το κύμα πάνω στα βράχια, τα τζιτζίκια, ένα σύρσιμο στα φύκια από τη σαύρα που φεύγει βιαστική, το αεράκι πάνω απ` τα κεφάλια μας, που ζωντάνευε τα φύλλα των θάμνων, ένα γλίστρημα στο νερό από τον κάβουρα, που πεθύμησε το σπίτι του κάτω απ` το βράχο… Αυτά όλα έδιναν μια ακόμη μεγαλύτερη πρόκληση και τα σενάρια ζωντάνευαν στο μυαλό. Ο ναυαγός στην παραλία και η μάχη για την επιβίωση! Σκηνές από καλάμια και ψάρεμα πάνω στο βράχο, με το βλέμμα καρφωμένο μάταια πολλές φορές, στην επιφάνεια της θάλασσας, μήπως κουνηθεί το αρμίδι.  Εξωτικά σκηνικά αντικαθιστούσαν τις γνωστές εικόνες και όλοι οι υπόλοιποι έμοιαζαν κομπάρσοι στην παραγωγή μας. Έπαιζαν τους ρόλους τους και δεν μας ενοχλούσαν στα πιο ουσιώδη και σημαντικά κομμάτια της ταινίας. Αυτά των πρωταγωνιστών. Τα πλάνα του καθενός ήταν διαφορετικά, όπως και η περιπέτεια που ζούσε. Καμιά φορά ενώνονταν όλες αυτές οι ιστορίες και έφτιαχναν ένα κολάζ – χωρίς μοντάζ – εμπειριών, γεμάτο αλμύρα και μια εικόνα πλατιά σαν σινεμασκόπ. Σαν τα χαμόγελα της ικανοποίησης στα πρόσωπα μας, όταν κοιτούσαμε στα χέρια τα ευρήματα μιας αλλιώτικης μέρας. Κι όλες ήταν αλλιώτικες. Διαφορετικές και δικές μας. Υπήρχε κάτι κρυμμένο σ` αυτές, για κάθε ενδιαφερόμενο. Ένας καινούργιος τρόπος για να βουτήξει στα ρηχά, δίχως να χτυπήσει, μια πέτρα πιο ελαφριά από τις άλλες, μια άλλη πιο λεία και λεπτή, που μπορούσε να κάνει περισσότερα πηδήματα στο νερό, μια γωνιά απόμακρη με περισσότερη σκιά και λιγότερα βράχια, που δεν την είχε ανακαλύψει ακόμη κανείς, ένα πιο περίεργο όστρακο, ενθύμιο από το τελευταίο μακροβούτι, ένα πιο ζουμερό και απολαυστικό ροδάκινο, που ήρθε στον αθλητικό σάκο μαζί με τη μάσκα και τον αναπνευστήρα. Μια βαρύτητα που δεν πήγαινε στον πάτο, αλλά επέπλεε, ανάσαινε, είχε σάρκα και οστά, τραγουδούσε στο νου χωρίς να ακούγεται και έκανε σιγόντο σε ότι ζούσαμε. Ήταν το δροσερό νερό που έσβηνε τη δίψα μας. Κι όλα αυτά μπορούσαν να πετούν ψηλά σα φλόγες πάνω από τα αναμμένα ξύλα, να χορεύουν και να παίρνουν σχήματα και μορφές, να τρέφουν τη φαντασία μας. Αρκούσε απλά να είχε περπατήσει ως εκεί ένα τεύχος κόμικς.

Για πολλά χρόνια οι παραλίες είχαν καρέ και βινιέτες από χάρτινα κατορθώματα και περιπέτειες σε κοκκινόμαυρες συνέχειες. Η πιο ενοχλητική στιγμή, αυτή που διέκοπτε την ανάγνωση του σεναρίου και κρατούσε ζωντανή την προσμονή για το επόμενο πολύχρωμο εξώφυλλο, ήταν η φράση στην τελευταία σελίδα του τεύχους. Αυτή που προσπαθούσαμε να σκεφτούμε πως θα ήταν αν δεν υπήρχε, αν γίνονταν ένα λάθος από το τυπογραφείο και η ιστορία δημοσιεύονταν ολόκληρη! Βέβαια αυτό δεν έγινε ποτέ, αλλά δεν μας εμπόδισε να το φανταζόμασταν! «Στο επόμενο : …» Όπου τελείες και ο τίτλος του επόμενου τμήματος της ιστορίας, κάτι που μεγάλωνε την ανυπομονησία για να φύγει όσο πιο γρήγορα γίνονταν, μια ακόμη εβδομάδα. Ούτε αυτό έγινε ποτέ, αλλά πάντα το ελπίζαμε! Μέχρι που κάποτε έφτασε ο καιρός και το απευχόμασταν… Αλλά από τότε μέχρι το μεσημεράκι στην παραλία, των 15 μόλις καλοκαιριών ύπαρξης, υπήρχε πολύ μεγάλη απόσταση… Ή μήπως έτσι μας φάνηκε τελικά; Αυτά τα ημιτελή επεισόδια, των εικονογραφημένων μας ταξιδιών του νου, ήταν ατελείωτα. Πολλά και διαφορετικά. Κάποιες φορές οι εικόνες που είχαμε πλάσει για την συνέχεια, διέφεραν πολύ από ότι διαβάσαμε τυπωμένο. Ίσως το δικό μας «μελάνι» να μην έβρισκε το δρόμο για το τυπογραφείο, όμως είχε πολύ ενδιαφέρουσες πτυχές και ανατροπές, τόσο που αν μας άκουγαν όσοι έφτιαχναν αυτά τα κόμικς, να δημιουργούσαν κάτι ακόμη πιο ελκυστικό και ιδιαίτερο. Να έρχονταν πιο κοντά, σε ότι περιμέναμε από εκείνους τους ήρωες και τα κατορθώματα τους. Εννοείται ότι ούτε αυτό έγινε ποτέ, όμως παρ` όλα αυτά δεν μας εμπόδισε να στρώνουμε εναλλακτικές εξελίξεις και εμπόδια στα πόδια των ηρώων. Υπήρξαν στιγμές που η προνοητικότητα να φέρουμε 2-3 τεύχη μαζί μας, του ίδιου περιοδικού και μάλιστα συνεχόμενα σε αρίθμηση, «τράβηξαν» κάπως χρονικά την απόλαυση και την έκαναν να μοιάζει μεγαλύτερη. Πάλι όμως εκείνο το «Στο επόμενο:…», έφερνε ξανά τα πράγματα στις κανονικές τους διαστάσεις, αφήνοντας μας με το διφορούμενο εκείνο χαμόγελο, των συγκρουόμενων συναισθημάτων. Πολλές φορές ακόμη και κατά την επιστροφή στην οικογενειακή πραγματικότητα, τα επεισόδια έμεναν με κενά ανάμεσα, αφού δεν είχαμε την πολυτέλεια να τα ενώσουμε μεταξύ τους. Ήταν μάλλον πολυτέλεια στα χρόνια εκείνα, να έχεις παραπάνω από 5-6 το πολύ συνεχόμενα τεύχη ενός περιοδικού. Κάτι οι τιμωρίες και τα οι «διωγμοί», κάτι το λιγοστών δυνατοτήτων χαρτζιλίκι, μας εμπόδιζαν να διαβάσουμε ολοκληρωμένες τις ιστορίες. Κι έτσι αυτά μας έμειναν απωθημένα και τώρα στα 40φεύγα(κάποιοι πιο τυχεροί και με λιγότερο αυστηρούς γονείς, ενωρίτερα), προσπαθούμε να τα βρούμε, έστω και μεταγενέστερα, μήπως και νοιώσουμε συγχρόνως λιγάκι από τον ιδρώτα στο μέτωπο, σε εκείνα τα μακρινά καλοκαίρια. Όμως δεν είναι το ίδιο, όσο κι αν το θέλουμε – όσο κι αν το αρνούμαστε. Κι αυτό γιατί δεν τα είχαμε διαβάσει τότε. Τότε που ήταν οι μνήμες ακόμα νωπές και η ανυπομονησία υπερνικούσε μεγαλύτερες επιθυμίες, όπως αυτήν μιας αναρρίχησης στην ιεραρχία της επιχείρησης και των μεγαλύτερων οικονομικών απολαβών… Ήταν το «τότε» και είναι το «σήμερα», αυτά που πάντα θα βάζουν λεπτές μα ορατές γραμμές, ανάμεσα τους και σε όσα περικλείουν το καθένα. Γι` αυτό και ότι απέμεινε από εκείνα τα σκονισμένα ενθύμια, τα χιλιοδιαβασμένα, έχει τον τρόπο να μας γυρίζει πίσω. Όλα τα υπόλοιπα είναι «συμπληρώματα» του καθενός της ματαιοδοξίας και εγωιστικά αποκτήματα δίχως ψυχή… θα μου πείτε «κι εμάς που μας τα πέταξαν;». Ότι πετάχτηκε – πετάχτηκε. Πήγε. Έφυγε για πάντα. Αυτό που θα βρείτε σήμερα, τόσα χρόνια μετά, θα έχει επάνω χαραγμένα κάποιου αλλού τα σημάδια για να το γνωρίζει, όταν το δάνειζε σε φίλους. Καμιά φορά και τα δικά του ορνιθοσκαλίσματα, πράξεις αριθμητικής, μουντζουρωμένες φάτσες με πρόσθετα γένια στους πρωταγωνιστές, ή λεκέδες από το διάβασμα την ώρα του φαγητού… Είναι αυτά που άφησε πίσω του εκείνος, κι όχι «δικά» μας… Δεν απομυθοποιώ τη συλλογή κανενός, ή την θέληση να κρατάει ζωντανά καλοκαιρινά όνειρα. Αυτές είναι εσωτερικές «ανάγκες» που ξεπερνούν και τη λογική σαν ύπαρξη. Καλό είναι όμως να βλέπουμε και πίσω από τον καθρέφτη… Καμιά φορά το είδωλο που αντανακλάει, δεν δίνει ολόκληρη την εικόνα… Έπειτα, οι μνήμες δεν είναι μπαταρίες laptop, για να τις γεμίζεις έτσι εύκολα στην κοντινότερη πρίζα…

Ένα χρόνο πριν μπούμε στα `80ς, με τα ηλεκτρό –ποπ μουσικά πειράματα, τα κολεγιακά φούτερ με στάμπες σαν το Glass of 84, την έξαρση της βιντεοκασέτας και των εισαγόμενων προϊόντων μαζικής κατανάλωσης, υπήρχαν ακόμη μερικά απλά πράγματα, που μπορούσαν να σταματήσουν τον χρόνο για λίγο και να μας ενώσουν με το «χθες». Ένα απ` αυτά ήταν και ένα παλιό εικονογραφημένο, που είτε το διάβαζες μετά την εποχή του, είτε το είχες μαζί σου στο σάκο με τα ατομικά εφόδια εκδρομών. Τον Ιούνιο του`79, ένα ζεστό πρωινό από κείνα που σου κλείνουν το μάτι, για να ξεκινήσεις να βρεις τα δροσερά νερά μιας παραλίας, μέσα σε αυτά που χώρεσαν στο σχολικό σακίδιο ήταν κι ένα τεύχος του Ζαγκόρ, αγαπημένου παιδικού συντρόφου από τα παιδικά χρόνια. Ήταν ένα τμήμα με την ιστορία που διαδραματίζονταν στην μακρινή Μπριτάνια, ένα υποθετικό προτεκτοράτο της Αγγλικής αποικιοκρατίας, κάπου κοντά στην εξωτική Ταϊτή. Μια από τις αγαπημένες μου ιστορίες του ήρωα με το τσεκούρι και την παράταιρη με την εποχή του λογική, πιο κοντά στην υπεράσπιση των ιδανικών και όσων υπέφεραν από την ανθρώπινη κακία σε όλες της τις εκφάνσεις, πολύ μακριά από το στυλιζαρισμένο, μοντέρνο πρότυπο κάποιων άλλων χάρτινων ηρώων. Ήταν απ` αυτές που σου ξυπνούν μια κατάφορη γεύση αδικίας, αλλά που δεν γίνεται να αντικατασταθεί από ένα happy end, γιατί απλά η ζωή είναι ένα γλυκόπικρο μπισκότο, με μια επίγευση που ερμηνεύει ο ουρανίσκος του καθενός… Από τις πιο φορτισμένες συναισθηματικά περιπέτειες που έγραψαν οι δημιουργοί του ήρωα, με ενδεχομένως υποβόσκοντα μηνύματα, γεμάτη δράση αλλά και έντονο προβληματισμό, έννοιες όπως η ελευθερία και η καταπίεση, το συμφέρον που ισοπεδώνει ότι βρίσκει μπροστά του, η άσβεστη δίψα για εξουσία που λειώνει κάτω από τη  βαριά της μπότα τα αγριολούλουδα, ο θυμός, η αγανάκτηση, το μάταιο κυνήγι ενός ουτοπικού ταξιδιού, η θυσία. Θυμάμαι ότι οι σελίδες του τεύχους αυτού πάντα έβρισκαν τον τρόπο να περνούν σε δεύτερη μοίρα τα κωμικά παθήματα του χοντρούλη Τσίκο και να σουφρώνουν απαισιόδοξα το πρόσωπο μου. Ζούσα μέσα από εκείνα τα καρέ την κάθε αποτυχημένη προσπάθεια για μια ευχάριστη κατάληξη, που ποτέ δεν ήρθε. Τις περισσότερες φορές που διάβασα το τεύχος 178, ή και ολόκληρη την ιστορία, μου έρχονταν πολλοί εναλλακτικοί επίλογοι, πιο χαρούμενοι. Ίσως όμως αυτό το στοιχείο του ανεκπλήρωτου, να τις πρόσδιδε ακόμη περισσότερη μαγεία και μοναδικότητα και να με έσπρωχνε να την διαβάζω ξανά και ξανά. Μπορούμε να πούμε πολλά για τον ρόλο των κόμικς στην διαπαιδαγώγηση ενός παιδιού και για την επιρροή τους στην διαμόρφωση του χαρακτήρα του. Ακαδημαϊκά και ψαγμένα, πολύπλοκα και δυσνόητα. Δεν θα έλεγα όχι σε κανένα τέτοιο κείμενο, αρκεί αυτός που το υπογράφει να έχει σκύψει πρώτα σε μια σκιά και να έχει διαβάσει ένα τέτοιο τεύχος, συντροφιά με το πλατσούρισμα της αθερίνας στα φύκια. Να μπορεί δηλαδή να μιλήσει βιωματικά και όχι απαγγέλλοντας κεφάλαια από τα βιβλία της σχολής που φοίτησε. Έτσι, δεν μπορεί να δει μέσα από τα μάτια ενός αναγνώστη. Είναι μάταιο και φορμαρισμένο σε καλούπια εγχειρίδιων. Για να δείξεις τον «δρόμο» και να βγάλεις συμπεράσματα απ` αυτά που αξίζει να ακούσει κανείς, πρέπει να μιλάς με τη γλώσσα της ψυχής. Όλα τα υπόλοιπα μοιάζουν σαν ξενόγλωσση ταινία δίχως υπότιτλους, όπου οι ιδιωματισμοί χάνονται στα λίγα που μπορεί να καταλαβαίνει ο θεατής. Παρερμηνεύονται…

Εκείνο το τεύχος του Ζαγκόρ είχε στις σελίδες του την άνιση μάχη και το «φριχτό τέλος» ενός σκοπού, όπως και ο τίτλος του άλλωστε. «Το Φριχτό Τέλος». Μάιος του`74. Οι Σεμινόλες και ο αρχηγός τους Μανετόλα, μαζί με τον νέγρο Λίμπερτυ και τους δύο γνώριμους από τόσες περιπλανήσεις ήρωες(Τσίκο & Ζαγκόρ), αποχαιρετούσαν μια φιλία και γίνονταν έρμαιο στις ορέξεις των άβουλων και σκληρών υποχείριων του κυβερνήτη του νησιού, που έμελε να γίνει ο τάφος τους… Οι φίλοι μας γλύτωσαν, για να μπορέσουν να αφηγηθούν αυτή την ιστορία και να ζήσουν μαζί μας κι άλλες πολλές περιπέτειες. Οι φουκαράδες οι Σεμινόλες όμως άφησαν εκεί την τελευταία τους πνοή και ελπίδα για ελευθερία, κάτω από τα συντρίμμια του βομβαρδισμένου παλιού φρουρίου. Πολύ δυνατές σκηνές, τραγικές φιγούρες και από τις δύο πλευρές, καρέ που σου έσφιγγαν τα δόντια… Με μεγάλη ανακούφιση έρχονταν οι σελίδες του Κάπτεν Μίκυ, με μια πιο ανάλαφρη αφήγηση και πλήρως αποφορτισμένη. Λειτουργούσαν σαν καταλύτης, για να μείνει ικανοποιημένος ο αναγνώστης και όχι κάτω από τη βαριά ατμόσφαιρα της προηγούμενης ιστορίας. Σκέφτηκα πολλές φορές ποια να ήταν η πιθανή εξήγηση αυτής της αναίτιας αιματοχυσίας, αυτού του παρατεταμένου αρνητισμού και της αχόρταγης ανθρώπινης φύσης, της τόσο ανικανοποίητης, αλλά ακόμη και σήμερα, σε εντελώς ρεαλιστικούς και υπαρκτούς εφιάλτες, δεν μπόρεσα να βγάλω άκρη, ούτε να δώσω ερμηνεία. Τα κόμικς καταγράφουν και εξιστορούν μια πραγματικά σκληρή εικόνα, με σκίτσα για να μη γίνονται αντιληπτά; Μήπως πάλι ότι γίνεται γύρω μας και πληγώνει τόσους ανθρώπους, να είναι μια έμπνευση της ζωής από τα κόμικς; Μια απλή μεταφορά της εικονογράφησης; Ένα απ` αυτά πάντως που μου έμεινε χαραγμένη απορία από τότε, είναι ότι ένα ευτυχισμένο τελευταίο καρέ αποτελεί κάτι δύσκολο ακόμη και για ένα εικονογραφημένο… Ίσως κι αυτά να προσπαθούν με τον τρόπο τους να μας εισαγάγουν σε real time καταστάσεις, απ` αυτές με τις οποίες θα ερχόμασταν μελλοντικά αντιμέτωποι… Μακάρι να ήταν σαν τα τηλεοπτικά σποτάκια, αλλά δυστυχώς φίλοι μου …reality bites!

Γιώργος Κοσκινάς

Το πιο πάνω κείμενο υπογράφεται από τον Γιώργο Κοσκινά και είναι προστατευμένο και κατοχυρωμένο πνευματικά. Οποιαδήποτε αντιγραφή μερική ή ολική χωρίς την συγκατάθεση του δημιουργού, επισύρει τις προβλεπόμενες από το νόμο κυρώσεις.

Διαβάστε τις αποκλειστικές για το Comics Trades πρό – δημοσιεύσεις όλων των παρόμοιων κειμένων(τμημάτων ενός νέου βιβλίου για τα κόμικς & τις αναμνήσεις, από τις εκδόσεις Αιγόκερως), στην υπό – κατηγορία «ΙΣΤΟΡΙΕΣ & ΤΕΥΧΗ».

http://wp.me/PKxow-1j2

ΖΑΓΚΟΡ – «ΤΑ ΚΟΚΚΙΝΑ ΣΑΚΑΚΙΑ»

Μια σάρωση 254 σελίδων, από το περιεχόμενο συνολικά 15 τευχών, σε μια ιστορία από τις καλύτερες που διαβάσαμε στο εβδομαδιαίο «Ζαγκόρ», σας περιμένει αυτή τη φορά! Οι αναγνώστες εκείνης της υπέροχης έκδοσης κόμικς, περίμεναν τεσσερισήμισι μήνες για να δουν να πέφτει ο επίλογος σε αυτή την ιστορία! Εσείς, απλά θα την ξεφυλλίσετε ηλεκτρονικά όσες φορές θέλετε, σε συνεχόμενες σελίδες και όχι σε συνέχειες! Πρώτο μεγάλο project του καλοκαιριού για φέτος στο Comics Trades; Όχι βέβαια! Ούτε μεγάλο – ούτε το πρώτο είναι και θα το διαπιστώσετε καθώς θα κυλάνε οι μέρες στο ημερολόγιο…

Είναι μια δύσκολη και επίπονη προσπάθεια, βέβαια. Τα τεύχη σαρώθηκαν σελίδα – σελίδα, σε υψηλή ανάλυση, πάντα προσεκτικά και στην συνέχεια η κάθε σελίδα ξεχωριστά υπέστη τεχνική επεξεργασία. Σε κάποιες περιπτώσεις τα καταφέραμε αρκετά καλά θα έλεγα, ενώ σε κάποιες άλλες έμειναν ορισμένα ψεγάδια, που πιστοποιούν όμως την αυθεντικότητα των τευχών και βγάζουν λίγη από την νοσταλγία εκείνων των χρόνων, όπως επίσης και παρά τις δυσκολίες, δεν αλλοιώθηκε η εικόνα σε σημείο που να δημιουργεί πρόβλημα στην ηλεκτρονική ανάγνωση. Κι αυτό θα το διαπιστώσετε άλλωστε. Ήταν Γενάρης του 1973 και συγκεκριμένα 25 του μήνα, όταν ξεκινούσε μια νέα περιπέτεια για τους δύο φίλους. Τον «Ζαγκόρ» και τον «Τσίκο». Αμέσως μετά την ιστορία με τον «Φάντη Μπαστούνι», στην σελίδα 27 του τεύχους 110, έρχεται η επόμενη μεγάλη πρόκληση για το «πνεύμα με το τσεκούρι», αλλά και για τον Έλληνα εκδότη κ. Ανεμοδουρά, αφού αυτή εδώ ήταν η μεγαλύτερη ως τότε ιστορία που δημοσίευσε σε συνέχειες, πάντα στο «Ζαγκόρ»! 15 τεύχη δεν ήταν και λίγα και φυσικά το στοίχημα ήταν μεγάλο και με ρίσκο, αφού έπρεπε να χωριστεί σε τέτοια τμήματα η ιστορία, ώστε να είναι και ελκυστική, αλλά και να κρατάει αμείωτο το ενδιαφέρον των αναγνωστών, για να συνεχίσουν να αγοράζουν τα εβδομαδιαία τεύχη. Στην Ιταλία ήταν αρκετά διαφορετικά τα πράγματα, σε σχέση με την έκδοση της εν λόγω περιπέτειας. Δημοσιεύτηκε στα τεύχη 59(“Servizio Secreto”) & 60(“Fucilazione!”), τον Μάιο και τον Ιούνιο του 1970. Δεν ακολούθησε την ιστορία με τον «Φάντη Μπαστούνι», κάτι που για ακόμη μια φορά αποδεικνύει ότι στην χώρα μας διαβάζαμε επιλογές του εκδότη ουσιαστικά και όχι τις ιστορίες με την αρχική σειρά δημοσίευσης τους στην Ιταλία.

Το σενάριο είναι του Sergio Bonelli(ή Guido Nolitta όπως επιθυμούσε να λέγεται, για να μην τον συγχέουν με τον πατέρα του, τον Gian Luigi Bonelli), ενώ τα σκίτσα και τα εξώφυλλα της Ιταλικής έκδοσης, του μόνιμου συνεργάτη του και θρύλου των Ιταλικών κόμικς, Gallieno Ferri. Το σενάριο θέλει τους δύο φίλους να μπλέκουν σε μια πολύ σκοτεινή ιστορία, που έρχεται σαν εφιάλτης από το παρελθόν και μοιάζει σαν μια προσπάθεια των δημιουργών της να προσθέσουν κάτι από το πολύ επιτυχημένο κλίμα των «Μπλέκ» και «Λοχαγού Μάρκ»! Δύο άλλοι – διαφορετικοί ήρωες, που μάχονταν για την ελευθερία της Αμερικής ενάντια στους Άγγλους διεκδικητές της. Τι ακριβώς συμβαίνει εδώ λοιπόν και φέρνει ομοιότητες με εκείνη την περίοδο; Μια ακόμη απόπειρα διεκδίκησης της Αμερικής από τους Άγγλους και η ιδέα της δημιουργίας μιας Νέας Αγγλίας! Ευφάνταστο σενάριο το δίχως άλλο, κι αυτό με κινηματογραφικές δυνατότητες, όπως σχεδόν όλα όσα έγραψε ο υιός Bonelli. Η άψογη συνεργασία του με τον Ferri είναι εμφανής σε κάθε καρέ. Τον καθοδηγεί με το κείμενο του τέλεια, αλλά συγχρόνως τον αφήνει να βγάλει και το δικό του βλέμμα – ταλέντο. Όμορφα τοπία, ωραία πλάνα στους χαρακτήρες, ρεαλιστικότατες στιγμές έντασης και συγκρούσεων, συνθέτουν μια εξαιρετική αφήγηση που κρατάει τον αναγνώστη. Δεν θα μπούμε σε επιμέρους αναλύσεις των δημιουργών, αφού έχουν δώσει στα μάτια σας επανειλημμένως εξετάσεις. Αν τις πέρασαν ή όχι, αυτό είναι προσωπικό συμπέρασμα του καθενός και δεν υπάρχει κανένας λόγος να πείσουμε κάποιους που έχουν ίσως απορρίψει αυτό το κόμικς, να το δουν με άλλο μάτι και νέα κριτήρια. Όλα αυτά είναι ένα παιγνίδι υποκειμενικότητας, όπως και πάρα πολλά ακόμη στη ζωή μας, ειδικά σε θέματα που έχουν να κάνουν με τις προτιμήσεις μας στην ψυχαγωγία. Δεν υπάρχουν πανάκειες και εγχειρίδια. Το ένστικτο νομίζω ότι είναι αυτό που μας καθοδηγεί κυρίως, σε αυτές τις περιπτώσεις, όπως και αυτό που για τον καθέναν είναι το ζητούμενο από ένα κόμικς.

Να μην ξεχάσουμε να μνημονεύσουμε τον απίστευτο γκαφατζή «Τσίκο», από τον οποίο αρχίζει και στον οποίο τελειώνει κάθε περιπέτεια! Αν συνήθως η πείνα του είναι αυτή που τον οδηγεί σε τραγελαφικές καταστάσεις(μαζί και τον «Ζαγκόρ»), σ` αυτήν εδώ είναι η αφέλεια του και η μορφή μιας όμορφης κοπέλας, που θα φέρει τους δύο συντρόφους αντί για ένα άνετο ταξίδι με το κανό, να κάνουν ένα παγωμένο μπάνιο, να μείνουν άφραγκοι και φυσικά να κινδυνέψουν για κόμη μια φορά να χάσουν τη ζωή τους! Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, θα βρεθούν στο δρόμο τους και τρείς μυστήριοι τύποι, που θα τους φέρουν αντιμέτωπους με τα «κόκκινα σακάκια»… Δώσαμε αυτό τον τίτλο στην σάρωση μας, από το τεύχος 116 της Ελληνικής έκδοσης. Τα τεύχη στα οποία συμπεριλήφθηκε η ιστορία, καθώς και οι ημερομηνίες κυκλοφορίας του κάθε ενός, ακολουθούν πιο κάτω.

110 – «Παγίδα στο ποταμόπλοιο» 25 Ιανουαρίου

111 – «Οι νεκραναστημένοι» 1 Φεβρουαρίου

112 – «Ο μυστηριώδης ίσκιος» 8 Φεβρουαρίου

113 – «Τρείς αινιγματικοί τύποι» 15 Φεβρουαρίου

114 – «Ο Ζαγκόρ πιάνει έναν ίσκιο!» 22 Φεβρουαρίου

115 – «Ο πράκτωρ 227» 1 Μαρτίου

116 – «Τα κόκκινα σακάκια» 8 Μαρτίου

117 – «Ένα παράξενο στρατόπεδο» 15 Μαρτίου

118 – «Ο Τσίκο πάει σε αποστολή» 22 Μαρτίου

119 – «Ο τουφεκισμός» 29 Μαρτίου

120 – «Η κραυγή του Ζαγκόρ» 6 Απριλίου

121 – «Ο Ζαγκόρ κάνει όρκο» 13 Απριλίου

122 – «Το κυνήγι των δολοφόνων» 20 Απριλίου

123 – «Τσίκο ο ήρως με το τσεκούρι» 27 Απριλίου

124 – «Το βέλος του ταχυδρόμου» 3 Μαΐου

ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΜΕ ΤΟ LINK ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΘΗΚΕ!

ΣΑΣ ΖΗΤΑΜΕ ΣΥΓΝΩΜΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΑΛΑΙΠΩΡΙΑ

Το αρχείο κατεβαίνει ακολουθώντας το παρακάτω link

http://www.mediafire.com/?fvmmrqhqcoqpjef

Όγκος αρχείου 165 MB

Σύνολο σελίδων 254

Σάρωση εικόνων με EPSON V300 PHOTO

Ανάλυση σάρωσης 400 dpi

Επιμέρους διαστάσεις σελίδων 2100 Χ 1800 με τη βοήθεια του Photo Resizer

Επεξεργασία σελίδων – crop – ευθυγράμμιση με Adobe Elements & Picasa

Υδατογράφημα Alamoon

Συμπίεση αρχείου και τελικό φορμάτ Adobe pdf Creator

ΑΓΑΠΗΜΕΝΑ ΤΕΥΧΗ ΚΟΜΙΚΣ 12. ΖΑΓΚΟΡ ΤΕΥΧΟΣ 67

Ψάχνοντας στο νου για αυτά που αποκαλούμε πολλές φορές «παραλειπόμενα ζωής», αφήνεσαι σε μια γλυκιά ζάλη, μια μεθυστική διαδρομή σε ένα πολύχρωμο τούνελ, όπου πάντα στην άλλη του άκρη σε περιμένει ένα χαμογελαστό ξέφωτο αναμνήσεων. Σαν ένα κομμάτι γης που το λούζει μια ακτίνα ήλιου, περνώντας ανάμεσα στα κλαριά των δέντρων, που μοιάζουν να θέλουν καμιά φορά να κρύψουν τον ουρανό. Όμως η ακτίνα περνάει παρ` όλα αυτά και βγάζει ένα αισιόδοξο συναίσθημα. Λες, «κοίτα πάλι πως μπορούν να ζωντανέψουν εκείνες οι εκδρομές στην εξοχή» …  Και τότε τα σύννεφα μούγκριζαν και φοβέριζαν από ψηλά, αλλά εμείς βρίσκαμε ένα μέρος πιο φωτεινό για να ρουφήξουμε λίγη από την μυρωδιά της άνοιξης. Κι όλο μια αφορμή θα ξεπηδούσε, για να κλωτσήσει κάποιος τη μπάλα, ένα πείραγμα για να ακουστούν τα τρανταχτά γέλια όλων μας. «Εφικτές καθημερινές πολυτέλειες». Ανέξοδες και δίχως πολύ σκέψη. Με ένα τρόπο ανεξήγητα μαγικό και με κυρίαρχο στοιχείο τον αυθορμητισμό, όλα όσα περνούσαν απ` το μυαλό μας απείχαν ελάχιστα από το να γίνουν πράξη. Ίσως η απουσία και η άγνοια του φόβου για τις επιπτώσεις που μπορούσε να έχει, να ήταν ένας ισχυρός λόγος προκειμένου να υπερισχύουν τα κίνητρα απ` την «λογική της καθημερινότητας». Έτσι ζούσαμε τις στιγμές και αυτές ποτέ δεν μας πρόδωσαν. Ούτε και το ένστικτο μας. Δήλωναν πάντα παρόν, ακόμη και στις δικές «απουσίες», αυτές που ακούγονταν σαν σιγανά μουρμουρητά γκρίνιας. «καλά, δεν θα ξαναπάω.»…, αλλά αυτό ήταν κάτι που αναιρούνταν ταυτόχρονα από μέσα μας, με φράσεις σαν το κλασσικό πια «θα σου πω εγώ»! Σας φαίνονται οικεία, έτσι; Πάνω – κάτω τα ίδια ζήσαμε, με μοναδική διαφορά αυτή της απόστασης ο ένας απ` τον άλλον, ζώντας σε διαφορετικές γωνιές της χώρας. Σκεφτείτε όμως να μπορούσε να ηχογραφηθεί εκείνη η σκέψη τόσων πιτσιρικάδων! Θα` ταν σα να ακούγονταν ένας ξαφνικός πανηγυρισμός, στο άδειο γήπεδο της πόλης, μια Δευτέρα μεσημέρι ας πούμε! Ήταν η κοινή αντίδραση, αυτή που μας ένωνε και ο ίδιος τρόπος αντιμετώπισης από τους γονείς, αυτός που τους έκανε να μοιάζουν σαν συγγενείς! Πολύ πριν την εποχή της φωτοτυπίας, τα αντίγραφα ήταν παντού γύρω μας, κι εμείς απλά θέλαμε να ξεχωρίζουμε, να είμαστε διαφορετικοί, αλλά με τις επιρροές να είναι ίδιες σε όλους! Από κάπου πρέπει να επηρεαστείς, όμως. Να βρεις ένα πρότυπο. Μια ιδέα, ένα …σκίτσο! Αυτό το τελευταίο ειδικά, είχε τεράστιες δυνατότητες, ικανές να δώσει στον καθένα και μια εντελώς δική του διάσταση – ερμηνεία. Γιατί απλά προσαρμόζονταν στην φαντασία μας και κανείς δεν είχε την ίδια! Ούτε καν μοιάζανε μεταξύ τους! Το αντίθετο με τα χρόνια που ακολούθησαν, όπου η φαντασία μπήκε σε ζελατίνες και αεροστεγείς συσκευασίες, με ημερομηνία λήξης και συγκεκριμένες φίρμες… Σίγουρα δεν μπορούμε όσο κι αν ανατρέξουμε σε εκείνα τα καταφύγια μας τα παιδικά, πάνω σε ξύλινα άλογα, μέσα σε ρούχα λερωμένα απ` το παιγνίδι, να φέρουμε στο νου προφητικά όσα θα επακολουθούσαν. Όσο κι αν κάλπαζε η φαντασία μας, έστω κι αν καμιά φορά έτρεχε τόσο πολύ, που μας έριχνε κάτω απ` τη ράχη της!

 

Σκαρφαλωμένος σε ένα τέτοιο φανταστικό άτι μικρός(σε έναν κορμό ελιάς, που στο πάνω του μέρος έκανε μια «πλάτη» σαν αλόγου), πέρασα ατέλειωτες εκτάσεις. Λιβάδια, κάμπους, πλαγιές, βουνοκορφές. Ηγήθηκα σε επιθέσεις πολεμικές, πολέμησα, με πλήγωσαν αλλά σηκώθηκα ξανά. Αστείρευτες δυνάμεις, τεράστιο ρεπερτόριο εικόνων. Γραπωμένος από το λαιμό του πιστού συντρόφου μου, κάναμε μαζί μάχες και ταξίδια, πάντοτε αχώριστοι και αγαπημένοι. Ήταν ένα δέσιμο πολύ δυνατό. Το καταφύγιο και το παιγνίδι μαζί. Υποθέτω ότι ο καθένας έχει να πει τέτοιες ιστορίες, εφευρετικότητας και μοναδικότητας, χαρακτηριστικές του ψυχικού του κόσμου και άρρηκτα δεμένες με τα χρόνια της αμφισβήτησης και της εξερεύνησης. Ίσως να μην έχουν να κάνουν με δέντρινα άτια, αλλά και πάλι ποιος είναι αυτός που θα δώσει βραβεία στα πλάσματα του νου μας τα φανταστικά, που κάποτε γίναμε αφέντες τους. Όλα τους έχουν την ίδια αξία και πάντα θα έχουν την ίδια ξεχωριστή θέση στις καρδιές μας.

Στο δέντρο αυτό, εκτός όλων των άλλων τρόπων που σκαρφίστηκα σαν χρήσεις, ήταν και ένα ιδανικό μέρος για διάβασμα κόμικς! Αυτή του η ιδιαιτερότητα, ήταν η κοιλότητα του ίδιου του κορμού, που επέτρεπε στον …αναβάτη συν τοις άλλοις, να μπορεί να κάθεται ανάποδα(απ` ότι όταν οδηγούσε το άλογο του σε δύσβατα μονοπάτια!), έτσι ώστε να διαβάζει αναπαυτικά, σαν να ήταν σε μια πολυθρόνα. Ένα ακόμη πλεονέκτημα που το έκανε μοναδικό, ήταν ότι τα πόδια μπορούσαν να κρέμονται και να πηγαινοέρχονται, ανάλογα με το περιεχόμενο του τεύχους, αφού κανένα μα κανένα δεν το ζούσα το ίδιο, ούτε είχε τον ίδιο ρυθμό! Άλλοτε η αγωνία ήταν τέτοια, που η κίνηση περιορίζονταν στα βλέφαρα και το πήγαινε – έλα των ματιών. Άλλες φορές πάλι η δράση περίσσευε, οπότε ο νοερός καλπασμός έπαιρνε τα πόδια πέρα – δώθε! Σε τέτοιες στάσεις και καταστάσεις, ήρθαν πάμπολλες φορές στα αυτιά μου φράσεις σαν το «τι κάνεις παιδάκι μου εκεί; Θα πέσεις και θα τσακιστείς»! Δεν ενέδωσα όμως, κρατώντας χαρακτήρα ισχυρό, ίσως γιατί ενδόμυχα μου περνούσε απ` το μυαλό ότι αν κατέβαινα, θα γλύτωνα το να τσακιστώ απ` το δέντρο, αλλά ίσως όχι και τα …υπόλοιπα διαφορετικού τύπου «τσακίσματα», που ελλόχευαν σαν κίνδυνοι σε αυτές τις περιπτώσεις ανυπακοής! Πείσμα εσείς – πείσμα κι εγώ! Το κακό ήταν ότι κάποια φορά πιανόμουνα, οπότε έπρεπε και να αντιμετωπίσω της όποιες συνέπειες των πράξεων μου, αλλά αυτό δεν είναι επί του παρόντος τμήματος του κειμένου!

Την προτελευταία μέρα του Μαρτίου του 1972, κι ενώ η φύσις έξω στον κήπο οργίαζε και με προκαλούσε να τρέξω στα ηνία του πιστού μου συντρόφου(έχοντας κάνει τα μαθήματα, αν αυτό θέλατε να ρωτήσετε!), κυκλοφορούσε ήδη απ` το πρωί(το είχα πάρει στο σχόλασμα από τον πάγκο, δίπλα σχεδόν στην στάση του λεωφορείου!), το 67 τεύχος του Ζαγκόρ, τρεις – αγαπημένου κόμικς συντρόφου και λίγες φορές που είπα! Εδώ είχα ζωγραφίσει το σήμα της μπλούζας του σε άπειρα καλοκαιρινά κοντομάνικα, τι να λέμε τώρα;! Ψύχωση! Κι ήμουν μόλις 8, έτσι; Σκεφτείτε τι επακολούθησε στα μετέπειτα χρόνια, ειδικά όταν μου έστειλε ο μπάρμπας μου από τα καράβια ένα ολόιδιο πιστόλι! Χαμός! Το Ζαγκόρ και στο δέντρο που λέτε! Τώρα που κοιτάζω καμιά φορά αυτό τον κορμό, σκέφτομαι πως στο καλό ανέβαινα εκείνα τα χρόνια, σχεδόν με ένα πήδημα! Μεταξύ μας, το δοκίμασα πριν μερικά χρόνια, αλλά καλύτερα να μην μπω στην διαδικασία, να σας περιγράψω τα αποτελέσματα! Χωρίς πολλά – πολλά(γιατί, χρειάζονταν άλλωστε;), το παιγνίδι με τα αλογοκυνηγητά πέρασε σαν δεύτερη προτεραιότητα και η ανάγνωση έγινε η κυρίαρχη ιδέα εκείνο το μεσημεράκι.

Ήταν η εποχή που πίστευα ότι ο κ. Ανεμοδουράς άκουγε με κάποια περίεργη μυστική συσκευή, όλες μου τις προτιμήσεις για ένα κόμικς, οπότε έπραττε ανάλογα, βάζοντας μέσα αναγνώσματα που λάτρευα! Την ίδια σκέψη είμαι σίγουρος, ότι κάνατε πολλοί από εσάς, κι όχι μόνο μια φορά! Περίεργοι τύποι αυτοί οι εκδότες! Πρώτη – πρώτη η φάτσα του Άγγλου μάγου της μπάλας Ρόυ Ρέης(τα καμώματα του οποίου μαζί με τις τεχνικές του Τζώρτζ Μπέστ στο οπισθόφυλλο, τα είχα σαν ένα είδος εγχειρίδιου ποδοσφαίρου, για κάμποσα χρόνια!). Ήταν το 15 επεισόδιο αυτού του εικονογραφημένου, που μας κέρδισε όλους με χαρακτηριστική άνεση και έγινε σημείο αναφοράς στο περιοδικό, αλλά και στις συζητήσεις μας, όπου αναλύαμε τις φάσεις που είχαμε διαβάσει και επιχειρούσαμε φυσικά να τις κάνουμε κι εμείς! Σ` εκείνο το τεύχος, το 67 του Ζαγκόρ, η Ρόβερς και οι παίκτες της είχαν ψυχολογικά προβλήματα και αυτό τους επηρέαζε την απόδοση στους αγώνες, με αποτέλεσμα να ξεπέσουν κάπως στα μάτια ακόμη και των φιλάθλων τους! Τρομερό! Η απόλυτα γήινη ομάδα, με τρωτό σημείο την ψυχολογία αυτή τη φορά! Το κακό είναι ότι με πήρε κι εμένα λίγο από κάτω(όχι απ` το δέντρο!), γιατί δεν ήταν κι ότι καλύτερο να βλέπεις την αγαπημένη σου εικονογραφημένη ομάδα να παραπατάει στον αγωνιστικό χώρο! Ήταν …κάπως! Στο δε τέλος της συνέχειας, η αγωνία έκανε την εμφάνιση της, μιας και προαισθανόσουν ότι κάτι θα αλλάξει, αλλά ο εκδότης το είχε έτοιμο για την επόμενη Πέμπτη! Αν και το εξώφυλλο αυτού του τεύχους δεν ήταν από εκείνα που αποκαλούσαμε τότε «τραβηχτικά», με κάτι φαντεζί ας πούμε, μια σκηνή μάχης άνισης, ή ένα κοντινό πλάνο του ήρωα, η ιστορία που περιείχε δεν ήταν κακή. Ίσα – ίσα που θα την χαρακτήριζα μάλλον έξυπνη και ακόμη καλύτερα για τα χρόνια εκείνα του πενιχρού χαρτζιλικιού, σχετικά σύντομη! Δηλαδή χωρίζονταν σε τρία μόλις τεύχη(από τα οποία το «ζουμί» είχαν τα 67 και 68), που καταλαβαίνετε τι σημασία είχε για έναν πιτσιρικά! Εδώ είχαμε το «πνεύμα με το τσεκούρι» να αντιμετωπίζει μια …αλεπού! Αυτό ήταν το παρατσούκλι του κακοποιού, πολύ καλού στις μεταμφιέσεις, που έμελε για κακή του τύχη να γνωρίσει τον αχώριστο φίλο του χοντρούλη Τσίκο και να εκδικηθεί για την κλοτσοπατινάδα που έφαγε εκείνος, από τους μπράβους του απατεώνα! Ποιος είδε τον Ζαγκόρ και δεν τον φοβήθηκε! Μέχρι κοντάρι από κορμό δέντρου έφτιαξε, για να πηδήσει με άλμα επί κοντό τον φράχτη που τον χώριζε από τους θρασείς τύπους! Αυτό το ρημάδι το κοντάρι, ευθύνεται τα μέγιστα για καμιά τριανταριά μελανιές που γέμισα, από τις απανωτές προσπάθειες να τον μιμηθώ! Και μετά σου λένε ότι τα κόμικς δεν επηρεάζουν τους αναγνώστες! Κουραφέξαλα! Μ` αυτά και με τα` άλλα, ο ήρωας του Ντάρκγουντ και της γύρω περιοχής δε μάσησε, προσπέρασε τα εμπόδια ρίχνοντας ένα γερό μπερντάχι στους δύο ανόητους! Βέβαια στην συνέχεια τον συνέλαβαν οι υπόλοιποι της συμμορίας και έτσι γνώρισε και την μουσούδα της …αλεπούς από κοντά, οπότε …πήγαμε για τον Απρίλη πλέον, για να διαβάσουμε την συνέχεια στο τεύχος 68! Είχες προλάβει όμως να διαβάσεις αρκετά, με μπόλικη δράση και χιούμορ όπως πάντα, οπότε μάλλον θα έλεγα ότι μας είχε καλύψει εκείνο το τεύχος και υπήρχε «υλικό» προς συζήτηση και όχι μόνον, για μια εβδομάδα(και βάλε!), μέχρι να κυκλοφορούσε το επόμενο. Ιδανικό συμπλήρωμα για το περιεχόμενο του περιοδικού, η συνέχεια της ιστορίας του Κάπτεν Μίκυ κόντρα στον πειρατή Σιδερογένη(άλλη φοβερή φιγούρα αυτή!). Έλη, βάλτοι, κινούμενη άμμος, πειρατές άγριοι και θυμωμένοι, κροκόδειλοι, θάνατος και κίνδυνος παντού παραμόνευε, στις σελίδες εκείνης της συνέχειας, απ` όπου ο νεαρός ραίηντζερ κατάφερε να βγει αλώβητος! Στο τέλος του επεισοδίου εκείνου, ο αναγνώστης προετοιμάζεται για την μεγάλη αναμέτρηση με τον αρχηγό των πειρατών και λίγο πριν γνωρίζει για τα καπελόδεντρα του δόκτορα Αφαιμάξη! Πραγματικά αυτή η ιστορία, ήταν από τις καλύτερες που είχα διαβάσει με τον Κάπτεν Μίκυ και την τοποθετώ στις 6-7 πιο όμορφες σε σενάριο και σκίτσο, απ` όσες δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό. Είχε κάτι που σε κρατούσε. Μια αγωνία, αλλά και χιούμορ μαζί. Όμορφα τα καρέ στους βάλτους και οι σκηνές με τους κροκόδειλους. Στο οπισθόφυλλο τέλος, ο Τζώρτζ Μπέστ μας μάθαινε τις σωστές αντιδράσεις του τερματοφύλακα στο πλονζόν. Είπαμε, Έξοχη σειρά κι αυτή, που σου έδινε πολύ «υλικό» για να αυτοσχεδιάσεις αλλά και για να πειραματιστείς, αν και το συγκεκριμένο μάθημα δεν με ενθουσίασε τόσο ομολογώ, αφού ουδέποτε έκρυψα τη μη προτίμηση μου για την θέση του τερματοφύλακα!

Κατεβαίνοντας από το πολλαπλής χρήσης εκείνο καταφύγιο, έχοντας ξεκοκαλίσει κάθε μια από τις 52 σελίδες του τεύχους και σχεδόν αποστηθίσει πολλές από τις ατάκες των πρωταγωνιστών του, τρία πράγματα κυριαρχούσαν σαν σκέψεις. Το πρώτο ήταν να ξεθάψω από την κρυψώνα του το προηγούμενο τεύχος, για να το ξαναδιαβάσω φυσικά, το δεύτερο να περάσει η εβδομάδα για να κυκλοφορήσει το επόμενο(και θέλαμε ακόμη 7 μέρες!), ενώ το τρίτο ήταν ξαπλώσω σε ένα μαξιλάρι και να γίνω καλό παιδί για λίγο, μέχρι να ξεκουραστεί η μέση μου!

Γιώργος Κοσκινάς

Το πιο πάνω κείμενο που υπογράφεται από τον Γιώργο Κοσκινά, είναι προστατευμένο, κατοχυρωμένο πνευματικά και αποτελεί τμήμα υπό έκδοσης βιβλίου από τις εκδόσεις Αιγόκερως. Δημοσιεύεται αποσπασματικά κατ` αποκλειστικότητα στο Comics Trades, κατόπιν σχετικής άδειας τόσο του δημιουργού – όσο και του εκδότη. Οποιαδήποτε αντιγραφή μερική ή ολική χωρίς την συγκατάθεση του δημιουργού & του εκδοτικού οίκου που διατηρούν τα πνευματικά δικαιώματα των κειμένων αυτών, επισύρει τις προβλεπόμενες από το νόμο κυρώσεις.

Όλη η σειρά αυτών των κειμένων, βρίσκεται στην υπό – κατηγορία «ΙΣΤΟΡΙΕΣ & ΤΕΥΧΗ».

http://wp.me/PKxow-1j2

ΤΑΡΓΚΑ – «Ο ΘΕΟΣ ΤΟΥ ΜΙΣΟΥΣ»

Μια ιστορία με τον Τάργκα, θα έχετε την ευκαιρία να διαβάσετε στο σημερινό αρχείο εικόνας που επισυνάπτουμε στο άρθρο αυτό. Η δημοσίευση της ξεκίνησε στο τεύχος 225 του εβδομαδιαίου Ζαγκόρ(«Η φριχτή μάχη» – Πέμπτη 10 Απριλίου 1975), για να ολοκληρωθεί στο τεύχος 229(«Κάτι άλλο» – 8 Μαΐου 1975). Ακολούθησε την πολύ ενδιαφέρουσα ιστορία «Τα λουλούδια του θανάτου», που θα έχετε την ευκαιρία να διαβάσετε και αυτήν, προσεχώς. Να πούμε ότι στο διάστημα αυτό, είχαμε μια εξαιρετική ιστορία να εκτυλίσσεται στον κεντρικό χαρακτήρα του περιοδικού, όπου ο Ζαγκόρ έμπαινε σε μια πολύ δυνατή περιπέτεια με φόντο το επιβλητικό Καθήντραλ Πήκ και έπαθλο ένα μυστηριώδες κουτάκι, που με το περιεχόμενο του θα έδινε τεράστιες οικονομικές δυνατότητες σε αυτόν που θα το έβρισκε πρώτος. Μια ιστορία που επίσης είναι υπό  σάρωση. Ας δούμε όμως με τι ακριβώς έρχεται αντιμέτωπος ο «Γιός του Ήλιου» ή Τάργκα, μαζί με το θηριώδη Ζουλού σύντροφο του Ουμπάλα, στην ιστορία που σας προσφέρουμε σήμερα. Ένας μετεωρίτης πέφτει στην Αφρικανική ζούγκλα, με πολύ περίεργες επιδράσεις σε όποιους τον αντικρίζουν. Ο μάγος Ματάνα θα ανακαλύψει σε αυτόν και τις ιδιότητες του, έναν τρόπο για να κυριαρχήσει στις εξωτικές εκτάσεις της περιοχής και όχι μόνο, στρέφοντας τους συνάνθρωπους του στο μίσος και δημιουργώντας μια στρατιά υπνωτισμένων μαχητών. Σε όλα αυτά υπάρχει αντίδοτο φυσικά, όπως και happy end, αλλά για να φτάσουμε εκεί θα χρειαστεί να δούμε μια πολύ καλή σεναριακά ιστορία και ένα εξίσου όμορφο σκίτσο. Ο άγνωστος μέχρι σήμερα, τουλάχιστον σε εμένα, δημιουργός του, έχει μια πολύ λεπτομερή περιγραφή σαν δυνατό σημείο και μια εξαιρετική προοπτική στα καρέ του. Αν δείτε τη σκηνή με την μονομαχία των δύο φίλων, με θέα την εξέδρα που στήθηκε ειδικά γι` αυτό, αλλά και τις φλόγες που την τυλίγουν, θα πάρετε μια γεύση των όσων σας ανέφερα πριν. Αμέσως μετά αυτή την ιστορία, ήρθε η τελευταία με τον Τάργκα που φιλοξενήθηκε στο Ζαγκόρ, η οποία ξεκινάει από το τεύχος 229 και είναι εμφανής όσων αφορά στην αλλαγή σχεδιαστή. Προσωπικά προτιμάω τις πρώτες ιστορίες, καθώς θεωρώ μάλλον …παιδική την τελευταία αυτή, σε σχέση με τη γραμμή σχεδίασης και τη δομή του σεναρίου. Νομίζω ότι μάλλον θα απογοήτευσε αρκετούς από τους φίλους του ήρωα και ίσως να ευθύνεται για την κατάργηση του από τις σελίδες του Ζαγκόρ.

Το αρχείο κατεβαίνει ακολουθώντας το παρακάτω link.

http://www.mediafire.com/?7psyol3ig3g346o

Χαρακτηριστικά scan – δεν κάνουμε διαφήμιση, αλλά τα παρακάτω προγράμματα & συσκευές βοήθησαν τα μέγιστα στη δουλειά που θα δείτε και οφείλουμε να τα αναφέρουμε.

Σάρωση εικόνων με EPSON V300 PHOTO

Ανάλυση σάρωσης 300 dpi

Επιμέρους ανάλυση σελίδων 1700 Χ 1200 με τη βοήθεια του Photo Resizer

Επεξεργασία σελίδων & crop με Adobe Elements & Picasa

Υδατογράφημα Alamoon

Συμπίεση αρχείο και τελικό φορμάτ Adobe pdf Creator

Αρέσει σε %d bloggers: