Αρχεία Ιστολογίου

ΤΟΜΠΟΛΑ 1930…

tinosontherun-blogspot

Ο εξαιρετικός αναμνησιοκαταγραφέας, κι ας μου συγχωρήσει την λέξη που εφεύρα για να περιγράψω την καταπληκτική του δουλειά, ο Νίκος ο Παπαδόπουλος , δημοσίευσε πρόσφατα στο ηλεκτρονικό του στέκι των αναμνήσεων μιας άλλης Ελλάδας, ένα άρθρο που μου κέντρισε την προσοχή. Θα το διαβάσετε αυτούσιο πιο κάτω, στο πλαίσιο της συνεργασίας μας, η οποία βασίζεται σε έναν πολύ απλό άξονα: Μεράκι και σεβασμός στην δουλειά του άλλου. Ο Νίκος διαχειρίζεται ένα ιστολόγιο από αυτά, που όπως λέμε στην αργκό, «δεν υπάρχουν». Το http://tinosontherun.blogspot.gr/ είναι ένα ημερολόγιο καταστρώματος ενός πλοίου που επιβιώνει φουρτουνών, αγέρηδων, καταστροφών και πάνω από όλα του κλέφτη του χρόνου. Η συνεργασία μας ξεκινάει ουσιαστικά, με το να μοιραζόμαστε κείμενα σαν κι αυτό εδώ. Το άρθρο του που θα διαβάσετε σήμερα, έχει για τίτλο «Τόμπολα 1930». Τι είναι; Διαβάστε πιο κάτω και θα δείτε. Νίκο, ευχαριστώ πολύ για την δυνατότητα που μας δίνεις να μπορούμε να διαβάζουμε την δουλειά σου. Καλή συνέχεια και να ξέρεις ότι είμαστε δίπλα σου σε ό,τι μας χρειαστείς.

TOBOLA 1930 (1)

«Πού ώρα ελεύθερη, τί, όπως τώρα νομίζεις ήταν…Ένα απόγευμα ελεύθερο είχαν οι γυναίκες, την Κυριακή το απόγευμα. Έ, τι να κάνανε, μαζεύονταν από σπίτι σε σπίτι και παίζανε τόμπολα να περάσει η ώρα. Ερχόταν η τσατσα-Κατερίνα, η Ιωάννα, η Λουκία, ε, δε θυμάμαι ποιά άλλη ερχόταν και παίζαν τόμπολα όλοι μαζί. 

Μα δε παίζαν για λεφτά, πού να βρεθούν τα λεφτά… Κόβανε και φυλλαράκια απ’ τις μυρτιές και άμα κλείνανε σειρά βάζαν το φυλλαράκι στην άκρη για να φαίνεται πως κλείσανε. Και λέγαν, έκλεισα μία σειρά, έκλεισα δύο και άμα έκλεινες και τις τρεις, κέρδιζες. Κι’ όσα περισσεύαν τα βάζανε στη μεγάλη καρτέλλα. Άμα δεις στην πίσω μεριά στη μεγάλη καρτέλλα, γράφει Αντώνιος και Ζάννες Αρμάος του Λορέντζου. Βάλε τώρα πως, στις πέντε στα Κελλιά είχε νυχτώσει. Ε, να παίζαν μέχρι τί ώρα, μήπως και θυμάμαι… Είχαν και δουλειές το πρωί, δεν αργούσαν όπως τώρα. Πίνανε ένα ρακάκι, άμα υπήρχε κι’ αυτό, τρώγανε κανένα στραγάλι κι΄αυτό ήταν…» Το σετάκι έχει ημερομηνία κτήσης 1930, έμεινε πάντα στην οικογένεια και όλα τα νούμερα είναι ανάγλυφα ξύλινα.

Για τους χαμένους αριθμούς έχει κοπεί κυλινδρικό κομμάτι ξύλου και ο αριθμός έχει γραφτεί με μελάνι. Ο λόγος που έχω βάλει όλες τις καρτέλλες στην ανάρτηση είναι, να μπορεί, όποιος πιθανόν θελήσει, να τις τυπώσει και να παίξει τόμπολα.
Για νούμερα μπορείτε να χρησιμοποιήσετε φασόλια γραμμένα στο χέρι. Βέβαια, δεν μπορώ να φανταστώ ποιά παρέα θα έπαιζε σήμερα τόμπολα χωρίς κίνητρο, έτσι, απλώς για την χαρά της παρέας…

Οι φωτογραφίες του παιγνιδιού, βρίσκονται στο πιο κάτω slide show.

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

Παρόμοιο υλικό σάς περιμένει εδώ.

Η ΩΡΑ ΤΩΝ ΠΟΛΕΜΙΣΤΩΝ

Η  ΩΡΑ  ΤΩΝ  ΠΟΛΕΜΙΣΤΩΝ

Η μοναδική μου μάχη είναι με το Μάτριξ και αυτούς που το υπηρετούν. Η μόνη μου ανάγκη είναι η πλήρης αποσύνδεση από αυτό και η ελευθερία. Ο αποπρογραμματισμός του νου είναι η μοναδική δουλειά μου.

Δεν έχω ακόμα γνωρίσει κανέναν που να το έχει επιτύχει αυτό. Οι άνθρωποι νομίζουν ότι έχουν αποδεσμευτεί, όταν απλά αντικαθιστούν τον έναν κανόνα με άλλον, μια πεποίθηση με άλλη και μια αντίδραση με μια άλλη. Πόσο αξιολύπητα αδαείς είναι! Απλά κοροϊδεύουν τον εαυτό τους μεταθέτοντας πράγματα επιφανειακά, βλέποντας διαφορετικές οπτικές του ίδιου έξυπνου, πολυδιάστατου συστήματος, με τα άπειρα ολογράμματα του.

Μπορείς να το αντιληφθείς αυτό, μόνο αν είσαι αρκετά θαρραλέος να μετακινείσαι, να αλλάζεις οπτικές, να εξερευνάς χωρίς την ανάγκη να υπερασπίζεσαι ή να κρατιέσαι από οτιδήποτε νομίζεις ότι ξέρεις.

Τότε έρχεται η κατακλυσμιαία συνειδητοποίηση ότι τα πάντα είναι αντιλήψεις, ότι ποτέ δεν έχεις βρεθεί ουσιαστικά «έξω» από τη μηχανή, απλά έχεις δει και έχεις βιώσει πολλά κομμάτια προγραμματισμού, μέσα στο ίδιο το πρόγραμμα. Ευρύτερες αντιλήψεις ίσως, αλλά παρ’ όλα αυτά, αντιλήψεις.

Όλα όσα αντιλαμβάνεσαι, νομίζεις ότι γνωρίζεις και βιώνεις, είναι μέρος του Μάτριξ. Το Μάτριξ βρίσκεται στο νου σου. Δεν μπορείς να δραπετεύσεις από αυτά που βιώνεις και αντιλαμβάνεσαι. Είσαι συν-δημιουργός και παράλληλα προστάτης του προγράμματος.

Όλα όσα θεωρείς «φυσιολογικά» σε σκλαβώνουν. Το σύστημα στο κεφάλι σου σε υπνωτίζει με συνήθειες: χιλιάδες λεπτομέρειες της καθημερινότητας σου που έχεις εκπαιδευτεί να αγνοείς. Κανόνες επί κανόνων που νομίζεις ότι είναι φυσιολογικό να υπακούς. Δεν έχει σημασία πόσο «θετικά» είναι όλα αυτά που υπηρετείς. Στην πραγματικότητα, το «θετικό» σε κρατάει ακόμα πιο υπνωτισμένο παρά το «αρνητικό». Το πρόγραμμα θρέφεται από τους θετικούς, καλούς, ηθικούς ανθρώπους-μηχανές, οι οποίοι είναι εντελώς τυφλοί στη συνεισφορά τους στο διπολισμό.

Δεν «μαθαίνεις» τον εαυτό σου. Δεν μπορείς να μάθεις αυτό που ήδη γνωρίζεις. Αποκαλύπτεις τον Εαυτό σου, όταν έχεις αποκηρύξει και απαλλαγεί από τη μηχανή που λανθασμένα πάντα πίστευες ότι ήσουν εσύ. Αλλά αυτό είναι καθολικός πόλεμος, ένας πόλεμος που δεν είσαι προετοιμασμένος ούτε εξοπλισμένος να αναλάβεις. Πολλοί έχουν προσπαθήσει, πολλοί ακόμα θα το επιχειρήσουν, αλλά είναι λίγοι, ελάχιστοι, αυτοί που το έχουν καταφέρει, να κερδίσουν τον πόλεμο – όχι μόνο μερικές μάχες (μόνο και μόνο για να συμμορφωθούν πάλι, με μια αξιολύπητη στάση ανωτερότητας).

Μη ζητάς αυτό που δεν είσαι έτοιμος να αναλάβεις. Και μη ζητάς από τυφλούς να σε οδηγήσουν σε αυτό που δεν έχουν οι ίδιοι δει. Κανείς δεν αναλαμβάνει αυτόν τον πόλεμο χωρίς προετοιμασία ή χωρίς ένα πραγματικό οδηγό που θα συμμετέχει μαζί του στις μάχες, αντί να κάθεται απ’ έξω ως θεατής.

Η προετοιμασία είναι και η μύηση σου, η περίοδος δοκιμασίας για τις πιο δύσκολες μάχες που βρίσκονται μπροστά σου, τις οποίες πρέπει να παλέψεις με τον εαυτό (εγώ) σου, για τον Εαυτό σου, για κανέναν άλλον και για κανένα άλλο λόγο.

Αν είσαι δειλός, κάνε πίσω και παράκμασε με τους αδύναμους (στην καρδιά). Σου αξίζει αυτό που επιλέγεις. Η ελευθερία προσφέρεται μόνο σε όσους την αξίζουν, όχι στις μηχανές που θέλουν να παρουσιάζονται ως άνθρωποι.

Μόνο η αλήθεια μπορεί να σε ελευθερώσει. Αλλά η «αλήθεια» είναι μια λέξη που το Μάτριξ δεν σε αφήνει να καταλάβεις. Δεν υπάρχουν πολλές αλήθειες, δεν υπάρχει αυτό που λένε, «η αλήθεια μου». Το Μάτριξ κρύβεται πίσω από λέξεις που χρησιμοποιεί για το δικό του συμφέρον. «Η αλήθεια μου», σημαίνει στην ουσία «η αντίληψη μου, οι πεποιθήσεις μου, οι ανάγκες μου» και πολλά άλλα πράγματα. Όμως δεν σημαίνει Αλήθεια, Πραγματικότητα, Γνώση, τα οποία δεν μπορούν να υποβιβαστούν σε υποκειμενικότητες. Κάθε φορά που εσφαλμένα θεωρείς την αντίληψη ως αλήθεια, θα ανακαλύπτεις – αν είσαι αρκετά θαρραλέος ώστε να παρατηρείς – ότι έχεις παγιδευτεί σε ακόμα ένα πρόγραμμα του Προγράμματος, από το οποίο πρέπει να παλέψεις για να αποδεσμευτείς.

Ο δρόμος προς την Αλήθεια είναι στρωμένος με αμφισβητήσεις. Η πραγματική αμφισβήτηση χρειάζεται τόλμη, επιμονή, και ολοκληρωτική, αφοσιωμένη εγρήγορση. Να είσαι έτοιμος να σταθείς μόνος. Τα χειρότερα τέρατα, εφιάλτες, κολάσεις είναι δημιουργήματα δικά σου. Να είσαι έτοιμος να καταστρέψεις, να γκρεμίσεις ΟΛΑ όσα ξέρεις και στα οποία έχεις βασιστεί για την άνεσή σου, για τόσο καιρό. Ποτέ δεν θα έχεις μια «ασφαλή» και συνηθισμένη μέρα στη ζωή σου ξανά.

Σε αντίθεση με αυτά που ξέρεις, είναι η ενοχή αυτή που σε κρατάει φυλακισμένο και είναι ο φόβος που θα σε οδηγήσει έξω από το Μάτριξ – αν δεν φοβηθείς το φόβο. Αν δεν φοβάσαι να παραμένεις στο πρόγραμμα, περισσότερο από όσο φοβάσαι να επιχειρήσεις να βγεις από αυτό, δεν θα μετακινηθείς από τη ζώνη άνεσης σου, ό,τι και αν ισχυρίζεσαι ή κάνεις. Το Μάτριξ έχει τρισεκατομμύρια τρόπους να σε πείθει με ολογράμματα αντιλήψεων ότι «βρίσκεσαι έξω από αυτό και ασφαλής». Τέτοιοι παραπληροφορημένοι άνθρωποι-μηχανές είναι οι καλύτεροι υποστηρικτές και το δυναμικό του. Αυτοί γίνονται οι τυφλοί ηγέτες που χιλιάδες άνθρωποι ακολουθούν, σε φανταστικούς κόσμους αντίληψης και λιγότερο εμφανή υποδούλωση. Τελικά, θα ανακαλύψεις, ότι βρίσκεσαι σε ακόμα ένα μονοπάτι προς μια ακόμα ουτοπία.

Μόνο όταν έχεις δει αρκετά – επιλέγοντας το μονοπάτι προς την Αλήθεια, που είναι μονοπάτι άβολο και ανασφάλειας – όταν έχεις αποκαλύψει αρκετά, μπορείς να απελευθερωθείς τελειωτικά από το φόβο. Τότε, αναπόφευκτα, σε καταβάλλει η θλίψη, η αηδία και ο θυμός, που θα σε αναγκάσουν να δράσεις. Τότε είναι που ξεκινάς τον πραγματικό πόλεμο, τον ΔΙΚΟ ΣΟΥ πραγματικό πόλεμο, από όπου δεν υπάρχει επιστροφή. Γιατί όταν έχεις ρίξει έστω μια ματιά στις αληθινές σου δυνάμεις, αυτά που είσαι πραγματικά ικανός να κάνεις, δεν μπορείς ποτέ ξανά να συμβιβαστείς παραμένοντας μηχανή. ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΓΙΝΕΙΣ πολεμιστής. Γιατί, μπορείς είτε να υπηρετείς το πρόγραμμα και τους πολλούς αντιπροσώπους του είτε να υπηρετείς την Αλήθεια και την Ανθρωπότητα. Δεν μπορείς να υπηρετείς ταυτόχρονα και τα δυο, παρ’ όλο που αρχικά θα το επιχειρήσεις.

Τότε, και μόνο με αυτή τη συνειδητοποίηση, δίνεις μια υπόσχεση στον Εαυτό σου, μέσα από την οποία ζεις, αναπνέεις, ξυπνάς με αυτήν, και υπερασπίζεσαι, με το νου, την καρδιά και τη ζωή σου καθημερινά, με όποιο κόστος.

«Υπόσχομαι να είμαι αγαθός και καλός προσφέροντας στα παιδιά, γιατί αυτά αποτελούν το μέλλον της Ανθρωπότητας.

Υπόσχομαι να είμαι υπεύθυνος με τους υπεύθυνους και να σέβομαι αυτούς που σέβονται τον εαυτό τους και τους άλλους.

Υπόσχομαι να κατανοώ και να βοηθάω τους πραγματικούς (γενναίους) αναζητητές της Αλήθειας, ως αληθινό σκοπό της ζωής μου.

Υπόσχομαι να ξεσκεπάζω και να καταστρέφω όσους αποπλανούν, τους απατεώνες και αυτούς που απομυζούν ενέργεια, γιατί δεν θα τρέφονται από την ενέργεια μου.

Υπόσχομαι να εξολοθρεύω κάθε πρόγραμμα, τελετουργικό, κανόνα, πεποίθηση που εμποδίζει το δρόμο Μου, καθώς και τους αντιπροσώπους αυτών που θέλουν να με σκλαβώνουν.»

Ένας πολεμιστής δεν μπορεί να ελέγχεται ή να υπνωτίζεται πλέον. Η πλάνη του γραμμικού χρόνου πείθει ότι οι μάχες χάνονται, ότι ο περιορισμός είναι υπαρκτός και ότι η ελευθερία είναι ακόμα ένα όνειρο θερινής νυκτός. Αλλά μόνο ένας πολεμιστής γνωρίζει ότι οι μάχες είναι οι εμπειρίες μάθησής του για να ξεσκεπάσει το Μάτριξ, είναι τα διδακτικά εργαλεία που τον κάνουν δυνατότερο, άφθαρτο, ισχυρότερο για την τελική του μάχη.

Μόνο ένας αληθινός πολεμιστής μπορεί να αναγνωρίσει τις μηχανές, κάτω από τις ανθρωπόμορφες προσποιήσεις τους. Γιατί μόνο ένας πολεμιστής έχει το θάρρος να συνθλίβει κάθε παραπλανητικό πρόγραμμα στον ίδιο του το νου, επομένως γίνεται ατρόμητος, καθαρίζοντας τη δική του Όραση. Οι πολεμιστές αναγνωρίζουν ο ένας τον άλλον, αλλά δεν αλληλοεξαρτώνται για την ατομική τους ελευθερία. Γνωρίζουν ότι ο καθένας πρέπει να αναλάβει την ευθύνη για τη δική του υποδούλωση καθώς και να κάνει τη δική του επιλογή να ελευθερωθεί – ή όχι. Οι μόνοι εχθροί τους οποίους αναγνωρίζουν έξω από την προγενέστερη ασυνείδητη ύπνωση τους, είναι αυτοί που θέλουν να παραμένουν μηχανές (είτε πιστεύοντας ότι είναι ελεύθεροι, είτε νομίζοντας ότι η σκλαβιά είναι το πεπρωμένο τους). Η συγκάλυψή τους είναι άκρως πειστική, αλλά μόνο για όσους βρίσκονται σε χαμηλότερο επίπεδο συνειδητότητας από αυτό των πολεμιστών.

Πάνω από όλα και περισσότερο από όλα, ένας αληθινός πολεμιστής στέκεται ενάντια στους αποκαλούμενους αρχηγούς, οδηγούς, δασκάλους, γκουρού που παραπλανούν τους αδαείς, οι οποίοι ψάχνουν απαντήσεις και λύτρωση έξω από τον Εαυτό τους. Αυτοί οι εκμεταλλευτές τρέφονται από τους υπνωτισμένους, με ψέματα, πρακτικές και πεποιθήσεις που προσφέρουν ψεύτικες υποσχέσεις και αδιέξοδα. Αποτελούν κύρια πηγή ενέργειας για το Μάτριξ –εν αγνοία τους.

Έφτασε η ώρα. Ας αρχίσει ο πόλεμος, ο μεγαλύτερος πόλεμος που έχει διεξαχθεί!

Ένας πόλεμος για την Ανθρώπινη Συνειδητότητα.

Για την Αλήθεια.

Για την Ελευθερία.

Μην νομίζεις ότι γνωρίζεις την έννοια αυτών των λέξεων. Δεν γνωρίζεις! Το Μάτριξ έχει διαστρεβλώσει όλες τις έννοιες, όλες τις γλώσσες, όλα τα μυαλά. Μπορείς είτε να επιστρέψεις στην ύπνωσή σου (ανεξάρτητα από ό,τι έχεις διαβάσει εδώ), νομίζοντας ότι βρίσκεσαι στο «σωστό δρόμο» ή μπορείς να αμφισβητήσεις ΟΛΑ όσα νομίζεις ότι ξέρεις – κάτι που είναι εντελώς τρομακτικό και αδιανόητο για τους περισσότερους.

Η πραγματική σου πρόκληση αυτή τη στιγμή δεν είναι αν έχεις θεωρητικά καταλάβει τις λέξεις, αλλά αν μπορείς να αποκωδικοποιήσεις το νόημα τους στην καθημερινότητά σου. Μην παρασυρθείς από τον προγραμματισμό σου σπεύδοντας, είτε να συμφωνήσεις είτε να διαφωνήσεις με όσα διάβασες, δεν με ενδιαφέρει η άποψη σου. Αν είσαι περαστικός, προσπέρασε. Αν είσαι απάτη, θα σε ξεσκεπάσω. Αν είσαι πραγματικός αναζητητής, ψάξε…

πηγη

Η γενιά μας

Σύμφωνα με τις στατιστικές, αυτοί από εμάς που ήμασταν παιδιά τις δεκαετίες του 40 50 60 και 70 πιθανόν δεν θα έπρεπε να είχαμε επιζήσει.
Οι κούνιες μας ήταν βαμμένες με γυαλιστερή λαδομπογιά με βάση το μόλυβδο. Τα πατώματα είχαν μωσαϊκό που σου περόνιαζε τα κόκκαλα κι οι κρεβατοκάμαρες ξύλινα πατώματα που τα γυάλιζαν με παρκετίνη, με κάτι βαρειές παρκετέζες και κάθε τόσο αγκίθες καρφωνόντουσαν στις ξυπόλητες πατουσες μας.
Οι παιδικές αρρώστιες έκαναν θραύση. Κάθε τόσο κι ένας φίλος ή συμμαθητής πάθαινε ιλαρά, κοκύτη, μαγουλάδες, ανεμοβλογιά.
Δεν είχαμε καπάκια ασφαλείας στα μπουκάλια με τα φάρμακα, ούτε καπάκια στις πρίζες του δωματίου, εκείνες τις σκούρες τις φτιαγμένες από βακελίτη.


Ζεσταινόμασταν με σóμπες με ξύλα η με κάρβουνο, η με θερμάστρες πετρελαίου. Που να βρεθεί καλοριφέρ τότε.
Τηλέφωνο είχε ή σε κανένα θάλαμο του ΟΤΕ με κερματοδέκτη με εκείνες τις μάρκες τις χαραγμένες, ή στο περίπτερο της γειτονιάς, που είχε κρεμασμένα με μανταλάκια τα περιοδικά μας ο Μικρός Ηρωας κι ο Μικρός Σερίφης, κι ακόμα το Ρομάντζο, το Πάνθεον, το Ντομινό, η Βεντέττα, το Πρώτο, το Εμπρός. Ακόμα ζητάω τη σοκολάτα ΙΟΝ αμυγδάλου του ταλήρου, ή τις πρώτες γκοφρέτες ΜΕΛΟ με τα χαρτάκια με τις φορεσιές και τις σημαίες των χωρών του κόσμου, ακόμα θυμάμαι το Γλυφιτζούρι κοκοράκι, το μαλλί της γριάς στα πρόχειρα λούνα παρκ, το φρεσκοψημένο ποπ κορν , τις καραμέλες γάλακτος τις τυλιγμένες στο χρυσό χαρτί, τις κατακόκκινες καραμέλες τσάρλεστον ,το πεστίλι πέτσα βερίκοκο , το αυθεντικό παστέλι, και το κάτασπρο μαντολάτο. Ακόμα θυμάμαι τη γεύση απ το καλαμπόκι και τα κάστανα και συγκινούμαι όταν βλέπω καστανάδες, λίγους πια και καλαμποκάδες σε κάνα πανηγύρι.


Χάθηκαν τα αυθεντικά σουβλάκια με τα ντονέρ και την ξεροψημένη πίτα και το κοκινοπίπερο.

Τα αστικά λεωφορεία Σκανια Βάμπις, Σκόντα, Βόλβο κι αργότερα Βritish Leyland και ΗΙΝΟ, είχαν τη μηχανή μέσα και ήταν συνήθως καλυμμένη με μπλέ δερμάτινα καπιτονέ καλύμματα. Βόγκαγαν κάθε φορά που ο οδηγός άλλαζε ταχύτητα. Καμμιά φορά είχε και μια θέση μπροστά δεξιά δίπλα στη μηχανή που ηταν η καλύτερη για τα παιδικά μας όνειρα. Υπήρχε και εισπράκτορας στριμωγμένος δίπλα στην πίσω πόρτα με το κλασσικό γκρί καπέλο με το γείσο, ένα πρωτόγονο μικρόφωνο κι έλεγε τις στάσεις ή φώναζε τέρμα τα μία και είκοσι. Θυμάστε εκείνες τις κερματοθήκες που έβαζε τα κέρματα και που τώρα τελευταία ξανάγιναν της μόδας;
Τα κίτρινα τρόλευ με τους οδηγούς και τους εισπράκτορες με τις καφέ στολές, κι εκείνο το περίεργο μηχανάκι με τη μανιβέλλα που έκοβε τα εισιτήρια.


Τα γκρίζα αμερικάνικα πελώρια ταξί με τα καθισματάκια που έπεφταν από τις πλάτες των μπροστινών καθισμάτων, γυρόφερναν ή άραζαν στις πιάτσες. Κι οι πειρατές, «ένα διφραγκάκι Σύνταγμα» τους έκοβαν το μεροκάματο.
Ποιος να έχει τότε Ι.Χ Οι λίγοι τυχεροί αγόραζαν VW σκαραβαίους, ή μεταχειρισμένα Consoul Cortina, Hansa, Wartburg, FIAT 1100, Opel Olympia. Θυμάστε τα Anglia τα Peugeot 403, τα Renault 10…….. ¨η το Simca 1000, με τα ανύπαρκτα καλοριφέρ και τα λιγνά λάστιχα.
Το γάλα μας το έφερνε ο γαλατάς ή μέσα σε γυάλινα μπουκάλια με αλουμινένια καπάκια ή μας το άδειαζε από μεγάλες καρδάρες στην κατσαρόλα στην εξώπορτα.


Οι κολώνες του πάγου που τις έφερνε ο παγοπώλης με την τρίκυκλη μοτοσυκλέτα του και τις κουβάλαγε με εκείνο το περίεργο εργαλείο γάντζο , αργοέλιωναν στο κεφαλόσκαλο. Και η βρύση του ψυγείου είχε στο στόμιο της τυλιγμένο ένα λευκό τουλπάνι σα φίλτρο. Που ηλεκτρικά ψυγεία. Αργότερα θυμάμαι κάτι ΠΙΤΣΟΣ ΙΖΟΛΑ και ΚΕΛΒΙΝΕΙΤΟΡ.
Οι παπλωματάδες, οι καρεκλάδες οι γανωτζήδες οι ακονιστές κι οι τσαγκάρηδες είχαν πολλή δουλειά. Στην κεντρική λεωφόρο ένα πλήθος από λούστρους με καλογυαλισμένα κασελάκια που λαμποκοπούσαν περιίμεναν πελάτη. Και σε κάποια γωνιά σε μια καμαρούλα 2Χ2 ήταν το βασίλειο του τσαγκάρη με εκείνο το περίεργο καλαπόδι που έβαζε ανάποδα το παπούτσι και το κόλλαγε και το κάρφωνε με εκείνες τις μαύρες πρόκες με το πλατύ κεφάλι και διάχυτη η μυρουδιά της βενζινόκολλας
Στη γωνιά του δρόμου μια ΕΒΓΑ που πούλαγε γάλα, γιαούρτια και παγωτά σε ψυγεία με μαύρα λαχιστένια καπάκια, και σε μια γωνιά μεταλλικά κουτιά με γυάλινο επάνω μέρος και μέσα μπισκότα γεμιστά με κρέμα γεύση βανίλλια σοκολάτα φράουλα και μπανάνα και κουραμπιέδες Μπούσιου αν θυμάμαι τυλιγμένους σε ημιδιαφανές χαρτί.


Στο κομμωτήριο της γειτονιάς οι κυρίες ψηνόντουσαν με τις ώρες κάτω απ τις κάσκες σεσουάρ με τα μαλλιά πασαλειμένα πλίξ τυλιγμένα σε ρόλλει κι όλα μαζί σκεπασμένα με δίχτυ και τα αυτιά σκεπασμένα με κοκκάλινα καπάκια. Η μανικιουρίστα καθάριζε τα πετσάκια και έβαφε τα νύχια με κατακόκκινο μανό που μύριζε ασετόν από δέκα μέτρα μακριά.
Ο καφές στα καφενεία ήταν μόνο Ελληνικός, τούρκικος τότε. Δεν υπήρχε νες ούτε φραπέ ούτε καπουτσίνο ούτε εσπρέσσο ούτε κάν φίλτρου γαλλικός. Μόνο σε κανένα ζαχαροπλαστείο εύρισκες γαλλικό και βέβαια τον πλήρωνες πανάκριβα. Οι πρώτες καφετιέρες ήταν κάτι γυάλινες κανάτες γεμάτες νερό πάνω στη φωτιά,με ένα ειδικό μεταλλικό φίλτρο που ο ατμός που υγροποιόταν έπεφτε πάνω στον καφέ τον έριχνε στο νερό και ο κύκλος συνεχιζόταν μέχρις εξαντλήσεως του περιεχομένου.
Σαββατόβραδο στα μικράτα μας σινεμαδάκι την σπουδαία περίοδο του Ελληνικού κινηματογράφου και το βράδυ ταβερνάκι με μπριζολίτσα παιδάκια και μια γουλιά μπύρα που μας έδινε κρυφά η μάνα μας γιατί «το παιδί δεν πρέπει να πίνει».
Και αργότερα πιο μεγάλοι πια σινεμά και καφετέρια στον Πύργο των Αθηνών ,το Loubier, το Blue Bell, του Φλόκα, το Βυζάντιο, του Βρυλώνια με τις φοβερές μακαρονάδες. Τη Σόνια…


Με πόση χαρά ακολουθούσαμε Κυριακή πρωϊ τον πατέρα στο καφενείο και απολαμβάναμε επί ώρες μια κουταλιά βανίλια, το γνωστο υποβρύχιο μεσα σε ένα ποτήρι παγωμένο νερό, ή τρώγαμε το μεζέ του ούζου και του αφήναμε το ούζο ξεροσφύρι. Κι ύστερα με το ποδήλατο πάνω κάτω στο πεζοδρόμιο κι εκείνος να μας ρίχνει κλεφτές ματιές κάθε που σήκωνε το κεφάλι του απ το τραπέζι με την πρέφα ή το τάβλι. Και το μεσημέρι της Κυριακής μετά το οικογενειακό γεύμα πόση πίκρα όταν έφευγε για το γήπεδο χωρίς εμάς γιατί ήταν μεγάλο παιγνίδι και με πόση λαχτάρα περιμέναμε να ακούσουμε την περιγραφή απ το ραδιόφωνο. Γεωργίου, Φώσκολος, Λογοθέτης κι αργότερα απ την τηλεόραση Διακογιάννης Φουντουκίδης Κατσαρός.
Η γλυκύτερη αναμονή το καλοκαίρι ήταν ο παγωτατζής με το καρότσι με τις σιδερένιες ρόδες που το σπρωχνε στο χωματόδρομο. Παπασπύρου ΑΣΤΥ ΕΒΓΑ. Μια δραχμή η κρέμα, μιάμιση το κακάο, δύο η σοκολάτα.
Τα καλοκαίρια μπάνιο με το πούλμαν ή πάνω στις καρότσες των αγροτικών ή με φορτηγά ή άντε με προϊστορικά λεωφορεία που ζεμάταγαν σαν την κόλαση στις κοντινές παραλίες, Καβούρι Βουλιαγμένη, Βάρκιζα άντε και στη Λουμπάρδα ή απ την άλλη μεριά Ραφήνα Νέα Μάκρη Κόκκινο λιμανάκι. Γελάγαμε με κάτι χοντρές γριές που κάνανε μπανιο με τις κομπιναιζόν, Πέφταμε κάτω και χτυπιόμασταν όταν βλέπαμε κάποιους με το ένα χέρι να κρατάνε τυλιγμένη την πετσέτα γύρω τους και με το άλλο να προσπαθούν να βγάλουν το μαγιό και ναι βάλουν εσώρουχο και παντελόνι. Σιχαινόμασταν τα κεφτεδάκια ή τα ντολμαδάκια στην αμμουδιά. Και το νερό που πίναμε ήταν πάντα χλιαρό.
Και φρούτα, θεούλη μου τι φρούτα ήταν αυτά!
Θυμάμαι ακόμα τον πατέρα μου να κουβαλάει κάτι δωδεκάκιλα Αμερικάνικα ριγέ καρπούζια και γιαρμάδες που σε κάθε δαγκωνιά τα ζουμιά έτρεχαν στο πηγούνι και το λαιμό. Και πεπόνια που μοσχομύριζαν. Και κεράσια μέλι. Και σταφύλια ολόγλυκα.
Ψωμί, τυρί φέτα και καρπούζι για φαγητό. Η υπέρτατη γεύση.

Πίναμε νερό απ το λάστιχο του κήπου (τι εμφιαλωμένα και πράσινα άλογα), τρώγαμε λουκουμάδες με ζάχαρη, κουλούρι και τριγωνάκι κεφαλοτύρι απ τον πλανόδιο κουλουρά έξω απ την εκκλησία, αμφίβολης καθαριότητας τυρόπιτες και σάμαλι ( Δεν έχω ξαναδοκιμάσει από τότε τέτοια νοστιμιά), κοκ και κορνέ με σαντιγύ, και πάστες νουγκατίνες σοκολατίνες και σεράνο απ τις ΕΒΓΑ της γειτονιάς. Γευόμασταν βούτυρα και μαρμελάδες σπιτικές και σπιτικά γλυκά κουταλιού συκαλάκι, περγαμόντο, βύσσινο και πορτοκάλι, νερατζάκι, και φαγητά που δεν τα φτιάχνουν τώρα γιατί είναι κουραστικά. Ροστ μπήφ, μελιτζάνες παπουτσάκια, ιμάμ, παστίτσια, μουσακάδες. Τρώγαμε τόνους κεφτέδες με πατάτες τηγανιτές αλλά ποτέ δεν είμασταν υπέρβαροι γιατί γυρνάγαμε όλη μέρα στους δρόμους και τις αλάνες παίζοντας.
Μοιραζόμασταν με τους φίλους μας μια πορτοκαλάδα ή γκαζόζα απ το ίδιο μπουκάλι και ποτέ κανένας μας δεν έπαθε τίποτε. Δεν πολυαρωσταίναμε , αλλά αν τύχαινε να αρρωστήσουμε πάντα υπήρχε μια καλή μάνα ή γιαγιά να μας δώσει λίγο φιδέ και να μας ρίξει βεντούζες να μας δώσει μια κουταλιά Νορισοντρίν, Ιπεσαντρίν ή ασπιρίνη διαλυμένη στο κουταλάκι μαζί με ζάχαρη, ή να μας κάνει μια ένεση με γυάλινη σύριγγα που τη βράζανε στο κατσαρολάκι, και πιο ύστερα να μας διαβάσει κανένα παραμυθάκι για να αποκοιμηθούμε. Και κάτι θερμόμετρα γυάλινα του πεντάλεπτου……… και στα πόδια του κρεβατιού να γουργουρίζει η γάτα η παρδαλή και να αναδεύεται και να παίζει με την άκρη της κουβέρτας.
Οταν κάναμε ποδήλατο (eska ή velamos) δεν φορούσαμε κράνος και στην πίσω ρόδα βάζαμε πάντα χαρτόνι από πακέττο τσιγάρα πιασμένο με ξύλινο μανταλάκι έτσι για να κάνει θόρυβο και να μας θυμίζει μηχανάκι
Περνάγαμε ώρες έξω απ το σπίτι φτιάχνοντας πατίνια με ρουλεμάν και σανίδια και κατεβαίναμε τις κατηφόρες τις γειτονιάς απλά για να διαπιστώσουμε ότι είχαμε ξεχάσει να βάλουμε φρένο. Κι όταν σηκωνόμασταν μέσα απ τους θάμνους που καταλήγαμε, μαθαίναμε πώς να διορθώνουμε το πρόβλημα των φρένων. Για να μη ξαναπληγώσουμε τα γόνατα μας και να μην αποκτήσουμε ευμεγέθη καρούμπαλα στο κέντρο του μετώπου μας Κι αν τα αποκτούσαμε τα πατάγαμε με εκείνα τα μεγάλα τάλληρα για να μη φουσκώσουν.
Είχαμε φίλους. Βγαίναμε στο δρόμο και τους βρίσκαμε. Παίζαμε μπάλα και κυνηγητό στους δρόμους. Τα δοκάρια στα αυτοσχέδια γήπεδα ήταν ή οι σχολικές τσάντες ή τα πουλόβερ κι οι ζακέττες μας κουβαριασμένες και για καλάθια του μπάσκετ είχαμε τα περβάζια των παραθύρων. Πόσες φορές δεν σπάγαμε και κανένα τζάμι και εξαφανιζόμασταν όλοι μαζί αφήνοντας τη μπάλα στα χέρια κάποιου συνταξιούχου που την έσκιζε με το σουγιά και την πέταγε στο δρόμο. Ο παλιόγερος !
Σκάβαμε λακουβάκια για να παίξουμε γκαζές, ακόμα και κουτσό μαζί με τα κορίτσια, χαρτάκια ή απ αυτά που αγοράζαμε απ τα περίπτερα ή με τα χαρτόνια απ τα πακέτα τα τσιγάρα.

Πηγαίναμε στα σπίτια των φίλων μας και χτυπούσαμε την πόρτα, ή το πιο συνηθισμένο μπαίναμε χωρίς να ρωτήσουμε. Πέφταμε από δέντρα, κοβόμασταν, πληγώναμε τα γόνατα μας και σπάγαμε και κανένα χέρι και οι γονείς μας μάς κατσάδιαζαν κι αυτό ήταν. Λίγο βάμμα στην πληγή κι όξω απ την πόρτα. Τσακωνόμασταν και παίζαμε μπουνιές και μαυρίζαμε και μελανιάζαμε και πάλι φιλιώναμε. Παίζαμε ξιφομαχίες με αυτοσχέδια ξύλινα σπαθιά. Τα ακόντια μας ήταν τα κοντάρια απ τις σκούπες ειδικά από εκείνες που τύλιγαν με μια μαξιλαροθήκη και ξαράχνιαζαν τα ταβάνια. Οι ασπίδες μας ήταν τα καπάκια απ τις μεγάλες κατσαρόλες .
Τρώγαμε ακόμα και σκουλήκια και λάσπες απ τον κήπο. Θυμάστε τη γεύση της λάσπης; Ούτε μάτια βγάλαμε, ούτε τα σκουλήκια έζησαν για πολύ το στομάχι μας.
Κι όταν η γιαγιά πότιζε τον κήπο τι πλάκα να της πατάς το λάστιχο του ποτίσματος και να της κόβεις το νερό κι εκείνη να φωνάζει.
Κι ο πανικός ακόμα μεγαλύτερος όταν πιάναμε το φλίτ με το εντομοκτόνο για να παίξουμε ανίδεοι για το δηλητήριο που περιείχε.
Στους ποδοσφαιρικούς μας αγώνες την ομάδα την έφτιαχναν μερικοί, οι υπόλοιποι μάθαιναν να ζουν χωρίς αρχηγιλίκι.
Φεύγαμε απ το σπίτι το πρωί και παίζαμε όλη μέρα ελεύθεροι αρκεί να γυρίζαμε πίσω μόλις άρχιζε να σκοτεινιάζει, ή όταν η μάνα μας έβαζε τις φωνές απ το μπαλκόνι να τσακιστούμε να ανεβούμε για διάβασμα. Δεν είχαμε βιντεοπαιχνίδια ούτε καν τηλεόραση, ούτε κινητά ούτε υπολογιστές ή internet άντε κανένα ραδιόρφωνο με λυχνίες. Το καλύτερο δώρο ήταν ένα μικρό τρανζιστοράκι με εννιάβολτη Bereck για να ακούμε Εθνικό, ή Ενόπλων.
Πηγαίναμε σχολείο και τα Σάββατα. Τρείς μέρες πρωι, τρείς μέρες απόγευμα. Τετάρτη απόγευμα Πέμπτη πρωί και την πρώτη ώρα Μαθηματικά. Πόσες φορές δεν αισθανθήκαμε το χέρι κάποιου καθηγητή να μας σηκώνει απ τη φαβορίτα ή να μας τραβάει τα αυτιά, η να μας ρίχνει μια σβουριχτή σφαλιάρα. Κι η βίτσα, συνήθως από μουριά να μας πληγώνει την παλάμη. Οι πράξεις μας ήταν δικές μας και οι συνέπειες θα βάρυναν εμάς.
Ποιος δε θυμάται τις καζούρες ιδιαίτερα στους Θεολόγους, τις Αγγλικούδες και τους Τεχνικούς. Τα παρατσούκλια που τους βγάζαμε τα παλιόπαιδα. Ο γιαουρτάς, ο καρκίνος ο θέκλας η θρούμπος ο φισφιρίκος. Την αγωνία μόλις έμπαινε ο μαθηματικός κι άνοιγε τον κατάλογο. -Για να σηκωθεί σήμερα ο ………. Και μέχρι να πεί τον μελλοθάνατο, κόμπος το στομάχι.
Θυμάστε στα διαγωνίσματα την απεγνωσμένη προσπάθεια να αντιγράψουμε με το βιβλίο στα γόνατα, ή τα σκονάκια κρυμμένα στα μανίκια, ή τα κορίτσια που τάγραφαν με στυλό BIC ή SCHNEIDER πάνω στα μπούτια τους και τα κάλυπταν με τις μπλέ ποδιές τους. Μπλέ κοριτσίστικες ποδιές, άσπρο γιακαδάκι και άσπρη μπλέ κορδέλλα στα μαλλιά. Ποδιές που εξαφανιζόντουσαν στο λεωφορείο και χωνόντουσαν μες στις τσάντες και ταΆ αγόρια που περίμεναν στο τέρμα του λεωφορείου.
Ποιος δε θυμάται τις ημερήσιες εκδρομές στον Κάλαμο, τον Αη Γιάννη το Ρώσσο, το Ναύπλιο, τον Οσιο Λουκά, τους Δελφούς για να δούμε τον Ηνίοχο τον σκανδαλιάρη που σε κοίταγε πονηρά όπου κι αν στεκόσουνα ,με κάτι απίστευτα πούλμαν.
Και τους ποδοσφαιρικούς αγώνες των τριών ωρών και βάλε στα άδεια οικόπεδα που τώρα έχουν γίνει μεζονέτες και στούντιο.
Κάποιοι μαθητές όχι τόσο έξυπνοι ή επιμελείς έχαναν την τάξη και ξαναπήγαιναν στην ίδια. Θυμηθείτε πόσους διετείς είχατε στην τάξη σας στο γυμνάσιο. Ήταν εύκολα αναγνωρίσιμοι απ τα γένια και τη χοντρή φωνή.
Ο πρώτος μας έρωτας ήταν συνήθως αδελφή ή εξαδέλφη του καλύτερου φίλου μας. Θυμόσαστε το χτυποκάρδι αλήθεια; Την αγωνία μη μας πάρουν χαμπάρι. Το πρώτο φιλί. Τα ξαναμμένα μάγουλα ,το χνούδι πάνω απ το χείλος μας.
Θυμάστε τα πάρτυ γενεθλίων με 15 αγόρια και δύο κορίτσια, (Ποιος να αφήσει την κόρη του να πάει) με πορτοκαλάδα ή ΤΑΜ ΤΑΜ, πατατάκια τσιπς και σπιτικό κέϊκ κι αργότερα βερμουτάκι και ξηρούς καρπούς.
Τις άπειρες φορές που χορεύαμε το ίδιο μπλούζ σε συνενόηση με τον υπεύθυνο του πικάπ, έτσι για να μένουμε πιο πολλή ώρα αγκαλιασμένοι με το κορίτσι των ονείρων μας. Την απίστευτη φράση ΤΑ ΦΤΙΑΞΑΜΕ. Τι φτιάξαμε ο Θεός κι η ψυχή μας.
Πηγαίναμε στο γήπεδο τρείς ώρες πριν το μάτς και γυρίζαμε παπί απ τη βροχή και παγωμένοι μέχρι το μεδούλι τυλιγμένοι με μουσκεμένες σημαίες και χωμένοι σε πλαστικές σακούλες Κι με τις κάλτσες να τρέχουν
Υπήρχαν τέσσερις εποχές διακριτές μεταξύ τους. Τα φύλλα των δέντρων έπεφταν το φθινόπωρο και τα μπουμπούκια των λουλουδιών άνθιζαν την άνοιξη. Υπήρχαν δέντρα και κήποι στις αυλές των σπιτιών και πηγάδια και χώμα που μύριζε μετά το πότισμα . Θυμάστε τους πανσέδες; Τα σκυλάκια; Τα χρυσάνθεμα;
Τις πλεχτές ζακέτες που βάζαμε κάπου μετά το Πάσχα. Τα πρώτα μακριά παντελόνια.
Τα καλοκαιρινά βράδια τα βγάζαμε ή στα σκαλιά παρέες παρέες, ή παίζοντας κρυφτό και κρυφτοντένεκο, ή στα καλοκαιρινά σινεμά με τα χαλίκια, τις καρέκλες με το πλαστικό σκοινί, τις μπουκαμβίλιες στη μάντρα , τον πασατέμπο και την πορτοκαλάδα ΠΑΡΘΕΝΩΝ. Αξέχαστα χρόνια.
Οι γενιές αυτές έβγαλαν μερικούς απ τους καλύτερους επιστήμονες, γιατρούς, μηχανικούς, ανθρώπους εργατικούς και τίμιους οικογενειάρχες και πολλούς άλλους. Τα τελευταία πενήντα χρόνια έγινε έκρηξη σε καινοτομίες και νέες ιδέες. Είχαμε επιτυχίες, αποτυχίες και υπευθυνότητα και μάθαμε να τα αντιμετωπίζουμε όλα. Μεγαλώσαμε σαν παιδιά με τις χαρές και τις λύπες, μας. Ζήσαμε. Και θα εξακολουθήσουμε να ζούμε όσο μας χρωστάει ο Θεός, σε πείσμα όλων αυτών που μας πλαστικοποίησαν τη ζωή με δικές τους ιδέες και για δικό τους όφελος.

ΠΗΓΗ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

Το άρθρο αναρτήθηκε στο παρακάτω site και η παρούσα είναι αναδημοσίευση. Ευχαριστούμε τον συγγραφέα του θερμά, για την δυνατότητα αναδημοσίευσης που μας έδωσε, ώστε να το διαβάσουν ακόμη περισσότεροι νοσταλγοί άλλων εποχών. Οι εικόνες με τις οποίες εμπλουτίστηκε, προέρχονται από το αρχείο του Comics Trades και αντλήθηκαν έπειτα από ονομαστική αναζήτηση των θεμάτων, στην google. 

http://laografia1.blogdrive.com/

 

ΜΙΚΡΟΣ ΣΕΡΙΦΗΣ ΤΕΥΧΟΣ 1469 – Η ΙΔΕΑ ΥΛΟΠΟΙΗΘΗΚΕ!

Όπως διαβάσατε και στον τίτλο, η ιδέα του Παναγιώτη Πλαφουτζή πέρασε στο τυπογραφείο και από εκεί ετοιμάζεται για τα σημεία πώλησης! Οι όμορφες και αγνές ιδέες σαν κι αυτήν, πάντα βρίσκουν τον δρόμο να μας συναντήσουν! Για το αν θα μπορούσε να υπάρξει καλύτερος τρόπος, για να εορταστούν τα 50 χρόνια από την γέννηση αυτού του περιοδικού – θρύλου, η απάντηση μου είναι φυσικά και όχι! Ήταν ο καλύτερος και τώρα πια μας γέμισε αναμονή και προσδοκίες, αφού περιμένουμε όλοι το ..επόμενο τεύχος! Μπράβο Παναγιώτη! Συνέχισε έτσι και είμαστε δίπλα σου!

Σας παραθέτω αυτούσιο το κείμενο και τις φωτογραφίες των τεσσάρων διαφορετικών εξωφύλλων του τεύχους, έτσι ακριβώς όπως αναρτήθηκαν στο blog του Club Φίλων Μικρού Σερίφη. Αναζητήστε τα και αποκτήστε τα και τα τέσσερα! Νομίζω ότι αξίζει πραγματικά της προσοχής και των ευρώ σας! Τέτοιες προσπάθειες, πρέπει όλοι μας να τις στηρίξουμε!

http://mikrosserifis.blogspot.com/

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

Το Ίδρυμα Σ.Ο.Φ.Ι.Α. κυκλοφορεί ΝΕΑ ΑΝΕΚΔΟΤΗ ΙΣΤΟΡΙΑ του περιοδικού ΜΙΚΡΟΣ ΣΕΡΙΦΗΣ, το «Κόκκινο Βουνό».

Τρίτη και 13, το Νοέμβριο του 1962 έκανε την εμφάνισή του ένα νέο παιδικό περιοδικό που έμελλε να μαγέψει μικρούς και μεγάλους! Με το ψευδώνυμο «Κώστας Φωτεινός» ο Πότης Στρατίκης ξεκίνησε να γράφει τις ιστορίες του Μικρού Σερίφη στην άγρια δύση, σχεδόν για 30 χρόνια μέχρι το Δεκέμβριο του 1991… 20 χρόνια μετά το Ίδρυμα Σ.Ο.Φ.Ι.Α. εκδίδει μια νέα ιστορία του Μικρού Σερίφη, το «το Κόκκινο Βουνό»!

…Δεν μπορούσαμε να σκεφτούμε καλύτερο τρόπο για να γιορτάσουμε τα 50 χρόνια από το πρώτο τεύχος του ΜΙΚΡΟΥ ΣΕΡΙΦΗ και να κάνουμε το ντεμπούτο μας στον κόσμο των περιοδικών και των κόμιξ που τόσο αγαπάμε. Ο συλλέκτης και ιδρυτής του Σ.Ο.Φ.Ι.Α. Συνδέσμου Οργανωμένων Φιλολογικών και Ιστορικών Αρχείων, Ρένος Μιχαηλίδης, έχει παραχωρήσει όλες τις συλλογές προς αξιοποίηση στο Ίδρυμα Σ.Ο.Φ.Ι.Α. με όραμα να εμπλουτίσει Μουσεία, Βιβλιοθήκες, Ερευνητικά Κέντρα… Το Σ.Ο.Φ.Ι.Α. με μια δόση νοσταλγίας και ρομαντισμού ατενίζει το μέλλον και εκπλήσσει μέσα από τις δράσεις του συλλέκτες, φίλους των τεχνών και των γραμμάτων. Το HARD ROCK CAFÉ στο Σύνταγμα, Φιλελλήνων 18, θα φιλοξενήσει στο NIRVANA LOUNGE μία μικρή έκθεση αφιερωμένη στον ΜΙΚΡΟ ΣΕΡΙΦΗ όπου και θα πωλείται αποκλειστικά το νέο τεύχος*. Η έκθεση περιλαμβάνει παλαιά τεύχη περιοδικών, παιχνίδια από τη συλλογή παιχνιδιών του Σ.Ο.Φ.Ι.Α. (μία από τις μεγαλύτερες του κόσμου!) και αφιερώματα στον συγγραφέα Πότη Στρατίκη. Σύντομα, στις 7 το απόγευμα σε συνεργασία με το Club Φίλων ΜΙΚΡΟΥ ΣΕΡΙΦΗ και τους Φίλους του Σ.Ο.Φ.Ι.Α. ετοιμάζουμε μία εκδήλωση με πολλές εκπλήξεις αφιερωμένη στον Πότη Στρατίκη και τον Μικρό Σερίφη.
Για περισσότερες πληροφορίες επικοινωνήστε μαζί μας: sofia@sofia-foundation.gr και 210 3218691.

*Τα έσοδα από την πώληση του περιοδικού θα ενισχύσουν την επόμενη έκδοση του Σ.Ο.Φ.Ι.Α. … Ένα ταξίδι μέσα από τις καρτ ποστάλ…
**Για online αγορά www.sofia-foundation.gr

tips
-Ο ΜΙΚΡΟΣ ΣΕΡΙΦΗΣ μαζί με το ΓΚΑΟΥΡ ΤΑΡΖΑΝ και τον ΜΙΚΡΟ ΗΡΩΑ είναι τα μακροβιότερα και πιο πετυχημένα ελληνικά παραλογοτεχνικά δημιουργήματα. Ο ΜΙΚΡΟΣ ΣΕΡΙΦΗΣ κυκλοφορούσε για 30 χρόνια.
-Το νέο τεύχος έχει τον αριθμό 1469 σε συνέχεια από το τελευταίο τεύχος που κυκλοφόρησε το Δεκέμβριο του 1991.
-Το «Κόκκινο Βουνό» εκτυπώθηκε στο ιστορικό τυπογραφείο των Αδερφών Καϊτατζή, σε 1469 αντίτυπα, σε τέσσερα διαφορετικά χρώματα στο εξώφυλλο, ενώ κυκλοφορούν και 31 συλλεκτικά τεύχη με τη σήμανση ΤΙΜΗΣ ΕΝΕΚΕΝ!
-Τα τεύχη του ΜΙΚΡΟΥ ΣΕΡΙΦΗ κυκλοφόρησαν σε μικρό και μεγάλο μέγεθος, με την σήμανση της ΑΝΑΤΥΠΩΣΙΣ και σε τόμους!
-Ο κεντρικός ήρωας είναι ο Τζιμ Άνταμς ή Δημήτρης Αδαμόπουλος από την Σπάρτη που έφτασε στην Άγρια Δύση.

-Η παρέα του Τζιμ Άνταμς γνωστή ως «θρυλική τετράδα» ήταν μαζί με τον Τζιμ, η Ντιάνα Μόρισον, ο Πεπίτο Γκονζάλες και ο Τσιριπίτο!
-Οι πρωτεργάτες του ΜΙΚΡΟΥ ΣΕΡΙΦΗ ήταν ο συγγραφέας Πότης Στρατίκης, ο εικονογράφος Θέμος Ανδρεόπουλος και ο εκδότης Κώστας Ραμπατζής.
-Η επιτυχία του ΜΙΚΡΟΥ ΣΕΡΙΦΗ ήταν τόσο μεγάλη που ένα χρόνο μετά οι πρωτεργάτες του περιοδικού κυκλοφορούν το ΜΙΚΡΟ ΚΑΟΥ ΜΠΟΥ με τους ίδιους ήρωες αλλά περισσότερες περιπέτειες! Ακολούθησαν και άλλα αγαπημένα περιοδικά όπως ο ΜΙΚΡΟΣ ΑΡΧΗΓΟΣ, το ΓΕΡΑΚΙ ΤΟΥ ΤΕΞΑΣ, ο ΓΙΓΑΣ ΤΟΥ ΦΑΡ ΟΥΕΣΤ και πολλά άλλα… που συνολικά ξεπέρασαν τα 4.000 τεύχη!
-Ο ΜΙΚΡΟΣ ΑΡΧΗΓΟΣ επανέκδιδε ιστορίες από το αρχείου του ΜΙΚΡΟΥ ΣΕΡΙΦΗ και του ΜΙΚΡΟΥ ΚΑΟΥΜΠΟΥ. Τα τρία περιοδικά μαζί έφτασαν να πουλούν περισσότερα από 60.000 τεύχη εβδομαδιαίως.
-Ο Πότης Στρατίκης έφερε στην Ελλάδα το περιοδικό Λούκυ Λουκ και βάφτισε στα ελληνικά το άλογο του Λούκυ Λούκ, Ντόλι, από το όνομα της κόρης του.

ΜΙΚΡΟΣ ΣΕΡΙΦΗΣ – ΤΕΥΧΟΣ 1469!

Όχι, δεν διαβάσατε λάθος! Το 1468 δεν είναι το τελευταίο τεύχος του θρυλικού περιοδικού! Μια ομάδα συνανθρώπων μας, που αγάπησαν τον Μικρό Σερίφη και όλα όσα αντιπροσωπεύει, προχώρησαν στην τύπωση του τεύχους 1469! Μόνο τυχαία δεν είναι η κίνηση, αφού πίσω από όλα αυτά βρίσκεται ο Παναγιώτης Πλαφουτζής, που κάνει μια καταπληκτική δουλειά εδώ και χρόνια, ερευνώντας και δίνοντας κίνητρα σε νέους αναγνώστες, για να ανακαλύψουν ξανά στα χρόνια μας πλέον, ένα σημαντικό περιοδικό. Έφτιαξε το Club Φίλων Μικρού Σερίφη, στην συνέχεια δημιούργησε ένα ηλεκτρονικό στέκι γεμάτο μνήμες και αγνότητα, εκδίδει το συνδρομητικό περιοδικό του Club, ετοιμάζει ένα βιβλίο με τα άπαντα της έκδοσης του Μικρού Σερίφη και τώρα εκτύπωσε το τεύχος 1469. Προσωπικά, χαίρομαι ιδιαίτερα για αυτή του την κίνηση και το Comics Trades θα βρίσκεται, όπως άλλωστε έκανε μέχρι τώρα, πάντα κοντά σε τέτοιες υπέροχες προσπάθειες! Πιο κάτω θα δείτε τις εικόνες που μας παραχώρησε, ενώ ακολουθεί και το κείμενο της ανάρτησης του blog του Παναγιώτη. Αν δεν το έχετε ανακαλύψει ως τώρα, είναι στην παρακάτω διεύθυνση:

http://mikrosserifis.blogspot.com/

Ο «ΜΙΚΡΟΣ ΣΕΡΙΦΗΣ» ΤΥΠΩΘΗΚΕ ΞΑΝΑ!


Ναι, κυρίες και κύριοι! Είναι αλήθεια!

Ένας ολοκαίνουριος Μικρός Σερίφης τυπώθηκε και σε λίγο θα είναι εντελώς έτοιμος να βγει στην κυκλοφορία!


Πρόκειται για ένα επετειακό τεύχος, που εκδίδεται από το Ίδρυμα Σ.Ο.Φ.Ι.Α., με αφορμή την συμπλήρωση 50 χρόνων από την έκδοση του θρυλικού περιοδικού!


Το ολοκαίνουριο τεύχος θα περιέχει μια νέα, αδημοσίευτη περιπέτεια, γραμμένη από τον μοναδικό έως σήμερα συγγραφέα του Μικρού Σερίφη, τον αγαπητό μας κο Πότη Στρατίκη (με το ψευδώνυμο Κώστας Φωτεινός), ενώ θα φέρει τον αριθμό 1469, ως συνέχεια της κανονικής έκδοσης!


Οι εκπλήξεις, όμως, δεν σταματούν εκεί… Το τεύχος θα κυκλοφορήσει με 4(!) διαφορετικά χρώματα για να επιλέξει ο καθένας αυτό που του αρέσει! Βέβαια, δεν θα λείψουν κι εκείνοι οι φανατικοί (ανάμεσά τους και πολλοί από εμάς) που θα θελήσουν να αποκτήσουν και τα τέσσερα εξώφυλλα για την συλλογή τους…

Εμείς βρεθήκαμε στο τυπογραφείο του φίλου Τάσου, την ώρα που τυπωνόταν το περιοδικό και τραβήξαμε φωτογραφίες από όλες τις φάσεις της εκτύπωσης! Ενδεικτικά, σας παραθέτουμε κάποιες από αυτές…

Αρέσει σε %d bloggers: