Advertisements

Category Archives: Χέρμαν Μέλβιλ

ΜΟΜΠΥ ΝΤΙΚ – ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΣΤΟ ΚΟΜΙΚΣ & ΑΠΟ ΕΚΕΙ ΣΤΗ ΜΕΓΑΛΗ ΟΘΟΝΗ

Ένα από τα πιο αγαπημένα αναγνώσματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας, που γοήτευσε και εξακολουθεί να γοητεύει μικρούς και μεγάλους για παραπάνω από τρείς αιώνες, είναι ο «Μόμπυ Ντίκ»(Moby Dick).

Η θρυλική λευκή φάλαινα με τα δολοφονικά ένστικτα, το κυνήγι της οποίας με αφετηρία τα 1851, οπότε και εκδόθηκε για πρώτη φορά, γραμμένο από την πένα του Αμερικανού συγγραφέα Χέρμαν Μέλβιλ(Herman Melville), πέρασε από τις σελίδες των Κλασσικών Εικονογραφημένων(Classics Illustrated), κι από εκεί στην μεγάλη οθόνη το 1956, σε μια αξεπέραστη ταινία του μεγάλου Τζών Χιούστον(John Houston). Ένα έργο διαχρονικό, που εξιτάρει την φαντασία και μεταφέρει τον αναγνώστη ή τον θεατή, σε μια ναυτική περιπέτεια που όμοια της δεν αφηγήθηκε κανείς μέχρι σήμερα, με τόση ένταση και τέτοιου βάθους ανάλυση χαρακτήρων. Το βιβλίο σε καθηλώνει και το ρουφάς κυριολεκτικά. Αλλά και η κινηματογραφική του μεταφορά, έχει τέτοια δύναμη που κατατάσσεται στις κορυφαίες που επιχειρήθηκαν ποτέ στην μεγάλη οθόνη, από λογοτεχνικά βιβλία. Μέσα σε όλα αυτά, ένα λαμπερό εξίσου ενδιάμεσο στάδιο, αυτό της πορείας του έργου μέσα από τις εικονογραφημένες σελίδες, μιας έκδοσης που έμαθε όλους μας να αγαπήσουμε τόσο τα κόμικς, όσο και την λογοτεχνία. Είναι ο μοναδικός τρόπος που σκέφτηκε ο γεννημένος στην Ρωσία εκδότης  Άλμπερτ Κάντνερ(Albert Lewis Kanter), για να κάνει προσιτό το έργο σπουδαίο συνανθρώπων μας, σε όλους τους αναγνώστες, σε όλα τα γεωγραφικά μήκη και πλάτη αυτού του πλανήτη. Ήταν αδύνατον να απουσιάσει η φιγούρα του Μόμπυ Ντίκ, όπως κι αυτή του πλοίαρχου Άχαμπ, ακόμη και από τον καρτουνίστικο κόσμο του Γουώλτ Ντίσνευ(Walt Disney). Εκεί, πήρε άλλες διαστάσεις φυσικά, προκειμένου να γίνει κομμάτι του παιδικού μικρόκοσμου κάθε εποχής, σε ένα ναυτικό χαρακτήρα που αποκαλέστηκε Μόμπυ Ντάκ(Moby Duck). Όλα αυτά, θα τα δούμε πιο αναλυτικά στο κείμενο που ακολουθεί.

Αφορμή για αυτή την σκιαγράφηση που διαβάζετε σήμερα, στάθηκε η προβολή της ομώνυμης ταινίας του Χιούστον, για ακόμη μια φορά, χθες βράδυ. Ομολογώ ότι δεν έχασε κανένα από τα στοιχεία και τη δύναμη της στα μάτια μου, παρότι ήταν η 6 ή 7 φορά που την έβλεπα. Κι αν ισχύει αυτό που λέγεται στους κύκλους των κινηματογραφόφιλων, ότι κάθε φορά που βλέπεις μια ταινία υπάρχει πάντα μια διαφορετική οπτική και προσέγγιση σε ότι σου δίνει η εικόνα και οι ηθοποιοί, χθες βράδυ αυτό που ανέλυσα ήταν πράγματι πολύ διαφορετικό, απ` όλα όσα είχα αποκομίσει ως σήμερα.

Το 1851, μια εποχή που κρατούσε ζωντανούς τους μύθους και τις ανθρώπινες δεισιδαιμονίες, τις φοβίες των ναυτικών και το δέος των ανθρώπων της στεριάς, τότε που η αφήγηση μπορούσε απλά να καθηλώσει ακροατήρια κάθε λογής, ο Αμερικανός συγγραφέας Χέρμαν Μέλβιλ μας δίνει ένα αριστούργημα της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Με τον δικό του, λιτό τρόπο, μεταφέρει τους θρύλους και τις ναυτικές ιστορίες στο χαρτί. Σκιαγραφεί χαρακτήρες, κοινωνίες, προλήψεις και αποδίδει ένα ταξίδι στις θάλασσες της φαντασίας με έναν μοναδικό τρόπο. Ο λόγος του είναι απλός, ενίοτε γλαφυρός, αλλά και σκληρός συνάμα. Είναι ο λόγος των ανθρώπων του μόχθου και του κινδύνου. Θαρρείς πως ότι αφηγείται, είναι δικό του βίωμα, νωπό ακόμη στα μάτια του. Είναι η εξιστόρηση αυτή, που με τόση ζωντάνια σε κάνει να μυρίζεις αλμύρα, μέσα από τις σελίδες του βιβλίου. Παιδί όταν το είχα διαβάσει, ο νους είχε επιχειρήσει να κάνει πολλές φορές εκείνο το μοιραίο ταξίδι. Είχα δει από κοντά τον πλοίαρχο Άχαμπ, με το χαρακωμένο του πρόσωπο και το φιλντισένιο πόδι, να δίνει διαταγές στο πλήρωμα, ή να καρφώνει ένα χρυσό νόμισμα στο κατάρτι του Πέκοτ(Pequod). Η τραγική φιγούρα ενός ζωντανού ναυάγιου, που τραυματισμένο ψυχικά οπλίζει τους ναύτες του με καμάκια εγωισμού, σε έναν τελευταίο απόπλου με προορισμό την εξιλέωση και την εκδίκηση. Ένας αδυσώπητος αγώνας για την απόδειξη μιας ματαιόδοξης παντοδυναμίας, κόντρα σε κάθε κανόνα και περιορισμό. Το πλοίο γίνεται ένα όχημα καταδίωξης και ο πρωταρχικός του σκοπός σκοτεινιάζει. Με θέα το Απριλιάτικο φεγγάρι κορυφώνεται ένα ακόμη ανθρώπινο δράμα, που χωράει μέσα του κάθε αδυναμία, αλλά και την κυρίαρχη φύση, όπως περήφανα και δίχως αμφισβήτηση, θα εκφραστεί με την μορφή του θηράματος και την αντιστροφή των ρόλων. Όλες οι φιγούρες εκείνου του ταξιδιού, είναι και ένα κομμάτι της κοινωνίας. Μια διαχρονικότητα κρυμμένη στους χαρακτήρες, που αντανακλάει όλα όσα και σήμερα. Μια καθημερινή θεατρική παράσταση, όπου ο κάθε ένας μπορεί να διαλέξει ρόλο, ακόμη κι ο θεατής. Ο νεόκοπος Ίσμαελ που αφηγείται την περιπέτεια, ο βαθύτατα θρησκευόμενος υποπλοίαρχος Στάρμπακ, ο προληπτικός ινδιάνος Κίκουεγκ, ο χωρατατζής λοστρόμος Στάμπ, ον επιβλητικός ιεροκήρυκας Μάπλ και τόσοι ακόμη από τους πρωταγωνιστές εκείνους. Ο τρόπος που επιλέγει ο Μέλβιλ για να επιχειρήσει αυτή την ηθογραφία, είναι άμεσος και πανέξυπνος. Ξεδιπλώνει κάθε στοιχείο, δίνει διαστάσεις, απομυθοποιεί, καταγράφει, ζει μέσα στα συντρίμμια της βάρκας, επιπλέει μαζί τους. Είναι αυτά ακριβώς τα στοιχεία που θα τον καταξιώσουν και θα κάνουν το έργο του σημείο – αναφοράς στις πιο λαμπρές στιγμές της λογοτεχνίας.

Το 1941, σχεδόν δύο αιώνες μετά τη συγγραφή του Μόμπυ Ντίκ, τα Κλασσικά Εικονογραφημένα κάνουν την εμφάνιση τους για πρώτη φορά στην Αμερική. Με έναν τόσο ανεπιτήδευτο και απλό τρόπο, φέρνουν την λογοτεχνία στα σπίτια όλων, σε κάθε γωνία του πλανήτη. Οι περιπέτειες του Πέκοτ και των ναυτικών του, το κυνήγι της άσπρης φάλαινας και το βιβλίο του Μέλβιλ, είναι από τα πρώτα που θα κυκλοφορήσουν, σε αυτή την έκδοση. Ήταν το πέμπτο κιόλας τεύχος. Στην χώρα μας, οι αδελφοί Πεχλιβανίδη και ο εκδοτικός τους οίκος Ατλαντίς, θα το κυκλοφορήσουν το 1951, στην πρώτη του επί Ελληνικού εδάφους έκδοση(εικονογραφημένη πάντα). Μια σειρά που κινείται μεταξύ κόμικς και λογοτεχνίας, δοσμένη με υπέροχο, μαγικό τρόπο, που λατρεύτηκε από εκατοντάδες χιλιάδων συμπατριωτών μας. Μια από τις κορυφαίες στιγμές του ανθρώπινου πνεύματος(και τις πιο φωτεινές), ο Μόμπυ Ντίκ του Χέρμαν Μέλβιλ θα κερδίσει και τους Έλληνες αναγνώστες.

Στα τέλη της δεκαετίας του 1940, κι ενώ η δημοτικότητα των Classics Illustrated(Κλασσικά Εικονογραφημένα), έχει απογειωθεί, ένας ακόμη σπουδαίος αφηγητής και δημιουργός, εντελώς διαφορετικού ύφους και οράματος, είναι ήδη στην κορυφή της επικαιρότητας. Φτιάχνοντας έναν ουτοπικό κόσμο, με τους ανθρώπινους ρόλους να αποδίδονται στα ζώα, με την μορφή της κοινωνίας τους  να δείχνει σαν πρότυπο στα μάτια μικρών και μεγάλων, ο Γουώλτ Ντίσνευ θα ενσωματώσει τον Μόμπυ Ντίκ στο γενεαλογικό δέντρο των παπιών του και με νέους προσανατολισμούς, σαφώς ψυχαγωγικούς, θα τον μετονομάσει σε Μόμπυ Ντάκ, αλλάζοντας παράλληλα και την μορφή του. Αντί για την δολοφονική φάλαινα, βλέπουμε τη φιγούρα ενός καπετάνιου φαλαινοθηρικού και όχι μόνον, αφού πολύ συχνά μπλέκει σε κάθε είδους περιπέτειες, μακριά από το αντικείμενο του! Θυμάμαι τη λαχτάρα για την ανάγνωση των μηνιαίων Μίκυ, όπου σχεδόν σε όλα είχε μια ιστορία του και μάλιστα αρκετών σελίδων! Το ίδιο συνέβαινε και στα εξώφυλλα εκείνης της έκδοσης, τουλάχιστον μέχρι το 1974. Μετά άλλαξε το περιοδικό αρκετά.

Για να φτάσουμε στο 1956, οπότε ο μεγάλος αυτός κινηματογραφιστής, ο Αμερικανός Τζών Χιούστον, αποφασίζει να αποτυπώσει το βιβλίο του Μέλβιλ στην μεγάλη οθόνη. Η ταινία της οποίας την παραγωγή αναλαμβάνει ο σκηνοθέτης(δείγμα του πόσο πίστευε σε εκείνη), θα αποτελέσει μια από τις μεγαλύτερες στιγμές της καριέρας του και μια από τις μεγαλύτερες επιτυχίες των στούντιο της εταιρείας Universal Pictures.

Χωρίς την βοήθεια των οπτικών και ηχητικών εφέ της εποχής μας και δίχως την υποστήριξη της τεχνολογίας, οι ηθοποιοί του Χιούστον είναι πραγματικοί και όχι κλωνοποιημένοι κομπάρσοι(με την υποστήριξη των υπολογιστών), το ταλαιπωρημένο σκαρί του Πέκοτ υπαρκτό, η θάλασσα έχει αληθινά κύματα και όχι μπανιέρας και ο Γκρέκορυ Πέκ(Gregory Peck), είναι ο ιδανικότερος πλοίαρχος Άχαμπ! Αν και οπτικά θυμίζει έντονα τη φιγούρα του Αβραάμ Λίνκολν(!), πραγματικά εδώ το μάτι του γυαλίζει! Νομίζω ότι πρόκειται για μια από τις καλύτερες του ερμηνείες, που προσωπικά την συγκρίνω μόνο με αυτήν του Ακρωτήριο Φόβος(Caper Fear). Πολύ μακριά από τα στεγανά του σαν ηθοποιός και τις παρουσίες που τον επέβαλαν(και του επιβλήθηκαν από την κινηματογραφική βιομηχανία), ο Πεκ μπαίνει στο πετσί του ρόλου κυριολεκτικά και όχι μεταφορικά, ενώ υπάρχουν στιγμές που ο χειρισμός του Χιούστον πίσω από τις κάμερες είναι τόσο διακριτικός, που νομίζεις ότι έχει αφήσει τον ήρωα του φιλμ να παίρνει πάνω την παραγωγή ολόκληρη! Η ταινία σε καθηλώνει για κάθε ένα από τα 116 της λεπτά! Οι συγκρούσεις χαρακτήρων, το αδυσώπητο κυνήγι της δολοφονικής φάλαινας, οι στιγμές έντασης στο πλήρωμα, είναι όλα μετρημένα και δοσμένα σε τέλειες αναλογίες. Ο Richard Basehart παίζει μοναδικά τον ρόλο του Ίσμαελ, το ίδιο και ο Leo Genn, αυτόν του Στάρμπακ, ενώ την παράσταση κλέβουν τόσο ο Friedrich von Ledebur σαν ινδιάνος Κίκεγκ, αλλά και ο Orson Welles στην εκπληκτική του εμφάνιση στο ξεκίνημα της ταινίας, στον ρόλο του ιεροκήρυκα! Πραγματικά, αποδεικνύει γιατί θεωρήθηκε σαν ένας από τους μεγαλύτερους ηθοποιούς που ανέδειξε το Χόλυγουντ, με έναν Σαιξπηρικό θα χαρακτήριζα μονόλογο!

Για τις ανάγκες των γυρισμάτων, επιλέχθηκε η Ιρλανδία, όπου το λιμανάκι του Μπέτφορντ ήταν στην ουσία το Cork. Σε ένα από τα παραλειπόμενα του φιλμ, ο κάμεραμαν του Χιούστον Oswald Morris, έγραψε στην αυτοβιογραφία του ότι κατά την διάρκεια των γυρισμάτων, χάθηκαν 3 κατασκευασμένες από πλαστικό φάλαινες, κάπου στην θάλασσα! Ακόμη, να αναφέρω ότι όπως παραδέχτηκε ο σκηνοθέτης, το βιβλίο του Μέλβιλ ήταν από τα αγαπημένα του. Επίσης, οι Χιούστον και Πέκ ετοίμαζαν ακόμη μια συνεργασία, πάνω στο έργο του συγγραφέα, με την ταινία Typee, η οποία όμως δεν γυρίστηκε ποτέ. Κυκλοφόρησε φυσικά και αυτό το βιβλίο, κάτω από την έκδοση των Κλασσικών Εικονογραφημένων, σαν Τύπη. Σαν επίλογο, σας έχουμε και το αυθεντικό trailer της ταινίας.

]

Το άρθρο εντάσσεται στην νέα μας υπό – κατηγορία ΜΕΛΕΤΕΣ

http://wp.me/PKxow-2Ez

Εκεί μπορείτε να βρίσκετε όλα τα παρόμοιου τύπου άρθρα, συγκεντρωμένα. Πηγή φωτογραφιών, προσωπικό αρχείο συντάκτη και wikipedia.

Advertisements
Αρέσει σε %d bloggers: