Advertisements

Category Archives: Τεχνολογία

Ανασυνθέτοντας την παλιά Αθήνα μέσα από παλιές ταινίες

Αν έχετε ψηφιακή φωτογραφική μηχανή ή scanner, είναι πολύ πιθανόν, στο συνοδευτικό σιντί με το λογισμικό, να υπάρχει ένα πρόγραμμα συρραφής εικόνων. Το λογισμικό αυτό φαντάζομαι ότι πολλοί το περιφρονούν ή ακόμα και αγνοούν την ύπαρξή του, είναι όμως πολύ χρήσιμο, καθώς σου επιτρέπει να τραβήξεις μια φωτογραφία σε τμήματα και στη συνέχεια να τα συνθέσεις σε μία ενιαία φωτογραφία, σαν την παραπάνω, η οποία ή θα απαιτούσε πανάκριβο εξοπλισμό ή θα ήταν αδύνατον να τραβηχτεί.

Η τεχνική αυτή δεν περιορίζεται σε φωτογραφίες που έχουμε τραβήξει εμείς. Μπορούμε να την εφαρμόσουμε και σε καρέ από ταινίες, συνθέτοντας έτσι μια φωτογραφία από το φόντο κάποιας σκηνής. Αν, μάλιστα, η ταινία είναι και παλιά, η σύνθεσή μας αυτή ενδέχεται να μας δώσει μια φωτογραφία, η οποία ούτε τραβήχτηκε ποτέ, ούτε είναι δυνατόν, πλέον, να τραβηχτεί. Υπό αυτή την έννοια, η διαδικασία αυτή είναι ό,τι κοντινότερο έχουμε σε μια χρονομηχανή!

Ας κάνουμε, λοιπόν, ένα ταξιδάκι πίσω στο χρόνο, συνθέτοντας φωτογραφίες τής παλιάς Αθήνας, όπως αυτή μας παρουσιάστηκε μέσα από ελληνικές ταινίες. Κάνοντας κλικ στις φωτογραφίες, μπορείτε να τις δείτε σε μεγέθυνση.

Αρχίζουμε με ένα κλασικό πανόραμα τής Αθήνας από το Λυκαβηττό, κάτι που ίσως θα ήταν η πρώτη ιδέα κάποιου που θέλει να ασχοληθεί με πανοραμικές φωτογραφίες. Λίγο θολή, αλλά δίνει μια ιδέα περί τίνος πρόκειται.

Άλλο ένα πανόραμα της Αθήνας, αυτή τη φορά από την Πνύκα. Αριστερά το αστεροσκοπείο, προς το κέντρο και δεξιά ο Λυκαβηττός, και δεξιά η Ακρόπολη. Αν δεν έχετε πάει, αξίζει τον κόπο. Πάρτε και τη φωτογραφική σας μηχανή και τραβήξτε και σεις μια πανοραμική φωτογραφία!

Το ζευγαράκι στο δεξιό μέρος τής εικόνας είναι ο Κώστας Χατζηχρήστος με τη Μπεάτα Ασημακοπούλου!

Εδώ έχουμε ένα πανόραμα τής αρχαίας αγοράς, με την σχετικά νεόδμητη, τότε, στοά τού Αττάλου. Η σκηνή πρέπει να είναι παρμένη από την Αγία Μαρίνα.

Να και μια πανοραμική φωτογραφία από το λιμάνι τού Πειραιά, Εδώ βλέπουμε και κάποιους από τους περιορισμούς τής τεχνικής, όπου ένα από τα λογότυπα τού σταθμού έμεινε στη φωτογραφία, αφού δεν υπήρχε άλλο καρέ για να το κρύψει.

Piraeus2

Κι άλλη μία, από τη δεκαετία τού 1950.

Η είσοδος του στρατοπέδου τής βασιλικής φρουράς, όπως λεγόταν τότε η σημερινή προεδρική φρουρά, στην οδό Ηρώδου τού Αττικού. Το πρόβλημα με το λογότυπο τού σταθμού είναι κάπως πιο έντονο.

Η πλατεία Ομονοίας, στην πριν από το Μετρό εκδοχή της. Η ταινία είναι σχετικά πρόσφατη, αλλά μας δίνει μια εικόνα τού πώς ήταν η πλατεία, όταν ο Ορέστης Μακρής έλεγε ότι θα παραθέριζε «παρά τους πίδακας τής Ομονοίας», όπου θα τον δρόσιζε το λοξό σιντριβάνι, που τόσο διακωμωδήθηκε.

Αυτή όμως η εικόνα είναι πολύ πιο παλιά! Δείχνει την πλατεία Ομονοίας πριν την κατασκευή τών… πιδάκων. Η σέπια απόχρωση προστέθηκε για να γίνει πιο… καλλιτεχνική η εικόνα.

Τα στέγαστρα αριστερά και δεξιά είναι τα ανθοπωλεία, τα οποία έφυγαν από εκεί το 1953, για να αρχίσει η ανακατασκευή τής πλατείας, ενώ το ανάποδο «Π» στο κέντρο, με το συμμετρικό του, που μόλις διακρίνεται στον πάτο, είναι οι δύο είσοδοι τού σταθμού τού Ηλεκτρικού. Αν προσέξετε, αριστερά και δεξιά τής κάθε εισόδου υπάρχει από μία κολόνα, πάνω στην οποία υπήρχε ένα φανάρι. Κάποια από τα φανάρια αυτά σώζονται στο μουσείο τών ΗΣΑΠ στο σταθμό τού Πειραιά.

Τέλος, οι κίονες, που βλέπετε περιμετρικά τής πλατείας, είναι αγωγοί εξαερισμού, οκτώ συνολικά τον αριθμό. Στη βάση τους υπήρχαν τσιμεντένια αγάλματα μουσών, ένα από τα οποία μόλις διακρίνεται στον κίονα πάνω δεξιά. Οκτώ κίονες, οκτώ μούσες. Μα, οι μούσες δεν ήταν εννέα; Ε, ναι. Η ένατη, η Καλλιόπη, λέγαν οι παλιοί, ήταν κάτω, στο σταθμό, ο οποίος φαίνεται ότι δεν πρέπει να διακρινόταν για την καθαριότητά του!

Πάμε τώρα στο Κολωνάκι, όπου στο κέντρο τής εικόνας φαίνεται το περίφημο, τότε, ζαχαροπλαστείο τού Παπασπύρου.

Συνεχίζουμε με Κολωνάκι, αλλά με καρέ από ένα πλάνο όπου η κάμερα δεν κινείται οριζόντια, αλλά πιο ελεύθερα. Έτσι δεν έχουμε αρκετά καρέ, για να γεμίσουμε ολόκληρο το ορθογώνιο, αλλά ακόμα και έτσι μπορούμε να αποκτήσουμε μια γενική αίσθηση τού χώρου.

Παρατηρήστε το καμπύλο σχήμα τού πεζοδρομίου, εκεί που είναι τα τραπεζάκια. Σύμφωνα με το Ζάχο Χατζηφωτίου, το σχήμα, που έπαιρνε το πεζοδρόμιο, θύμιζε στους παλιούς Κολωνακιώτες… μπιντέ, οπότε δίναν, με πάσα σοβαρότητα, ραντεβού για καφέ στον μπιντέ!

Δεν ξέρω αν πρόκειται για σύμπτωση, αλλά στην περιοχή συχνά τρέχουν στο δρόμο νερά από κάπου, και στη φωτογραφία ο δρόμος είναι βρεγμένος. Από πότε έχουν να διορθώσουν τη διαρροή;

Το κτήριο τής παλιάς βουλής στην οδό Σταδίου, πάλι με ελεύθερη κίνηση της κάμερας.

Ο ασφαλτοστρωμένος δρόμος, μπροστά από το άγαλμα τού Τρικούπη, δεν υπάρχει πια, καθώς το παρκάκι αριστερά έχει ενωθεί με τον κήπο δεξιά, με ένα πλακόστρωτο μονοπάτι να ακολουθεί τη χάραξη τού παλιού δρόμου.

Επειδή θα ρωτήσετε, αυτό το «ΦΑΦΦ», στην ταράτσα τού κτηρίου στην οδό Κολοκοτρώνη, μάλλον είναι διαφήμιση για τις ραπτομηχανές PFAFF, τον καιρό που ακόμα αποδίδαμε τις ξένες επωνυμίες στα Ελληνικά, μιλώντας για Σήμενς, Φίλιπς και, υποθέτω, Φαφφ.

Τα πλάνα από τα οποία συντέθηκε η φωτογραφία είναι από την ταινία η δε γυνή να φοβήται τον άνδρα, όπου υποτίθεται ότι έδειχναν τι έβλεπε ο Γιώργος Κωνσταντίνου από το παράθυρο του ξενοδοχείου του. Όμως, κάτω αριστερά, θα δείτε τα κάγκελα τού μπαλκονιού, απ’ όπου έγινε η λήψη, οπότε είναι προφανές ότι η λήψη δεν έγινε από παράθυρο, όπως φαίνεται στην ταινία. Εξ άλλου, είναι προφανές ότι το παράθυρο τής ταινίας είναι στο στούντιο, καθώς, αν επρόκειτο για πραγματικό παράθυρο, η κάμερα θα έπρεπε να ήταν ιπτάμενη!

Τελειώνουμε με δύο εικόνες τής Ριζαρείου σχολής, στη λεωφόρο Βασιλίσσης Σοφίας, απέναντι από τον Ευαγγελισμό, όπου έχουμε χρησιμοποιήσει μία διαφορετική τεχνική. Εδώ η κάμερα είναι ακίνητη και τραβάει συνέχεια. Συνδυάζοντας με το χέρι το υπόβαθρο από πολλά καρέ, καταφέραμε να αφαιρέσουμε την κίνηση από το δρόμο, ώστε να αναδειχτεί το υπόβαθρο.

Στην πρώτη φωτογραφία, βλέπουμε το μαντρότοιχο της Ριζαρείου, όπου τώρα υπάρχει ένα χαμηλό πεζούλι, με εισόδους προς το πάρκο, που δημιουργήθηκε στο χώρο όπου ήταν χτισμένα τα κτήρια τής σχολής. Οι μαυρίλες στο δρόμο, αριστερά απ’ το κεφάλι τού Βασιλάκη Καΐλα, είναι… ακαθαρσίες από άλογα. Μάλιστα, στην ταινία φαίνεται να περνά απ’ το δρόμο και ένα απόσπασμα ιππικού!

Στη δεύτερη φωτογραφία, η κάμερα έχει μετατοπισθεί πιο αριστερά, στο άκρο τού οικοπέδου τής Ριζαρείου. Η κατασκευή που φαίνεται στο βάθος, μεταξύ Βασιλίσσης Σοφίας και Βασιλέως Κωνσταντίνου, είναι ένας μεταλλικός σκελετός, πάνω στον οποίον ήταν αναρτημένη μια φωτεινή διαφήμιση, αν θυμάμαι καλά τού Παπαστράτου. Αργότερα αντικαταστάθηκε από διαφήμιση τής Κόκα Κόλα.

———

Εμπρός λοιπόν, ξεθάψτε και σεις το σιντί τού scanner ή της φωτογραφικής σας μηχανής, εγκαταστήστε το λογισμικό συρραφής εικόνων και φτιάξτε τις δικές σας συνθέσεις!

Αν δεν έχετε τέτοιο λογισμικό, δοκιμάστε το Image Composite Editor τής Μάικροσοφτ. Εξαιρετικά απλό στη χρήση, συνήθως πετυχαίνει πολύ καλά αποτελέσματα. Επίσης, υπάρχει και το AutoPano, με εκδοχές για Windows και Linux, αλλά με κάποιους περιορισμούς στη χρήση, καθώς υπάρχει και εμπορική εκδοχή τού προγράμματος. Τέλος, για τους τολμηρούς, υπάρχει το Hugin, που έχει εκδόσεις για Windows, Linux και Mac. Εκεί, όμως, θα χρειαστεί να διαβάσετε τις οδηγίες!

Άδεια Creative Commons
Αυτή η εργασία χορηγείται με άδεια Creative Commons Αναφορά Δημιουργού-Μη Εμπορική Χρήση-Όχι Παράγωγα Έργα 3.0 Μη εισαγόμενο .

Advertisements

Ον δη γουινγκς οφ δη φιουτσουρ!

Mε είχε ψήσει. Κι απ’ τις δυο μεριές. Με τηγάνιζε σιγά-σιγά για μέρες.

 

‘Όπου να’ ναι θα ζήσεις μια ανεπανάληπτη εμπειρία φίλε’.

 

Ο Στάθης ήταν ο μόνος από μια μεγάλη παρέα που είχε Ηλεκτρονικό Υπολογιστή, σωτήριο έτος 1981. Οι υπόλοιποι τους ξέραμε κυρίως από ταινίες επιστημονικής φαντασίας όπου συνήθως κάποιος με ασημί στολή και γελοίο καπέλο φώναζε σε κάποιον με λιγότερο γελοίο καπέλο ‘κύριε ο Εγκέφαλος του σκάφους δείχνει ότι θα δεχτούμε επίθεση από τους Γκάργκαφρονς στα επόμενα τέσσερα μικροκουάζαρ.’

 

Το δε ψήσιμο που μου είχε κάνει ο Στάθης γι’ αυτά που θα μου έδειχνε στον υπολογιστή με έκαναν να περιμένω να αποκρούσουμε επίθεση τουλάχιστον από 15 σμήνη Γκάργκαφρον χρησιμοποιώντας τον πανίσχυρο Ηλεκτρονικό Εγκέφαλο του Στάθη, γιατί με τον κανονικό εγκέφαλο του απ΄ότι τον ήξερα όχι σμήνος, αλλά ούτε υπέργηρο Γκάργκαφρον σε αναπηρικό κουάντουμ-καροτσάκι δεν αποκρούαμε.

Αποδείχτηκε ότι είχα πέσει κατά μια έννοια κοντά, μια και αυτό που ήθελε να μου δείξει ο Στάθης ήταν Εξομοιωτής Πτήσης. Κρατούσε στα χέρια του μια τεράστια δισκέτα σα κρεατόπιτα και με κοίταγε μέσα στα μάτια προσπαθώντας να καταλάβει αν είχα αντιληφθεί την τεράστια σοβαρότητα αυτού που μου έλεγε.

 

‘Αυτό είναι ένας Εξομοιωτής Πτήσης Πραγματικών Συνθηκών.’

‘Μη με κοιτάς έτσι με πιάνει πονοκέφαλος.’

‘Εξομοιωτής Πτήσης.’

‘Το ξαναείπες.’

‘Ναι. Εξομοιωτής Πραγματικών Συνθηκών.’

‘Αν δεν σταματήσεις να λες εξομοιωτής και να γουρλώνεις θα φύγω.’

 

Κάτσαμε στο κόκπιτ. Περιμέναμε. Περιμέναμε. ‘Φορτώνει’ με ενημέρωσε ο Στάθης για την πρόοδο των εργασιών. Μονόχειρας να φόρτωνε 14 τόνους βαλίτσες σε Airbus πιο γρήγορα θα είχε τελειώσει.

 

Το κακό δεν ήταν ότι άργησε. Το κακό είναι ότι κάποια στιγμή φόρτωσε.

 

‘Στάθη, έλα, έχει βγάλει τη μισή οθόνη πράσινη και τη μισή μπλε.’

Κοίταξε την οθόνη συγκινημένος. ‘Είμαστε έτοιμοι. Αυτό το κάτω είναι το έδαφος, και το μπλε είναι ο ουρανός.’

 

‘Εμείς που είμαστε;’

 

‘Μέσα στο αεροπλάνο βλάκα.΄’

 

‘Πότε θα μας φέρουνε την πορτοκαλάδα;’

 

‘Είναι πολεμικό αεροπλάνο, δεν έχει πορτοκαλάδα.’

Άνοιξε ένα μάνιουαλ 500 σελίδων. Μετά από 4 ώρες εντατική ανάγνωση καταλήξαμε στο ότι εγώ που δεν ξέρω από αεροπλάνα θα δουλεύω τα φλαπς, θα ανεβάσω τους τροχούς, θα δώσω την αρχική ώθηση και θα κάνω και το σφουγγάρισμα ενώ ο Στάθης θα αναλάμβανε το πιο νευραλγικό κομμάτι που ήταν να σηκώσει το αεροπλάνο.

 

Με το που ξεκινάμε ακούγεται ένας εκκωφαντικός βόμβος από το μεγαφωνάκι και γεμίζει η οθόνη πράσινο. Ο Στάθης έβγαζε αφρούς. ‘ΜΗ ΣΗΚΩΝΕΙΣ ΤΟΥΣ ΤΡΟΧΟΥΣ ΠΡΙΝ ΑΠΟΓΕΙΩΘΕΙ ΒΛΑΚΑ’. ‘Είναι αλήθεια ότι σε κάτι τέτοιες τεχνικές λεπτομέρειες δε μου βγαίνει.’

 

Μετά από μόλις 482 προσπάθειες απογειωθήκαμε. Το πράσινο κατέβηκε και γέμισε η οθόνη μπλε. Η φωνή του Στάθη είχε σπάσει από συγκίνηση. ‘Πετάμε’ είπε απλά. Ούτε οι αδερφοί Wright δεν είχαν τέτοιο βλέμμα, κυρίως γιατί δεν ήταν παρανοικοί.

Κάποια στιγμή βλέπουμε να έρχεται από κάτω κάτι καφέ.

‘Στάθη καφέ.’

‘Πα να φτιάξεις, πετάω τώρα.’

‘Όχι κάτι καφέ έρχεται από κάτω.’

‘Βουνά! Είναι τα βουνά!’

‘Πω πω. Κοίτα, μια μικρή στάνη. Δες την κορούλα του βοσκού, τι χαριτωμένη.’

‘Εντάξει μπορεί τα γραφικά να μην είναι τα καλύτερα…’

‘Έχουμε μισή καφέ οθόνη και μισή μπλε. Πόσο χειρότερα θα ήταν;’

 

Το χειρότερα ήταν να είναι όλη καφέ. Με τον ίδιο εκκωφαντικό ήχο απ’ το μεγαφωνάκι που ακουγόταν σαν κιθάρα Γερμανού μεταλά μαζί με ορχήστρα από πέντε βρεγμένες κόρνες νταλίκας. Επειδή είχαμε πέσει στα βουνά πιθανότατα καταπλακώνοντας και την χαριτωμένη κορούλα του βοσκού. Ο Στάθης επέμενε ότι όλοι οι μεγάλοι πιλότοι δεν είχαν κανέναν ηλίθιο δίπλα τους να κάνει ελεεινά σχόλια για τα γραφικά κι ότι αν ο Φον Ριχτχόφεν είχε εμένα δίπλα του αντί για να γίνει ο Κόκκινος Βαρώνος θα είχε καταλήξει σε ελεεινά αποκαίδια πάνω σε μια στάνη.

 

Οπότε αφού η πτήση είχε αποτύχει παταγωδώς ο Στάθης εμφάνισε το μυστικό του όπλο σε νέα δισκέτα-κρεατόπιτα, κοιτάζοντας γύρω γύρω σαν τη Μάτα Χάρι. ‘Τσόντα.’

 

Αυτό μάλιστα. Σε μια εποχή που πιστεύαμε ότι όλες οι γυναίκες είχαν μαύρα τσιρότα στο στήθος γιατί έτσι τις βλέπαμε στα ΠΡΟΣΕΧΩΣ, το να έχεις τσόντα, τη δική σου γυναίκα μέσα στη δική σου δισκέτα κρεατόπιτα ήταν όπως και να το κάνεις από τα πιο κουλ πράγματα από το Άλφα του Κενταύρου μέχρι εδώ.

 

Περιμέναμε τόσο να φορτώσει η τσόντα όσο να βλέπαμε τρεις ταινίες αλλά η τεχνολογία όπως μου εξήγησε ο Στάθης θέλει θυσίες. Με τα πολλά εμφανίστηκε στην οθόνη ένα γραφικό που έμοιαζε πιο πολύ με εξομοιωτή πτήσης απ΄ότι το προηγούμενο.

 

‘Ρε συ τι ειν’ αυτά τα καντράν;’ ‘Τα τέτοια της ρε.’ ‘Και το κόκπιτ;’ ‘Το τέτοιο της ρε, ποιο κόκπιτ;’ ‘Ποια τα τέτοια της και το τέτοιο της ρε, αυτό μοιάζει πιο πολύ με Τσέσνα απ’ ότι το προηγούμενο.’ ‘Είσαι ηλίθιος! Δεν ξέρεις πως είναι οι γυμνές γυναίκες άσχετε!’ ‘Άμα είναι έτσι τα τέτοια τους και το τέτοιο τους θα πάω σε μοναστήρι.’ ‘Να πας! Κάτσε να δεις τώρα τι κάνει άμα πατήσω αυτό το κουμπί.’

 

Ξαφνικά το κόκπιτ και τα καντράν άρχισαν να κουνιούνται σε ένα ρυθμό που μου ήταν παντελώς αδύνατο να ακολουθήσω και στο τέλος ακούστηκε ο ΙΔΙΟΣ ακριβώς ήχος του Γερμανού μεταλά – νταλικέρη.

 

Στην αγνή εφηβική μου ψυχή αυτή η συνάντηση άφησε βαθιές ουλές. Για αρκετό καιρό δεν μπορούσα να δω Τσέσνα χωρίς να φανταστώ μια Γερμανίδα να οδηγεί μια νταλίκα πατώντας πέντε κόρνες, και δε μπορούσα να δω νταλίκα χωρίς να σκεφτώ μια γυμνή αεροπόρο να παίζει με τα καντράν του αεροπλάνου ενώ έπεφτε, πράγμα που εξηγεί τώρα που το σκέφτομαι και πολλά άλλα πράγματα.

 

Ήταν μια μαγική στιγμή που μου είχαν χαρίσει τα ‘μπλιμπλίκια’ του παρελθόντος στην πιο πρώιμη τους μορφή….

 

Λάζαρος Αλεξάκης

 

Δεύτερο απόσπασμα για σήμερα, του πονήματος μας που σας δίνουμε μια γεύση σε αποκλειστικότητα. Κι αυτό θα το βρείτε λόγω θεματολογίας κυρίως, στην υπό – κατηγορία μας «SUGAR MOUNTAIN».

http://wp.me/PKxow-2PK

 

Το πιο πάνω κείμενο(και όλα όσα φέρουν την υπογραφή των Λάζαρου Αλεξάκη και Γιώργου Κοσκινά – συντάκτες wolf67 & gkosk), αποτελεούν τμήμα του νέου βιβλίου των Λάζαρου Αλεξάκη και Γιώργου Κοσκινά, που πρόκειται να κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Αιγόκερως και είναι κατοχυρωμένο πνευματικά τόσο στους δημιουργούς, όσο και στον εκδοτικό οίκο που έχει την αποκλειστική εκμετάλευση των δικαιωμάτων του. Δημοσιεύεται με σύμφωνη γνώμη των δημιουργών και του εκδότη. Κάθε εκμετάλευση ή αντιγραφή, μέρους ή ολοκλήρων των κειμένων, χωρίς την συγκατάθεση των πιο πάνω, επισύρει ντις προβλεπόμενες από τον νόμο κυρώσεις, σύμφωνα με το Ελληνικό σύνταγμα και το Ευρωπαικό.

 

 

Αρέσει σε %d bloggers: