Advertisements

Category Archives: Σκέψεις

Λύκοι ή Μούργοι;

Το Μάιο του 1992, εμφανίστηκε στο Μίκυ Μάους η ακόλουθη ανακοίνωση:

dimopsifisma1ΔΗΜΟΨΗΦΙΣΜΑ
Ποια ονομασία τούς ταιριάζει;
Όλοι γνωρίζετε τη φοβερή συμμορία τών Λύκων, που τόσους μπελάδες προκαλεί στον Θείο Σκρουτζ. Λατρεύουν το βραστό λάχανο και μένουν, συνήθως, στη φυλακή τής Λιμνούπολης. Κανείς δεν γνωρίζει πόσοι είναι: 3, 5, 9, 11 ή 15.
Μερικοί αναγνώστες μας παρατήρησαν ότι δεν ταιριάζει τόσο πολύ στην προσωπικότητα, τον χαρακτήρα και την ευφυΐα τους η ονομασία «Λύκοι» και πρότειναν την ονομασία «Μούργοι». Εσείς συμφωνείτε μ’ αυτή τη μετονομασία ή έχετε να προτείνετε κάποιο άλλο όνομα;

Δεν ξέρω ποιοι ήταν αυτοί οι «μερικοί αναγνώστες» ή αν επρόκειτο καν για αναγνώστες και όχι για το επιτελείο τού εκδότη, πάντως οι πραγματικοί Λύκοι τού Μπαρκς και όχι οι γιαλαντζί Λύκοι τού Duck Tales, που εικονίζονται στην παραπάνω σελίδα, πέρα από το ότι δεν αγαπούν το βραστό λάχανο, αλλά τα δαμάσκηνα κι’ αυτά μόνο ένας από δαύτους, άξιζαν το όνομά τους, μια και προξένησαν ουκ ολίγες φορές πονοκέφαλο στο Σκρουτζ, καταφέρνοντας να του κλέψουν τα χρήματα, έστω και προσωρινά. Με αυτό το σκεπτικό, το όνομα «Λύκοι» ίσως να είναι καλύτερο από το όνομα «Beagle Boys», που τους είχε δώσει ο Μπαρκς. (Beagle είναι κάποια ράτσα κυνηγόσκυλου. Ο Σνούπυ υποτίθεται ότι είναι beagle, π.χ.)

Όσο για το πόσοι ήταν οι Λύκοι, όντως, κανείς δεν ξέρει με βεβαιότητα. Αν, όμως, ανατρέξουμε στα άπαντα τού Μπαρκς, μπορούμε να πούμε ότι ήταν ή 7 (176-167, 176-176, 176-617, 176-671, 176-716, 176-761 και ο παππούς) ή 40 (όσα είναι τα διαφορετικά νούμερα που ζωγράφισε ο Μπαρκς στις μπλούζες τους—ναι, τα μέτρησα!) ή 1001 (176-000 έως 176-999 και ο παππούς). Τα 40 διαφορετικά νούμερα έχουν δημοσιευτεί και σε κάποια επιστολή μου στο Κόμιξ!

Όπως και να έχει το πράγμα, το Νοέμβριο της ίδιας χρονιάς εμφανίστηκε μια δεύτερη ανακοίνωση:

dimopsifisma2

ΔΗΜΟΨΗΦΙΣΜΑ
ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΓΥΡΟΣ
Ποια ονομασία τούς ταιριάζει;
Τον περασμένο Μάιο διεξήχθη το Δημοψήφισμα για τη διατήρηση ή τη μετονομασία τής Συμμορίας τών Λύκων σε Συμμορία τών Μούργων.
Οι θέσεις τών αναγνωστών τών εκδόσεων Ντίσνεϋ ήταν, όμως, μοιρασμένες. Έτσι είμαστε υποχρεωμένοι να προκηρύξουμε νέο Δημοψήφισμα, Πλειοψηφικό αυτή τη φορά, δηλαδή θα επικρατήσει η ονομασία που θα έχει έστω και μία μόνο ψήφο παραπάνω, ώστε να ξεκαθαρίσει μια και καλή το θέμα τής ονομασίας.

dimopsifisma3

Το Μάιο τού 1993, δώδεκα και όχι δέκα μήνες, όπως λένε, μετά την ανακοίνωση του πρώτου δημοψηφίσματος, βγήκαν τα τελικά αποτελέσματα. Αν πιστέψουμε την παραπάνω ανακοίνωση, και στο δεύτερο δημοψήφισμα μοιράστηκαν οι ψήφοι (και, αν πιστέψουμε το κείμενο για το δεύτερο δημοψήφισμα, μοιράστηκαν ακριβώς 50-50%), οπότε επιλέχτηκε η συμβιβαστική(!) λύση τού ονόματος «Μουργόλυκοι», που συνδυάζει και τις δύο επιλογές. Προσωπικά, πιστεύω ότι, αν πραγματικά είχε συμβεί κάτι τέτοιο, το σωστό θα ήταν να μην αλλάξουν τίποτε. Έπειτα, αυτή η ισοκατανομή με ακρίβεια ψήφου ακούγεται κάπως περίεργα. Μου θυμίζει το δημοψήφισμα που είχε διεξαγάγει ο Νίκος Ρούτσος ως προς το αν οι αναγνώστες προτιμούν τον Ταρζάν ή τον Γκαούρ. Όπως είχε εκμυστηρευτεί σε μια συνέντευξή του στο περιοδικό Κολούμπρα, αντί για τα πραγματικά αποτελέσματα, ανακοίνωσε ισοψηφία, ώστε να μη στενοχωρήσει αυτούς που μειοψήφισαν. Μήπως η αλλαγή τού ονόματος ήταν προαποφασισμένη; Κι’ αν ήταν, ποιος ο λόγος για τα δύο δημοψηφίσματα, τη στιγμή που οι περισσότεροι ήρωες τού Ντίσνεϋ έχουν αλλάξει ελληνικό όνομα (ή έστω ορθογραφία ονόματος) και έχουν διαφορετικό όνομα από αυτό με το οποίο ξεκίνησαν το 1966;

———

Στην τελευταία μας δημοσκόπηση θέσαμε το ερώτημα «ποιο όνομα προτιμάτε για την αγαπημένη σας συμμορία», για να δούμε πώς βλέπουν το θέμα τής αλλαγής τού ονόματος της συμμορίας τών Λύκων οι σημερινοί αναγνώστες, είκοσι χρόνια μετά.

Τα αποτελέσματα, αν και πάντα το δείγμα είναι πολύ μικρό για να βγάλει κανείς ασφαλή συμπεράσματα, ήταν εντυπωσιακά. Κατά το μεγαλύτερο μέρος τής διάρκειας τής ψηφοφορίας, τα δύο ονόματα συναγωνίζονταν στήθος με στήθος, συχνά ισοψηφώντας. Βρε, μπας και όντως είχε υπάρξει ισοψηφία στα δημοψηφίσματα τού 1992;

Ξαφνικά, προς το τέλος τής ψηφοφορίας, οι Λύκοι πήραν το προβάδισμα, αλλά δεν μου βγάζετε απ’ το μυαλό ότι κάποιοι φανατικοί… Λυκόφιλοι άρχισαν να διπλοψηφίζουν! Ως Λυκόφιλος, αν και μη διπλοψηφίσας, το μόνο που μπορώ να πω είναι ότι όποια συμμορία κατάφερε να νοθεύσει τα αποτελέσματα εις όφελός της, δικαιούται τον τίτλο τής καλύτερης συμμορίας παρανόμων. Μουργόλυκοι; Πφφφ!

Ποσοστό Ψήφοι
Λύκοι 55,36% 62
Μουργόλυκοι 44,64% 50

Τα αποτελέσματα των δημοσκοπήσεών μας μπορείτε να τα δείτε συγκεντρωμένα εδώ.

Advertisements

ΑΦΙΕΡΩΜΑ – 28η ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ «ΣΚΕΨΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ 28η ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ»

Συντάκτης Velle

Μισώ τον πόλεμο και τον λατρεύω.

Όταν ήμουν παιδί έπεσε στα χέρια μου ένα απ’ αυτά τα παλιά ασπρόμαυρα  πολεμικά περιοδικά. Μικρό σε μέγεθος, διαφορετικό από τα συνηθισμένα, το ξεφύλισσα με περιέργεια πιστεύοντας ότι απλά όπως το έπιασα έτσι θα το ξαναφήσω στη θέση του.

Αν και μονόχρωμο (μειονέκτημα ουσιαστικά για ένα παιδί) η ευφυΐα του σκιτσογράφου παγίδευσε αμέσως την προσοχή μου με τη ρεαλιστικότητα και την αυστηρότητα μορφών-απεικονίσεων σε σημείο που νόμιζα ότι έβλεπα τον πόλεμο μπροστά μου ή ότι κοίταζα κάποια ταινία.

Και πάντοτε σε όλες τις ιστορίες υπήρχε ένα συμπαγές ηθικό σενάριο κατά το οποίο το κακό στο τέλος τιμωρούταν και το σωστό θριάμβευε (ή τουλάχιστον έπεφτε ηρωικά ξέροντας πως κι αυτή τη φορά είχε κάνει το καθήκον του χωρίς να λυγίσει).

Σίγουρα οι δημιουργοί των πολεμικών αξιοποίησαν εμπειρίες στρατιωτών του Β’ Παγκοσμίου (και βέβαια δικές τους), παράγοντας σχεδόν καθημερινά μικρά αριστουργήματα (ή τουλάχιστον καλές περιπέτειες που θα μπορούσαν να σταθούν αξιοπρεπώς ως σενάριο καθημερινής σειράς στην τηλεόραση).

Και κάπου εκεί μέσα, στο μαύρο μελάνι των δημιουργών, τις αναμνήσεις και εμπνεύσεις των κειμενογράφων, το μικρό μέγεθος του περιοδικού (για χαμηλότερο κόστος), να ξεπετάγονται οι Έλληνες:

Αυτούς, που οι συγγραφείς και οι σκιτσογράφοι τους είχαν για αντάρτες. Σκληροτράχηλους ντόπιους που δεν σηκώναν ζυγό στο κεφάλι. Που διακατέχονταν από αυτήν την ακαθόριστη και ακατανόητη λέξη για όλον τον κόσμο, το φιλότιμο, και τον υπερβολικό κώδικα τιμής που μπορεί να τους έριχνε ακόμα και στο θάνατο για το τίποτα.

Που για τους ελευθερωτές συμμάχους θα τα έδιναν όλα.

Και ήταν έτοιμοι να τα αρπάξουν κι όλα…

 

Στο σήμερα όλες οι ηγεσίες παγκοσμίως παραδέχονται ότι ζούμε έναν παγκόσμιο πόλεμο σαν και τότε με μορφή όμως (κι ευτυχώς) καθαρά οικονομική.

Και η Ελλάδα –κατά περίεργο τρόπο– βρίσκεται πειραματόζωο στο μάτι του κυκλώνα. Κάποιοι Ευρωπαίοι ΄΄σύμμαχοι΄΄  και αρκετά ΜΜΕ μάς παρουσιάζουν  σαν τζαναμπέτηδες, αδίστακτους και αδέκαρους μπατίρηδες που θέλουν να τα αρπάξουν όλα και δεν πειθαρχούν σε τίποτα.

Οι Έλληνες όμως, οι απλοί οπλίτες (και, αναγραμματίζοντας, πολίτες), βρισκόμαστε μέσα στα χαρακώματα και αντιμετωπίζουμε με πενιχρά εφόδια αλλεπάλληλα κύματα επιθέσεων από έναν ακαθόριστο εχθρό. Η μία μάλιστα πιο εξουθενωτική από την προηγούμενη.

Ίσως το πείσμα μας, να εξαγοράζει πραγματικά χρόνο στις ηγεσίες για να αντιμετωπίσουν την ΄΄κρίση΄΄ για την οποία ωστόσο ευθύνονται αποκλειστικά, ίσως και όχι.

Το Ελληνικό χρέος, πάντως, δεν είναι τίποτα απέναντι στα χρέη άλλων κρατών κι όμως οι Έλληνες πληρώνουν το τίμημα στο χιλιαπλάσιο. Είμαστε η κερκόπορτα –λένε– για την οικονομική πτώση της Ευρωπαϊκής ιδέας.

Τεθωρακισμένα συμφέροντα και κερδοσκοπία απέναντι σε εκατομμύρια προτεταμένα στήθη;

Αν ναι, τότε –ελπίζω– απέναντι και σε ένα συλλογικό ΄΄Όχι΄΄.

Μετά από δεκαπέντε χρόνια έπεσε -πριν από μήνες- στα χέρια μου το 2ο πολεμικό περιοδικό που διαβάζω στη ζωή μου και μένω άναυδος γιατί διαπιστώνω κάτι που θυμόμουνα παιδί, αλλά με το χρόνια το ξέχασα:

Το κακό πάντα έχανε.

Το καλό πάντα νικούσε.

Μόνος ή με παρέα ο ήρωας έπαιρνε πάντα το δρόμο του καθήκοντος και του συλλογικού καλού ελπίζοντας για ελευθερία και ζωή.

Κάτι που δεν συνέβαινε αυτόματα, γιατί έτσι υπαγορεύει η λογική των comics, (όχι τουλάχιστον όπως υπέθετα τόσα χρόνια χωρίς να διαβάσω κάποιο άλλο τεύχος πολεμικών),

αλλά το μοτίβο λειτουργούσε γιατί ο ήρωας και οι γύρω του

πάλευε/αν.

Αντιδρούσε/αν.

Έλεγε/αν ΄΄Όχι΄΄ με το όποιο κόστος.

Τις τελευταίες μέρες που μου ζήτησε ο Γιώργος τις σκέψεις μου για το νόημα της σημερινής 28ης αυτό κυριαρχεί στο μυαλό μου.

Ταυτόχρονα οι εξελίξεις του οικονομικού πολέμου μαίνονται ραγδαίες και βάναυσες. Το νέο κύμα επίθεσης θα χτυπήσει πιο σφοδρό από ποτέ και εμείς το περιμένουμε ελπίζοντας να το καθηλώσουμε και να κερδίσουμε λίγο ακόμα χρόνο για εμάς (και ίσως όλη την Ευρώπη αν κι αυτό δεν είναι ένα καλοδουλεμένο παραμύθι).

Μέσα στα χαρακώματα κοιτάζω τους αδελφούς και τις αδελφές γύρω μου. Τα χείλη τους είναι σφιγμένα. Τα μάτια τους καθηλωμένα στον ορίζοντα που μαυρίζει.

Τα εφόδια λιγοστεύουν.

Το ΄΄Όχι΄΄ ίσως να είναι το μόνο που θα μας κρατήσει. Λέξη που παλιότερα ακουγόταν σαν παρωχημένο κλισέ μίας μακρινής εποχής, τώρα αποδεικνύεται πιο αληθινό από ποτέ σε ένα νέο επίπεδο.

Μορφές και ήρωες από την ιστορία (ακόμα και από τα Πολεμικά περιοδικά) μού έρχονται στο μυαλό υπό την πρίσμα μιας νέας αναλογίας.

Μισώ τον πόλεμο και τον λατρεύω…

Βασίλης Μαρκουίζος.

Το αφιέρωμα αυτό, μπορείτε να το βρείτε συγκεντρωμένο, στην υπό – κατηγορία «ΔΙΑΦΟΡΑ». Τα άρθρα θα προστίθενται όπως δημοσιεύονται καθημερινά. Ένα μεγάλο ευχαριστώ στον Χρήστο, τον Νίκο, τον Βασίλη, τον Δημήτρη, τον Παναγιώτη, τον Άκη και τον Γιάννη, για τα πολύτιμα στοιχεία που πρόσφεραν και την συμμετοχή τους στο αφιέρωμα.

http://wp.me/PKxow-nJ

ΑΓΑΠΗΜΕΝΑ ΤΕΥΧΗ ΚΟΜΙΚΣ 20. ΤΙΡΑΜΟΛΑ ΤΕΥΧΟΣ 44 «Η ΔΟΥΛΕΙΑ ΕΞΕΥΓΕΝΙΖΕΙ»

Όσο κρατούσε το ζύγισμα στη χούφτα μιας πέτρας, μας ήταν πάντα αρκετό για να εντοπίσουμε το στόχο. Κάποιες φορές υπήρχε από πριν. Ήταν στο χέρι μας πριν καν γυρίσουμε το βλέμμα τριγύρω. Κάποιες άλλες ήταν το βάρος αυτό που καθόριζε το μέγεθος της αταξίας. Ένα χαλίκι δεν θα μπορούσε να χρησιμεύσει παραπάνω από ένα φιλικό «ε, εσύ! Ξύπνα! Εδώ είμαστε!». Ένα κομμάτι από σπασμένο κεραμίδι, είχε τη δύναμη να μας αλλάζει όψη και να οριοθετεί τη «ζημιά». Μια μπάλα ποδοσφαίρου, με την απαλή επιφάνεια του «λάθους», είχε περιορισμένες δυνατότητες, όχι όμως και τον απόλυτο έλεγχο. Αναπηδώντας έφθανε σε σημεία πιο μακρινά απ« το μάτι και να προκαλούσε χαμόγελα ικανοποίησης, όπως και τις φωνές του γείτονα, όταν την αντίκριζε στην αυλή του. Όσο εύκολα μπορούσε να δώσει χαρά και πολλά νέα παιγνίδια, άλλο τόσο ήταν ικανή να σκύψει τα κεφάλια και να γεννήσει ιδέες για το πώς θα επέστρεφε στον ιδιοκτήτη της. Βλέπετε μια μπάλα κυλούσε πιο μακριά από τη σκέψη μας. Απ` αυτά που τις υπαγορεύαμε, που ζητούσαμε από κείνη. Δεν κατάληγε ποτέ στα ίδια σημεία, σε αντίθεση με τους κύκλους που κάναμε εμείς. Η επανάληψη ήταν κάτι άγνωστο για κείνη, όσο κι αν η φορά ήταν η ίδια, ή το χέρι, ή ο κάτοχος, ακόμη και ο στόχος. Το δικό της βάρος, αυτό το λιγοστό, κατόρθωνε να δίνει τεράστιες διαστάσεις στις πράξεις και ακόμη μεγαλύτερες επιπτώσεις. Οι συσχετισμοί βάρους και αποτελέσματος, ήταν για πολλά χρόνια μονόλογος και ολοκαίνουργια μαθήματα, με μια χαρακτηριστική μυρωδιά φρέσκου χαρτιού. Αδιάβαστα και δίχως μουντζούρες στις κενές σελίδες. Κάθε φορά μάθαινες κι από κάτι χρήσιμο, απ` τις ίδιες γραμμές, απ` τα ίδια κεφάλαια. Ερμηνεύονταν όλα αυτά τόσο διαφορετικά, που ποτέ κανείς μας δεν παραπονέθηκε ότι κουράστηκε διαβάζοντας τα. Ίσως το λιγότερο βαρετό βιβλίο που τυπώθηκε ποτέ από τον ΟΕΔΒ(όταν – έχω – διάβασμα – βαριέμαι!). Βέβαια δεν μπήκε σε κανενός της σχολική τσάντα και δεν χρειάστηκε κανείς μας να «πει το μάθημα» του στην τάξη. Στους διαγωνισμούς όμως που ξεκινούσαν όταν χτυπούσε για τελευταία φορά το κουδούνι, ήταν απαραίτητο σε όλους και έδινε ακούραστα το παρόν. Αδιαμαρτύρητα. Ήταν ο μπούσουλας μας. Το μοναδικό βιβλίο που συμπλήρωνες καθημερινά νέες συμβουλές, ατάκες, συμπεράσματα, απαντήσεις, ασκήσεις. Γράφονταν ενώ ζούσαμε και μεγαλώναμε. Ενηλικιώνονταν μαζί μας. Αντλούσε εμπειρίες από τις δικές μας. Προσαρμόζονταν στις απαιτήσεις μας. Μας μάθαινε και το μαθαίναμε. Μια αλληλένδετη σχέση και η έννοια του αχώριστου συντρόφου. Η αλήθεια είναι ότι όσες φορές επαναλάβαμε σφάλματα, δεν επικαλεστήκαμε άγνοια ή κάποια δικαιολογία. Μπορεί να μην ανατρέξαμε στις σελίδες του, αλλά κι αυτό ήταν ένα τεράστιο, ομαδικό ή ατομικό, μάθημα της βαρύτητας των πράξεων μας. Οι περιγραφές δεν είχαν μια συγκεκριμένη έννοια και χαρακτηριστικά. Σχεδόν πάντα διατηρούσαν το στοιχείο της «πρώτης φοράς», κι ας ήταν η χιλιοστή. Άλλωστε για τον κάθε έναν ξεχωριστά, είχε κι από ένα αντίκτυπο, προσαρμοσμένο στις ιδιαιτερότητες του χαρακτήρα του. Στον τρόπο που εξαργύρωνε τα αποτελέσματα της σχέσης του με το «βάρος»… Πορευτήκαμε για αρκετά μεγάλο διάστημα, με τούτο το βιβλίο παραμάσκαλα. Οι πτυχές που αποκαλύφθηκαν στα μάτια μας και οι διαστάσεις που πήραν, ήταν αυτό που στην συνέχεια μας έδωσε μια πλήρη εικόνα όσων θα αντιμετωπίζαμε και βοήθησε τα μέγιστα ώστε να συνυπάρξουμε με ασφάλεια στην «ελαφρότητα» των καιρών .. . Μπορεί να «έχανε» στην αφήγηση, ή να υπολείπονταν εικονογράφησης, ήταν όμως η πρώτη μας γνωριμία με την προσαρμογή στην «σοβαρότητα» των καταστάσεων και αυτές τις «σχέσεις» τις θυμάσαι δίχως να τις κρίνεις για ψεγάδια. Είναι σαν τα πρώτα χτυποκάρδια, που όσα χρόνια κι αν περάσουν θα βρίσκουν τον τρόπο να κρατούν το βλέμμα μετέωρο στη σκέψη τους. Έστω και για λίγο.

Κάθε προσπάθεια για την ανακάλυψη νέων λέξεων, ήχων, συνειρμών και θαυμαστικών, ήταν τα χρόνια εκείνα μόνιμα σκαρφαλωμένη στα κλαδιά των δέντρων, ή σε κάποιο μισογκρεμισμένο τοίχο. Σε μια μάντρα, ή στα κάγκελα κάποιας αυλής σχολείου. Μας δίδασκε τρόπους για να περιορίζουμε τις συνέπειες της πτώσης. Μάτωνε μαζί μας σε κάθε αποτυχία. Μετρούσε τις δυνάμεις μας, κοιτάζοντας διακριτικά από απόσταση. Μας άφηνε να πειραματιστούμε. Να γνωρίσουμε την ταχύτητα κάθε δίνης καταστάσεων. Με ποιο τρόπο μπορούν να σε ρουφήξουν μέσα τους. Μάθαμε να καταλαβαίνουμε έτσι, τα όρια μας. Το πόσο βάρος αντέχει ένα κλαδί. Πόσο μπορεί να πονέσει μια σκασιά, ανάλογα με το ύψος. Μπορεί όλα αυτά να άφηναν μια πικρή γεύση, ή να γεννούσαν απογοήτευση. Ήταν όμως πολύ σημαντικά και με κάποιο περίεργο τρόπο μας τραβούσαν να τα βιώσουμε, γνωρίζοντας απ` την αρχή ότι οι εμπειρίες τους ήταν πολύ ψηλά ανεβασμένες. Εκεί που δεν τις έφτανε το χέρι, παρά μονάχα το μάτι. Αυτό το πάντα αχόρταγο, που σάρωνε ότι περνούσε από μπροστά του και έψαχνε για το ακατόρθωτο. Στο τελευταίο κλωνάρι της αγριοκερασιάς. Κι από εκεί το ύψος ζάλιζε και τα κλαριά λύγιζαν επικίνδυνα. Τίποτα όμως δεν μας σταμάτησε, δεν έγινε ανυπέρβλητο εμπόδιο στο δρόμο μας, Δεν κατάφερε να λυγίσει παρά μόνο τα κλαριά, κι όχι τα κορμιά μας. Αυτοί οι «απαγορευμένοι καρποί» ήταν η πεμπτουσία της ύπαρξης μας της ίδιας. Οι χαρακτήρες όλων αποκρυπτογραφούνταν ανάλογα με την υπομονή και το πείσμα του καθενός. Ανάλογα με το πόσο πίστευε σε ότι επιχειρούσε, πόσο το ήθελε, αυτά που σήμαιναν για κείνον. Κι όλα αυτά μας ακολούθησαν μετά, όταν πάλι μετρούσαμε δυνάμεις, με αλλιώτικο τρόπο και για διαφορετικούς λόγους. Κόλλησαν πάνω μας σαν προστατευτικά τσιρότα για τα κουνούπια. Οι ουλές τους μαρτυρούσαν τις προσπάθειες μας. Επιτυχημένες ή όχι ποτέ δεν μέτρησε. Σημασία είχε η προσπάθεια και μόνον αυτή. Από αυτά τα τόσο συνηθισμένα καθημερινά ανδραγαθήματα, που πολλές φορές υπαγόρευαν τα σκίτσα σε κάποιο τσαλακωμένο τεύχος κόμικς, κι η θέληση να τα κάνουμε πράξεις εκτός χαρτιού, βγήκαμε όλοι κερδισμένοι. Βγήκαμε με έναν πλούτο ζωής που δεν χωράει σε πορτοφόλια. Που δεν ανεβοκατεβαίνει σε κανενός θερμόμετρου τον υδράργυρο, ούτε μετριέται με κλίμακες και χάρακες. Δεν συνοδεύεται από αριθμούς και «μηδενικά». Ήταν τα συστατικά και όχι τα στατιστικά, μιας ξεκάθαρης δέσμης συλλογισμών και μιας πορείας δίχως πυξίδα. Το πόσο μακριά και το πόσο κοντά μπορεί να βρεθεί η πράξη από τη σκέψη, η σημασία που έχει το περπάτημα πάνω στο λασπωμένο χώμα, μακριά από τη σιγουριά μιας καθαρής επιφάνειας πεζοδρομίου… Γιατί την σιγουριά εκείνη δεν την ζητήσαμε και δε μας ταίριαζε. Δε κρυφτήκαμε ποτέ κάτω από το υπόστεγο της, όταν το χαλάζι έτρωγε τα μούτρα του στους δρόμους και στις ομπρέλες των περαστικών. Γελούσαμε στη βροχή και κοιτάζαμε ψηλά, σα να προκαλούσαμε το «αφεντικό» της να ρίξει περισσότερη. Τι δύναμη να έχει μια σταγόνα, όσο βαριά κι αν είναι; Τι μπορεί να κάνει εκτός από το να σε βρέξει; Πως γίνεται να κάμψει την ορμή του ποταμού, που κυλάει μέσα σου; Συν τοις άλλοις, τα καλύτερα μπάνια τα κάναμε με τις ψιχάλες να πέφτουν σαν ριπές στη θάλασσα. Σα να αγρίευε και να ξεπετιόνταν εκείνο το χάρτινο spitfire από τα πολεμικά, θυμωμένο, έτοιμο να γαζώσει ότι έβρισκε μπροστά του! Κι έτσι απλά ξεκινούσε αναίτια και από το πουθενά, ξανά το παιγνίδι! Όσοι δέχονταν τις σφαίρες έπεφταν θεαματικά, αφήνοντας πονεμένες κραυγές και επέπλεαν μπρούμυτα. Όσο μπορούσε ο καθένας να αντέξει την ανάσα του, γιατί μετά …επέστρεφε στους ζωντανούς σκασμένος και βγάζοντας νερό απ` το στόμα! Κι οι υπόλοιποι σκάγαμε, αλλά απ` τα γέλια!  Λίγο η πλεγμένη στης φαντασίας μας τον ιστό μάχη, λίγο το νερό που απορροφούσε το βάρος και δεν άφηνε σημάδια απ` την πτώση, όλα έβαζαν το δικό τους «χαλί ασφάλειας» κάτω από τα πόδια μας. Φρόντιζαν να βυθίζονται τα βήματα του μέσα. Κάλυπταν τον θόρυβο. Προστάτευαν την ευδαιμονία της στιγμής, από κάθε σύγκρουση με την πραγματικότητα… Ήταν το χέρι του φίλου, που πέταγε μακριά τη νερόμπαλα, πριν σκάσει στο πρόσωπο…

Τα «βάρη» ανέπτυξαν κι άλλους τρόπους για να μας θυμίζουν την παρουσία τους. Έγιναν οικογενειακά, επαγγελματικά, κοινωνικά, φόρεσαν στολές «υποχρεώσεων» και ήρθαν στο τρελό πάρτι μασκέ. Τίναζαν συνέχεια τις σερπαντίνες και τον χαρτοπόλεμο, για να μη μένει κρυμμένη η μορφή μας. Για να μπορεί κανείς να μας αναγνωρίζει καλύτερα. Ήταν όμως διαφορετικά εκείνα τα «βάρη». Δε τα ξεφορτωνόσουν με ένα δυνατό τράνταγμα του χεριού, όπως τις πέτρες στην παραλία, ή τα αυτοσχέδια βελάκια στον υποτυπώδη στόχο του κήπου. Τα κουβαλούσες διαρκώς σε κάθε τσίμπλα, σε κάθε πλύσιμο των δοντιών. Βρήκαν τον τρόπο να γίνουν το τίμημα κάθε μετάλλαξης σου. Κάθε δρόμου και κάθε κουβέντας. Στα σκοτάδια, στο ημίφως, στα πορτατίφ. Μόνο το δίσκο του φεγγαριού δε αντικατέστησαν, με έναν άλλο, πιο σύγχρονο, πιο «αρεστό». Στο θολό του αυλόγυρο έχασαν το δρόμο της «επιρροής». Γιατί το χειροπιαστό δεν αναλύει το μακρινό αόρατο βλέμμα της ουτοπίας. Δε μπορεί να το πιάσει, ούτε να το αγγίξει. Έχει ένα «ειδικό βάρος». Μια διαφορετική χρήση της σκυφτής πλάτης, που καθηλώνεται από τον όγκο και γέρνει κάτω απ` αυτόν, με ένα αστείρευτο σε επινοήσεις τρόπο. Είναι ένα «βάρος» που δεν πιάνει το ζύγι. Δεν έχει αντιστοιχία. Τυλιγμένο στο δισάκι του Τάνταλου, του δραπέτη απ` το βουνό της τιμωρίας, όταν κατρακύλησε μέσ` τα σανδάλια του κατάκοπος και φοβισμένος, γιγάντωσε σα σπόρος κάποιου αιωνόβιου δέντρου που γδέρνει με τις ρίζες τα σπαρμένα χαλίκια, θέλοντας να αφαιρέσει κάθε νόημα, κάθε αντίσταση, κάθε προσπάθεια για λυτρωμό… Ένα βάρος για το δρόμο… Ένας δρόμος βάρος… Ένας βαρύς δρόμος… Μια σουβλερή ματιά του βράχου που κυλά και αναζητά με αγωνία το δραπέτη… Από κάποια «βάρη» δεν ξεφεύγεις ποτέ… Σε κυνηγούν για να σε επαναφέρουν στην «τάξη», όταν ξεχνιέσαι ή σου γεννιέται η ιδέα να τα αποχωριστείς. Ήταν ανέκαθεν καρφιτσωμένα στο πουκάμισο σαν κονκάρδα, αλλά κανείς δεν τους έδινε σημασία, όταν όλα όσα ρουφούσε χωρούσαν μέσα σε ένα καλαμάκι γεμάτο ανθρακικό. Σε μερικά πολύχρωμα ζαχαρωτά, που έπεφταν με λαιμαργία στον ουρανίσκο. Ήταν πολύ μακριά απ` τις περιορισμένες φιλοδοξίες, κάποιων κομμένων στις εξετάσεις αναίσθητων πιτσιρικάδων, που αντιμετώπιζαν μερικούς επιπλέον μήνες συμβιβασμών και βιβλίων στο χέρι, με ένα πλατύ χαμόγελο και ένα «και τι έγινε μωρέ; Κάθε μέρα θα διαβάζουμε;» Δεν είχαν συνείδηση με τέτοιο «βάρος», που να αναπλάθει ενοχές και να ανατρέφει συστολές. Ίσως το πείσμα και όχι οι νόμοι του Νεύτωνα, να ήταν αυτό που έστριβε τις ρόδες, στα τσακισμένα ξύλινα αμάξια, όταν κατέβαιναν με ορμή την απότομη πλαγιά. Το μήλο εκείνες τις μέρες, δεν είχε βρει ακόμη το σχήμα που θα εξηγούσε την πτώση του απ` το δέντρο. Δεν μπορούσε να γίνει μάθημα. Ήταν απλά κάτι που σου άνοιγε την όρεξη, ή στην έκοβε και μετά ακολουθούσε η γκρίνια της μάνας. «ήθελα να ήξερα τι έφαγες πριν και δεν τρως το φαί σου! Άμα δε το φας όλο δεν έχει παιγνίδι!» Κάποιοι το είχαν δει να βγάζει φτερά και να προσφέρεται καλογυαλισμένο και μυρωδάτο στην ημίγυμνη Εύα, με τα πουριτανικά σκίτσα φτιαγμένη, των σελίδων στο βιβλίο Θρησκευτικών. Ένα μαγεμένο μήλο που πήρε μπάλα και τον Αδάμ, κι έτσι οι πρωτόπλαστοι είδαν την πόρτα της εξόδου και έκαναν όλων μας τη ζωή πιο δύσκολη και τον Παράδεισο πόθο ζωής. Κι ο Γουλιέλμος Τέλος είχε βάλει ένα μήλο στο κεφάλι του γιού του και το πέτυχε με το τόξο από μακριά. Άλλο μήλο εκείνο. Μάλλον θα πρέπει να είχε σχέση με τις ικανότητες και τους εγωισμούς των ανθρώπων, που πάντα βρίσκουν κρύα τα νερά στο πρώτο μπάνιο, κι όλο το αναβάλλουν… Αυτά ήταν τα μήλα που ξέραμε, κι αυτά τα κατορθώματα τους. Του Νεύτωνα δεν διέφερε στην όψη(ίσως να ήταν το ίδιο λαχταριστό), αλλά στα συμπεράσματα στα οποία οδηγούσε, όταν προσγειώνονταν στο κεφάλι του! Την φέρναμε στο νου κι αυτή την εικόνα, αλλά με γέλια και «σιωπή εσείς εκεί! Θα σας βγάλω έξω από την τάξη!» Όταν φύγαμε από τις τάξεις, με το πλήρωμα του χρόνου κι όχι με φωνές, μάθαμε και την σημαντικότητα της ανακάλυψης του επιστήμονα. Ένας καθοριστικός άξονας, πάνω στον οποίο έμελε να περιστραφούν όλες οι επιδιώξεις μας. Από εκεί ξεκινούσαν και στις αρχές αυτές κατέληγαν. Όποιος δε διάβασε έστω και μετά από χρόνια αυτό το μάθημα, είναι ακόμη στην αυλή και παίζει με τους αόρατους συμμαθητές του…

Η καταλυτική παρουσία και η συμβολή των κόμικς, στο ξεφλούδισμα των καθημερινών πληροφοριών που καταχωρούνταν στα συρτάρια της μνήμης μας, ώστε να γίνουν απόλυτα κατανοητά, με σπαρταριστά παραδείγματα και μια κεντρική ιδέα απαλλαγμένη από τα περιττά λόγια και τις βαρετές πολυλογίες των βιβλίων, ήταν αυτή που μας κράτησε στην τάξη(του σχολείου), αλλά και σε μια ισορροπία οικογενειακή, όπου οι πολλές ερωτήσεις λιγόστευαν και τα παιδικά «γιατί;» έδιναν τη θέση τους στα «ξέρω. Κατάλαβα. Δεν είμαι μικρός». Έτσι δειλά – δειλά οι έννοιες ζωντάνευαν μέσα από σκίτσα, αφήνοντας την ερμηνεία να κολυμπάει στα σωσίβια μας. Τόσα μα τόσα παραδείγματα, πάμπολλες εναλλακτικές προτάσεις για εφαρμογή, αλλά και στοίβες ολόκληρες με παρομοιώσεις, εμπλούτισαν ένα φτωχό λεξιλόγιο. Σμπράνκ! Το αμόνι πάνω στο κεφάλι ενός κλέφτη! Ζιπ! Το σκίσιμο της εικόνας απ` τη σφαίρα!  Ζντούπ! Η προσγείωση στο έπιπλο του γραφείου! Γκούπ – γκάπ! Οι γροθιές στο μπαρ! Ζβιν! Το κορμί που τεντώνεται ψηλά και παίρνει διαστάσεις γίγαντα! Μπάφ! Ο «κακός» πέφτει πάνω στον ανύποπτο «καλό»! Βρούμ! Ο ήχος της αφιονισμένης ταχύτητας του όχλου! Τοκ! Η αβάσταχτη ελαφρότητα του πιστολιού, που σκάει στο δάπεδο! Φσσσσστ Ζουμ! Τα βέλη στον πισινό του καουμπόικου κινούμενου στόχου! Μπλατς! Το άπλωμα του ώριμου μήλου στο καπέλο του επίδοξου κλέφτη!  Αν προσέξετε θα δείτε πλείστες εφαρμογές μέσα σ` αυτά τα ανύπαρκτα επιφωνήματα, που πρόσθεσαν νέες διαστάσεις στην εκμάθηση της γραμματικής, αλλά που ποτέ δεν αποτυπώθηκαν σε μια «κόλλα χαρτιού», στα πρόχειρα διαγωνίσματα! Μέσα εδώ υπάρχουν τα παραδείγματα που δεν ξεστόμισαν ποτέ οι δάσκαλοι, αλλά που κατάφεραν να μας φέρουν κατακέφαλα τη γνώση, παραστατικά και πάντα με ένα χαμόγελο! Ο νόμος της βαρύτητας βρίσκονταν σε κάθε καρέ, έχοντας την δική του θέση στην επιστήμη, με μια απλοϊκή και ανέμελη διάθεση για αφήγηση. Κι όμως, κανείς δεν σκέφτηκε να ζωγραφίσει με μια κιμωλία στον πίνακα αυτές τις «εφαρμογές», τις τόσο κατανοητές στα μάτια μας, αφήνοντας μια στυλιζαρισμένη «παπαγαλία», που καμιά φορά τα τυπογραφεία έκαναν τόσο αχνά τα γράμματα της, που τα διάβαζες μόνο από το βιβλίο του διπλανού! Είναι ανόητο να διδάσκεις στα παιδιά με το μπόι των μεγάλων! Αν δεν σκύψεις να έρθεις στα μέτρα τους, θα τρομάξουν, κι ακόμη περισσότερο θα αρνηθούν με πείσμα τις καρικατούρες που πρεσβεύεις. Μα είναι τόσο δύσκολο σ` αυτά τα κούφια βιβλία, τα άχαρα σκίτσα που περιέχουν να συνοδεύονται από αυτό που ζητούν τα μάτια ενός μαθητή; Είναι τόσο αντίθετο με τις όποιες αρχές προστατεύουν τη μάθηση από την γελοιοποίηση, να συνυπάρξουν με ένα φανταστικό επιφώνημα σαν το «Σκρατς», που υποδηλώνει το σπάσιμο μιας σανίδας; Ξέρετε πόσο πιο εύκολο θα ήταν για έναν πιτσιρικά να αγγίξει την αξία του «βάρους» και την μεταφέρει σαν εξήγηση σε κάθε του ενέργεια, δίχως να ψάχνει για απαντήσεις στα «σπασμένα τηλέφωνα» της παρέας; Έχετε αλήθεια φανταστεί ένα κόσμο που τα παιδιά θα προβάλλουν την προσωπικότητα και τα χαρίσματα τους, αντί να τα θάβουν στο χώμα όπως οι σκύλοι τα σκατά τους; Με ντροπή και βιασύνη, με κόμπλεξ και άγχος, μήπως τους δει κανείς. Έχετε μήπως σκεφτεί πόσο δυσνόητο και ανόητο, είναι μια εκκολαπτόμενη ανθρώπινη προσωπικότητα να τυλίγεται με το έτσι θέλω, στα αναμασημένα δεδομένα της χαμένης γενιάς κάποιων άλλων πιτσιρικάδων, που μεγάλωσαν χωρίς «φλοπ», «κρακ», ή «γκάσπ»; Ω! σνιφ – κλαψ – λυγμ! Τι κρίμα! Χάσατε το χιούμορ σας απλά κύριοι! Στο φτάρνισμα συνεχίζετε να λέτε το «καθωσπρέπει» στάνταρ «γεια σου» και δεν έχετε μάθει να περιμένετε για απάντηση ένα «δεν πάω πουθενά!». Ζείτε μια «κορώνα – γράμματα – χάσατε»!

Τον Απρίλη του`71, γνωρίστηκα με πολλές διαφορετικές κόμικς – παρομοιώσεις, απ` αυτές που διατύπωναν τις διαφωνίες τους σε κάθε ευκαιρία, σε σχέση με αυτά που νομίζαμε ότι βλέπαμε μπροστά μας. Την εποχή που κράτησα το 44ο τεύχος του Τιραμόλα στα χέρια, πολλές έννοιες στερούνταν «βαρύτητας» στο νου μου. Οι επιπτώσεις ήταν σαν τις συναναστροφές. Μπορούσες να τις επιλέξεις πίστευα, κρίνοντας από όσα είχαν ήδη φανερωθεί ως τότε. Με βάση τα σχήματα και τις μορφές, με τα οποία είχα εξοικειωθεί. Φτάνουν όμως στιγμές που τα ορθάνοιχτα μάτια, αντικρίζουν  μια ολοκαίνουργια και παντελώς άγνωστη υφή. Μια άλλη εξήγηση με περισσότερες δυνατότητες, σχεδόν ανεξάντλητες. Στα εικονογραφημένα που καλλιεργούσαν και πότιζαν τη φαντασία μας, ο Τιραμόλα δεν είχε ποτέ μια ύπαρξη τόσο επιβλητική, ικανή να καθορίζει τη θέληση και να υπαγορεύει τη βούληση. Η δική του οντότητα, στην ουσία δεν υπήρχε! Όχι με κάτι συγκεκριμένο, από αυτά που χαρακτήριζαν τον ποντικό ντετέκτιβ Μίκυ Μάους, ή τον ήρωα των Αμερικάνικων δασών Μπλέκ. Ο Τιραμόλα ήταν μια βιομηχανική απόκλιση από την ελαστική πραγματικότητα, φτιαγμένος για να ελίσσεται και να τρυπώνει παντού, δίνοντας οικονομικές λύσεις, συντηρώντας συγχρόνως τον μύθο της απατηλής λάμψης του ονείρου. Είχε όνομα, όχι όμως και χρήση. Μπορούσε να είναι οτιδήποτε, να γίνει οτιδήποτε, να φτάσει στο πιο απομακρυσμένο σημείο του χάρτη. Χωρούσε παντού και ζύγιζε όσο ήθελε ο καθένας μας. Οι προσδοκίες του έτρωγαν από το ίδιο πιάτο με τις δικές μας και έδειχναν τόσο αφοπλιστικά αθώες, που ίσως να τις είχαμε πλάσει με τα χέρια ένα απόγευμα σκυμμένοι στο πάτωμα, μέσα στου παιγνιδιού τη ζάλη. Ένα απόγευμα απόσταση από το θρανίο… Δέκα λεπτά χρόνος στο μαγικό χαλί… Τρείς μπάλες χαρτί διπλωμένο ενάντια στη «βαρύτητα»… Τα εμπόδια μάθαιναν να κάνουν στην άκρη για να τα διαβεί, η φιγούρα μιας σαρανταποδαρούσας, η μορφή ενός αεροπλάνου, η σκιά ενός βάρους δύο τόνων, το σφύριγμα ενός λάσου. Αυτές οι χιλιάδες μεταμορφώσεις, δεν επισκίαζαν κανένα κατόρθωμα των συναδέλφων του στα υπόλοιπα κόμικς της εποχής. Χωρίς αυτές όμως κάτι έλειπε. Το απεριόριστο, το «ποτέ», το «πάντα», το «παντού». Ήταν η τελευταία γραμμή στο κείμενο, που αν δεν την διάβαζες είχες σπαταλήσει όλες τις προηγούμενες σελίδες. Ήταν σα να μη τις είχες διαβάσει καθόλου. Αυτό που με κέρδισε σε εκείνο το τεύχος, ήταν το σπινθήρισμα στο βλέμμα και το κέφι μιας παρέας ηρώων, που δεν είχα ξαναδεί όμοιο του ως τότε. Ο ρεαλισμός ήταν ανύπαρκτος, αλλά η απουσία του περνούσε απαρατήρητη. Για να μπει σφήνα στην εικονογραφημένη μου οπτική που μόλις άρχιζε να διαμορφώνεται, δεν χρειάστηκε να συμβεί κάτι το φοβερό. Κάτι μοναδικό, που να συγκαταλέγεται στις τύχης τα παιγνίδια. Κανένα περιστατικό αστείο ή τραγικό,  δεν συνόδευσε το τεύχος αυτό. Μόνο μια χαραμάδα μνήμης μισάνοιχτης, απ` την οποία έβγαινε ένα κατηφόρισμα στα καντούνια της παλιάς πόλης. Εκεί με περίμενε ο Τιραμόλα, σε ένα βιβλιοπωλείο που εκτός από τη συνηθισμένη του πραμάτεια, φιλοξενούσε και τεύχη περιοδικών. Ένα βιβλιοπωλείο για μαθητές, με λεξικά και χάρακες. Μικρό και στενό. Δεν περνούσε πλάι – πλάι πάνω ένας πελάτης. Άντε ένας ενήλικας και ένας επτάχρονος πιτσιρικάς. Ξέρετε, από κείνους που τραβούν το χέρι της μητέρας τους, για να ζητήσουν κάτι. Κι αυτό το κάτι ήταν παρατημένο σε ένα σωρό βιβλία Αγγλικών. Κάποιο άλλο πιτσιρίκι το είχε φέρει μέχρι εκεί, αλλά το δικό μου χέρι ήταν αυτό που το πήγε στο ταμείο. Κι έτσι, ο Τιραμόλα ήρθε σπίτι, την ημέρα της ονομαστικής μου εορτής, που μονίμως μετακινείται σα να έχει ρόδες και ποτέ δεν την αφήνουν να πέσει πάνω στο Πάσχα! 23 Απριλίου 1971.

Απ` όλα τα πλάσματα της φαντασίας κάποιων υπέροχων μικρών – μεγάλων, που βάλθηκαν να αλλάξουν το σχήμα των δρόμων, των σπιτιών, των ίδιων των ανθρώπων γύρω μας, τοποθετώντας δημιουργήματα σα πλαστελίνη πολύμορφα, αυτό που ενσάρκωνε το «μπορώ να γίνω ΟΤΙΠΗΠΟΤΕ», ήταν ο ένας και μοναδικός Τιραμόλα! Μόνο αυτός κατάφερε να γίνει ατάκα διαχρονική, στα στόματα κάθε ηλικίας, κι ας αλλάζουν γρήγορα οι λέξεις και οι φράσεις στην αργκό όλων μας, καθημερινά. Το «δεν είμαι Τιραμόλα», ή «ποιος είμαι; Ο Τιραμόλα;», ακόμη ακούγεται και συνεχίζει να παραμένει η απόλυτη περιγραφή του «δεν μπορώ να πάρω τόσα σχήματα και να είμαι ταυτόχρονα παντού»! Οι μεταμορφώσεις του, πάντα συνοδεία ευρηματικών ανύπαρκτων επιφωνημάτων, εξηγούσαν τη χρήση κάθε αντικείμενου, τόσο καλά που ούτε σε αμφιθέατρο πανεπιστήμιου δεν ειπώθηκαν καλύτερα ποτέ! Το «βάρος», αυτό που καμιά φορά εκτός όλων των άλλων έπαιζε και έναν ρόλο ανασταλτικό, αποτρεπτικό κάθε κίνησης ή σκέψης, ένα μούδιασμα εσωτερικό που εμπόδιζε το λόγο και τις πράξεις, ακόμη κι αυτό έγινε απολαυστικό, νέα προκλητική ματιά στα ίδια μπαλονάκια, άξιο ψυχαγωγίας και διασκέδασης στην όψη του και όχι φόβητρο. Μάθαμε να βλέπουμε τη γελοία του πλευρά, αυτή που αφαιρεί την ύλη από το εσωτερικό και έτσι ανάλαφρο το ανεβοκατεβάζει σα μπιζέλι σε ασανσέρ. Το κάνει να χωρέσει στη χούφτα, σαν το νερό που πετούσαμε ο ένας στον άλλο. Κι από εδώ παιγνίδι βγαίνει. Ο λαστιχάνθρωπος δεν αψήφησε παρά μόνον την στείρα αντίληψη για μονόπλευρη υπόσταση. Ήταν αυτός που κράτησε το «βάρος» και το πολλαπλασίασε. Του έδωσες κι άλλες μορφές. Μαζί με τα σχήματα του κορμιού του, κατάφερνε να το μεταμορφώνει κι εκείνο και να το κάνει να μοιάζει σα καρπό, στα φτιαγμένα από καουτσούκ κλαδιά του. Σήκωσε πολύ περισσότερα «βάρη» ο Τιραμόλα, απ` ότι εμείς γκρινιάζουμε για την ανασταλτική τους παρουσία στη ζωή μας. Κι όμως, ποτέ του δεν παραπονέθηκε, ούτε αυτός ούτε κι ο Ατσίδας, που με ένα λουλούδι στο χέρι διέκοπτε τον εργοδότη του, για να εκφράσει μια ανησυχία με ένα χαμόγελο στο πρόσωπο, ικανό να την συρρικνώσει. Μπορεί για όλα αυτά να ευθύνεται το ανύπαρκτο και το φανταστικό, που λύγιζαν κάθε δυσκολία με την ύπαρξη τους στις περιπέτειες του. Ίσως γιατί όλα αυτά γίνονταν στις σελίδες ενός κόμικς. Όμως ο Τιραμόλα έδωσε πολλά μαθήματα αντιμετώπισης της βαριεστημένης αγγαρείας, που αυξομείωνε τον όγκο στο αρμίδι της υπεκφυγής και όλων των στερητικών ΑΛΦΑ, που μάθαμε να ζητάμε από ένα ψάρεμα. Το αντίβαρο, ο μοχλός της αισιοδοξίας, απλώθηκε στην επιφάνεια του, ακόμη και τις στιγμές που ζητούσε προφητικά για τα χρόνια του, λίγη ησυχία για να κοιμηθεί. Όποιος διάβασε ποτέ τις ιστορίες του, γνώρισε τις αποκλείσεις που αν προσθέσει στη ρότα του την υπαγορευμένη, μπορεί να πιάσει την ουρά του ανέφικτου. Του αδύνατου. Αν δεν επαληθεύτηκαν οι προσδοκίες και έμειναν καρφωμένες στο τοίχο με το σκονισμένο κάδρο, γι` αυτό κανείς δεν μπορεί να τον κατηγορήσει. Ήταν η φορολόγηση της αμφιβολίας, η ετικέτα εκείνη που έσκυψε το λαιμό της λούτρινης καμηλοπάρδαλης, σα το καρτελάκι της τιμής ξαφνικά να απέκτησε τεράστιο «βάρος». Ίδιο μ` αυτό που εμποδίζει την ανάπλαση μιας χάρτινης βάρκας, από κείνες που σκορπίζαμε στα νερά. Είναι η πίστη αυτή που απομακρύνει τα χέρια μας από την κατασκευή κάτι τόσο απλού. Η πίστη που χάσαμε ότι στις χάρτινες τέτοιες βάρκες, ναυπηγημένες από τα φύλλα των σχολικών βιβλίων, μπορεί να αντέξει το «βάρος» μας ελπίδας. Κι όμως, κάποτε έμεινε στο κατάστρωμα της ένας μεταλλικός στρατιώτης, όρθιος σε όλο το ταξίδι. Αυτό που μετατρέπει τον Τιραμόλα σε μια αγνή ανάμνηση, των όσων πιστέψαμε ότι μπορούμε να αλλάξουμε, είμαστε εμείς! Εμείς που με τα πρόσθετα «βάρη» κάναμε τη βαρκούλα να γύρει και να βουλιάξει. Εμείς που δεν αρκεστήκαμε σε όσα απλοποιούν την ύπαρξη μας, αλλά ζητήσαμε το απόλυτο, το ψηλότερο σκαλί της ματαιοδοξίας. Κι αυτό πάντα πληγώνει και θα πληγώνει, όσο ο νους θα γυρνά πίσω στο χρόνο. Στην πρώτη μας γνωριμία με τη «βαρύτητα» στις σελίδες του Τιραμόλα. Όταν θα φέρνουμε στο μυαλό τις στιγμές που τα «Φλαπ» και τα «Σπλατς», ήταν το μόνο που δεν παζαρέψαμε, που δεν στοιχηματίσαμε.

Γιώργος Κοσκινάς

Το πιο πάνω κείμενο υπογράφεται από τον Γιώργο Κοσκινά και είναι προστατευμένο και κατοχυρωμένο πνευματικά. Οποιαδήποτε αντιγραφή μερική ή ολική χωρίς την συγκατάθεση του δημιουργού, επισύρει τις προβλεπόμενες από το νόμο κυρώσεις.

Διαβάστε και τις υπόλοιπες μνήμες που ξυπνούν κάποια τεύχη κόμικς ξεχωριστά από τα άλλα, αποκλειστικά δημοσιευμένα για τα μέλη και τους αναγνώστες του Comics Trades, αποσπάσματα από το νέο βιβλίο των εκδόσεων Αιγόκερως, στην υπό – κατηγορία «ΙΣΤΟΡΙΕΣ & ΤΕΥΧΗ».

http://wp.me/PKxow-1j2

ΑΓΑΠΗΜΕΝΑ ΤΕΥΧΗ ΚΟΜΙΚΣ 19. ΒΕΛΟΣ ΤΕΥΧΟΣ 80 «ΤΟ ΕΙΔΩΛΟ ΤΟΥ ΤΡΟΜΟΥ»


Υπάρχει ο «κανονικός» χρόνος και ο πλασματικός. Αυτός που είναι αόριστος, ασαφής και πάντα σχεδόν υπέρ – βολικός(«σε δύο λεπτά είμαι εκεί»…), κι ο άλλος, αυτός που περιγράφει με ακρίβεια και αγχωμένη διάθεση συνέπειας, το που θα βρίσκεται ο νους μας για την επόμενη ώρα(«σε περίπου μισή ώρα – 40 λεπτά το πολύ, θα έχω επιστρέψει»…), ώσπου να υλοποιήσουμε ότι μόλις είπαμε. Την πρώτη μορφή, τοποθετημένη σε μια σειρά φράσεων που αντανακλούν μια μάλλον συνήθεια, φθαρμένη και παραφρασμένη, ερμηνευμένη σύμφωνα με του καθενός τις ανάγκες, την συναντήσαμε για πρώτη φορά τότε που όλα αυτά έδειχναν να είναι απλά …δύο λεπτά απόσταση από το σημείο που βρισκόμασταν, χρονικά πάντα. Τότε που ο χρόνος είχε έναν άχαρο μάλλον ρόλο στις ζωές μας και καμία δύναμη για μας ορίζει, σαν αιωρούμενες μέσα στα γρανάζια του προσωπικότητες, Ήταν μια διακοσμητική σχεδόν παρουσία, σαν τα ρολόγια με τον ξεχαρβαλωμένο κούκο στο σαλόνι, που ούτε φωλιά του ήταν – ούτε έγιναν ποτέ, ούτε και τον είδαμε να βγαίνει και να αφήνει εκείνη την χαρακτηριστική φωνή, όπως στις ταινίες, που όλα δούλευαν …ρολόι… Ήταν εκεί όμως, πάνω απ` το τραπέζι και τα κεφάλια μας, όταν καθόμασταν για να φάμε τα μεσημέρια. Τον κοιτούσαμε και κείνος ή ήταν καλά κρυμμένος, ή είχε πετάξει εδώ και καιρό, αφήνοντας άδειο το ξύλινο σπιτάκι του. Εγώ πάντως, δεν τον πρόλαβα «ζωντανό», για κανένα από εκείνα τα 11 χρόνια στο πρώτο σπίτι. Πριν αρχίσουν οι μετακομίσεις. Γιατί μετά, έμεινε πίσω, για να δίνει τροφή στα ερωτήματα του επόμενου ένοικου. Ο χρόνος, το στοιχείο που μας «έδενε» με τη μεγαλίστικη συμπεριφορά, αυτήν που αγνοούσαμε επιδεικτικά και αρνούμασταν να γίνουμε μέρος της πεισματικά, δεν έλειψε από κανένα πρωινό, μεσημέρι, απόγευμα, ή βράδυ. Κανέναν χειμώνα, άνοιξη, καλοκαίρι και φθινόπωρο. Σαν ένα ανεπαίσθητο «τικ τακ», μετρούσε με χτύπους το κάθε μας βλέμμα, βήμα, σκέψη. Πρόσθετε τα πάντα, με μαθηματική ακρίβεια, ακόμη κι αν ήταν ανόμοια μεταξύ τους. Διακριτικά μας μάθαινε  να ζούμε με δεσμεύσεις, απαγορεύσεις, επιπτώσεις, υποχρεώσεις… Ήταν η ατομική μας κλεψύδρα, που αναποδογύριζε την άμμο της και κρατούσε τον έλεγχο, κι ας το αρνούμασταν τότε. Έπειτα από χρόνια, όταν πετάξαμε τις ίνες από το «κουκούλι» και εκκολαφτήκαμε, άλλοι πολύχρωμοι κι άλλοι ασπρόμαυροι μεταξοσκώληκες, κατανοήσαμε πλήρως την χρησιμότητα του και του δώσαμε την πραγματική υπόσταση. Τα ρολόγια χειρός με τον Μίκυ και τα χρωματιστά λουράκια, έγιναν πιο σοβαρά, πιο κοντά στην όψη μας, ασορτί με τις έγνοιες και τα άγχη. Ήταν όλα μαζί στο εσωτερικό του, δίπλα στους λεπτοδείκτες, μέσα στα γρανάζια, που μας ρούφηξαν στα θολά τους νερά και έκτοτε ζούμε μια χρονομετρημένη ατελή οφθαλμαπάτη… Σε μια ώρα… Σε μισή ώρα… Σε κάθε ώρα… Σε κάθε λεπτό… Το αφελές και απρόβλεπτο του ενθουσιασμού και του αυθορμητισμού, τυποποιήθηκε και χώρεσε σε δεδομένα. Άφησε να του περάσουν «φράχτες» ολόγυρα και να αποκτήσει «σύνορα». Άμεση επαφή με το ανεβοκατέβασμα του ήλιου, πιο δεσμευτική, πιο αναγκαία σαν συνύπαρξη. Το κίτρινο στεφάνι εκεί ψηλά, που σήμαινε με τις αποχρώσεις του την έναρξη ή την λήξη της ζωντάνιας και της χαράς, έγινε ένα τόσο δα σχηματάκι σε κάποιους τύπους αγχωτικών βραχιολιών, που άφηναν σημάδια στους καρπούς. Σημάδια υπακοής και ενσωμάτωσης στον κόσμο των συμβιβασμών… Ότι φόβο άφησε μετέωρο, σα το κορδονάκι του άφωνου κούκου, τον ενσάρκωσε και τον αποτύπωσε, έτσι που τελικά μας έκανε δέσμιους του. Κι ότι αρνηθήκαμε γυρίζοντας του την πλάτη, το πήραμε πίσω και βαδίσαμε πλάι – πλάι. Τα «δύο λεπτά» που ποτέ δεν τηρήσαμε, έγιναν «μισή ώρα» ικανή να κυλάει σταγόνες ιδρώτα στο πρόσωπο… Υπευθυνότητα και μεθοδικότητα. Πλαίσια και «φόρμες». «Μπα; Είχε έργα στο δρόμο; Και γιατί δεν πήγες από αλλού, για να μην αργήσεις;»….

Με το πέρασμα των εποχών, που σα να αύξαιναν διαρκώς το ρυθμό στο βήμα τους, τόσο που ζαλιστήκαμε και σταματήσαμε να τις μετράμε πια, μια από τις λέξεις που προστέθηκαν στις γνώσεις μας και δυνάμωσαν τις γραμματικές μας δυνατότητες , ήταν και η «αμετροέπεια», που ήταν απόλυτα συνυφασμένη με την σωστή χρήση του χρόνου. Η εκδρομή στην παραλία είχε αρχή και τέλος, είχε «μέτρο» στην διάρκεια της και όλα γύρω είχαν αυτό το «μέτρο» κι αυτήν την «διάρκεια». Όποιος τα αγνοούσε, γνώριζε και την λέξη που προσδιόριζε το σφάλμα του. Την γνώριζε μέσα από παρατηρήσεις άλλων, ή με τις συνέπειες που είχε η μη αναγνώριση της, σαν βασική αρχή της συνύπαρξης με το κοινωνικό προφίλ, του οποίου το «κλαμπ» αριθμούσε όλο και περισσότερα μέλη. Ένα ντόμινο καταστάσεων, που μόνο δυσάρεστες θα μπορούσε κανείς να τις αποκαλέσει, ήταν δεμένο με χοντρό καραβόσκοινο, με τις αποφάσεις και τις επιλογές, ή την μη αποστήθιση των «κανονισμών»(παλιός γνώριμος από το βιβλίο της Ιστορίας…), ή έστω τις όποιες σπασμωδικές προσπάθειες άρνησης των «ορίων», που αυτομάτως οδηγεί στην γωνία των «περιθωρίων»…  Μια γωνιά με χροιά σχολικής τιμωρίας, απομόνωσης και την θέα της πλάτης στραμμένης στον τοίχο … Μα ποιος είπε ότι οι «τιμωρίες» σταμάτησαν με το απολυτήριο του στρατού στο χέρι; Υπήρχαν και πάντα θα υπάρχουν, όπως και οι μικρές ή μεγάλες «ανταμοιβές», όταν θα έρχεται η επιβράβευση μιας συνολικής εφαρμογής και ένταξης, στον «νέο κόσμο». Αυτά είναι αλληλένδετα. Το ένα φωνάζει το άλλο για να παίξουν παρέα, σε κάθε ευκαιρία. Πάντως, έμειναν οι στιγμές της «αμετροέπειας», της αμετανόητης ξέφρενης λογικής του «πότε;» – «ποτέ!». Κάτι υπάρχει για να θυμίζει την σχέση απόρριψης μας για τον χρόνο, την αδιαφορία μας για τα πρωινά κουδουνίσματα του. Ήταν αυτά που ζήσαμε χώρια του, με το κεφάλι να κουνιέται δεξιά – αριστερά στη κάθε του εμφάνιση, με το χαμόγελο για όπλο κόντρα στον ορθολογισμό και τα προστάγματα του. Ήταν οι εποχές της αμφισβήτησης για κάθε περιορισμό, όσο ελκυστικά κι αν ήταν καμουφλαρισμένος πίσω από τις γλάστρες. Τον βρίσκαμε και μετά τον απομυθοποιούσαμε στο κρυφτοκυνηγητό, βγάζοντας τον έξω από το παιγνίδι. Οι μέρες του Δον Κιχώτη στο ύφος και του δόγματος «τίποτα δεν τελειώνει» στα χείλη, που έζησαν μαζί μας σε κάθε άνοιγμα της εξώπορτας. Όσο κι αν έτριζε εκείνη, όσο κι αν άκουγαν στο διπλανό δωμάτιο, όσο κι αν έβρεχε, όσο κι αν σκοτείνιαζε, όσα μαθήματα κι αν είχαν μείνει αδιάβαστα. Εκείνες οι μέρες με τη βροντή στη δύση τους, με το κροτάλισμα του πολυβόλου στο στόμα του συμμαθητή και με τη σιγουριά της «νίκης» στα πρόσωπα όλων, την ίδια πεποίθηση, την ίδια αισιοδοξία, ήταν αυτές που μας έμαθαν να αδιαφορούμε για την κλωστή που μπορεί αβίαστα να κόψει ο χρόνος. Μια κλωστή τόσο λεπτή και φθαρμένη, που κρατούσε κόντρα στον άνεμο  ζωντανά μερικά τετραγωνικά αφέλειας και αγνότητας. Μα κι όταν κόβονταν, πάντα υπήρχε κάποιος για να την ενώσει και όλα να αρχίσουν ξανά από εκεί που τα αφήσαμε. Κι αυτό δεν είχε χρονικούς περιορισμούς, παρά μονάχα διαλλείματα, όπου σε αντίθεση με το σχολείο, εδώ έπαιζαν αντίθετο ρόλο. Καθόριζαν την απόσταση του επόμενου ραντεβού με το παιγνίδι και έμπαιναν σφήνα σ` αυτό. Πρόσδιδαν μεγαλύτερη ανυπομονησία. Ήταν τα διαλλείματα της συνύπαρξης μας με τον χρόνο και τον χώρο. Αυτά, που κάποτε θα μας κρατούσαν αιχμάλωτους στη ζάλη τους, κάνοντας τα πάντα να γυρίζουν ανάποδα. Να αντιστρέφονται οι θέσεις στο τραπέζι, να αλλάζει το τραπεζομάντηλο, να αρχίζει ξαφνικά ο κούκος να πετάγεται από το ξύλινο του σπιτάκι…

Με όλη αυτή τη φασαρία που κάνει η σβούρα του χρόνου πέρα – δώθε, ξεχνιόνται πολλά. Δε προλαβαίνουμε να τα σταματήσουμε και εκείνα όλο και πιο πολύ στριφογυρίζουν. Γίνονται ένα συνονθύλευμα χρωμάτων, όμοιο με τους πίνακες μοντέρνας ζωγραφικής. Αφηρημένους σα το βλέμμα μας, που ξενυχτάει στο τραπέζι με τη σβούρα. Δεν υπάρχει διαθέσιμη στιγμή για ξόδεμα, time out, break, ξαπόσταμα. Είναι όλα σε μια γραμμή ζυγισμένα και στοιχισμένα και πρέπει να τα τραβήξουμε όπως τους κόμπους του σκοινιού. Σα χάντρες κομπολογιού. Μια κοντά στα δάχτυλα, δύο μακριά απ` αυτά… Όταν φτάνει στο τέρμα η σβούρα και σταματά, στην τελευταία χάντρα του κομπολογιού, τότε μόνο ελευθερώνεται η σκέψη και μπορεί να βγει απ` το καβούκι της. Τότε είναι η ώρα για τον απολογισμό. Που σκόρπισαν όλα, που μαζεύτηκαν, σε ποιού βαρελιού τον πυθμένα. Τότε ξεκουράζεται η μνήμη και κάθεται στο σκουριασμένο παγκάκι. Είναι η ευκαιρία για το καθιερωμένο μας παραμύθι μαζί της. Εκείνη το αφηγείται και εμείς καθηλωμένοι από τον τόνο της φωνής, καθώς αραδιάζει τα ρήματα και τα φωνήεντα με στόμφο, το ακούμε και μας φαίνεται ολοκαίνουργιο σα παιγνίδι, με φρέσκιες μυρωδιές ξύλου. Με μια επιφάνεια λουστραρισμένη, που κυλάει το άγγιγμα. Το έναυσμα για κάτι σαν κι αυτό, δεν χρειάζεται παρά μονάχα τη θέληση και την αφορμή. Την αιτία που κάνει «τσα!» στην ανάγκη. Μια βγαίνει πίσω απ` τον τοίχο και μια κρύβεται πίσω του. Τι είναι αυτό που την κάνει να βγει απ` τη φωλιά της και να παίξει μαζί μας; Εμείς! Όταν το ταβάνι μοιάζει να έχει κατέβει τόσο πολύ χαμηλά, που κοντεύει να αγγίξει τα μαλλιά μας, όταν το βάρος στο στήθος είναι ασήκωτο, όταν η φωνή δε μπορεί να βγει απ` τα χείλη, όταν όλα γύρω δείχνουν ασφυχτικά στενάχωρα. Όταν τα δάχτυλα φεύγουν το ένα πίσω από το άλλο από το πρόσωπο. Ναι, είναι η εσωτερική μας ανάγκη για πισωγύρισμα, αλλά δεν ήρθε ακάλεστη. Βρήκε το γράμμα, το τσαλακωμένο από τα πετάγματα ψηλά πάνω απ` τα δέντρα, από κείνα που κάναμε στα όνειρα μικροί, κι ήρθε να μας συναντήσει. Να δει από κοντά πως μοιάζουμε πια, απόμαχοι ονειροπόροι, ονειρομαχητές του χάρτινου παράδεισου… Το …τέλος του Γουλιέλμου, μας βρήκε ακόμη με το μήλο στο κεφάλι, ή με το τόξο στο χέρι… Ημιτελές απωθημένο, σφραγισμένο στα βάζα με τα γλυκά, στο πιο ψηλό ράφι της κουζίνας… Εκεί που δεν μας σήκωσε καμιά καρέκλα, κανένα παγκούλι πάνω στην καρέκλα, ούτε οι «πόντες» στα δάχτυλα του ποδιού. Έμεινε εκεί ψηλά, στο τελευταίο σύνορο των ματιών πριν το μέτωπο. Δεν έπεσε με κανένα μεταλλικό κουτί, ή σκουπόξυλο. Μια γεύση που έμεινε απαγορευμένη και προκλητική, όσα ρούχα κι αν πετάξαμε από πάνω μας, όσα σπίτια κι αν αλλάξαμε, όσες φωτιές κι αν σβήσαμε. Με το ανάλαφρο θαλασσινό αεράκι να χορεύει τους κόκκους της σκόνης στο δωμάτιο και τα καλοκαιρινά σύννεφα να φοβερίζουν τα ταλαιπωρημένα, χορταριασμένα κεραμίδια, μια πνοή μπαίνει απ` το ανοιχτό παράθυρο, καθαρή και ξεχωριστή. Είναι η ανάσα της φυγής, η αύρα της νοητής και ανόητης ευθυγράμμισης του χρόνου, που βάλθηκε να εξισώσει ότι πιο ανόμοιο και μακρινό και να τα πετάξει σα ζάρια στο πάτωμα.  Πέντε – δύο. Ώρα για εφτάρια νοσταλγίας. Τέσσερα – ένα. Ένα ψάθινο καπέλο με πεντάρια θύμησες, πέφτει απ` την ντουλάπα. Τριάρες. Οι  μέρες της ανύποπτης λαχτάρας, από κάπου ξεπήδησαν κι άρχισαν το πείραγμα , τρείς – τρείς μαζί. Έξη – δύο. Οκτώ περισσότερες υγρές ματιές, χαμένες στης μνήμης τη λίμνη… Όλα τα τερτίπια του ζαριού, βγάζουν το ίδιο άθροισμα ψυχής… Και να μια γόμα απ` το πουθενά, προσγειώνεται στο ξύλινο έπιπλο, χοροπηδώντας ελαστικά, σχεδόν αθόρυβα. Η προσοχή σ` αφήνει ακίνητο και πάει να την αγγίξει. Μα μόλις φτάνει κοντά της, εκείνη γκελάρει ξανά και πέφτει πιο κάτω. Όσο την κοντεύεις – εκείνη ξεμακραίνει. Το μόνο που παγώνει είναι η εικόνα, κι εκείνη στιγμιαία, τόσο γρήγορα που δεν προφταίνει να αφήσει πίσω της ίχνη. Σαν αυτά που άφηνε στο χαρτί «εκείνη», όταν ζωντάνευε στα δάχτυλα…

Από κάτι τόσο σημαντικά «ασήμαντο», οι χειρολαβές στο λεωφορείο του πόθου του καθενός φουσκώνουν περηφάνια και σφίγγουν γύρω απ` τις παλάμες. Τις κρατούν με τέτοιο ασύγκριτο πετάρισμα στο στήθος, όπως οι σκιές κάτω απ` τα πράσινα, καλοκαιρινά φύλλα στα δέντρα, που ενώθηκαν μεταξύ τους για τις αφήσουν να περπατήσουν μαζί με τα όνειρα τους, χέρι – χέρι πιασμένες, δίχως «τικ τακ»… Πιάνω το φθαρμένο απ` το πέρασμα του χρόνου μικρό τεύχος και το κοιτάζω σα να περιμένω να μου μιλήσει. Να αρχίσει να συλλαβίζει τη δική μας γλώσσα, στον δικό μας κώδικα. Ο μασκοφορεμένος ήρωας στο εξώφυλλο καβάλα στο άσπρο του άλογο, σηκώνει το πρόσωπο απ` τον πιστό του σκύλο και με ακινητοποιεί στο βλέμμα του. «Γιατί;» ρωτάει. «Γιατί ποιο;» απαντάω. «Γιατί εγώ;» ξαναρωτάει, με τις λέξεις να βγαίνουν κοφτές από το σφιγμένο του στόμα. «Γιατί τώρα;» πετάει πριν προλάβω να απαντήσω. Κι έπειτα στέκεται ευθυτενής και σταυρώνει τα χέρια στο στήθος, πάνω στην κόκκινη του φόρμα. «Είσαι το Φάντασμα», λέω αποφασιστικά. «Το Φάντασμα που περπατά. Αυτό που σέρνει πίσω του τη δίψα για περιπέτεια. Αυτό που κάνει τη θλίψη να λυγίζει…» Δεν αποκρίνεται. Σα να σκέφτεται, ανέκφραστα πάντα. Και συνεχίζω. «Θυμάσαι όταν γνωριστήκαμε για πρώτη φορά; Μπορούμε να ζήσουμε ξανά σε κείνες τις σελίδες;». Συνοφρυώνεται και σφίγγει ακόμη περισσότερο τα χαρακτηριστικά. «Όχι, δε γίνεται. Ποτέ δε θα γίνει. Μπορούμε όμως να κάνουμε κάτι άλλο…» Με την απογοήτευση ζωγραφισμένη παντού πάνω μου, στα ρούχα, στο πρόσωπο,  ψελλίζω ένα «δηλαδή;» Δεν μπορώ να μαντέψω την απάντηση, ούτε την αντίδραση. Μουδιασμένα μόνο προλαβαίνω να ετοιμαστώ για κάτι πολύ περίεργο. Μια πρόταση με χωρίζει. Μια φράση ίσως. Κι αυτός εξακολουθεί να στέκεται ακίνητος, σα να ψάχνει μέσα μου να βρει συναισθήματα. Να με προβλέψει. Να δει τις σκέψεις μου. «Μπορούμε να θυμηθούμε για λίγο. Μέχρι να φτάσω στη σπηλιά. Μετά θα σ` αφήσω. Ξέρεις το δρόμο;» Τα λόγια κάθισαν στη γλώσσα αμήχανα… Βουβά. Μετά τα έσπρωξα με δύναμη και αποφασιστικότητα! «Ναι! Τον ξέρω» είπα. «Ανέβα πάνω. Δεν είμαστε μακριά» Κι έτσι ξαφνικά, η ύλη που όριζε την απόσταση χάθηκε μονομιάς, αφήνοντας μια πινελιά καπνού να κυκλώσει το παλιό εκείνο περιοδικό. Έτσι απλά, δίχως περίσσιες ερμηνείες, με ένα πετάρισμα μόνο των ματιών, βρέθηκα στη ράχη του λευκού αλόγου, στον καλπασμό για την μυστική είσοδο στον καταρράκτη!

Τώρα τι μέρα θα `τανε δε θυμάμαι, αλλά ήτανε καλοκαίρι. Με κάτι τρελά χρώματα παντού, να θέλεις να τα πιάσεις όλα και να τα πάρεις μαζί σου! Που; Ξέρω κι εγώ; Σε καμιά κρυψώνα του σπιτιού! Όσα χωράνε, τι πάει να πει! Οικονομίες θα κάνουμε και στα πλάνα του ονείρου; Έτσι όπως ήτανε όλα μεθυστικά και φουντωμένα με προκλήσεις στα κλαδιά που λέτε, ο μικρός Γιώργος κατεβαίνει από το τελευταίο σκαλοπάτι του λεωφορείου. Σα υπνωτισμένος. Μόνο το τράνταγμα του ποδιού στο πεζοδρόμιο και η παραλίγο πτώση, ξύπνησε κάτι από την πραγματικότητα και γλύτωσε τα χειρότερα! Στο δρόμο για την οικογενειακή επιχείρηση – αγγαρείας γαρ ημέρα & θελημάτων η στιγμή – το «παφ» της επιστροφής στον κόσμο που είναι λίγο πιο πάνω απ` το κεφάλι, καθοδήγησε το υπόλοιπο κορμί με μαεστρία μπορώ να πω, αφού το κουμαντάρισε ακόμη και στις διαβάσεις, ανάμεσα στα θυμωμένα οχήματα που σκούζανε. Κι έτσι με το ένα πόδι στην καλοκαιρινή καθημερινότητα και το άλλο στη ζούγκλα με τα σαρκοβόρα φυτά και τα εξωτικά πτηνά στα δέντρα, κάπου μεταξύ των μοναδικών φαναριών που είχαμε για να ρυθμίζουν την κυκλοφορία στο νησί τότε(κι αυτά στο πορτοκαλί τους χοροπηδητό παρατημένα!), και του γραφείου με την κοκκινοκίτρινη ξενική γραμματοσειρά πάνω απ` την πόρτα, ο ελλοχεύων μόνιμος πειρασμός ξεπρόβαλε ως συνήθως, στην ίδια θέση που χρόνια στέκονταν και περίμενε να συναντήσει τις φάτσες μας. Κλασσική και λατρεμένη στάση, πάντα με κάτι καινούργιο για να γαργαλίσει τα μάτια, ή με κάτι παλιό που έμοιαζε καινούργιο. Το ίδιο έκανε. Διαφορές δεν υπήρχαν. Μόνον διαφορετικοί περιπατητές και μετανάστες στη μακρινή γη της φαντασίας. Ο κάθε ένας τους είχε κι από ένα ατομικό κίνητρο, για να απλώσει το κέρμα προς τον πάγκο. Ένα προσωπικό όραμα, που ζωντάνευε στη θέα μιας χάρτινης βάρκας, γεμάτης υποσχέσεις. Πόσα μεταλλικά τέτοια αντίτιμα για εισιτήρια δώσαμε! Ατελείωτα! Αμέτρητα! Και κάθε έργο ήταν τόσο ζωντανό! Τόσο …κοντά στα χέρια και το πρόσωπο! Σε άλλο σημείο ήταν οι νέες κυκλοφορίες, της εβδομάδας, ενώ σε μια γωνίτσα στα αριστερά(αν θυμάμαι καλά), κοντά στο ξύλινο κουτάκι που έπαιζε το ρόλο του ταμείου, ήταν τα παλιά, τα μεταχειρισμένα, που τα αγόραζες φθηνότερα από τα` άλλα. Πολλές φορές η τσέπη …σήκωνε μόνον αυτά. Και πάλι διαφορά δεν υπήρχε, παρά μονάχα στη μυρωδιά από τα καημένα τα δέντρα, που γίνονταν πολτός για να τυπωθούν οι σελίδες. Τα παλιά μύριζαν αλλιώς. Δεν είχαν τον φρεσκοτυπωμένο εκείνο τόνο, ούτε στην υφή. Ήταν πιο μαλακά. Οι σελίδες τους γύριζαν πιο εύκολα. Σα να είχαν ήδη ένα δρόμο χαραγμένο, που πάνω του είχαν βαδίσει οι διαβάτες και είχαν πατήσει τα χορτάρια, κάνοντας τον μονοπάτι σίγουρο, χωρίς πολλούς κινδύνους στο πέρασμα του. Έμοιαζε για να καταλάβετε, σα το έδαφος κάτω από τα πόδια του καγκουρό που χοροπηδάει! Μια «Σκίπυ» από τα απογεύματα της ΥΕΝΕΔ, που χαρούμενη κουβαλάει στο μάρσιπο τη δίψα για περιπέτεια, σε κάθε επεισόδιο, σε κάθε δάσος! Εκεί, στα ήδη εξερευνημένα απ` άλλους νησιά και παραλίες, υπήρχαν σεντούκια γεμάτα θησαυρούς, μισάνοιχτα, με λαμπερά σμαράγδια να ξεχειλίζουν! Ήταν η στιγμή που το «ένα συν ένα» της αριθμητικής, γίνονταν «όσα ήθελε ο καθένας»! Ότι ποθούσε το μάτι του να γευτεί! Μόνο ένας «φράχτης» έστεκε ανάμεσα του και στο θησαυρό, κι αυτός δεν ήταν δα και τόσο ψηλός, που να μην μπορούσε να τον πηδήξει! Το «Φάντασμα» το γνώρισα εκεί, μια μέρα σαν τις άλλες, με το παλιό του όνομα, διαβασμένο για πρώτη φορά από έναν ανήσυχο αιθεροβάμονα, το Γενάρη του 1970. Μεσολάβησαν στάχτες μπόλικες, μαΐστρα, πανιά φουσκωμένα, σταγόνες στα αλουμινένια πρεβάζια, φύλλα ξερά πεταγμένα στην εξορία, μέχρι να φτάσει στα δικά μου χέρια. Είχε ένα περίεργο σχήμα, λίγο στενό, λίγο μακρύ, λίγο παράταιρο από τα «αδελφάκια» του. Στέκονταν δίχως να χάνει τη λάμψη του περήφανα, όπως κι η φιγούρα στο εξώφυλλο. Δίχως να το αναλύσω, δίχως να το καταλάβω, έγινε η φωλιά για να ξαποστάσει η κουρασμένη φαντασία μου, εκείνη τη μέρα των «οικογενειακών υποχρεώσεων». Κι όταν επέστρεψα στο σπίτι, μπήκε στο κουτάκι απ` τα παπούτσια και χώθηκε ανάμεσα στα υπόλοιπα κατορθώματα, στους ήδη καλά κρυμμένους θησαυρούς. Βγήκε και ξαναβγήκε πολλές φορές. Με πήγε μέχρι τη σελίδα με το «περίμενε στο επόμενο, να διαβάσεις τη συνέχεια», ξανά και ξανά και δεν έχασε γραμμάριο από τη λάμψη και τη μοναδικότητα του. Κι ας ήταν ημιτελές. Ο «Φάντομ» ήρθε λίγο αργότερα με τα αυτοτελή του σενάρια, αλλά δεν ήταν το ίδιο. Με κάποιο τρόπο είχε αλλάξει. Δεν ήταν μόνο το όνομα. Κι εμείς τα αλλάζαμε στο παιγνίδι πάνω. Ο «Κάπτεν Φίδι», ο «Μόργκαν ο ατρόμητος», ο «Τυφώνας»… Αυτό που άλλαζε δεν ήταν η απουσία του ναύτη που κατάπινε σπανάκι απ` την κονσέρβα, ούτε οι περιπέτειες που ήταν εξίσου γοητευτικές. Ήταν ο χρόνος, που φεύγοντας από το σώμα του είχε αφήσει ουλές… Σημάδια ανεξίτηλα… Σιωπές και δισταγμούς… Τα χώριζε το ακαθόριστο και ρητορικό «πετάγομαι να φάω»… Τα ένωνε μόνο ο ήχος του θρυμματισμένου δευτερόλεπτου, που σκορπίζει στα πόδια και μετά σβήνει σα το φως της πυγολαμπίδας… Ξάφνου η ράχη του αλόγου άδειαζε και στέκονταν μόνο η φιγούρα του άρχοντα της μακρινής ζούγκλας, του τιμωρού της αδικίας με το δαχτυλίδι της νεκροκεφαλής, αυτό που σημάδευε τα πρόσωπα των «κακών» σε κάθε ιστορία… Εγώ δεν ήμουν πια μαζί του… Ήμουν απ` έξω και κοίταζα μέσα… Ο χρόνος ο «κανονικός», μας τα `χε κλέψει όλα τα άλλα…

Γιώργος Κοσκινάς

Τα πιο πάνω κείμενο υπογράφεται από τον Γιώργο Κοσκινά και είναι προστατευμένο και κατοχυρωμένο πνευματικά. Οποιαδήποτε αντιγραφή μερική ή ολική χωρίς την συγκατάθεση του δημιουργού, επισύρει τις προβλεπόμενες από το νόμο κυρώσεις.

Διαβάστε και τα υπόλοιπα, αποκλειστικά για τους αναγνώστες του Comics Trades παρόμοια κείμενα, τμήματα του νέου βιβλίου για τα Ελληνικά κόμικς των εκδόσεων Αιγόκερως, στην υπό – κατηγορία «ΙΣΤΟΡΙΕΣ & ΤΕΥΧΗ».

http://wp.me/PKxow-1j2

Ο ΔΡΑΠΕΤΗΣ

Μερικές φορές νιώθω ότι οι πιο σημαντικές αλλαγές στη ζωή μας είναι και οι πιο ανεπαίσθητες. Πράγματα σημαντικά που χάνονται τόσο αργά, ξεθωριάζουν τόσο ανάλαφρα μέρα τη μέρα, μνήμες δυνατές ροδοκόκκινες που όσο δεν τις ανασύρεις απ’ το συρταράκι τους τόσο εξασθενούν, στάχτες γίνονται, σ’ ένα κόσμο που αλλάζει τόσο γρήγορα, με το επείγον να μην αφήνει χρόνο για το σημαντικό.

 

Τα κόμικ αλλάζουν, τα βιβλία αλλάζουν. Πόσα χρόνια θα πάρει ώστε να μην μιλάμε πια για χάρτινους ήρωες αλλά για γυάλινους, που μόνο σε οθόνες θα υπάρχουν; Εκεί θα πολεμάνε τις μάχες τους, εκεί θα ερωτεύονται εκεί θα πέφτουν, εκεί θα ξανασηκώνονται.

 

Μα ο ήρωας ο χάρτινος αναπνέει μέσα από τους πόρους του χαρτιού. Πιάστε – ευλαβικά παρακαλώ – ένα παλιό κόμικ στα χέρια σας. Τα φύλλα κιτρίνισαν, οι κολλαριστές γωνίες στις σελίδες του έσπασαν και τσαλακώθηκαν, απέκτησε σημάδια στο πέρασμα της ζωής του όπως εμείς, ένα κάψιμο από τσιγάρο, μια άσκηση μαθηματικών στο οπισθόφυλλο που ποτέ δε λύθηκε σωστά. Στριμώχτηκε σε τσάντες σχολικές και τσέπες, ξεχάστηκε σε συρτάρια, πετάχτηκε βιαστικά την τελευταία στιγμή στην τσάντα της παραλίας. Και όλη αυτή η ζωή θα αφήσει πάνω του αποτυπώματα.

 

Ο γυάλινος, θα είναι πάντα ο ίδιος, εκεί στην οθόνη, απαράλλαχτος. Κι εμείς θα γράφουμε όλο και λιγότερο και θα δακτυλογραφούμε όλο και περισσότερο. Θα δούμε παιδιά που δε θα έχουν γραφικό χαρακτήρα; Πόσο σύντομα; Πόσο αργά; Πόσα άλλα θα χαθούν και δεν τα βλέπουμε;

 

Κι ο λόγος που το γράφω αυτό το ζαλιστήρι, είναι για ένα αγαπημένο μου ήρωα, χάρτινο. Και θέλω βοήθεια από όλους που διαβάζετε, και δύσκολο αυτό που σας ζητάω δεν είναι, ένα στυλό μόνο να πάρετε ή ένα μολυβάκι και να με ακολουθήσετε λίγο πιο πίσω στο χρόνο, να βρούμε τον πιο διάσημο και πιο ξεχασμένο ήρωα που εμφανίστηκε ποτέ και να τον σώσουμε. Εσείς κι εγώ.

 

Αίθουσα μικρή και σχολική. Μεσημεράκι. Μάθημα γεωγραφίας. Μάης είναι, απ’ αυτούς τους πολύχρωμους, της δεκαετίας του ’70. Δάσκαλος λιγνός με μουστακάκι. Φωνή στριγκή και ελαφρώς υστερική. Η Ασία. Κρατάει τη βέργα και ξαναχτυπάει τον σκοροφαγωμένο χάρτη για μας δείξει την ύψιστη σπουδαιότητα της Ασίας και κοιτώντας μας ένα ένα λες και θέλει να μας αποσπάσει ομολογία κατασκόπου τονίζει ξανά ‘Η Ασία.’

 

Θα προτιμούσα να είμαι στην Ασία. Ή στην αυλή να παίζω μπάλα. Αλλά και η Ασία καλή θα ήταν, σκέφτομαι, αρκεί να μην είχε ΥγρΑσία. Γελάω μόνος μου αλλά είναι ένα πολύ μικρό δόρυ αυτό το γέλιο μπροστά στον τεράστιο Περσικό στρατό της βαρεμάρας που εξαπολύει τις ορδές του μέσω του κ. Μικρομουστακάκη. Πιάνω το μολυβάκι και εκεί, χαμηλά, στην κάτω δεξιά γωνία της σελίδας κάνω ένα κύκλο, όχι ιδιαίτερα πετυχημένο η αλήθεια. Από το κάτω μέρος του τραβάω προσεκτικά όσο γίνεται μια γραμμούλα που εκεί που τελειώνει ανοίγει σε δυο λιγνά ποδαράκια σα κλωστούλες. Τι άλλο θέλουμε; Χέρια. Τσαααακ, τσακ. Χέρια. Μια χαρά.

 

Τώρα; Τι να κάνει; Κάτσε να τρέξει λίγο και βλέπουμε. Γυρίζω προσεκτικά τη γωνία της σελίδας και στο επόμενο φύλλο τον φτιάχνω όσο μπορώ όμοιο, με τη μια κλωστούλα – ποδαράκι να κάνει ένα θαρραλέο βήμα προς το νούμερο της σελίδας.

 

Χμμ. Επόμενη. Κι επόμενη. Κι όπως τώρα γυρίζω τις σελίδες γρήγορα, και τα σκιτσάκια διαδέχονται το ένα το άλλο, τον βλέπω να τρέχει, τα βήματα να ανοίγουν, οι κλωστούλες να γίνονται ποδάρες τεράστιες, κωμικές και να πηδάει πάνω από τα νούμερα της σελίδας, τρέχει τώρα χωρίς σταματημό, περνάει από τη σελίδα 92, κοιτάει γύρω του αμήχανα στην 112 και ξαναφεύγει με τη μια, μια μπάλα πέφτει στα πόδια του μόλις περνάει τη σελίδα 124 κι αρχίζει να παίζει μ’ αυτήν, έχει φύγει τώρα, στο μυαλό μου έχει βγει απ’ τη σελίδα του, έχει βγει απ’ την αίθουσα, τρέχει να παίξει μπάλα στην αυλή, τρέχει στο δρόμο, καβαλλάει χώρες ολόκληρες και ηπείρους, περνάει σα σίφουνας πάνω από την Ασία με την υγρασία, τρέχει πάνω στα σύννεφα.

 

Κι είμαι μαζί του κι εγώ.

 

Δραπέτη, έτσι τον είχα βγάλει. Γιατί δραπέτευε μαζί με τη φαντασία μου κι απ’ τον πιο αυστηρό επιτηρητή, φαινομενικά άκακος και ασήμαντος, εκεί στη γωνία της σελίδας του, κι όμως ικανός να ταράξει συθέμελα κοτζάμ εκπαιδευτική διαδικασία, να δυναμιτίσει τα πλάνα του κυρίου Μικρομουστακάκη περί διδακτέας ύλης, να πετύχει τα αδύνατα, να τρέχει από βιβλίο σε βιβλίο. Πετάει ένα χαρταετό στο βιβλίο της ιστορίας σελίδα 162-218 και μετά χάνεται και ξαναεμφανίζεται σελίδα 41 στα μαθηματικά να ετοιμάζεται να σαλπάρει σ’ ένα καραβάκι, η Ασία τώρα ακούγεται μόνο σα βόμβος, πέρα μακριά, ανεβαίνει στο κατάρτι και κοιτάει το σύννεφο που εμφανίστηκε ξαφνικά κατάμαυρο και απειλητικό από πάνω του στη σελίδα 76.

 

Κι είμαι μαζί του κι εγώ.

 

Κι ο ίδιος ο Σούπερμαν θα τον ζήλευε, γιατί τον ξέρουμε όλοι, τον φτιάξαμε όλοι, είναι το κόμικ της ζωής μας, με animation παρακαλώ, και γιατί όχι με σενάριο! Οι περιπέτειές του αμέτρητες, χαμένες σε βιβλία ανάγνωσης και ανθολόγια, και σε συρτάρια.

 

Αλλά σε γυάλινες οθόνες δε χωράει. Εκεί θα συνεχίσουν άλλοι. Αλλά του το χρωστάω, στα τόσα ταξίδια που με πήγε, στο πόσο με προστάτευσε από τις βαρεμάρας ορδές, να τον κρατάω ζωντανό όσο μπορώ. Κι εσείς που τώρα τελειώνετε το διάβασμα σ’ αυτό το ζαλιστήρι, μια χάρη θέλω μόνο. Πιάστε ένα στυλό, ή μολυβάκι. Βλέπετε την άκρη της σελίδας; Ναι, εκεί κάτω ντε.

 

Γιατί κάθε φορά που θα κάνω αυτό τον κύκλο τον χοντροκομμένο και τις κλωστές, τόσα χρόνια μετά, πάλι δραπετεύουμε. Τώρα όμως είμαι εγώ που τον βοηθάω. Βουτάω το χέρι μου στο παρελθόν μέσα από χιλιάδες σελίδες και τον ξαναφέρνω πίσω, να με χαιρετάει γεμάτος χαρά μισοκρυμμένος πίσω από ένα τσάκισμα στη σελίδα 12. Φέρνω κι αυτόν, και μαζί του και εκείνο τον οχτάχρονο πιτσιρίκο που καθόταν τότε τρίτο θρανίο στην τάξη της Γεωγραφίας κι ούτε αυτόν θέλω να τον χάσω.

 

Δες, εκεί στην άκρη της σελίδας πετάνε ακόμα μαζί πάνω από την Ασία.

 

Κι είμαι μαζί τους κι εγώ.

 

Πιάσε ένα μολυβάκι.

 

Λάζαρος Αλεξάκης

Το παρόν κείμενο, αποτελεί τμήμα του νέου βιβλίου των Λάζαρου Αλεξάκη και Γιώργου Κοσκινά, που πρόκειται να κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Αιγόκερως και είναι κατοχυρωμένο πνευματικά τόσο στους δημιουργούς, όσο και στον εκδοτικό οίκο που έχει την αποκλειστική εκμετάλευση των δικαιωμάτων του. Δημοσιεύεται με σύμφωνη γνώμη των δημιουργών και του εκδότη. Κάθε εκμετάλευση ή αντιγραφή, μέρους ή ολοκλήρων των κειμένων, χωρίς την συγκατάθεση των πιο πάνω, επισύρει ντις προβλεπόμενες από τον νόμο κυρώσεις, σύμφωνα με το Ελληνικό σύνταγμα και το Ευρωπαικό.

Αρέσει σε %d bloggers: