Λεμονανθός

lemonanthos 3

Τα κουρασμένα χέρια κινήθηκαν προς τις βαριές εκείνες μορφές βιβλίων με τις φθαρμένες ράχες, που μετρούσαν ακούραστα αναγνώστες και στιγμές. Φρουροί της γνώσης, στυλοβάτες ιδανικών, συνοδοιπόροι στα μαγικά ταξίδια του νου, στέκονταν υπομονετικά δίνοντας αξία στη σιωπή. Ο ηλικιωμένος έσφιξε στα δάχτυλά του ένα τέτοιο χάρτινο πιθάρι λαμπερών στιγμών του ανθρώπινου πνεύματος. Μια μαύρη, επιβλητική όψη, ξεχώρισε από το ξύλινο ράφι. “Εκτόρ Μαλό – Χωρίς Οικογένεια”…

Το ανεπαίσθητο τρεμούλιασμα σκόρπισε μικρές αντανακλάσεις στη χρυσαφιά γραμματοσειρά. Ένα αόρατο καθρεφτάκι που διαχέει φως, σκορπίζει ηλιαχτίδες, λιώνει τις χιονισμένες μνήμες στις βουνοκορφές και αφήνει την ομορφιά των στιγμών να ξεπροβάλει λυτρωτικά. Η κιτρινισμένη φωτογραφία με τα “δοντάκια” πέταξε στο πρώτο άνοιγμα των σελίδων. Σαν λαβωμένη αγριόχηνα, άνοιξε μάταια τα φτερά της για να πετάξει μακριά. Με μια μετέωρη, χαμένη ισορροπία, αναποδογύρισε και προσγειώθηκε νικημένη μπροστά από τη βιβλιοθήκη. Δίπλα ακριβώς απ’ την παντόφλα του άνδρα. Εκείνος έσκυψε σχεδόν μηχανικά, με ένα αντανακλαστικό ανεξήγητο, για να ακουμπήσει άθελά του μια ακόμη θολή ανταύγεια της νιότης. Από κείνες που θαρρείς παίζουν κρυφτούλι στου μυαλού τους διαδρόμους. Την έπιασε προσεκτικά από τη μια της γωνιά και την έφερε κοντά στο φως του πορτατίφ. Ο χρόνος την αδικούσε, της έκλεβε το χρώμα, την έκανε να μοιάζει με πλάσμα που ζει στο σούρουπο. Τρία παιδιά γελούσαν στο φακό με περίσσιο καμάρι, κρατώντας στα χέρια την ψαριά του το καθένα. Αμούστακα πρόσωπα, άγουρη νιότη, χρόνια γεμάτα σκιρτήματα στην καρδιά…

—Πατέρα; Τι συμβαίνει; Κλαις;

Η φωνή του νεαρού έσπασε τη σιγή στο δωμάτιο. Ακούστηκε μεταλλικά απαλή. Όπως εκείνη της πέτρας που σχίζει την υγρή επιφάνεια, πριν κυλήσει στο βυθό της.

—Μπορώ να δω τη φωτογραφία;
—Ναι.

Με το βλέμμα να σβήνει σαν σκιά στο φεγγαρόφωτο, άπλωσε άψυχα το χέρι. Οι νότες καλύπτουν απαλά το δωμάτιο. Μια παρέα, μια εικόνα, μια στιγμή, τρεις ανθρώπινες διαδρομές που συναντήθηκαν για λίγο, όσο κρατάει την ανάσα της μια λέξη, όσο χρειάζεται για να πέσει η αυλαία…

Τελειώνει η μασκαράτα,
ο κλόουν βγάζει την αμφίεση.
Η αυλαία πέφτει,
η μουσική ξεψυχάει απαλά…

Οι νότες του curtain falls, ψαλιδίζουν τα πόδια κάθε προσπάθειας για αντίσταση, μέχρι που την κάνουν να μοιάζει με παραπονιάρη νάνο. Σαν ξύλινη σβούρα στο βρεγμένο πλακόστρωτο, οι επιφυλάξεις ζαλισμένες υποχωρούν. Κάνοντας βήματα προς τα πίσω τυφλά, παίρνουν τη θέση τους στη γωνιά, πειθήνιοι θεατές. Εκείνος ο κόμπος που σφίγγει στο λαιμό σαν μαντίλι, ένας γόρδιος δεσμός που ψάχνει την κοφτερή λεπίδα της αποφασιστικότητας για να χαθεί στη λήθη, γεννήθηκε ξανά μέσα από μια χούφτα νότες παλιομοδίτικες. Φοίνικας που ξυπνά μέσα απ’ τους εφιάλτες μιας χρήσης, μιας νύχτας, μιας λέξης, μιας ζωής… Η γοητευτική, μελωδική μελαγχολία αρχίζει να σκαρφαλώνει στα βλέφαρα. Τους δίνει λόγο για να ανθίσουν μνήμες. Να τις αναθρέψουν από μπουμπούκια, μέχρι να πάρουν την μορφή του υγρού λουλουδιού. Μια φευγαλέα ματιά στα στενά σοκάκια του πεπρωμένου…

—Εσύ είσαι στη μέση, σωστά; Αυτός με μακριά μαλλιά. Το δικό σου ψάρι μου φαίνεται ότι είναι το μικρότερο!
—Ναι, εγώ είμαι. Ο Ηλίας είναι αυτός αριστερά και ο Πέτρος στα δεξιά. Καλοκαίρι του’66. Στα δώδεκα ήμασταν.
—Και, γιατί συγκινήθηκες; Σου θύμισε κάτι, ή απλά σκέφτηκες ότι πέρασαν τα χρόνια;

Ο ηλικιωμένος άφησε τα χείλη του αινιγματικά μισόκλειστα, προσπαθώντας να ζήσει συναισθήματα και εικόνες. Κι όταν ένιωσε έτοιμος, η αφήγηση πήρε τη μορφή αύρας θαλασσινής με άρωμα πεύκου…

—Ο χρόνος μας τα έκλεψε όλα, παιδί μου. Τα παιγνίδια, τα ψαρέματα, τα χρόνια, όλα. Όλα μας τα έκλεψε. Τα πήρε μαζί του. Τώρα, φοβερίζει όσους τον ξεγελάσαμε. Μ’ άφησε μόνο μου να κοιτάζω τούτη τη φωτογραφία. Ο Ηλίας συγχωρέθηκε πριν 5 χρόνια. Καρδιακή προσβολή. Μια κι έξω. Τουλάχιστον δεν υπέφερε. Ο Πέτρος έφυγε για τα ξένα, αλλά δε γύρισε ποτέ. Τον έφαγε το μαράζι της πατρίδας και τα πνευμόνια του που σάπισαν στα εργοστάσια. Τον φέρανε εδώ για να τον θάψουν, στο χωριό. Δε πήγα στην κηδεία. Ήθελα να τον θυμάμαι χαμογελαστό, χωρατατζή. Πάνε δέκα χρόνια, νομίζω. Μπορεί και 11. Το μυαλό μου παίζει παιγνίδια. Κάτι πάω να φέρω στο νου, μετά πάει, χάνεται. Άμα γεράσει ο άνθρωπος…
—Έλα τώρα, δεν είσαι μόνος. Έχεις εμένα, τη μάνα, τα εγγόνια σου. Μην ακούω τέτοια πράγματα μέρες που ‘ρχονται. Κοίτα τι όμορφα που στολίστηκε το σπίτι! Το δέντρο; Σ’ αρέσει που βάλαμε και τις μεγάλες μπάλες, εκείνες που είχαμε από παλιά; Ωραίες είναι. Θυμάμαι που μου γκρίνιαζες όταν ήμουν μικρός. Μου ‘λεγες να προσέχω μην τις σπάσω. Τότε τα έβλεπα όλα αυτά περιττά, ανούσια. Τώρα, καταλαβαίνω την αξία και του πιο μικρού ενθυμίου. Αλλά δε βάζω τα κλάματα! Έλα, κάθισε να πιούμε ένα κρασάκι. Επιτρέπεται, έτσι;
—Τι να επιτρέπεται; φώναξε θυμωμένα ο γέρος. Και ένα και δύο και όσα θέλω θα πιω! Να πας να πεις αυτού του νιοράντη του φίλου σου, ότι τέτοιους γιατρούς έχουνε σπουδάσει με ρεγάλο νταμιτζάνες λάδια οι χωριανοί ουκ ολίγους! Ακούς εκεί;!
—Χα χα χα! Εντάξει, εντάξει. Κάθισε στην πολυθρόνα. Κοντά στο τζάκι για να μη κρυώσεις. Λοιπόν, για πες μου για τα καμώματά σας εκείνη τη μέρα στο ψάρεμα. Δε μου ‘χεις μιλήσει ποτέ γι’ αυτή τη φωτογραφία.

lemonanthos 4

Τα χρώματα της νύχτας ξεχύνονταν αφήνοντας πίσω τους γαλήνη. Μια παγωμένη ανάσα σκέπαζε το ορεινό χωριό. Τα φώτα στα παράθυρα θύμιζαν παρέλαση πυγολαμπίδων. Αποχρώσεις του κίτρινου, του κόκκινου και, του πορτοκαλί σκαρφάλωναν στη γρέτζα επιφάνεια των βράχων, συντρόφευαν τη μοναχική παρουσία των δέντρων, όρθωναν κι εκείνες το ανάστημά τους στο χώρο. Ο καπνός απ’ τις καμινάδες συναντιόταν και έπαιρνε σχήματα πάνω απ΄τα πέτρινα σπίτια. Καμένο ξύλο, βρεγμένο χώμα, σαγηνευτικά αθώο άρωμα λεμονανθού. Μέσα στην περιφραγμένη αυλή, τα ζαρζαβατικά ρουφούσαν λαίμαργα την αναζωογονητική υγρασία. Στην παλιά, ξύλινη βιβλιοθήκη, οι μνήμες γίνονταν λέξεις και κείνες θάμπωναν με χνώτα το παράθυρο. Γλυκά, αβασάνιστα, ανακουφιστικά, κυλούσε το κόκκινο κρασί στα ποτήρια. Προπαραμονή Χριστουγέννων.

—Ο Ηλίας είχε φέρει το δόλωμα. Σκουλήκι που ‘χε βγάλει με το φτυάρι ο παππούς του απ’ τη λάσπη στο ποτάμι. Ο κυρ-Θόδωρος ήταν μανούλα σ’ αυτά. Άλλοι έβαζαν γάντια για να μη τους δαγκώσει, λέγαν, ο “Φαραώ”, το κόκκινο σκουλήκι που ‘ναι καλύτερο απ’ όλα τα δολώματα. Σιγά μην έβαζε γάντια ο κυρ-Θόδωρος. Το ‘πιανε με τα χέρια και το έκοβε σε 3–4 κομμάτια. Όχι παραπάνω, γιατί μετά το κάνεις μικρό και δεν έχει αξία. Καλάμια είχαμε όλοι, φτιαγμένα από κλαριά σφενταμιού. Δεν συγκρίνονται μ ‘αυτά που πωλούν σήμερα στο εμπόριο. Με κείνα τα καλάμια ένιωθες κάθε κίνηση του ψαριού. Ήμασταν τέσσερις, όχι τρεις, που βλέπεις στη φωτογραφία.
—–Τέσσερις; Ποιος ήταν ο άλλος; Αυτός που σας τράβηξε;
—Ναι. Ο Νούφρης. Είχε πάρει τη φωτογραφική μηχανή από το συρτάρι του πατέρα του, του χωροφύλακα. Ο γέρο-Γιάγκος ήταν ψυχούλα, ο φουκαράς. Τον έβλεπες με τη φρεσκοσιδερωμένη του στολή και τα σήματα της υπηρεσίας ραμμένα πάνω, ψηλό και με κείνο το κατσούφικο ύφος και φοβόσουν να του πεις καλημέρα. Άμα δε τον ήξερες. Ήταν καλός άνθρωπος όμως. Ο Νούφρης θα ‘πρεπε να ‘χει φάει ξύλο με το ζωστήρα για δέκα παιδιά, με τις διαολιές που έκανε. Κι όμως, δε το ‘κανε ποτέ αυτό ο πατέρας του. Δε το ‘μαθα εγώ τουλάχιστον. Είχε που λες λόξα με τη φωτογραφία. Εκείνη τη μηχανή, μια Olympus από ότι θυμάμαι, την καμάρωνε σαν και τι. “18 φακούς και εστίαση! Η καλύτερη φωτογραφική μηχανή στον κόσμο είναι!”. Έτσι έλεγε σε κάθε ευκαιρία. Δεν άφηνε ούτε την κυρά-Αθηνά να την ακουμπήσει.
Παρ ‘όλα αυτά ο Νούφρης την πήρε και, απ’ ότι κατάλαβα, δεν του είπε και τίποτα, έτσι;
Του είχε μεγάλη αδυναμία. Μοναχογιός. Ήθελε να τον μορφώσει, να γίνει δικηγόρος στην Αθήνα.
—Έγινε;
-Ναι. Τελείωσε τη Νομική στο Καποδιστριακό. Το ’73 ήταν στο Πολυτεχνείο ο αθεόφοβος. Έτσι μας είπε πριν 20–22 χρόνια που είχε έρθει για λίγες μέρες στο χωριό. Από τότε… χάθηκε. Τον κατάπιε κι αυτόν ο χρόνος.
—Πέθανε;
—Δεν ξέρω, παιδί μου. Έχω να ακούσω νέα του πολλά χρόνια. Θυμάμαι τότε που είχε έρθει για διακοπές, ότι είχε τρεξίματα με το δικηγορικό γραφείο που δούλευε. Μου είχε κάνει εντύπωση που είχε σοβαρέψει τόσο πολύ αυτό το πειραχτήρι. Πιτσιρικάδες δεν άφηνε κανέναν σε ησυχία. Τα μεσημέρια την έστηνε κάτω από τις λεύκες, κρυβόταν στους θάμνους και, μόλις περνούσε ο κυρ-Βασίλης με το γάιδαρό του φορτωμένο λαχανικά από το μποστάνι, του ‘ριχνε με το φυσοκάλαμο. Μια φορά το πέτυχε το φουκαριάρικο το ζωντανό στα μαλακά και κείνο τίναξε τα πίσω πόδια κι έριξε όλα τα κοφίνια κάτω!
—Χα χα χα! Ο φόβος και ο τρόμος του χωριού, έτσι, πατέρα;
—Ναι, κάπως έτσι… Ξάφνου, η όψη της μελαγχολίας κάλυψε το πρόσωπο του ηλικιωμένου άνδρα. Μια μυστηριώδης ομίχλη συναισθημάτων παραμόρφωσε τα χαρακτηριστικά. Τόνισε τις ζάρες, ρίζωσε στα χείλη. Κι όταν μπόρεσε να βγει ξανά στο φως, να επιστρέψει απ ‘το σεργιάνι στις θύμησες, με μια βραχνή φωνή, βαριά και θλιμμένη, είπε: “Έμεινα πια μόνος, εγώ κι ο λεμονανθός….”
—Ποιος; Λεμονανθός; Τι είναι αυτό;

lemonanthos 1

Ο ηλικιωμένος γλίστρησε το χέρι του στην τσέπη του γιλέκου και τράβηξε έξω κάτι που έμοιαζε με καρφίτσα. Όπως αυτές που φορούσαν οι γυναίκες παλιά στα πανωφόρια. Ήταν από σμάλτο στα χρώματα του κίτρινου και του άσπρου. Εικόνιζε ένα λεμονανθό με τα πέταλα ανοιχτά, έτοιμα να υποδεχτούν την άνοιξη. Τα φύλλα λεμονιάς γύρω του είχαν ένα γλυκό πράσινο χρώμα. Έβγαζε μια απαλή λάμψη, αιχμαλώτιζε το βλέμμα μ’ ένα σαγηνευτικό τρόπο. Ο χρόνος χανόταν μέσα στη γύρη, μέσα στους συμμετρικούς λαβύρινθούς της. Είχε κάτι περίεργο εκείνο το κόσμημα. Μια ανεξήγητη δύναμη θαρρείς ανέβλυζε μέσα από την γρατσουνισμένη επιφάνειά του.

—Τι είναι αυτό, πατέρα;
—Ο Λεμονανθός. Πάνε πολλά χρόνια. Τον είχαμε βρει στο πατάρι του μισογκρεμισμένου αρχοντικού πέρα απ’ τη βρύση, σε μια από κείνες τις εξερευνήσεις που κάναμε τα μεσημέρια. Πρέπει να το φορούσε η γυναίκα του πρόεδρου στις γιορτές που έκαναν τότε. Κοιτούσαμε όλοι τα ακριβά αυτοκίνητα με τους σοφέρ που έφερναν τους καλεσμένους, να περνούν από την πλατεία. Γυαλισμένα όλα τους, φρεσκοπλυμένα, σαν καινούργια. Η αυλή γέμιζε από αυτά. Φωταγωγημένο το σπίτι ήταν όπως αυτά των πλούσιων της πόλης. Μουσικές, χοροί, τραγούδια, γλεντούσαν όλη νύχτα. Τώρα έχει χορταριάσει. Βουβάθηκε.
—Είχε τόσα πολλά λεφτά ο πρόεδρος;
—Ο πατέρας του είχε πολλά στρέμματα χωράφια. Και σπίτια στην Αθήνα. Μεγάλη περιουσία. Λένε ότι ήξερε πολιτικούς, ισχυρά πρόσωπα. Με τα πλούτη αγοράζεις μόνο χρόνο. Οι υπόλοιποι που δεν έχουμε, παίρνουμε δανεικούς μήνες και τους γυρίζουμε με τόκο… Όλοι πληρώνουν τον τόκο στο τέλος. Κι ο πρόεδρος τον πλήρωσε κι ας είχε υπηρέτες, δουλικούς, εργάτες. Αυτό που μετράει είναι η αξιοπρέπεια. Να φεύγεις με ψηλά το κεφάλι.
—Για πες μου τώρα, γιατί κράτησες εσύ τον Λεμονανθό; Δεν τον ήθελαν οι άλλοι;
—Δεν τον κράτησα για μένα. Περίμενα να ’ρθει ο Νούφρης για να του τον δώσω, του το ’χα υποσχεθεί. Δικός ήταν άλλωστε, εκείνος τον είχε βρει. Αλλά… τελικά έμεινε σε μένα.
—Ποτέ δε μου ’χες πει αυτή την ιστορία. Ούτε είχα δει την καρφίτσα.
—Μερικά πράγματα μένουν μέσα μας. Πρέπει να μένουν, μέχρι να ’ρθει η στιγμή για να τα μοιραστούμε. Τώρα, νομίζω ότι ήρθε και η στιγμή να μάθεις για τον Λεμονανθό. Να το μοιραστώ μαζί σου. Πιστεύεις στο πεπρωμένο;
—Χμ.. και ναι και, όχι. Πιστεύω ότι έχουμε τη δύναμη να ορίζουμε πώς θα εξελίξουμε τον εαυτό μας, πώς θα διαχειριστούμε τη ζωή μας. Κάποιες περίεργες συγκυρίες ή συμπτώσεις ίσως να συμβαίνουν γιατί το θέλουμε πολύ ή… γιατί δεν ξέρω τι άλλο.
—Ίσως να’ναι κι έτσι.

Η καρφίτσα στριφογύριζε μέσα στην παλάμη του ηλικιωμένου συνεχίζοντας να πετά λοξές ματιές με κείνη την μουντή λάμψη, μέχρι που κάποια στιγμή χάθηκε μέσα στο σφίξιμο του χεριού.

—Σκέφτηκες ποτέ να την δώσεις κι εσύ σε κάποιον με τη σειρά σου; Να δώσεις συνέχεια σ’ αυτή την παιδική υπόσχεση;
—Να την δώσω;
—Ναι, να μείνουν ζωντανές οι μνήμες της, οι εικόνες που ’ζησε και που ζήσατε όλοι μαζί.
—Δεν ξέρω. Είναι ένα κομμάτι από μένα τώρα πια. Γέρασε μαζί μου. Μάλλον, με είδε να γερνάω. Εκείνη έμεινε ίδια σχεδόν. Τέλος πάντων, δεν έχουν και πολλή σημασία όλα τούτα, τέτοιες μέρες που ’ρχονται. Πάω στου Μπριλή να πιω μια κούπα κρασί. Δε θα αργήσω. Πεσ’ το της μάνας σου εσύ, εμένα θα μ’ αρχίσει πάλι στη γκρίνια και δεν έχω διάθεση.
—Εντάξει, είπε ο νέος. Θα της το πω εγώ. Μην αργήσεις όμως. Σε λίγο έρχεται και η Λένη με τα παιδιά. Να φάμε όλοι μαζί. Εντάξει;
—Εντάξει, δε θα αργήσω.

Το σκοτάδι αφαιρούσε κάθε χρώμα, αφήνοντας τα πάντα εκεί έξω να μοιάζουν σαν παλιά, ασπρόμαυρη φωτογραφία, κάτω από το φως των κεριών. Ξημέρωνε παραμονή Χριστουγέννων. Τα καφενεία γέμιζαν χαρούμενες φωνές, χωρατά, πειράγματα. Στα ξύλινα τραπέζια στριμώχνονταν άνθρωποι της υπαίθρου, με καθαρές ματιές και αυλακωμένα απ’ τη δουλειά πρόσωπα. Σκληρά και αληθινά χαρακτηριστικά. Απονήρευτα, άδολα. Ξεχασμένες φιγούρες αλλοτινών εποχών. Λιθογραφίες από παλιά βιβλία του δημοτικού, σύμβολα αντίστασης στο χρόνο, στη λήθη. Κομμάτια ζωντανά του χθες, που βρίσκουν τρόπο να περνούν απαρατήρητα, διακριτικά, μέσα απ’ τις χαραμάδες του σήμερα… Στο καφενείο του κυρ-Σταμάτη, του Μπριλή όπως ήταν το παρατσούκλι του, ο καπνός απ’ τα τσιγάρα ξεγελούσε το μάτι κρύβοντας το χώρο, δίνοντάς του ένα τρισδιάστατο βάθος. Οι παλιές διαφημιστικές μακέτες νόμιζες πως είχαν αφήσει τα ξύλινα πλαίσια του κάδρου και, απλά αιωρούνταν στην ομίχλη. Πίσω από το μακρόστενο ψυγείο-βιτρίνα, η επιβλητική φιγούρα του γέρο-καφετζή με τις μεγάλες πλάτες και την κάτασπρη γενειάδα δέχονταν χαμογελαστά τα πειράγματα.

—Μπριλή, βάλε και το σκουφί της Μαρίκας. Ίδιος ο Άη Βασίλης θα ’σαι!
—Ναι! Μη βγει έτσι έξω και τον μπερδέψουν οι τάρανδοι, με την καράφλα!

Στη γωνία με τα ξεχαρβαλωμένα ξύλινα ράφια, που αγκομαχούσαν κάτω απ’ το βάρος των ειδών μπακαλικής, ξεχώριζε η μορφή της μοναδικής γυναικείας παρουσίας. Μια καλοντυμένη, περιποιημένη κυρία της πόλης, καθόταν στο τραπέζι μαζί με τον Λεωνίδα, παλιό κτηνίατρο που ’χε παραδώσει την σκυτάλη στην επιστήμη, πλέον, στο γιό του. Τα καστανά, θλιμμένα μάτια της είχαν μια έκφραση αγωνίας, ανυπομονησίας, αμφιβολίας, ενοχών… Τα καθησυχαστικά λόγια του συνομιλητή της δε στάθηκαν ικανά να μεταδώσουν γαλήνη.

—Ερμιόνη, η απόφασή σου θα δώσει πνοή στο χωριό. Είναι γενναία απόφαση. Το σπίτι ήταν παρατημένο για χρόνια. Το ίδιο και τα κτήματα. Θα δώσει μεροκάματο σε …
—Θα ξυπνήσει μνήμες, κυρ-Λεωνίδα. Κι αυτές οι μνήμες δεν ξέρω αν θα ’ναι ευχάριστες για πολλούς εδώ…
—Μα, αφού είδες ότι σε χαιρέτισαν όλοι. Σου ’σφιξαν το χέρι. Όλοι ήθελαν να σε γνωρίσουν, να σου μιλήσουν. Να σε κεράσουν. Τα χρόνια πέρασαν, κ. Ερμιόνη. Ο κόσμος ξέχασε. Έπειτα, εσύ ήσουν παιδί. Τι ήξερες; Σε τι έφταιξες;
—Μπορεί. Μπορεί να ’ναι κι έτσι. Ο πατέρας έκανε λάθη. Αδίκησε πολλούς, φέρθηκε σκληρά. Ήμουν μικρή τότε αλλά θυμάμαι καλά. Έφυγα για την Αθήνα στα 11 μου. Πίσω μου ορκίστηκα να κλείσω κάθε πόρτα. Να ξεχάσω και να ξεχαστώ. Αυτό ήθελα. Αλλά… ο δρόμος του γυρισμού ήταν πιο κοντά από ότι νόμιζα. Τον βάδισα δίχως να το καταλάβω. Ήταν θέληση της μακαρίτισσας της μητέρας μου, να ’ρθω και να ξαναφτιάξω το σπίτι. Να συμφιλιωθώ με όσους πίκρανε ο πατέρας. Έτσι μου είπε πριν ξεψυχήσει. Γι ’αυτό είμαι εδώ, κυρ-Λεωνίδα.
—Οι άνθρωποι ξέρουν να συγχωρούν, μπορούν να καταλάβουν την αλήθεια όπου κι αν κρύβεται. Στις λέξεις, στις πράξεις, παντού. Ξέρουν να ξεχωρίζουν το σωστό από το λάθος. Πολλές φορές όμως κάτι τους σπρώχνει να φερθούν άσχημα. Μπορεί να είναι ο εγωισμός ή ο φόβος ή και τα δύο μαζί. Εσύ ήσουν ένα παιδί που δεν πείραξε κανέναν. Τα παιδιά του χωριού…
—Τα παιδιά του χωριού με έκαναν παρέα γιατί ήμουν κόρη του προέδρου και οι γονείς τους ήθελαν να τα έχουν καλά μαζί του. Δεν ξέρω αν υπήρχε ποτέ καθόλου αλήθεια σε κείνα τα παιγνίδια που παίζαμε. Αν με άφηναν να τους βρω επίτηδες στο κρυφτό, ή αν τους έβρισκα από μόνη μου. Αυτό με τρώει μέσα μου χρόνια, κυρ-Λεωνίδα. Αυτό ήταν που με εμπόδισε να κάνω πράξη τη θέληση της μητέρας μου εδώ και πολύ καιρό. Την περασμένη εβδομάδα… κάτι περίεργο, κάτι που δεν μπορώ να εξηγήσω ακόμη, με έσπρωξε να σου τηλεφωνήσω και να σου πω ότι τελικά θα έρθω για τις γιορτές. Σε ευχαριστώ πολύ, κυρ-Λεωνίδα για ό,τι κάνεις. Σε ευχαριστώ και για την φιλοξενία. Κι εσένα και την κυρία Μαρία. Να ’σαι καλά για ό,τι κάνεις. Η καλοσύνη σου μου δίνει δύναμη, να ξέρεις.

Στο κατηφορικό δρομάκι η αντανάκλαση από τα φώτα των καφενείων της πλατείας καθρέφτιζε στο πλακόστρωτο. Τα βήματα κόντευαν την απόσταση. Δύο πολυκαιρισμένες τσακμακόπετρες, φθαρμένες, συνέχιζαν να σκορπίζουν σπίθες. Για το γέρο ταχυδρόμο η διαδρομή ήταν κάτι παραπάνω από οικεία. Ατέλειωτες παραμονές Χριστουγέννων την είχε διανύσει φορτωμένος με το δερμάτινο σάκο, για να μοιράσει τα γράμματα, τους λογαριασμούς, τις συντάξεις και τις ευχετήριες κάρτες, στο καφενείο του Μπριλή. Καμιά φορά και μικρά πακέτα με δώρα. Στα αυτιά του ηχούσαν ακόμη τα επιφωνήματα χαράς των συγχωριανών του. Εδώ και χρόνια το βάρος στην πλάτη του γέρο-ταχυδρόμου σαν να ’χε ελαφρύνει, όχι και στην καρδιά.. Το σφίξιμο εκείνο που μούδιαζε τη σκέψη δεν έλεγε να σταματήσει. Οι μορφές των θαμώνων του καφενείου είχαν αρχίσει να ξεχωρίζουν μέσα από τα θολωμένα τζάμια της εξώπορτας, όταν ο γέρο-ταχυδρόμος ξάφνου στάθηκε. Μια στιγμή αμφιβολίας, διστακτικότητας, πέρασε σαν σφαίρα από μπροστά του. Ο κυρ Στέλιος ήταν κοινωνικός, εύθυμος, χωρούσε σε κάθε παρέα, δεν είχε αντιπάθειες. Ο Μπριλής ήταν ο μοναδικός φίλος που του ’χε απομείνει από το σχολειό. Άλλοι συνομήλικοί τους στην Κερασιά δεν υπήρχαν. Μια γενιά που χανόταν με αργά και σταθερά βήματα. Γύρισε το πόμολο της πόρτας σχεδόν μηχανικά, μπαίνοντας σ ’ένα κόσμο βουής και ομίχλης.

—Τάτση, ο Στέλιος! Κι εγώ που έλεγα ότι τον πήρε ο ύπνος στο τζάκι!
—Καλώς τον! Κόπιασε, ταχυδρόμε. Κάθισε να πιούμε ένα ποτηράκι.

Ανταπόδωσε τους χαιρετισμούς με το γνωστό του καλοκάγαθο χαμόγελο. Πειστικό και ζεστό, φιλικό όπως πάντα. Τα μάτια του περιπλανήθηκαν στο χώρο σαν να έψαχνε κάτι, κάποιον… Ο Θάνος ο κυνηγός με τα αδέλφια του γελούσαν τρανταχτά. Ο Μανώλης τσακωνόταν για την πρέφα ως συνήθως. Ο Άγγελος μούντζωνε στις ειδήσεις κάποιον πολιτικό, μπροστά απ ’την τηλεόραση. Σε κάθε τραπέζι τα ποτήρια γέμιζαν, άδειαζαν, τσούγκριζαν μεταξύ τους. Μόνον ένα τραπέζι έδειχνε πιο σκεπτικό απ’ όλα, έμοιαζε παραφωνία μέσα στην αποπνιχτική ατμόσφαιρα. «Εκεί, στη γωνία, ο Λεωνίδας δεν είναι αυτός; Ποια είναι όμως εκείνη που κάθεται μαζί του;» Χωρίς δεύτερη σκέψη, δίχως να περιμένει καν απάντηση στον συλλογισμό, μείωσε με γρήγορα βήματα την απόσταση που τον χώριζε απ’ το τραπέζι.

—Γεια σου, Στέλιο.

Η φωνή του κτηνίατρου ήχησε πρόσχαρα όπως και αιφνιδιαστικά. Δεν στάθηκε ικανή να αποσπάσει για πολύ τα μάτια του απ’ την γυναίκα που καθόταν στην απέναντι καρέκλα. Σαν να άνοιξε μια μυστική πόρτα στο κελάρι του χρόνου του κλέφτη, αυτού που αρπάζει τις καλύτερές μας λιακάδες, τα πιο όμορφα καλοκαιρινά βράδια. Ένα συνονθύλευμα εικόνων ξεχύθηκε με μιας, χορεύοντας πιασμένες απ’ το χέρι, το συρτό χορό των σκανδαλιάρικων αναμνήσεων της νιότης. «Είναι εκείνη; Μετά από τόσα χρόνια;» Αυτά ήταν τα τελευταία που πρόλαβε να σκεφτεί. Όσα ακολούθησαν ήταν τυπωμένα στο βιβλίο του πεπρωμένου του και απλά είχε φτάσει η στιγμή να τα ζήσει…

—Θυμάσαι την Ερμιόνη; Είναι η κόρη του προέδρου, του Μπράτου. Ήρθε για να επισκευάσει το σπίτι. Θα μείνει εδώ, στο χωριό. Μαζί μας.

Ο γέρο-ταχυδρόμος δεν είχε νιώσει ποτέ ως τότε το πραγματικό ξάφνιασμα της έκπληξης. Εκείνο που κάνει την καρδιά να σκιρτάει τόσο δυνατά, που θαρρείς ακούγεται πάνω απ’ το στήθος. Ήταν εκείνη…

—Γεια σου, Στέλιο. Πάνε πολλά χρόνια.
—Ν..ναι. Πολλά… Γεια σου, Ερμιόνη.

Μ’ ένα μούδιασμα που ξεκινούσε απ’ τη σπονδυλική στήλη και σκαρφάλωνε ως το σβέρκο, ο ταχυδρόμος έμεινε κρεμασμένος απ’ τις λέξεις…

—Κάθισε, Στέλιο, είπε ο κτηνίατρος. Κάθισε. Θα πιεις κάτι; Ένα κρασάκι;

Πέρασε καιρός ώσπου να καταλάβει πώς βρήκε τη δύναμη να σύρει την άδεια καρέκλα προς το μέρος του και να καθίσει. Κι άλλος τόσος καιρός για να καταλάβει τι τον είχε οδηγήσει εκείνη τη βραδιά στο καφενείο του Μπριλή. Ήταν κάτι που περίμενε όλη του σχεδόν τη ζωή…

—Κρύο κάνει απόψε. Σου περονιάζει τα κόκαλα. Κι εμείς που γεράσαμε τώρα το νιώθουμε περισσότερο απ’ τους νέους. Έτσι δεν είναι, Στέλιο;
—Έτσι, είναι Λεωνίδα. Το αίμα το δικό μας δε βράζει πια.
—Μπριλή! Ε, μωρέ! Βάλε μια κούπα για τον ταχυδρόμο. Φέρε και κανένα τυράκι. Όχι ξεροσφύρι.
—Τι κάνει η κυρία Χρύσα; Ο γιος σου; Έχεις και δύο εγγόνια, έμαθα, ρώτησε η Ερμιόνη.
—Καλά είναι. Τα πόδια της την πονάνε μόνο, αλλά της λέω να μην ανησυχεί. Στην ηλικία μας τα πόδια δεν κάνουν και τίποτα άλλο. Ο Γιώργος δουλεύει στην εφημερίδα, στην Αθήνα. Ήρθαν για τις γιορτές με τη Λένα και τα παιδιά. Τον Στέλιο που δε μπορεί να καθίσει ούτε δύο λεπτά ήσυχος και τον Λευτέρη. Εκείνος είναι του βιβλίου. Δώσ’ του βιβλίο και ξέγνοιασες απ’ αυτόν όλη μέρα. Εσένα; Τα παιδιά σου θα ‘ναι μεγάλα τώρα. Παντρεύτηκαν;
—Εγώ… δεν παντρεύτηκα, Στέλιο. Δεν έκανα οικογένεια.

Σιγή ακολούθησε τις τελευταίες λέξεις. Μια σιγή παγωμένη, όπως αυτή εκεί έξω, γύρω από τα πλακόστρωτα δρομάκια. Μια θλιβερή, βαθιά σιγή εσωτερική περισσότερο, που έβρισκε τον τρόπο να προβάλει το είδωλό της και στα χαρακτηριστικά των προσώπων. Να τους επιβάλλεται. Κάτι σαν να γυάλισε στις κόρες των ματιών της γυναίκας. Κάτι σαν να ‘θελε να μιλήσει, αλλά σιώπησε και κείνο… Ο κυρ-Στέλιος κατάλαβε τον πόνο και το μαράζι που κρυβόταν στα λόγια της, στον τρόπο που τα τόνιζε. Ο Μπριλής ήρθε με εκείνα τα αστεία, μικρά του βήματα που θύμιζαν πιγκουίνο, για να αποφορτίσει το κλίμα, κρατώντας δύο ποτήρια κόκκινο κρασί και ένα πιατάκι με μικρές φέτες τυρί. Καλόκαρδος, χαμογελαστός όπως πάντα.

—Καλώς το, Στέλιο! Ρούφηξέ το να σε ζεστάνει. Έξω κάνει ψόφο. Πιες κι εσύ κάτι, Ερμιόνη. Τώρα που γυρίζει, που’ χετε στην παρέα το Λεωνίδα, τον χουβαρντά!
—Θα σου ‘λεγα τίποτα, αλλά έχε χάρη που ‘ναι μπροστά η Ερμιόνη! Πιο μικρά κομμάτια δε μπορούσες να κόψεις το τυρί; Ούτε για τη φάκα δε κάνουν!

Τα τρανταχτά γέλια των παρευρισκόμενων δόνησαν ξανά την ατμόσφαιρα. Ένα μπαράζ πειραγμάτων, με συμμετοχές από όλα τα γύρω τραπέζια, ακολούθησε τη φράση του γέρο-κτηνίατρου. Τα γέλια ακούστηκαν ευεργετικά, διώχνοντας για λίγο τις γκρίζες σκιές πάνω απ’ το τραπέζι των άλλοτε συνένοχων στις παιδικές αταξίες.

—Η Ερμιόνη θα ανακαινίσει το αρχοντικό, Στέλιο. Μετά τις γιορτές θα ‘ρθουν οι μαστόροι. Θα βοηθήσουν κι απ’ το χωριό. Ήταν να έρθει μαζί τους, αλλά την έπεισα να μείνει στο σπίτι και να κάνουμε μαζί Χριστούγεννα.
—Ωραία. Καλά έκανες, Λεωνίδα. Και, πώς σου φαίνεται το χωριό, μετά από τόσα χρόνια, Ερμιόνη;
—Δεν άλλαξε και πολύ. Ούτε κι εσείς.
—Εμείς;! Χα χα χα! Εμείς γίναμε ουράνια τόξα! Κοκκινίσαμε, κιτρινίσαμε και, τώρα πια, ασπρίσαμε! Δεν είχανε μείνει κι άλλα χρώματα! Απάντησε ο Στέλιος, σπάζοντας ένα μεγάλο κομμάτι πάγου, μειώνοντας κι άλλο την απόσταση χρόνων και αναμνήσεων, επιφυλάξεων και αμφιβολιών. Άντε, εις υγείαν!

Ο γνώριμος ήχος απ’ το τσούγκρισμα των ποτηριών ενώθηκε με το βουητό των γέλιων και των φωνών, πολλαπλασιάστηκε και κάλυψε για τα καλά κάθε έγνοια. Τουλάχιστον προσωρινά…

Με τα πρώτα φώτα της μέρας, η πάχνη σαν ιστός αράχνης στρκόταν πάνω από τα χωράφια και τους κήπους, παρακολουθώντας αθόρυβα κάθε κίνηση. Το τσουχτερό κρύο δημιουργούσε στήλες παγωμένου αέρα, που έβγαιναν θυμωμένα απ’ το στόμα των κατοίκων του χωριού. Είχαν κινήσει για τις δουλειές τους νωρίς όπως κάθε μέρα, μόνο που σήμερα είχαν ένα παραπάνω λόγο να βιάζονται. Το μεσημέρι θα μαζεύονταν οι οικογένειες στο γιορτινό τραπέζι, συγγενείς και φίλοι που ήρθαν από μακριά για να είναι μαζί αυτές τις μέρες. Μια ευκαιρία να ειδωθούν ξανά με αγαπημένα πρόσωπα, να μοιραστούν δώρα, ευχές, αγάπη, μυστικά… Στην κουζίνα του σπιτιού του ηλικιωμένου ταχυδρόμου, ο γέρο-Μανώλης ρουφούσε προσεκτικά τον καφέ του απ’ το φλιτζάνι. Το πρόσωπό του μαρτυρούσε ότι δεν είχε κλείσει μάτι όλη τη νύχτα. Το βαγόνι με σκέψεις, τις στιγμές που έζησε 76 χρόνια στην Κερασιά, πηγαινοερχόταν μέσα στις κόρες των ματιών του, ανεβοκατέβαινε βουνά μνήμες, ξαπόσταινε για λίγο και συνέχιζε το ταξίδι του. Διαρκώς στριφογύριζαν στο μυαλό του οι κουβέντες της προηγούμενης νύχτας στο καφενείο του Μπριλή. Δε μπορούσε να απομακρύνει απ’ το νου την όψη της στεναχώριας στο πρόσωπο της Ερμιόνης. Την θυμόταν μικρή που κατρακυλούσαν με τα ποδήλατα απ’ τις πλαγιές πάνω απ’ τη βρύση. Ποιος νοιαζόταν για μελανιές και γδαρσίματα εκείνα τα χρόνια. Σημασία είχε μόνο το κατόρθωμα, η στιγμιαία χαρά που ‘δινε το απαγορευμένο απ ‘τους μεγάλους παιγνίδι. Τόσο ζωντανή, με τόσο αστείρευτο κέφι. Στην αρχή, όταν πρωτομπήκε στην παρέα, ήταν φοβισμένη. Όμως μετά, καθώς κυλούσαν στο κοντέρ χιλιόμετρα εξερευνήσεων, η ντροπαλή μικρούλα με τις ξανθές μπούκλες έγινε ένα με τους καπεταναίους στη φασαρία. Πρωτοπαλίκαρο κι εκείνη. Πόσο μακριά έδειχναν όλες τούτες οι μνήμες πια, μπροστά στη χθεσινή εικόνα της. Τι να πέρασαν άραγε από τα μάτια της για να της πάρουν εκείνο το υπέροχο, αληθινό χαμόγελο… “Καιρός να επιστρέψεις εκεί που ανήκεις”, μουρμούρισε βγάζοντας απ’ την τσέπη του το κιτρινοπράσινο κόσμημα. “Ποτέ δεν ήσουν δικό μας, περίμενες απλά την ώρα του γυρισμού. Κι η ώρα αυτή έφτασε.” Σήκωσε με κόπο το κουρασμένο κορμί του από την καρέκλα, φόρεσε το παλτό και άνοιξε την πόρτα της κουζίνας. Η φιγούρα του ξεμάκραινε μέσα στο μονοπάτι μέχρι που χάθηκε στις σκιές των δέντρων…

Η κουρτίνα κάλυψε το μικρό παράθυρο της κουζίνας. Η κυρά-Χρύσα γύρισε προς το μέρος του γιου της και τον κοίταξε με τα μάτια βουρκωμένα.

—Χρόνια τώρα έλεγε ότι περιμένει το Νούφρη για να του δώσει το Λεμονανθό, αλλά εγώ ήξερα τι τον έτρωγε πραγματικά.
—Λες για την Ερμιόνη, την κόρη των Μπράτων, έτσι; Εκεί πηγαίνει, για να της το δώσει, σωστά;
—Ναι, εκεί πηγαίνει. Χρωστάει κάτι παραπάνω από μια ανόητη καρφίτσα.
—Τι εννοείς;
—Όταν ήταν ακόμη οι Μπράτοι στο χωριό, η Ερμιόνη έκανε παρέα με τους υπόλοιπους καλικάντζαρους—όπως έλεγαν τους φίλους του πατέρα σου. Μόνο που τα πλούτη μπορούν να απομακρύνουν τους ανθρώπους, να γεννήσουν μέσα τους μίσος, φθόνο. Όλοι ζήλευαν την Ερμιόνη, αλλά δε το ‘δειχναν μπροστά της. Μα, παιδί μου, η ζήλια δεν κρύβεται, να ξέρεις. Ένα Σάββατο απόγευμα, λοιπόν, που οι Μπράτοι είχαν πάει στην πόλη, ο πατέρας σου πήγε στο σπίτι τους, σκαρφάλωσε το μαντρότοιχο και πήρε το άσπρο ποδήλατο που είχαν δώσει δώρο κάτι συγγενείς στην Ερμιόνη για τα γενέθλιά της.
—Της έκλεψε το ποδήλατο;! Μα, θα ήταν κοριτσίστικο σίγουρα. Του ήταν άχρηστο.
—Ο σκοπός του δεν ήταν να το κλέψει μόνο. Το ‘ριξε από τη ρεματιά.
—Απίστευτο! Δεν είχα ποτέ ικανό τον πατέρα να κάνει κάτι τέτοιο! Πώς μπόρεσε;
—Δεν ήταν ικανός να πειράξει ούτε μύγα.
—Τότε, γιατί το ‘κανε;
—Τον έβαλαν επάνω οι άλλοι, οι καλικάντζαροι. Έβλεπαν πώς τον κοιτούσε η Ερμιόνη όταν έπαιζαν και είχαν σκάσει απ’ τη ζήλια. Κι εκείνος, για να μην είναι ο δειλός της παρέας, έκανε αυτό που του είπαν. Μια ζωή το μετανιώνει.
—Οπότε ο Λεμονανθός είναι κάτι παραπάνω., έτσι;
—Είναι η αφορμή για να της πει αυτό που κρύβει μέσα του τόσα χρόνια…

xmas drawings 2015-1
—Συγνώμη… Ήμουν ανόητος που τους άκουσα. Κουβαλάω το βάρος τούτο από μικρό παιδί. Συγχώρεσε με, Ερμιόνη.

Τα χείλη του γέρο-ταχυδρόμου τρεμόπαιξαν για μια στιγμή. Σαν κάτι να ‘θελε να πει, αλλά δεν είχε τη δύναμη. Δίσταζε ακόμη και τώρα, που είχε ξεστομίσει το μεγάλο μυστικό, που είχε ζητήσει συγχώρεση για το λάθος του. Η μεσόκοπη πια, παλιά του σύντροφος στο παιγνίδι, τον κοιτούσε μουδιασμένη, μ’ ένα ύφος που θύμιζε εκείνο το τρομαγμένο κοριτσάκι όταν ζήτησε για πρώτη φορά να παίξει με την παρέα των αγοριών, πριν 60 χρόνια. Το σαλόνι του σπιτιού του κυρ-Λεωνίδα έμοιαζε βουβό. Ακίνητο παρακολουθούσε να προστίθενται οι καινούργιες πινελιές στον πίνακα εκείνο της εξιλέωσης. Και ξάφνου, το γέρικο χέρι της Ερμιόνης ακούμπησε πάνω στον ώμο του Στέλιου. Η φωνή της ακούστηκε βραχνή αλλά σίγουρη. Ζεστή, φιλική όπως τότε.

—Δεν ήξερα ποιος το ‘κανε, αλλά δεν έχει πια σημασία. Ο πατέρας μού πήρε άλλο. Θυμάσαι; Εκείνο το ροζ. Μη το σκέφτεσαι, Στέλιο. Αυτά που μετρούν στη ζωή είναι άλλα. Το ότι ήρθες μετά από τόσα χρόνια, για να μου ζητήσεις συγνώμη, είναι όμορφο και αγνό. Δείχνει ποιος πραγματικά είσαι. Απ’ την αρχή το είχα καταλάβει, αλλά έπρεπε να φαίνεσαι σκληρός μπροστά στους άλλους για να μην σε κοροϊδεύουν. Ξέρεις κάτι; Τελικά είμαστε ακόμη παιδιά, νομίζω.
—Ερμιόνη, είμαστε μεγάλοι για ποδήλατο πια, κι έτσι σκέφτηκα… να σου δώσω κάτι που σου ανήκει. Το πήρε ένας από μας όταν ρήμαξε το σπίτι σας και φύγατε. Το κράτησα περιμένοντάς τον να γυρίσει για να του το δώσω, όμως… δεν ήταν ποτέ δικό του.

Έβαλε το χέρι στην τσέπη του παλτού του και έβγαλε το φθαρμένο κόσμημα ακουμπώντας το προσεκτικά στο τραπέζι. Η γνώριμη θολή εκείνη λάμψη ξεπρόβαλε δειλά, όπως το φως του κεριού που τρεμοπαίζει στο φύσημα του ανέμου.

—Ο… Λεμονανθός… Η καρφίτσα που φορούσε η μητέρα στο άσπρο της φόρεμα! Είχα ψάξει παντού… Νόμιζα ότι χάθηκε στη μετακόμιση.

lemonanthos 2

Υπήρχαν πράγματα που δε μπορούσε να εξηγήσει. Που ποτέ του δε κατάλαβε πώς και γιατί γίνονται. Γιατί η μοίρα συνεχίζει να παίζει κρυφτούλι πίσω απ’ τις λεύκες, γιατί το μπουκάλι όσων ζούμε αδειάζει τόσο βασανιστικά αργά, κι όλο μένει γεμάτο στο τέλος. Ακούμπησε το Λεμονανθό στην παλάμη της Ερμιόνης, ενώ ένα δάκρυ κυλούσε στο κουρασμένο της πρόσωπο.

—Συγνώμη… ψέλλισε κοιτάζοντας την στα μάτια.
—Είχα χάσει πολλά, απάντησε εκείνη. Μνήμες, πρόσωπα… Τελικά, βρήκα πολύ περισσότερα από ένα ενθύμιο της μητέρας μου. Έναν παλιό, καλό φίλο.

Δεν θυμόταν να έχει κλάψει ποτέ μπροστά σε γυναίκα. Κι εκείνος είχε χάσει πολλά. Τα νιάτα, τα κουράγια, τη δύναμη να βγάλει από μέσα του αλήθειες, να λυτρωθεί από το χθες που τον ακολουθούσε σαν σκιά παντού. Να συμφιλιωθεί με τις στιγμές που χάθηκαν στους κρύους χειμώνες.

—Θα μείνεις εδώ, έμαθα.
—Ναι, μετά τις γιορτές θα αρχίσουμε τις επισκευές. Ήταν θέλημα της μητέρας.
—Αν χρειαστείς κάτι, οτιδήποτε… Μπορεί να ζάρωσα, αλλά τα χέρια μου πιάνουν ακόμη…
—Το ξέρω, το ξέρω, τον διέκοψε ευγενικά. Το ξέρω, Στέλιο. Καλά Χριστούγεννα.
—Καλά Χριστούγεννα, Ερμιόνη. Σε ευχαριστώ.

xmas drawings 2015-2

Οι νότες από τα μεταλλικά τρίγωνα και οι παιδικές φωνές που τραγουδούσαν τα κάλαντα, διέκοψαν την κουβέντα των παλιών φίλων. Τα Χριστούγεννα βρίσκονταν στην εξώπορτα, λίγες μόνο ώρες μακριά. Οι καρδιές μαλάκωναν, τα χαμόγελα ήταν πιο ζεστά, με κατανόηση, πιο ανθρώπινα.

Καιρός για να ξεχάσεις— καιρός για να θυμηθείς.

Καιρός για να κλάψεις—καιρός για να χαρείς.

Καιρός για αγάπη—καιρός να σβήσεις τη δίψα στου σύννεφου την άκρη.

© 2015 Γιώργος Σ. Κοσκινάς

Τμήμα της συλλογής διηγημάτων «Γιρλάντες».

Αποκλειστική προ-δημοσίευση για το Comics Trades. Κάθε μορφή αναδημοσίευσής του, μέρους ή ολόκληρου, καθώς και των εικόνων, που περιέχει, επισύρει τις προβλεπόμενες από το νόμο σχετικές κυρώσεις περί καταπάτησης πνευματικής ιδιοκτησίας. Μάρτιος 1993 – νομοθετική διάταξη υπ’ αριθμόν 2121.

About Corto

Ασχολούμαι με το σκίτσο και τα κόμικς. Και στις δύο περιπτώσεις ακολουθώ το συναίσθημα. Θα προτιμούσα να μείνουν όλα αυτά στη σφαίρα του ερασιτεχνισμού, αλλά ...καμιά φορά η ζωή έχει άλλη γνώμη. Μισώ την υποκρισία και την αχαριστία και αρκούμαι στις μικρές στιγμές, που μπορούν να είναι παντού. Στη θέα ενός δέντρου, στον ήχο του κύματος...

Posted on 24 Δεκεμβρίου 2015, in CT Xmas Articles 2015, Αποσπάσματα, Αποκλειστικότητες, Βιβλίο, Γιώργος Κοσκινάς, Διηγήματα, Λεμονανθός, Προ - Δημοσιεύσεις, Χριστουγεννιάτικα Άρθρα 2015 and tagged , , , , , , , , , , . Bookmark the permalink. 2 Σχόλια.

  1. Πολυεπίπεδο, κεντημένο λέξη-λέξη, εικονογραφημένο δια χειρός Γιώργου,σαν δώρο που βρίσκεις κάτι από το δέντρο, και του Χρόνου!

    Αρέσει σε 1 άτομο

  2. Έτσι,έτσι,ένα δώρο που θα άξιζε πραγματικά να βρούμε κάτω από το δέντρο μας!Μαγευτικές πλεξούδες λέξεων κι εικόνων εκτινασσόμενες κατευθείαν από τον πυρήνα ενός ζάπλουτου εσωτερικού κόσμου,εύγε Γιώργο!

    Μου αρέσει!

Σχολιάστε

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Αρέσει σε %d bloggers: