ΑΓΑΠΗΜΕΝΑ ΤΕΥΧΗ ΚΟΜΙΚΣ 21. «ΠΙΣΤΟΛΕΡΟΣ» ΤΕΥΧΟΣ 63 «Ο ΓΥΙΟΣ ΤΟΥ ΠΑΡΑΝΟΜΟΥ»

Όλα αυτά που δείχνουν να έχουν αποδεχτεί το ένα την παρουσία του άλλου και έτσι συμβαδίζουν φιλικά, οι μνήμες και τα εικονογραφημένα μας παραμυθένια πρότυπα, δεν είναι πάντα ένα ευχάριστο σεργιάνι στα φτωχόσπιτα που μεγαλώσαμε. Έχουν και στιγμές θλίψης, στεναχώριας, χαμηλών βλεμμάτων στο πάτωμα, ήχους από μαλώματα και αγριεμένες φωνές, κλάματα και ένα τρεμούλιασμα στα γόνατα… Αμηχανία και χείλη ίσια σαν ευθεία γραμμή, ανέκφραστα κι αγέλαστα… Είναι τα νέα συναισθήματα, λαμπερά σα την επιφάνεια του καινούργιου εξώφυλλου, με τα πολλά χρώματα και τις υποσχέσεις, κάτω από τη γνώριμη γραμματοσειρά. Όλα χρειάζονταν κι ας επιλέγαμε ότι πιο χαμογελαστό και φωτεινό. Ήταν απαραίτητα για να έχεις την χροιά τους στα αυτιά, την υφή στις παλάμες, όπως όταν έμεναν τεντωμένες και τρεμόπαιζαν, μια πάνω – μια κάτω, μια κλειστές – μια ανοιχτές, στο ανεβοκατέβασμα του χάρακα… Κι εκείνες οι παιδικές αταξίες, όταν έφταναν πρόσωπο με πρόσωπο με την τιμωρία, άφηναν κάτι πίσω τους, κάτι που κατάφερνε κι αυτό να χωρέσει στις χάρτινες σακούλες του μανάβικου, στα μικρά βάζα με τις χειροποίητες καραμέλες και στα φύλλα εφημερίδας που τυλίγονταν οι τηγανιτές μαρίδες… Όλα τα ρούφηξε ο δυνατό αέρας, μαζί με τα πεσμένα, κίτρινα φθινοπωρινά φύλλα. Χόρεψαν αδιάκοπα στους ρυθμούς του, αλλάζοντας διαρκώς παρτενέρ. Η εφημερίδα με το φύλλο του πλάτανου, το κλωνάρι από το γιασεμί  με τις σχισμένες σελίδες του Μίκυ Μάους… Ένας ατελείωτος χορός, με τόσες εναλλαγές στη μουσική. Πότε κάποιο ντεμοντέ βαλς των παππούδων, πότε ένα ξέφρενο ροκ εν ρολ, πότε μια εξωτική και σαγηνευτική μελωδία, από κείνες που ακούγονταν στις ταινίες του θερινού σινεμά… Συνοδευτικά και διακριτικά, έμπαιναν στα πλάνα και στόλιζαν τα τοπία, χάιδευαν τα πρόσωπα των πρωταγωνιστών… Κι έπειτα, όταν κουράζονταν από τις σκηνές και τα λόγια, έμεναν ακίνητα και κοιτούσαν το έργο. Μαζί τους κι εμείς. Αυτές οι μουσικές στιγμές πολυτέλειας, που έδιναν στις ζωές μας έναν άλλο τόνο, μια ξεχωριστή νότα αισιοδοξίας, ακόμη κι όταν δραπέτευαν από τα ραδιόφωνα της εποχής στα καντούνια, είχαν κεντημένες πάνω τους τις υφασμάτινες ανθρώπινες προσδοκίες… Είχαν τυλίξει όνειρα που φεγγοβολάνε κάτω απ` το φως των αστεριών, ένα πετάρισμα στο στήθος, στο μέρος της καρδιάς, μια σκέψη που δεν έλεγε να ξεκολλήσει από το νου… Τίποτα απ` όσα μαζεύουμε τελικά, δίνοντας τα «αντίτιμα» που αναλογούν στον καθένα, ή απλά με το να περάσουμε την κατάλληλη στιγμή πάνω από ένα πεσμένο κέρμα, δεν έχει την αξία της μάλλινης κουβέρτας που μας σκέπασε τότε, φτιαγμένης από το χέρι της γιαγιάς… Μια πράξη αγάπης, που τόσο αυθόρμητα, τόσο αθώα μας αγκάλιασε. Η δική μας παιδική ανοησία, βρήκε τον τρόπο να χαλάσει πολλές φορές την όμορφη εκείνη εικόνα της ψυχής, των ανθρώπων που έδωσαν για μας τα πάντα, με μια κίνηση απρόσεχτη, ένα λάθος αφελές, μια θυμωμένη λέξη… Ζούμε μια συνεχιζόμενη απόκλιση από το ιδανικό, που δε λέει να σταματήσει για λίγα λεπτά, να ξαποστάσει και να μας αφήσει να μικρύνουμε την απόσταση απ` όσα θέλουμε να αγγίξουμε. Αυτή η σχέση καταστροφής, η κραυγή των υποταγμένων συμβιβασμών που τρυπάει τα αυτιά, είναι το τμήμα του βιβλίου με τα ακαταλαβίστικα λόγια, εκείνου που διαβάζουμε ξανά και ξανά και πάλι πίσω γυρίζουμε κάθε τρεις και λίγο, γιατί ποτέ το νόημα του δεν απλώνει σα γνώση, σα θύμηση… Ίσως ότι κυνηγάμε να φέρουμε από τη μάντρα του ανέφικτου, του απραγματοποίητου το χωράφι αυτά που ζηλεύουμε, να μην είναι παρά μια ατέρμονη πάλη με τον ίδιο μας τον εαυτό, ένα τεστ των δυνάμεων και των ορίων μας, αλλά συγχρόνως και κάτι που δίνει νόημα στις κούφιες μέρες και νύχτες. Που τις κάνει τόσο ξεχωριστές, σα να αγωνίστηκες για κάτι, να ίδρωσες, να κουράστηκες και να επιστρέφεις σπίτι με τα πνευμόνια γεμάτα από το βάρος της ικανοποίησης. Ένα «πρέπει» εσωτερικό, που υπαγορεύει το χθες, που επιβάλει το σήμερα, που ίσως να καθρεφτίσει κάτι από το αύριο… Η εμπειρία μοιάζει με τους ανεμόμυλους του Δον Κιχώτη. Όσο παλεύεις να την γκρεμίσεις, τόσο πιο εύκολα σε ρίχνει από το άλογο… Ούτε οι σοφές συμβουλές, ούτε τα παραδείγματα μπορούν να οδηγήσουν το χέρι, για να στοχεύσει με σιγουριά, σταθερά στο στόχο. Είναι κάτι που για να αφηγηθείς, πρέπει πρώτα να πέσεις κάτω. Κι αν ο ανεμόμυλος δεν χάσει κανένα του φτερό, σημασία έχει που γνώρισε αντάξιο αντίπαλο…

Σκέφτομαι καμιά φορά, ότι τα καπρίτσια της ζωής καταφέρνουν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, να μας αλλάζουν τη γνώμη και έπειτα να αλλάζουν κι εμάς. Σαν τη γεύση της μπύρας, που μικροί αντιπαθούσαμε την πικράδα της και μεγάλοι πια της προσδίδουμε επιφωνήματα απόλαυσης. Ή σαν τον αναπτήρα, που δεν μπορούσαμε να γυρίσουμε τη ρόδα του και που τώρα η επανάληψη μας έχει γίνει κάλος στα δάκτυλα. Κάπως έτσι ότι απορρίπτεις, γίνεται στη συνέχεια βίωμα, συνήθεια, υποταγή ίσως, εναρμονισμένη με την πορεία ένταξης στο εριστικό κατεστημένο, που γεννάει μόνο ανασφάλειες και φόβους, πολύ μεγαλύτερους από τους παιδικούς. Εφιαλτικά αγκάθια, γύρω από κάθε λουλούδι που φύτρωνε στα όνειρα μας. Γι` αυτό και καθημερινά φουντώνουν οι σιωπηλές διαμαρτυρίες, μεγαλώνει ο αριθμός όσων βαρέθηκαν αυτό το στημένο επιτραπέζιο, με τον καθορισμένο από πριν νικητή. Κι έτσι όλο και κάτι βρίσκεται να μας γυρίζει πίσω στο χρόνο, να μας παίρνει μακριά από τον οδοστρωτήρα που τα ισιώνει όλα στο πέρασμα του. Ένα τηλεοπτικό σποτ, μια εταιρεία που δεν γονάτισε ακόμη από τη λαίλαπα της παγκοσμιοποίησης και εξακολουθεί να στέλνει στα ράφια εικόνες από το χθες, ένα – δύο τσαγκάρικα που συνεχίζουν να μας μπαλώνουν τα φθαρμένα παπούτσια, ένα παγωτό σε σχήμα πατούσας, που ανοίγει τα μάτια διάπλατα όπως τότε που το πρωτοείδαμε , μερικοί βώλοι σε ένα διχτάκι, ένα φθαρμένο εικονογραφημένο που βρήκε καταφύγιο στο συρτάρι του κομοδίνου, χωρίς οπισθόφυλλο… Μικρές σαΐτες τις λέω αυτές, όπως εκείνες που φτιάχναμε από τα φύλλα των τετραδίων και τις αμολούσαμε με φόρα ψηλά. Τι κι αν μετά από λίγο έπεφταν κάτω ζαλισμένες, κάνοντας κάτι κωμικούς κύκλους, σαν να έτρωγαν την πλαστική μυγοσκοτώστρα κατακέφαλα. Ήταν η δική μας αντίρρηση στα «έτοιμα» και τα «σερβιρισμένα», καλοκουρδισμένα παιγνίδια των καταστημάτων. Δεν έβγαζαν τίποτα λιγότερο από την εφευρετικότητα και την εναλλακτική πρόταση για παιγνίδι, σε βάρος του απλωμένου χεριού που σου δίνει τη λύση, δίχως να κοπιάσεις. Μα αυτό ακριβώς ήταν και το ζητούμενο. Να στύψεις το κεφάλι για να γεννήσει ιδέες και να τις κάνεις να ζωντανέψουν έπειτα! Αν έσκυβες πάνω από τις σκέψεις των άλλων και άκουγες τα εργοστάσια να δουλεύουν παράγοντας χαμόγελα παιδικά, δεν υπήρχε κανένα νόημα. Ήταν σαν να έσκυβες μαζί και το κεφάλι, σα να είχες κάνει μια «κακή πράξη», σα να είχες στεναχωρήσει ή απογοητεύσει τους γονείς σου. Σα να περίμενες να σε μαλώσουν. Μπορεί για κείνους να ήταν μια εύκολη λύση, όμως περίμεναν συγχρόνως και από εσένα να την αρνηθείς, για χάρη της φρεσκάδας του μυαλού, του κεφιού και της «αντίστασης» που ήθελαν να ζήσουν μέσα από τις δικές σου πράξεις. Το «απαγορευμένο» και το «επιτρεπτό», ήταν σαν ένα λάθος φορεμένο ζευγάρι «Ελβιέλες», με το δεξί πόδι να πατάει στο αριστερό παπούτσι και το αριστερό στο δεξί. Ένας κλόουν με περπάτημα πιγκουίνου. Κι όμως, για να νοιώσεις αυτό τον πόνο και την δυσκολία στο βάδισμα, έπρεπε απλά να το δοκιμάσεις. Ήταν απαραίτητο όπως η θεά της σκανδαλιάς, που ενώ σε προκαλεί να παραβγείτε στο τρέξιμο, ξέροντας ότι θα είσαι αυτός που θα μείνει πίσω από την εκκίνηση, δέχεσαι αδιαμαρτύρητα για να το ζήσεις.

Κι ενώ η εικόνα του «παράνομου» ήταν μια μάλλον συγκεχυμένη έννοια και ελαφρώς διαστρεβλωμένη, περνώντας από τα φίλτρα της τότε γνώσης και των βολβών που είχαν φυτρώσει χωρίς τη δική μας συμμετοχή στη σπορά, η κόμικς και τηλεοπτική προβολή του «ορθού» και του «ανάποδου» έρχονταν για να περιπλέξει ακόμη περισσότερο τα πράγματα. Όταν έβλεπες για παράδειγμα τον μασκοφόρο Αμερικανό καουμπόι να επιβάλει το νόμο και την τάξη, τον Lone Ranger και το πιστό του άλογο, μια φιγούρα κλασσική πια στα μάτια όλων μας, δεν υποψιαζόσουν ποτέ ότι ο σκηνοθέτης με τον σεναριογράφο θα μπορούσαν να του γκρεμίσουν την εικόνα συθέμελα, κάνοντας τον να έχει καταβολές «παράνομου». Να κατάγεται από σόι ληστών, ας πούμε και να προσπαθεί σε κάθε του περιπέτεια να εξιλεωθεί για το αμαρτωλό παρελθόν που δεν όριζε και να εξαγνίσει το όνομα των «κακών» του συγγενών. Ήταν σαφώς μια ενδιαφέρουσα παράμετρος, μια πτυχή που ανοίγει σαν βεντάλια σε άλλες παραστάσεις, προφανώς θα τις χαρακτηρίζαμε σαν πιο γήινες, πιο ανθρώπινες, πιο τρωτές, πιο χαμηλοί σαν «φράχτες», πιο κοντά στις δυνατότητες του καθενός για να τους καβαλήσει. Βέβαια, απομυθοποιείται ο θρύλος και καταρρίπτεται το απροσπέλαστο είδωλο του, αυτό που τον περιβάλει σαν φωτοστέφανο και του δίνει εκείνη την απαραίτητη προστασία, κάτι σαν ατομική ενεργειακή ασπίδα. Κι έτσι κατά κάποιον τρόπο γυμνός και αδύναμος, καθημερινός μέσα στα πάθη του χαμένος σαν κι εμάς, σταυρώνεται και σταυρώνει, πονάει και ανασαίνει. Είναι θνητός πια και ακόμη και ένα μικρό αγκάθι κάκτου, μπορεί να του αφήσει σημάδι από το τσίμπημα. Ίσως να μην ήταν ο αλώβητος και ατρόμητος υπερασπιστής των αξιών, αλλά θα είχε ενδιαφέρον να τον δούμε σε ένα τόσο κακοτράχαλο μονοπάτι, να ανεβοκατεβαίνει ιδρωμένος και σκονισμένος μέχρι τα μάτια. Θα τον έφερνε ενδεχομένως πιο κοντά στην δική μας πραγματικότητα και θα τον έκανε να μπορεί ακόμη και να σταθεί μπροστά μας, να μας μιλήσει, να μας ακούσει. Να πετάξουμε με τη σφεντόνα ένα χαλίκι στη σάρκα του, να τραβήξουμε την ουρά του αλόγου! Και πέρα όμως από όλο αυτό το κατρακύλημα του ατσαλάκωτου και «ορθού», μέσα στα λασπωμένα νερά της αμφισβήτησης, ακόμη πιο προκλητικό είναι να αντικρίζεις μια μετέωρη σκιά, που αμφιταλαντεύεται μεταξύ «σωστού» και «λάθους», έχοντας ζήσει και στις δύο πλευρές, με χίλιες δύο αυταπάτες και άλλες τόσες ρετσινιές στα ρούχα απλωμένες σα λεκέδες. Ένας ήρωας που αντιμετωπίζει τους εφιάλτες του παρελθόντος του, κι εκείνο τον κατατρέχει σε κάθε αγχωμένο γύρισμα του κεφαλιού προς τα πίσω. Εκείνος στρίβει με μια τρελή ταχύτητα στις γωνιές, αλλά δεν μπορεί να ξεφύγει. Όσο κι αν τρέχει, όσα εμπόδια και αν υπερπηδάει. Τον ακολουθεί σα σκιά. Τρεμοπαίζει μαζί με το φως της κάθε του σταγόνας ελπίδας, πάνω στο κηροπήγιο. Τον γεμίζει σχήματα από συναισθήματα, ρευστά σαν το ρετσίνι που αργοκυλάει στο δέρμα του πεύκου. Θα μπορούσε να ήταν μια στιγμή που η αλήθεια πετάει τα περιττά της ρούχα, για να μας αποκαλυφτεί γυμνή, χωρίς κανέναν ενδοιασμό και υπεκφυγές. Γιατί το αληθινό δεν είναι απαραίτητα φτιαγμένο από ευγενή μέταλλα και πολύτιμους λίθους, ούτε περπατά με ορθωμένο το ανάστημα περήφανα, ατσαλάκωτα, άφοβα και απόμακρα. Το αληθινό δεν είναι απαραίτητα αρεστό και καταξιωμένο στα μάτια μας, υπεράνω κάθε υποψίας, στον απυρόβλητο πύργο του σκαρφαλωμένο, να κοιτάζει αφ` υψηλού. Δεν είναι ούτε καν ο «κανόνας» που δεν επιδέχεται αμφισβήτηση, παρά μόνον υπακοή. Είναι η λερωμένη όψη της καθημερινής πάλης, με τις φοβίες, τα τέρατα των φανταστικών μας κόσμων, τους εφιάλτες που ζωντανεύουμε με τις επιλογές μας και όσων πρέπει να υποστούμε χωρίς καν να φταίμε, μόνο και μόνο γιατί κουβαλάμε ένα αμάρτημα – σκυταλοδρομίας, προερχόμενο από τα σφάλματα ενός δικού μας παρελθόντος, αλλά μόνον στο όνομα γαντζωμένο, σα τον «παράνομο» που προσπαθεί να κρατηθεί από την ρίζα του θάμνου και να μην πέσει στον γκρεμό…

Το πρότυπο τούτο, το χιλιομπαλωμένο σα τα πανωφόρια μας, δεν το είδαμε ποτέ να τριγυρνά σα χαμένο στις ερήμους και στις πόλεις φάντασμα, ούτε να γεμίζει με άμμους και να διώχνει τις μπάλες άχυρα που του φέρνει ο μανιασμένος αέρας, σα να διώχνει μακριά ένα άσχημο όνειρο. Είχαν φροντίσει να τον έχουν πασπαλίσει με εκείνη την σκόνη που λαμπυρίζει και μοιάζει με πυγολαμπίδα που έχει χάσει τον ύπνο της. Αγέρωχος και απτόητος, δίχως ψεγάδια πουθενά πάνω του, έρχονταν για να μας υποδείξει τον δρόμο της αρετής, αυτόν που μακροπρόθεσμα οδηγεί στη λύτρωση. Ήταν μια φιγούρα που απόπνεε σιγουριά και δικαιοσύνη, με μια καταδικαστέα αντίληψη κάθε είδους αμαρτίας. Γεμάτος απαγορευτικά και με το άστρο του να φεγγοβολά, ο άφοβος αυτός καθοδηγητής μας έγινε ένα με τις αδύναμες να βγάλουν φαντασία στα χρώματα τους, εικόνες των σχολικών βιβλίων. Πέρασε όμως τις διδαχές του, κι ας ήταν αρκετά καλά καμουφλαρισμένες μπλόφες σε μια παρτίδα πόκερ στημένη. Τότε δεν του κρατήσαμε κακία, όπως δεν κρατήσαμε σε κανένα φίλο που μας πέταξε χαλίκια στα μάτια, ή έκλεψε στους βώλους κάνοντας «φουρνιά». Ήταν μέσα στο παιγνίδι και απλά το δεχτήκαμε αδιαμαρτύρητα. Έπειτα όμως, όταν το χρώμα αντικατέστησε τα ασπρόμαυρα «τσαφ» και «τσουφ», του εξόφθαλμου εκείνου μεταλλικού κουμπιού, που άλλαζε τα κανάλια στην τηλεόραση, όταν βουλιάξαμε στις έγνοιες του καναπέ τις αναπαυτικές, κρατώντας ένα μοντέρνο τηλεχειριστήριο, τότε είδαμε πίσω από το είδωλο του. Τα μάτια μας τον διαπέρασαν σαν να μην είχε ύλη και αντικρίσαμε τη σκόνη πίσω απ` τα πέταλα του αλόγου του. Είδαμε τον «δρόμο» που άφησε και τα ίχνη πάνω στο χώμα. Σε κάποιους αυτά όλα φάνηκαν σαν ανούσιες λεπτομέρειες και πήραν το βλέμμα τους ξανά μπροστά, στην συνέχεια της περιπέτειας.  Κάποιοι άλλοι όμως, παράτησαν την προβολή της ταινίας και βάλθηκαν να ακολουθήσουν το ταξίδι του καβαλάρη ανάποδα. Από το τέλος – προς την αρχή… Κάτι περίπου δηλαδή, σαν αυτά τα σκονισμένα κεφάλαια, που αφηγούνται μνήμες και σελίδες… Ένα τέτοιο μονοπάτι, χαμένο για καιρό μες` τη μανία του ανέμου, παρατημένο και ξεχασμένο, απάτητο για χρόνια, έφθασε η στιγμή να βαδίσουμε. Έστω και νοερά. «Στα ψέματα», που λέγαμε μικροί. Κι έτσι, ένα ακόμη μικρό τεύχος κόμικς πάλι λιποθυμάει από το ράφι, για να πέσει στις ανοιχτές αγκάλες της νοσταλγίας και να αφηγηθεί το παραμύθι του «νόμου» και του «παράνομου» ανάποδα. Από το τέλος προς την αρχή. Δίχως την ωραιοποίηση, του φανταχτερού κόσμου που ζει στα κινηματογραφικά πανιά. Ήταν κι αυτό μέρος των ερωτημάτων που γεννήθηκαν και πρόσβαλαν τις μέχρι τότε διαμορφωμένες αντιλήψεις ενός πιτσιρικά. Κουβαλούσε βλέπετε μπόλικα από τα στοιχεία που μπορούσαν άνετα να το κατατάξουν σαν «αιρετικό», σαν μια παραφρασμένη και αρνητικά μάλιστα, ιστορία για όπλα, σφαίρες, σκόνη και αίμα. Τίποτα από όλα όσα είχε στα μπαλονάκια και τα καρέ του, δεν ακολουθούσε μια λογική σειρά, απ` αυτές που μονοπωλούσαν το ενδιαφέρον των κατασκευαστών τέτοιων αναγνωσμάτων. Γιατί οι άνθρωποι θα σκέφτονταν, «τι, να γράψουμε σενάρια που ο ήρωας δεν είναι ξεκάθαρα «καλός»; Που παλεύει να βρει την ταυτότητα του και να χαράξει στο τέλος ένα δρόμο δικό του, κι όχι από αυτούς που ήδη είναι έτοιμοι και χιλιοπερπατημένοι; Και ποιος θα το διαβάσει αυτό;» Κι όμως. Και η ιστορία βρέθηκε και ο κατάλληλος ήρωας, αλλά και το ιδανικό σκίτσο! Κι όχι μόνο αυτό, αλλά ο «γιός του παράνομου», ακόμη κι αν μπήκε σε μια σειρά κόμικς που χάθηκαν πολύ γρήγορα από μπροστά μας, από την βιασύνη μας να μεγαλώσουμε, ή από την αντίστοιχη του εκδότη να πάει παρακάτω, έμεινε με κάποιο περίεργο τρόπο σε κάποια σακούλα πλαστική και πριν μερικά χρόνια, σε ένα καθάρισμα της αποθήκης, έπεσε στο δάπεδο. Ξαφνικά ήταν ξανά μπροστά μου, φέρνοντας στο νου την πρώτη φορά που διάβασα την ιστορία του. Ήταν ξανά τυλιγμένος με σκόνη, όπως στις σελίδες εκείνες του «Πιστολέρος». Έμοιαζε σα να μην είχε περάσει ούτε δευτερόλεπτο από τα πρωτοβρόχια του 1973, τότε που πέρασε στα χέρια μου για να αφηγηθεί την δική του πάλη και τα δικά του ιδανικά. Σαν να ανταμώνουν δύο φίλοι, που πέρασαν μαζί πολλά, έζησαν έντονα συναισθήματα και ανακάλυψαν αξίες και έννοιες. Αυτά μου ήρθαν στο νου, στη θέα του έγχρωμου εξώφυλλου(το …demo των εκδοτών μας τότε…), με τον σκληροτράχηλο καουμπόι ντυμένο με χειμωνιάτικα ρούχα, να έχει τραβήξει το κολτ του. Χαμογέλασα με σφιχτά χείλη, προσπαθώντας να κάνω την γκριμάτσα του, όπως εκείνο το μακρινό πια Σεπτέμβρη, ένα απόγευμα του οποίου με είχε βρει να τραβάω περίστροφο στον καθρέφτη!

Γιώργος Κοσκινάς

Τα πιο πάνω κείμενο υπογράφεται από τον Γιώργο Κοσκινά και είναι προστατευμένο και κατοχυρωμένο πνευματικά. Οποιαδήποτε αντιγραφή μερική ή ολική χωρίς την συγκατάθεση του δημιουργού, επισύρει τις προβλεπόμενες από το νόμο κυρώσεις.

Διαβάστε και τις υπόλοιπες, αποκλειστικές πρό – δημοσιεύσεις, ειδικά για τους αναγνώστες και τα μέλη του Comics Trades, στην υπό – κατηγορία «ΙΣΤΟΡΙΕΣ & ΤΕΥΧΗ».

http://wp.me/PKxow-1j2

About Corto

Ασχολούμαι με το σκίτσο και τα κόμικς. Και στις δύο περιπτώσεις ακολουθώ το συναίσθημα. Θα προτιμούσα να μείνουν όλα αυτά στη σφαίρα του ερασιτεχνισμού, αλλά ...καμιά φορά η ζωή έχει άλλη γνώμη. Μισώ την υποκρισία και την αχαριστία και αρκούμαι στις μικρές στιγμές, που μπορούν να είναι παντού. Στη θέα ενός δέντρου, στον ήχο του κύματος...

Posted on 6 Ιουλίου 2011, in Arts, Blog News, Books, Comics, Comics Archive, Comics Characters, Comics Covers, Comics History, Comics Legends, Comics News, Comics Stories, Comics Trades, Comics Treasures!, Comics Tributes, CT Exclusive, Culture, Greek Comics, Άρθρα Μελών, Άνθρωπος, Έρευνα, Απόψεις, Αποσπάσματα, Αποκλειστικότητες, Αρχείο, Αφιερώματα, Αναμνήσεις, Βιβλίο, Βινιέτες, Γιώργος Κοσκινάς, Γουέστερν Κόμικς, Εργασίες Κοινότητας, Εργασίες Μελών, Εσωτερικές Σελίδες, Εκδόσεις Αιγόκερως, Ελληνικά Κόμικς, Εξώφυλλα Κόμικς, Η Ζωή, Η Ιστορία των Κόμικς, Κόμικς, Κόμικς Έρευνα, Κόμικς Αναμνήσεις, Κόμικς Ειδήσεις, Κόμικς Θρύλοι, Κόμικς Θησαυροί!, Κόμικς Ιστορίες, Κόμικς Καταγραφή, Κόμικς Παρουσιάσεις, Κάποτε στην Ελλάδα!, Καρέ, Καθημερινότητα, Καμπανάς, Κοινωνία, Νέες Κυκλοφορίες Βιβλίων, Νέες Προσθήκες Κατηγοριών, Οπισθόφυλλα, Προ - Δημοσιεύσεις, Παραλειπόμενα, Πιστολέρος, Πολιτισμός, Σπάνια Κόμικς, Τέχνες, Western Comics and tagged , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , . Bookmark the permalink. Σχολιάστε.

Σχολιάστε

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Αρέσει σε %d bloggers: