Advertisements

ΜΕΛΕΤΕΣ

Δουλειές των μελών της σελίδας, σε πρώτες δημοσίευσεις, που αφορούν σε πέραν του ενός θέματος και που παραπέμπουν τόσο σε τέχνες και πολιτισμό, όσο και στα κόμικς. Συγκρίσεις αλλά και τρόποι που όλα αυτά δένουν μεταξύ τους. Επιρροές και λογοτεχνικές μεταφορές και πολλά ενδιαφέροντα άρθρα γενικότερα. Όλα τα κείμενα που φιλοξενούνται εδώ, είναι προτατευμένα πνευματικά, από τις εταιρείες copyscape και ask to use, ενώ αυτά που φέρουν την υπογραφή του συντάκτη gkosk, ή Γιώργου Κοσκινά, είναι ήδη κατοχυρωμένα πνευματικά, σύμφωνα με την σχετική Ελληνική και Ευρωπαική νομοθεσία.

————————————————————————————————————————————————————————————————————-

SPLATER

BLOODY MARY MOVIES! – ΟΤΑΝ ΤΟ ΣΙΝΕΜΑ ΓΝΩΡΙΣΕ ΤΟΝ ΧΥΜΟ ΤΟΜΑΤΑΣ…

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ 1930 – 1959

28/5/2011

Συντάκτης gkosk

 

…έγινε έρωτας με την πρώτη ματιά! Κι η έβδομη τέχνη απέκτησε μια ακόμη διάσταση, αυτήν της τεμαχισμένης πραγματικότητας! Βέβαια αρχικά είχε άλλες προτιμήσεις, αλλά τα ρούχα των ηθοποιών λερώνονταν, οπότε η σοκολάτα περιορίστηκε στις μέχρι τότε γνωστές της χρήσεις! Ιδανικό υποκατάστατο του αίματος και μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για να σωθεί η παραγωγή τομάτας, οδήγησαν τα καθόλου σταθερά βήματα μιας μερίδας «ανήσυχων» κινηματογραφιστών, στην οφθαλμαπάτη που αποκαλέστηκε splatter. Η γοητεία των horror movies θα είχε κατά πολύ μειωμένη ανταπόκριση απ` το κοινό, δίχως αυτό το συστατικό! Από τα μακαρόνια, τις σαλάτες και το μοσχαράκι – στις κατσαρόλες των στούντιο, η τομάτα ακολούθησε μια μάλλον ανορθόδοξη διαδρομή, προκειμένου να εμφανιστεί στην μεγάλη οθόνη και να γίνει ταυτόσημο ότι πιο αιματηρού και απεχθές! Κάπως έτσι γνώρισε την καταξίωση, την καθιέρωση, ενώ η παρουσία της κρίθηκε απαραίτητο τμήμα του προϋπολογισμού κάθε «σοβαρής» ταινίας τρόμου, που ήθελε να σέβεται τον εαυτό της! Πότε σε ρευστή μορφή δίχως συντηρητικά, πότε σε πιο παχύρευστη και άλλοτε σε συνδυασμό με άλλα «υλικά», έλυσε επί σειρά ετών τα χέρια όσων επένδυσαν την δημιουργικότητα τους, στο να κάνουν όλους εμάς τους υπόλοιπους να τρομάξουμε και να πειστούμε ταυτόχρονα για τις ικανότητες τους! Αυτά μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του`80, αφού από εκεί και έπειτα η τομάτα αντικαταστάθηκε από ένα καθαρά προϊόν εργαστηρίων, με χαμηλότερο κόστος παραγωγής, σε μια προσπάθεια να μειωθεί το budget των στούντιο, επαναφέροντας έτσι την πραγματική οντότητα ενός εκ των δημοφιλέστερων οπωροκηπευτικών στα μάτια των καταναλωτών, η οποία όμως είχε πληγεί ανεπανόρθωτα! Πέρασαν χρόνια μέχρι να πειστεί το κοινό ότι ουδεμία σχέση με τα εγκλήματα επί σκηνής είχε και κακώς έγινε συνώνυμο όλων αυτών των bloody Mary movies!

Αυτή η ιστορία είχε ξεκινήσει από την δεκαετία του`30, όταν εκτός των τετριμμένων τότε θεμάτων με τα οποία καταπιάνονταν ένα φιλμ, βρέθηκε κάποια στιγμή σε μια οντισιόν η φάτσα του Boris Karloff, οπότε οι παρευρίσκοντες αναφώνησαν εν χωρώ «…αυτός μπορεί να τρομάξει το κοινό!…» Από εκεί κι έπειτα η ιστορία του σινεμά κατέγραψε το πέρασμα του ηθοποιού, σαν ένα από τα πλέον επιτυχημένα σ` αυτόν τον σαλεμένο κόσμο, που πλάστηκε για να προκαλέσει ουρλιαχτά στις σκοτεινές αίθουσες! Ο Karloff έπαιξε ότι σενάριο έσχιζαν οι συνάδελφοι του και δίχως ενδοιασμούς τυλίγονταν με γάζες για να υποδυθεί τη μούμια, ή γούρλωνε τα μάτια για να γίνει πιο πειστικός σαν τέρας του Frankestein! Έκανε ότι μπορούσε ο άνθρωπος για να γίνει κινηματογραφικός αστέρας και μέχρι να εμφανιστεί ο Bela Lugosi τα πήγε μια χαρά. Μετά άρχισαν οι κόντρες. Μούμια ο ένας – δράκουλας ο άλλος! Από πού να γλυτώσεις! Όλη η δεκαετία του`40 πήγε με αυτή την αντιπαράθεση φόβου, με λειωμένη σοκολάτα να κυλάει στα μάγουλα και τα κορμιά των ηθοποιών, αλλά και στις κούκλες που τους αντικαθιστούσαν στις δύσκολες στιγμές! Τα αναφέρω εν συντομία τα 20 χρόνια αυτά, γιατί εδώ η τομάτα ήταν ακόμη στο παρασκήνιο και δεν είχε βρει το δρόμο για την επιτυχία. Όταν όμως μπήκε το χρώμα στο σινεμά, έγινε η απόλυτη κυρίαρχος των ταινιών τρόμου! Δειλά – δειλά τα πρώτα ζόμπι άρχισαν να βαδίζουν τρεκλίζοντας στους δρόμους ανυποψίαστων πόλεων, κι οι επιλογές σε θέματα τρόμου πολλαπλασιάστηκαν. Αυτός που ξύπνησε όλα τούτα τα περίεργα πλάσματα, που τρέφονταν από τις σάρκες των συνανθρώπων τους και ανασταίνονταν από τους τάφους, ήταν ο Jacques Tourneur το `43 στην παραγωγή της RKO “I walked with a zombie”. Πήρε τις θρησκευτικές δοξασίες των κατοίκων της Αιτής και τις τροποποίησε για να δημιουργήσει φόβο στο σινεμά, σε μια πρώιμη μορφή. Χωρίς ακόμη να διακρίνονται ας πούμε τα ζωτικά όργανα κάθε ανθρώπου! Ήταν πιο light το κοκτέιλ τότε. Πάντως ο Tourneur τα ξύπνησε από τον ύπνο τους και εκείνα έκτοτε μας στερούν τον δικό μας! Με το που έσκασε μύτη η δεκαετία του`50, τα ζόμπι ξέφυγαν τελείως από κάθε λογικό, ή σχετικό με τη λογική τέλος πάντων σενάριο! Μπήκαν στα διαστημόπλοια και ξεκίνησαν το γαλαξιακό τους ταξίδι στον τρόμο(Zombies of Stratosphere – 1952), κατασκήνωσαν σε νησιά προστατεύοντας θησαυρούς(The Zombies of Mora Tau – 1957), καθοδηγήθηκαν από σατανικές ιέρειες βουντού(Voodoo Woman – 1957), ώσπου έφθασε η στιγμή για να ξεχυθούν στους δρόμους της πόλης μέσα από τα κορμιά έφηβων, στην πρώτη τους «καλλιτεχνική» μορφή, αυτή του Teenager Zombies(1959)! Το καλλιτεχνικό της υποθέσεως έγκειται στην προσέγγιση του box office, όπου το κοινό αίσθημα προκλήθηκε και οι θεατές συνέρευσαν στις αίθουσες για να κατακρίνουν για ακόμη μια φορά την νεολαία και τα καμώματα της!

Μ` αυτά και με τα` άλλα, τα ζόμπι αποτέλεσαν τον αντίλογο του αιμοδιψή κόμη Δράκουλα των Hammer Studios και μια εναλλακτική λύση για να γεμίσουν ουρλιαχτά τα σινεμά! Πριν φτάσουμε όμως σ` αυτό το σημείο(μη βιάζεστε – έχει ακόμη πολλούς δρόμους σπαρμένους με ντομάτα να διαβούμε!), ας δώσουμε λίγο από την συνολική όψη της δεκαετίας του`50, όσων αφορά στους εφιάλτες που ξύπνησαν από τις κάμερες και τα εφέ. Μια πρόταση που έρχονταν από την μακρινή Ιαπωνία, έδειξε έναν διαφορετικό δρόμο και ο Ασιατικός κινηματογράφος υποδέχτηκε μάλλον αμήχανα, τα εύσημα των συναδέλφων του κινηματογραφικών σχολών. Μια σειρά ταινιών με πρωταγωνιστές προϊστορικά τέρατα, B movies με τα όλα τους, έμελε να περάσει δυναμικά και στον υπόλοιπο πλανήτη, με μια εντελώς διαφορετική πτυχή τρόμου και πλήρως ανεξερεύνητη. Γκοτζίλα, Γκάμερα, Μόθρα και σια, τα έβαζαν με χιλιάδες στρατιώτες, αεροπλάνα, ελικόπτερα, αντιτορπιλικά και ότι τέλος πάντων είχαν διαθέσιμο οι Ιάπωνες εκείνα τα χρόνια σε όπλο, αφήνοντας φοβερά και τρομερά ουρλιαχτά, μαζί με κάτι κομμάτια πρασινωπής σάρκας! Να υποθέσουμε ότι η ντομάτα ήταν άγουρη; Όλα αυτά ξεκίνησαν σε μαύρο – άσπρο, για να περάσουν και στο χρώμα στη συνέχεια. Μακράν το πιο επιτυχημένο όλων εκείνων των φιλμ, είναι το Godjira(1954). Σημείο αναφοράς στα τερατοειδή αποκυήματα της Ιαπωνικής φαντασίας, η κίνηση των πλασμάτων εκείνων, που αν την δει κανείς στις μέρες μας θα κρατάει την κοιλιά του από τα γέλια! Μια άλλη ιδιάζουσα περίπτωση, με μερική χρήση ντοματοπολτού, ήταν και τα Αμερικάνικα B movies των `50ς και `60ς, ειδικά εκείνα που ανακάτευαν την επιστημονική φαντασία με τη φρίκη. Ο συνδυασμός εδώ πολλές φορές «έκοβε», μάλλον γιατί η ντομάτα είχε ωριμάσει επικίνδυνα, ή δεν μπορούσε να «δέσει» με τη sci fi λογική, οπότε έχουμε ξεκαρδιστικές καταστάσεις, τις οποίες σώζει μόνον η μουσική ή το σενάριο. Αυτό που μπαίνει όμως σαν νέο στοιχείο και μεγαλώνει την γκάμα της μέχρι τότε θεματολογίας, είναι οι προεκτάσεις της επιστήμης, που πλέον μπορεί να λειτουργήσει και σαν αντικείμενο φόβου, κι αυτό είναι αρκετά ενδιαφέρον. Στο Thing(from another world – 1951), ένα πλάσμα ξεπηδάει από τα χιόνια της Ανταρκτικής και σκορπίζει τον τρόμο, την ίδια στιγμή που ένας μακρινός συγγενής του καταβροχθίζει όλους όσους επισκέπτονται την Μαύρη Λίμνη, στην τριλογία των The Creature from Black Lagoon(1954 – 1956). Τα τέρατα και κολυμπάνε και περπατάνε, που σημαίνει ότι μπορείς απλά να τρέξεις – όχι και να κρυφτείς! Οι αμφιέσεις των δύστυχων κομπάρσων που ανέλαβαν να παίξουν των ρόλο των πλασμάτων εκείνων, φέρνουν λιγάκι σε Γκοτζίλα αλλά Αμερικέν! Το Invasion of the Body Snatchers(1956), είναι αναίμακτο αλλά όχι και δίχως εφέ ζαρζαβατικών, αφού τα περίεργα κουκούλια που εμφανίζονται στην πόλη και περνούν αρχικά για είδη φυτών, επωάζουν για αυγά τα είδωλα των ίδιων των κατοίκων! Space Terror στα καλύτερα του! Πολύ θετική η συνύπαρξη αίματος και πλασμάτων από άλλους κόσμους, στα Blob(1958), αλλά και των ταινιών με μύγες! The Fly(1959), όπου έχουμε και αίμα μύγας! Η ταινία πάντως άρεσε και γυρίστηκε και δεύτερη (The Return of Fly – 1959), αλλά και τρίτη (Curse of the Fly – 1865), όπου η μύγα επιστρέφει για να καταραστεί τους εχθρούς της!

Συνεχίζεται…

Γιώργος Κοσκινάς

ΤΑ ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΑ ΒΙΝΤΕΟ!

THE HEAD(1959)

TRAILER ΠΑΛΙΩΝ ΤΑΙΝΙΩΝ ΤΡΟΜΟΥ ΜΕΡΟΣ 1 & 2

THE WOLFMAN(1941)

http://i3.ytimg.com/vi/zTNQEd8D4pg/default.jpg

DRACULA(1941)

THE BLOB(1958)

THE MUMMY`S HEAD(1941)

NOSFERATU(1922)

GODZILLA

HOUSE OF FRANKENSTEIN(1944)

THE GIANT CLAW(1957)

KRONOS(1957)

ΟΛΟΚΛΗΡΕΣ ΤΑΙΝΙΕΣ!

CORRIDORS OF BLOOD(1958)

PLAN 9 FROM OUTER SPACE(1958)

THE KILLER SHREWS(1959)

THE ALLIGATOR PEOPLE(1959)

—————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————

SPLATER

BLOODY MARY MOVIES! – ΟΤΑΝ ΤΟ ΣΙΝΕΜΑ ΓΝΩΡΙΣΕ ΤΟΝ ΧΥΜΟ ΤΟΜΑΤΑΣ…

ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ 1959 – 1969

30/5/2011

Συντάκτης gkosk

Κάπου εκεί κάνει την εμφάνιση του ο Roger Corman. Τα φιλμ του είναι ναι μεν πιτσιλισμένα με σταγόνες αίματος, αλλά το στοιχείο που κυριαρχεί είναι καταστάσεις που έρχονται από το παρελθόν, με φαντάσματα, αρχαίες μηχανές του χρόνου, εκκρεμή, μάγισσες, πίνακες που ζωντανεύουν, κοράκια και  ότι πιο παράξενο μπορούσε ένας σκηνοθέτης να σκεφτεί εκείνα τα χρόνια! Θυμίζει έντονα Έντγκαρ Άλλαν Πόε, γιατί σε πολλές περιπτώσεις είναι Έντγκαρ Άλλαν Πόε, διασκευασμένος για την μεγάλη οθόνη! Ξεχωρίζει το A bucket of blood(1959), όπου το αίμα ξεχειλίζει αγαπητοί μου ακόμη και τον κουβά! Viva Corman! Εύφημη μνεία απονέμεται στον δημιουργό και για τα The Pit & the Pendulum(1961), The premature burial(1962), tales of terror(1962), το καταπληκτικό The Raven(1963), The masque of the red death(1964) και φυσικά το The tomb of Ligeia(1964). Μέγας πρωταγωνιστής που αναδεικνύεται από τους εφιάλτες αυτούς, ο Αμερικανός Vincent Price, μοναδική cult φιγούρα τρόμου!

Βέβαια ο κόμης είχε άλλη αρχοντιά και ο Christopher Lee μια ανεπανάληπτη γοητεία! Ακόμη κι ο Bram Stoker θα ανατρίχιαζε βλέποντας τον να κουκουλώνει με την μπέρτα του τις ανυποψίαστες και αγνές χωριατοπούλες στην ύπαιθρο(blood on the fields ένα πράγμα!), ή να παίρνει τη μορφή της νυχτερίδας και να εξορμάει από τα ανοιχτά παράθυρα του πύργου του, αναζητώντας θύματα για να ξεδιψάσει! Ποτέ μέχρι τότε το αίμα δεν είχε βρει καλύτερο εκφραστή στη αθώα όψη μιας τομάτας! Οι Άγγλοι της Hammer δεν τσιγκουνεύτηκαν καθόλου(μάλλον δεν συμμετείχαν στις παραγωγές Σκωτσέζοι!), στην χρήση της. Σιγά – σιγά, αποκτώντας την ανάλογη εμπειρία, έγιναν μάλιστα πιο ικανοί τεχνικά, προσθέτοντας αμπούλες στα ψεύτικα δόντια των βαμπίρ! Ήταν η αναπόφευκτη εξέλιξη, που ακολούθησε τις πρώτες ταινίες του είδους και τις τροποποίησε σε πιο …ματωμένες. Το Horror of Dracula(1958), τρόμαξε για τα καλά τους πάντες και σύστησε μάλλον άκομψα τον ξεπεσμένο κόμη εκ Τρανσυλβανίας ορμώμενο, αλλά οι επόμενες περιπέτειες του έβαλαν το …αίμα σ` αυλάκι, κάνοντας έτσι συνώνυμο του τρόμου για μια γενιά θεατών έναν πολυτάλαντο θεατρικό ηθοποιό, με έμφαση στην κωμωδία, που είχε την ατυχία)ή και την τύχη), να μοιάζει οπτικά με τα σενάρια των παραγωγών. Αρκετά χλωμός όσο χρειάζονταν, βλέμμα τρομακτικό, ζυγωματικά και σχήμα προσώπου όπως το είχαν φανταστεί και κορμοστασιά ανάλογη της αξίας ενός κόμη! Είχε δηλαδή όλα τα εχέγγυα για να κάνει καριέρα και την έκανε! Ο Lee πήρε αμπάριζα όλες τις ταινίες με πρωταγωνιστή τον Δράκουλα, μέχρι και τα μέσα της δεκαετίας του`70, οπότε μάλλον κούρασε και άρχισε να αμφισβητείται η παντοδυναμία του. Πρόλαβε όμως να παίξει σε αρκετές κλασσικές cult εκδοχές, ολίγον έως αρκετά διαστρεβλωμένες σε σχέση με την πραγματικότητα. Το αίμα έρεε στα δάση και στα σπίτια, στα πανδοχεία και στα σοκάκια!  Brides of Dracula(1960), Dracula prince of darkness(1966), Dracula has risen from the grave(1968), Count Dracula(1970), Taste the blood of Dracula(1970), Scars of Dracula(19700 και πάει λέγοντας. Κάποια στιγμή ο κόσμος μπούχτισε και τον θεώρησε δεδομένο, οπότε άρχισε να παρωδείται το όλο θέμα και να εκφυλίζεται. Οι παλιές καλές εποχές όπου το κοινό μαζεύονταν σε παρέες και πήγαινε να τρομάξει στο σινεμά, βλέποντας τον άνθρωπο με την μπέρτα να αφήνει το χαρακτηριστικά ανατριχιαστικό γέλιο(μουαχαχα!), είχαν δώσει τη θέση τους στις ανιαρές νύχτες με ποπ κορν ανά χείρας. Η τομάτα είχε αρχίσει να απομυθοποιείται και ο κόσμος του θεάματος έστρεψε αλλού το βλέμμα του. Πριν φτάσουμε σ` αυτές τις καταστάσεις, για να μη νομίζετε δηλαδή ότι όλα εξαντλήθηκαν στα στούντιο της Hammer, ο τρόμος γενικότερα σαν έννοια λειτούργησε σαν …φούρνος, αφού έδωσε ψωμί σε πολύ κόσμο! Το `61 σκάει μύτη και ο πρώτος λυκάνθρωπος, με πέραν του ικανοποιητικού ρεπερτορίου σε εφέ …χυμών ντομάτας και λοιπών παράγωγων, με τίτλο The curse of the werewolf(λύκε – λύκε είσαι εδώ;). Εννοείται ότι η Κοκκινοσκουφίτσα την έκανε με ελαφρά πηδηματάκια από το δάσος, γιατί ο τύπος δεν έδινε δεκάρα για την γιαγιά της! Ότι έβρισκε το κατασπάραζε! Ένα εξπρεσιονιστικό, ζόμπι στυλ φιλμ, προσθέτει κι αυτό μια διαφορετική πινελιά στο θέμα μας. Είναι το Carnival of souls(1962). Ατμοσφαιρικού τύπου πρώιμο splatter και το Burn Witch Burn(1962), με θέμα τις μάγισσες άνευ σκούπας! Μέχρι και ο Κόπολα μπαίνει στο χορό, με το αλήστου μνήμης Dementia(1963)! Όχι για να μην νομίζετε ότι ξεκίνησε με το Apocalypse Now κατευθείαν! Το βάθος των επιρροών κύριοι των ανθρώπων της τέχνης, είναι μεγάλο! Στα χρόνια της τζην καμπάνας και της αχαλίνωτης φαβορίτας, ο κινηματογράφος κινήθηκε με ή χωρίς αίμα, σε κιτς μονοπάτια όπως κι ολόκληρος ο πλανήτης φυσικά, για να μην απομονώνουμε την κακογουστιά μιας δεκαετίας σε ένα τμήμα. Είναι κρίμα κι άδικο!

Οι Αμερικανοί απαντούν στους Βρετανούς της  Hammer, του Christopher Lee και του κυνηγού του επί σκηνής Peter Cushing, με έναν Δράκουλα κατασκευασμένο για να σπάσει το ρατσιστικό κατεστημένο του Χόλυγουντ! Έτσι δημιουργήθηκε ο Blackula(1972), όπου βαδίζοντας στα αστυνομικά αχνάρια των ταινιών με ήρωες έγχρωμους αστυνομικούς που καταδιώκουν κακούς λευκούς(Blaxploitation με άλλα λόγια), αυτός τους δαγκάνει στο λαιμό και σπέρνει τον τρόμο που στη συνέχεια θερίζει αλύπητα! Ποτάμια αίματος και δάκρυα γέλιου, συγκροτούν μια από τις πλέον άκυρες κινηματογραφικές τάσεις(ευτυχώς ήταν σύντομη και δεν ακούμπησε καν στις επόμενες γενιές), αλλά αξίζει αναφοράς μόνο και μόνο για την σύλληψη της σαν ιδέα. Είναι cult ο μαύρος Δράκουλας; Μα φυσικά και είναι! Είναι cult οι παρουσία των έγχρωμων σε ποδοσφαιρικές ομάδες όπως η Εθνική Γερμανίας; Καμία σχέση! Εδώ μιλάμε για σινεμά! Μην ξεφεύγουμε από το θέμα μας. Λοιπόν, που είχαμε μείνει; Α, ναι! Στους διαφορετικής απόχρωσης Δράκουλες, που είδαμε στα `70ς. Το Blacula scream!(1973), είναι ο επίλογος αυτών των φιλμ, αλλά όχι και το μοναδικό υλικό για βραδιές τρόμου της δεκαετίας αυτής, που καταχωρείται μάλιστα σαν ο προάγγελος των όσων επακολούθησαν στη συνέχεια, με την εμπλοκή στον χώρο των Ιταλών. Μια περίοδος που σηματοδοτείται από πληθώρα ποικιλιών ντομάτας, μέχρι και την  βιομηχανοποιημένη της εκδοχή σαν κέτσαπ! Έπεφτε που λέτε ατελείωτα στα κορμιά των πρωταγωνιστών και ήταν και γευστικό από πάνω! Να σου κόβει το χέρι και να είναι ταυτόχρονα νόστιμο το άτιμο! Η αλήθεια είναι ότι εκεί γύρω χάθηκε και η …μπάλα, αφού ξεφύγανε όλοι μαζί και μας δώσανε υλικό για αϋπνίες και αναλύσεις επί αναλύσεων! Δεν ήταν κακό, αφού είχε και τα καλά της η υπόθεση `70ς horror. Είπαμε. Είχε ποικιλία στο αίμα, όπως και στις εμπνεύσεις των δημιουργών, που κυριολεκτικά δεν αφήνουν τίποτα όρθιο στο διάβα τους, ή καλύτερα δεν αφήνουν ούτε πέτρα που να μην γεννάει φόβο! Κυριαρχεί η αισθητική της δεκαετίας που είπαμε και πιο πάνω, με όλα της τα κουσούρια, βγάζοντας κάτι απόλυτα cult και με αντανακλάσεις μέχρι και στα σημερινά φιλμ. Το τι θα βλέπανε τα μάτια μας ούτε καν το είχαμε φανταστεί! Στο Top of the heap(1972), ένας τρελός αστυνομικός, έγχρωμος, φαντασιώνεται ότι είναι ο πρώτος άνθρωπος που πατάει το πόδι του στο φεγγάρι, στο Blackenstein(1973), όπως ίσως αντιληφθήκατε από τον τίτλο, συντελείται η μαύρη προσαρμογή του γνωστού βιβλίου της Μαίρη Σέλλευ(καλά που δεν σηκώθηκε από τον τάφο της η γυναίκα!), στο Vampires of Harlem(1973), μαθαίνουμε ότι εκτός από μπάσκετ παίζουν κι άλλα στην γνωστή συνοικία της Νέας Υόρκης, ενώ οι έγχρωμες εκδοχές τρόμου συμπεριλαμβάνουν λυκάνθρωπο(Black Werewolf – 1974), εξορκιστή(Voodoo Black Exorcist – 1973), σούπερμαν(Abar : the first Black Superman – 1977), ζόμπι(The house on skull mountain – 1974), αλλά και το άνευ κάθε σχολίων(δείτε το ή γυρίστε το στις κωμωδίες!), The six thousand dollar nigger(1980)!!! Κάπου εκεί μας τελείωσαν(thanks God!), οι «μαύρες» προσπάθειες τρόμου και μπήκαμε στα ακόμη πιο τρελά σενάρια θερινής νύχτας!

Αύριο το τρίτο και τελευταίο μέρος

Γιώργος Κοσκινάς

ΚΑΙ ΤΑ ΒΙΝΤΕΑΚΙΑ ΜΑΣ!

NIGHT OF THE LIVING DEAD

THE SENTINEL

THE DUNWICH HORROR

DRACULA AD(1972)

HORROR OF DRACULA(1958)

DRACULA PRINCE OF DARKNESS(1966)

COUNT DRACULA(1970)

DRACULA HAS RISEN FROM THE GRAVE(1968)

BLACULA(1972)

BLACKENSTEIN(1973)

—————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————

SPLATER

BLOODY MARY MOVIES! – ΟΤΑΝ ΤΟ ΣΙΝΕΜΑ ΓΝΩΡΙΣΕ ΤΟΝ ΧΥΜΟ ΤΟΜΑΤΑΣ…

ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟ 1969 – 1979

31/5/2011

Συντάκτης gkosk

Η ανατριχίλα δεν είναι ποτέ αρκετή και για να προκληθεί εν προκειμένω, οι διαδικασίες μόνο συνοπτικές και every day job δεν είναι. Ορίστε και μερικά παραδείγματα. Ο David Cronenberg σαν φέρελπις κινηματογραφιστής του ανεξήγητου, του ψυχολογικού και τους επιστημονικά διαταραγμένου τμήματος της έβδομης τέχνης, κάνει κάτι μικρά βηματάκια(σαν να μπουσουλάει να το λέγαμε κάπως!), για να μας δώσει το Rabid(1977), όπου μια πρώην πορνοστάρ(Marylyn Chambers), υποδύεται την αιμοδιψή, μεταλλαγμένη βαμπίρισα! Σκηνές άπειρου κάλους φυσικά διαδραματίζονται, όπως αντιλαμβάνεστε! Σε μια απ` αυτές η τύπισσα κυνηγάει με μια βελόνα σε σχήμα φαλού τα θύματα της! Σεξ και αίμα! Ντομάτα πελτέ και σπερματοζωάρια! Ο χαμός του χαμού! Ο σκηνοθέτης για να εξιλεωθεί απέναντι στο κοινό του και το σινεμά ολόκληρο, γύρισε μετά από χρόνια την Μύγα ξανά! Ενδιάμεσα μας έδωσε το Shivers(1975), ενώ για το 1979 είχε το μενού και το The brood, όπου μια ομάδα δαιμονισμένων πιτσιρικάδων κυνηγάνε να φάνε τη μαμά τους, η οποία ωστόσο έχει προλάβει να παρανοήσει! Πως λέμε, «…η καλή μέρα φαίνεται απ` το πρωί…»; Κάπως έτσι είχαμε και στην περίπτωση του Wes Craven. Άλλος διαταραγμένος εγκέφαλος, που μπαίνει δυναμικά στο κλαμπ με τους αιμοδιψείς,  με το The hills have eyes(1977). Ένα αριστουργηματικό b movie splatter, με το αίμα να μπερδεύεται στα σπασμένα κόκκαλα! Επιτέλους το είδος απογειώνεται και όλοι οι δόκιμοι σε σχολές χασάπηδες βρίσκουν κάτι για να περάσουν τα κουραστικά βράδια, που ακολουθούν τα ακόμη πιο ανιαρά πρωινά μαθήματα! Ο χασάπης της γειτονιάς σας τρομάζει περισσότερο, ή η βιτρίνα του; Υπαρξιακό ερώτημα νούμερο δύο. Όταν ανοιγοκλείνετε τα μάτια, τα μπουτάκια από κοτόπουλο συναρμολογούνται με έναν ανεξήγητο τρόπο; Τότε έχετε πρόβλημα! Μην διαβάσετε παρακάτω και προπαντός μην δείτε άλλες τέτοιες ταινίες! Κάποιος πρέπει να δει και τη Χιονάτη!  Δεν είμαστε όλοι για όλα!

Εδώ που τα λέμε, ο Craven είχε κάνει ενωρίτερα κι άλλο φιλμ(όχι τίποτα άλλο, να μην του κλέβουμε τα credits του ανθρώπου!), αλλά εδώ μιλάμε για διαστρέβλωση της τέχνης! Πως αλλιώς να αποκαλέσεις κάποιον που βγάζει θρίλερ μέσα από ταινία του Igmar Bergman; Όχι πείτε μου εσείς; Το φιλμ ήταν το Last house on the left(1972), το οποίο και τσαλαπατούσε πάνω στο γλαφυρό και αλληγορικό The virgin spring(1960), για να μην πω ασελγούσε! Το 1974, γυρίζεται μια ταινία που μπλέκει για τα καλά το splatter με το slasher σαν είδη, εγκαινιάζοντας μια νέα εποχή για τις ταινίες τρόμου και τους φίλους των. Είναι το Texas chainsaw massacre του Tobe Hooper, το οποίο φέρνει στην επιφάνεια και σε πρώτο πλάνο την ανθρώπινη διαστροφή και τις σφαγές αμάχων προς τέρψιν και ευχαρίστηση του θύτη! Αυτά που γίνονται εδώ, θα αποτελέσουν το ματωμένο εγχειρίδιο κάθε επίδοξου συνεχιστή αυτής της μακάβριας παράδοσης, που αφήνει ο σκηνοθέτης σαν κληρονομιά! Ο βασικός χαρακτήρας παίρνει το ηλεκτρικό πριόνι και πετσοκόβει όποιον περνάει από μπροστά του! Οι κάμεραμαν θα πρέπει να έκαναν εμετό στα γυρίσματα! Κομμάτια σάρκας ωμής πετάγονται ολούθε και πιτσιλιές αίμα λεκιάζουν το κάντρυ πουκάμισο του! Είναι από τις ταινίες με τα περισσότερα ουρλιαχτά στις αίθουσες! Οι ιδιοκτήτες κρεοπωλείων θα το βρουν χρήσιμο σαν επιπλέον γνώση και τεχνική κοπής κρέατος! Για τους υπόλοιπους αμφιβάλω! Πάντως ο Hooper εισήγαγε την σφαγή στον χώρο του θεάματος και αυτό πρέπει να του το αναγνωρίσουμε! Ότι γυρίστηκε από εκεί κι έπειτα, με θέμα τους 4, 5, 6, 7 ξέρω εγώ πόσους νεαρούς, που εκδράμουν στα βουνά και τα όρη για εξερεύνηση και σεξ στην ύπαιθρο και που φυσικά σφαγιάζονται ένας προς έναν, έχει τις ρίζες του στον σχιζοφρενή δολοφόνο του Hooper. Ο άνθρωπος δημιούργησε σχολή! Έτσι είχαμε τα Three on the Meathhook, I spit on your grave(δεν θέλετε μετάφραση, έτσι; – 1978), Tourist trap(1979) και πολλά ακόμη. Το splatter του οφείλει πολλά του κ. Hooper! Μετά φταίει ο …φονιάς! Τι να πει κανείς; Ο Ed Adlum πάντως δεν είχε ανάγκη να δει Hooper για να επικαλύψει ότι κινούνταν με κέτσαπ και λοιπά παράγωγα, όταν ανακάλυψε ότι και οι αγρότες μπορούν να σφάξουν! Έτσι έκανε το “Invation of blood farmers” το`72 και μάθαμε ότι οι επισκέπτες μιας αγροτικής περιοχής, μπορούν και να …φυτευτούν, άνευ γλώσσας και φυσικά με σκοπό να …ωριμάσουν!

Κι απ` τα ηλεκτρικά πριόνια και τους τρελαμένους αγρότες, να περάσουμε στις μεταφορές στην μεγάλη οθόνη των βιβλίων του Stephen King από τον John Carpenter. Είμαστε πάντα στα αιματοβαμμένα `70ς φυσικά, οπότε και η αισθητική που κυριαρχεί σας είναι γνωστή, απ` όσα είπαμε πιο πάνω. Ο Carpenter ανήκει στους «κυριλέ» του τρόμου, που προτιμούν να σφάζουν με το βαμβάκι και να αφήνουν τον τοματοπολτό στο παρασκήνιο, δίνοντας έμφαση στις μουσικές και κάνοντας τες μαζί με τα πλάνα του, να προκαλούν φόβο. Παρά ταύτα, δεν θα αφήσει κανέναν παραπονούμενο, όταν θα προβληθεί η σειρά των Halloween(αφετηρία το 1978). Να πως μπορεί η αθώα ημέρα της γιορτής των Αγίων Πάντων στην Αμερική(το δικό μας καρναβάλι),  σε έναν ασύλληπτο εφιάλτη και οι νεροκολοκύθες μια εικόνα ανείπωτου τρόμου! Ξανά – μανά ουρλιαχτά στις αίθουσες, ενώ σιγά – σιγά οι πιο προνοητικοί θεατές αρχίζουν να βάζουν τα δάχτυλα στο πρόσωπο και να βλέπουν από τις χαραμάδες! Είναι πάντως μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για τους έφηβους της εποχής, για να πάρουν την φιλενάδα τους στο drive – in και να την …προστατεύσουν από τα επί σκηνής τρομερά συμβάντα! Νομίζω ότι πληθυσμιακά αυτές οι ταινίες βοήθησαν κάπως την Αμερική, για να αυξήσει τα νούμερα των κατοίκων της! Εδώ στην Ελλάδα και κατ` επέκταση στην Ευρώπη), ήταν διαφορετικά τα πράγματα. Είχες και τον μπαμπά να αντιμετωπίσεις και δεν ήταν καθόλου εύκολη και πολιτισμένη η αντίδραση του! Και λογικό είναι. Τι να πήγαινες και να του έλεγες του ανθρώπου, δηλαδή; «…ξέρετε πήγαμε στο σινεμά και εκεί που… καταλαβαίνετε… είχε λίγο φόβο παραπάνω… και… εγώ… αγκάλιασα τη Μαρία και μετά… ξέρετε πως γίνονται αυτά…» Μπα! Δεν έπαιζε κάτι τέτοιο! Αυτά ήταν και θα είναι Αμερικανιές. Στο παιγνίδι των εντυπώσεων εκείνων έμπαιναν σταδιακά όλο και περισσότεροι δημιουργοί, που με τον έναν ή τον άλλο τρόπο θέλησαν να βουτήξουν το δαχτυλάκι τους στο βάζο με τον χυμό, αφήνοντας ένα στίγμα προσωπικό ο καθένας τους και ένα λεκέ στο τραπεζομάντηλο!  Ο Brian de Palma ήταν ένας απ` αυτούς. Μάλιστα στην περίπτωση του ταιριάζει το «ήρθε για να μείνει», αφού ο Ιταλό – Αμερικανός σκηνοθέτης δεν έκανε όπως αρχικά κάποιοι νόμισαν το «αγροτικό» του, αλλά είχε βλέψεις για να καθιερωθεί στον χώρο και τα κατάφερε. Οι δικές του οπτικές γωνίες, ήταν αρκετά διαφορετικές από αυτές των συναδέλφων του. Είχε βέβαια σχέση με το «άθλημα», αλλά σε πιο μεταφυσικές διαστάσεις, πιο άυλες και πιο πολύπλοκες σαν σενάρια. Έπαιζε με το υπερφυσικό, το υπερπέραν και τον αρχέγονο τρόμο, που είχαν και την παρουσία των γνωστού μας χρώματος λεκέδων, με κάποιες διαφοροποιήσεις. Το`68 γύρισε το Rosemary`s baby, μια πολύ δυνατή στανικοτρομακτικοσιχτιροσπλατεριά, με ολίγον απ` όλα, χωρίς τζατζίκι(αυτό το έβαλε πιο μετά σε άλλη ταινία!), το `73 είχε στο μανίκι του τον άσσο που λέγονταν Exorcist και έτσι γνωρίσαμε πως με τα ειδικά εφέ μπορείς να βγάλεις τέτοιας απόχρωσης εμετό(πως βγαίνει από τα ρούχα δεν το μάθαμε ποτέ!), αλλά και πως μπορεί το θρησκευτικό στοιχείο να αποτελέσει πρώτη ύλη για μαθήματα τρόμου. Έκτοτε προτιμήθηκε από πολλούς σκηνοθέτες και έγινε αναπόσπαστο στοιχείο των θρίλερ. Ο de Palma συνεχίζει να τρομάζει τον κόσμο, με το επόμενο του δημιούργημα, το Antichrist – The Omen(1976), πάνω στα ίδια βήματα με το προηγούμενο, αλλά με λιγότερη δόση βίας. Το φιλμ είναι από τα κορυφαία του είδους, την ίδια στιγμή που οι κουβάδες με το υποκατάστατο του αίματος έμεναν στην αποθήκη με τα εργαλεία του κινηματογραφικού συνεργείου. Την ίδια χρονιά όμως επιστρέφει στις ρίζες, με μια ταινία – σταθμός στο στυλ «…πάμε να αγοράσουμε ένα σπίτι οικογενειακώς και μας τρώνε λάχανο, γιατί δεν ρωτήσαμε πριν τον μεσίτη ποιοι μένανε πριν εδώ…». Είναι το The Amityville Horror. Η επιτομή όμως του δόγματος «αίμα για όλους», συντελέσθηκε με το Carrie(1976), όπου η Sissy Spacek λούζεται πατόκορφα ζωμό φρέσκιας ντομάτας και βγαίνει μια σκηνή να γλείφουν οι φίλοι του είδους τα δάχτυλα τους! Ένα άλλο τμήμα των ταινιών τρόμου της δεκαετίας αυτής, είναι εκείνο που διακωμωδεί όλα τα προαναφερθέντα και το οποίο μας έδωσε τα Attack of the killer tomatoes(1979), που δεν γίνεται να ξεχάσουμε, γιατί απλά αποτελεί έναν εξωφρενικό τσελεμεντέ, με άπειρους γευστικούς συνδυασμούς χρήσης τομάτας στον κινηματογράφο!

Σ` αυτή την κατηγορία εντάσσονται και τα Son of Dracula(1973), Invasion of blood farmers(1972), Satan`s cheerleaders(1977), και Young Frankenstein(1974), του εντελώς ανισσόροπου Mel Brooks! Δύο φιλμ που μπορούμε να προσθέσουμε στην κατηγορία «τέρατα και λοιπά πλάσματα με γερές μασέλες», είναι τα Piranha(1978), όπου τα ψαράκια με τα λιμαρισμένα δοντάκια αφηνιάζουν για τα καλά(μέχρι που πηδάνε και εκτός υδάτινου στοιχείου! Μιλάμε για πολύ πείνα!), όπως και το The Swarm(1978), με αντικείμενο πανικού και όχι μόνον, τις αδηφάγες και δολοφονικές μέλισσες! Πρηξίματα, φαγούρα, πυρετός και μια κατάσταση «μαμά πονάω»! Στα διαστημικά σφαξίματα και ξεντεριάσματα, μακράν όλων το Allien(1979 – τελικά ήταν η χρονιά με την πιο πλούσια συγκομιδή αίματος και κραυγών!), με την all time classic σκηνή της γέννησης από τα στομάχια των θυμάτων του, του εξωγήινου όντος με τις χειρότερες διαθέσεις όλων όσων είδαμε στο σινεμά και τα πιο καλά τροχισμένα δόντια! Αν δεν τρομάξετε κι εδώ, μάλλον δύσκολα θα σας συμβεί στο μέλλον! Δρόμο παίρνω – δρόμο αφήνω και φτάνω στη γυάλα με τα μεταλλαγμένα(όχι τρόφιμα – για τέρατα μιλάμε!). Κι εδώ έχουμε μια ακόμη προσθήκη κατηγορίας, με αρκετά φανατικό κοινό και αντοχή στο χρόνο. Τα It`s alive(1974) και η απόδειξη ότι ζει, δηλαδή το It`s alive again(1978), είναι μαζί με το Omega man(1971), αδιαμφισβήτητα ότι καλύτερο έχει να αναδείξει η παραγωγή. Μην υποτιμάτε τους μεταλλαγμένους, γιατί μπορεί να βαδίζουν πιο σταθερά από τα ζόμπι και να μην κρατούν μαχαιροπίρουνα, όμως οι διαθέσεις τους είναι ξεκάθαρες. Ότι κινείται – τρώγεται! Απλά είναι τα πράγματα και σε καμία περίπτωση οι απασχοληθέντες με το σπορ δεν θέλησαν διαμορφώσουν με την προσθήκη περαιτέρω στοιχείων. Τι να εμπλουτίσουν; Ο μεταλλαγμένος είναι μεταλλαγμένος! Σ` όποιον αρέσει! Πριν πάμε στα Ιταλικά τεκταινόμενα, να αναφέρουμε έστω και στα γρήγορα το Wicker Man(1973). Είναι μια άλλη κατηγορία θρίλερ από μόνο του, καθώς μπαίνει με αυτό το φιλμ και το στοιχείο των θρησκευτικών απομονωμένων αιρέσεων, που πλάθουν κοινωνίες(και ενδεχομένως κουλουράκια με τα δύο χεράκια!) και κρύβουν ένοχα μυστικά, τα οποία με τη σειρά τους οδηγούν σε μπόλικο αίμα και οδυρμό! Κι απ` αυτές γυρίστηκαν πολλές. Όμως το Wicker Man ήταν αυτό που έδειξε τον δρόμο και είχε έναν Christopher Lee …τώρα πώς να τον περιγράψω πείτε μου;  Και γελάς και φοβάσαι μαζί! Η ταινία έμεινε αξέχαστη για το σενάριο.

Τώρα αν ξεχάσαμε καμιά, συμπάθιο! Δεν ήταν και λίγες! Πάρτε βαθιά ανάσα και ετοιμαστείτε για τρόμο σικάτο, κλασάτο, αλλά …Ιταλικά! Τρόμος, στυλ, Αρμάνι, σε ένα παρφουμαρισμένο χαρμάνι! Η Ευρωπαϊκή εμπλοκή με όλα αυτά, κρατάει από αρκετά πίσω στον χρόνο, όταν οι γείτονες μας  παρακολουθούσαν διακριτικά(πως είναι κρυμμένος στο θάμνο ο μελλοντικός σφαγέας και εσύ δεν τον βλέπεις!), από σχετική απόσταση και ενίοτε πετούσαν που και που κανένα δυναμιτάκι, για να δουν πόσοι θα σηκωθούν τρομαγμένοι! Σ` αυτές τις πρώτες προσεγγίσεις πήραμε ωστόσο μια μικρή γεύση, απ` όσα θα επακολουθούσαν και γενικότερα από τις δυνατότητες των δημιουργών, που έφτιαξαν σχολή ολόκληρη από τις πλέον αναγνωρίσιμες. Όλοι μαζί παρακολούθησαν τα ίδια σεμινάρια, από τον πρωτομάστορα Dario Argento. Τα πρωτοπαλίκαρα του ήταν οι Duccio Tessari  και Lucio Fulci, αμφότεροι υπεύθυνοι για κύματα υστερίας που κατέκλυσαν την πατρίδα τους και πέρασαν εκτός συνόρων. Από κοντά και ο Joe d Amato με τον Luigi Cozzi. Ο Mario Bava μπήκε κατά λάθος(μπέρδεψε τις αίθουσες μάλλον), κι από ταινίες σε στυλ Diabolik άλλαξε λιγάκι ρότα. Ο  George Romero είναι η χαρακτηριστική περίπτωση μεταγραφής στο εξωτερικό λόγω ταλέντου. Δεν είναι μόνον αυτοί όμως. Massimo Dallamano, Gianfranco Mignozzi, Giovanni Brusadori, Aldo Lado, , Ruggero Deodato,  Antonio Bildo, Franco Prosperi, Antonello Giallo, Rino di Silvestro, Alberto de Martino και η λίστα είναι πολύ μεγάλη! Η συνταγή των Ιταλών ήταν απλή και νόστιμη υπό κάποιες συνθήκες(ανάλογα πως το βλέπει κανείς…). Ο λαός της πίτσας και της μακαρονάδας, ήταν αφύσικο να μην μπει στο παιγνίδι. Με μια κουζίνα που έχει για βάση την ντομάτα, ήταν λογικό να μαγειρέψουν ευφάνταστα πιάτα και να ανεβάσουν ποιοτικά το μενού! Από τα πιο …κουφά τους χαρακτηριστικά, είναι και η εμμονή στο να γυρίζουν τα φιλμ στην Αμερική, με Ιταλούς πρωταγωνιστές και μεταγλώττιση διαλόγων στα Αγγλικά! Μια φάση «το μικρό σπίτι στο λιβάδι», όπου βλέπεις τον αγρότη στη φάρμα του, με μπλουτζίν φόρμα και γαλότσες, να τσεκουρώνει ότι περνάει από μπροστά μιλώντας την μητρική του γλώσσα, η οποία όμως στα χείλη του φαίνεται να διαφέρει από αυτά που ακούς! Χαμένοι στην ηχοληψία! Η αρχή έγινε στα τέλη της δεκαετίας του`60(1968 συγκεκριμένα), όταν ο κ. Romero με το bloody Mary ανά χείρας, σηκώθηκε από τον καναπέ και είπε «…πάμε να σηκώσουμε τους νεκρούς»! Έτσι ήρθε το Night of the living dead, που με 114.000 δολάρια προϋπολογισμό, έφερε εισπράξεις  18 εκατομμυρίων, αποδεικνύοντας ότι το έγκλημα μπορεί να μην πληρώνει, αλλά σίγουρα πουλάει! Η ταινία δεν είναι φτιαγμένη για τίποτα δάφνες δόξας, αλλά τη δουλειά της την κάνει μια χαρά. Ο Romero στην πορεία της καριέρας του θα κάνει πολλά ακόμη, όλα φοβερά και τρομερά. Μέσα σε αυτά επηρέασε αρκετούς Αμερικανούς. Ένας ιμιτασιόν από αυτούς, ο Eddie Romero(καμία σχέση που λέμε!), προσπάθησε να εκμεταλλευτεί το επώνυμο του, αλλά δεν ξεγέλασε κανέναν τελικά! Το 1971 ένας συμπατριώτης του(του George), έρχεται στην χώρα των ευκαιριών με το The night that Emily came out of the grave, όπου μας αφηγείται τι συνέβη όταν η εν λόγω κοπελιά βγήκε από τον τάφο της(βάλτε το μυαλό σας να σκεφτείτε εσείς…). Το όνομα του ήταν Emilio Miraglia και μαζί του έφερε στις αποσκευές μια πλειάδα διψασμένων για αιματηρές κινηματογραφικές καταστάσεις αστέρων της Cinecita! Ευθύς αμέσως οι Aldo Lado & Mario Bava θα τον ακολουθήσουν στα Short night of glass dolls και Twitch of the death nerve. Και τα δύο της ίδιας χρονιάς, με μια κουλτουριάρικη αισθητική και έναν ερωτισμό που παραμονεύει, σαν συνεισφορά στο είδος. Είχαν μια πολιτισμένη χρήση στα παράγωγα του αίματος, ενώ ακολουθούσαν ένα είδους μέτρο στα πλάνα. Τα θρίλερ αποκτούσαν και ατμόσφαιρα και σκηνές για …ντομάτες, αφού τα περισσότερα από όσα γύρισαν οι μετανάστες Ιταλοί μέχρι το `75, δεν βλέπονταν ούτε με το πιστόλι στον κρόταφο! Πιστεύω ότι οι περισσότεροι θα προτιμούσαν σε μια τέτοια περίπτωση, να τραβήξει κάποιος την σκανδάλη για να γλυτώνουν από το μαρτύριο! Σενάρια και ερμηνείες για τα ..θηρία! Παρ` όλα αυτά και σαν απόδειξη της αβύσσου του ανθρώπινου εγκεφάλου(και της ψυχής φυσικά!), οι Αμερικανοί αγκάλιασαν την «προσπάθεια» αυτή και πήγαν στο σινεμά να τα δουν! ΚΙ όχι μόνο αυτό, αλλά τα ξανάδαν και σε βιντεοκασέτα μετά, κι έπειτα σε dvd και τώρα σε blue ray και ευχαριστημένοι έμειναν και θα τα ξαναδούν σε όποιο άλλο φορμάτ εφευρεθεί! Τι να πει κανείς για τα γούστα; Για να μην νομίζετε ότι υπερβάλω, διαβάστε(όχι διαβάστε λέω!), μερικούς τίτλους των φιλμ για τα οποία σας μίλησα πριν. Armando Crispino(σκηνοθέτης) – The dead are alive(μετάφραση – Οι νεκροί είναι ζωντανοί!), Sergio Martino – All the colors of the dark(Όλα τα χρώματα του σκοταδιού), Lucio Fulci – Don`t torture a duckling(Μην τρομάζεις ένα παπάκι!), όλα του`71! Καλύτερα λέω να σοβαρευτούμε όμως και να περάσουμε στα φιλμ – προσφορά στο είδος του splatter από τους γείτονες μας, που έχουν κάποιο λόγο ύπαρξης στην αναφορά μας και αξίζει εν πάση περιπτώσει να τα δει κανείς(από όποια σκοπιά επιθυμεί!). Καλές στιγμές λοιπόν είναι τα The red queen kills seven tomes(Emilio Miraglia – 1972), Tragic Ceremony(Riccardo Freda – 1972), Torso(Sergio Martino – 1973), Beyond the door(Olivio Assonitis 1973 – καθαρά Κερκυραϊκό επώνυμο!), Escape from women`s prison(Giovanni Brusadori – 1974), The killer must kill again(Luigi Cozzi – 1975), The house with laughing windows(Pupi Avati – 1976), Safari express(Duccio Tessari – 1976), Last cannibal world(Ruggero Deodato – 1977), Seven notes in black(Lucio Fulci – 1977), Suspiria(Dario Argento – 1977), Watch me when I kill(Antonio Bido – 1977), Dawn of the dead(George Romero – 1978), Buried alive(Joe d Amato – 1979), Pleasures of the damned(Antonello Giallo – 1979), Zombi 2(Lucio Fulci – 1979). Τώρα αν δεν τις δείτε αυτές τις ταινίες, δεν μπορούμε να πούμε ότι θα αποκτήσετε και κανένα κόμπλεξ κατωτερότητας! Όμως σ` αυτή την περίπτωση δεν θα έχετε μια πλήρη εικόνα και πάνω απ `όλα δεν θα δείτε τι διαφορετική θρίλερ – κουζίνα είναι η Ιταλική, που αποκαλείται και Ιταλοτρόμος! Πως λέγαμε στα `80ς Ιταλοντίσκο; Κάπως έτσι.

Θα επιστρέψουμε με τα όσα επακολούθησαν από το 1979 και δώθε, αφού δούμε καμιά 100αριά τέτοια «ντοκιμαντέρ»!

Γιώργος Κοσκινάς

Πολλά ευχαριστώ για την συνεισφορά στην εύρεση οπτικού υλικού στον φίλτατο σύντροφο

Λάζαρο Αλεξάκη

ΠΟΥ ΠΑΤΕ; ΕΧΕΙ ΚΑΙ ΒΙΝΤΕΟ!

AMITYVILLE HORROR

ZOMBIE(ITALIAN)

SUSPIRIA

THE BROOD(1979)

INVANTION OF BLOOD FARMERS(1972)

THE TEXAS CHAINSAW MASSACRE(1974)

THE EXORCIST(1974)

MIDNIGHT CONFESSIONS(1979)

COLONNA SONORA(1975)

DEEP RED(1978 – ITALIAN)

http://www.youtube.com/watch?v=APvNbf27eLw

BEST OF LUCIO FULCI

RABID(1977)

THE HILLS HAVE EYES(1977)

TOURIST TRAP(1979)

COUNTESS DRACULA(1972)

—————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————–

ΟΙ ΠΟΛΕΜΙΚΕΣ ΤΕΧΝΕΣ ΤΟΥ “ATEMI” ΚΑΙ Η ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΤΟΥΣ ΣΤΙΣ ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΟΜΙΚΣ 5/5/2011

Συντάκτης gkosk

 

Μια ακόμη πολύ μπερδεμένη ιστορία, από τα μέσα της δεκαετίας του`70 και τις Ελληνικές εκδόσεις κόμικς, θα επιχειρήσουμε να ξεμπερδέψουμε στο πιο κάτω κείμενο. Αφορά στα εικονογραφημένα με θέμα τις πολεμικές τέχνες, που διαβάσαμε στην έκδοση του «Μικρού Ήρωα» το 1976(μεσαίο σχήμα – πολυθεματικό περιοδικό), αλλά και σε αυτήν του «Αγόρι» στις αρχές της δεκαετίας του`80.

Η συνηθισμένη δυσκολία που προκύπτει όταν ερευνάς τις πηγές και την προέλευση εκείνων των χρόνων, πάντα σε σχέση με τα εικονογραφημένα που δημοσιεύτηκαν στην χώρα μας, έχει να κάνει με την αλλαγή ονομασίας των χαρακτήρων, ή την ελλιπέστατη παράθεση στοιχείων από τους εκδότες και που φυσικά έχει βάλει και σε αυτή την περίπτωση το χεράκι της, αποπροσανατολίζοντας μας αρκετές φορές. Η τύχη είναι πάντα κάτι που βοηθάει τα μέγιστα, στο να αποκρυπτογραφηθούν όλα αυτά και να έρθουν στο φως τα στοιχεία. Έπαιξε συνεπώς τον ρόλο της και σ` αυτή την περίπτωση. Ας τα πάρουμε τα πράγματα με την σειρά.

Πριν από καιρό, ψάχνοντας για στοιχεία που είχαν να κάνουν με το περιοδικό «Μπίγκο» του κ. Δραγούνη, είχα εντοπίσει αρκετές ομοιότητες με το Γαλλικό “Rodeo” της Mon Journal. Στην προσπάθεια λοιπόν να ταυτοποιηθούν αρχικά τα εξώφυλλα, βρέθηκα σε ένα Γαλλικό site πωλήσεων παλαιότερων τευχών κόμικς από την δεκαετία του`70. Εκεί, αντί για το “Rodeo” με περίμενε μια άλλη έκπληξη! Το όνομα της ήταν “Atemi”! Σε ένα από τα εξώφυλλα αυτού του περιοδικού, διέκρινα μια πολύ γνώριμη μορφή από τα «δικά» μας κόμικς. Ήταν ο χαρακτήρας με το όνομα «Κοράκι» από τον «Μικρό Ήρωα» της περιόδου 1976, αυτός που φιγουράριζε στο εξώφυλλο! Νομίζω ότι σ` αυτό το σημείο, καλό θα ήταν να επιστρέψουμε στα της Ελληνικής έκδοσης που φιλοξένησε τον χαρακτήρα αυτόν, αλλά και άλλους παρόμοιου τύπου και κοινής ενασχόλησης με τις πολεμικές τέχνες. Θα επιστρέψουμε στο “Atemi” για να δούμε αναλυτικά το περιεχόμενο του και για να αναφερθούμε στους δημιουργούς όλων αυτών των εικονογραφημένων, η περίπτωση των οποίων παρουσιάζει πολύ μεγάλο ενδιαφέρον.

Όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, ο κ. Ανεμοδουράς σε εκείνη την δεύτερη «φουρνιά» εικονογραφημένων του, στα μέσα της δεκαετίας του`70, μεταξύ άλλων κυκλοφόρησε και μια μορφή του γνωστού σαν τίτλο και θρυλικού πια «Μικρού Ήρωα». Σαφώς πιο μοντέρνο για τα τότε δεδομένα, το εβδομαδιαίο αυτό περιοδικό εκτός των ιστοριών σε συνέχειες του «Παιδιού Φάντασμα», δημοσίευε και εικονογραφημένα. Άλλα αυτοτελή και άλλα σε συνέχειες, διαφόρων εκδοτικών οίκων και όχι απαραίτητα περιπετειώδη. Για παράδειγμα υπήρχε το στοιχείο του χιούμορ, που αν θυμάστε είχαμε παρουσιάσει παλαιότερα με τον «Τόμ Παταπόμ». Στις τελευταίες 12 σελίδες, ξεκινώντας από το πρώτο κιόλας τεύχος, εμφανίζεται ένας αρκετά διαφορετικός από τους «συναδέλφους» του καουμπόι(εργαζόμενος στο γραφείο ιδιωτικών ντετέκτιβ των Πίνκερτον), με κύριο χαρακτηριστικό την γνώση καράτε. Σαν τίτλο του εικονογραφημένου εκείνου, διακρίνουμε τη λέξη «ΚΟΥΝΓΚ ΦΟΥ»(κι εκεί δημιουργείται το μεγάλο μπέρδεμα, ή έστω ένα τμήμα του, αφού όλοι οι αναγνώστες θεωρούν ότι επρόκειτο για τον τίτλο του κόμικς!) και τίποτα παραπάνω, πέραν ενός υπότιτλου που παρέπεμπε στην κάθε αυτοτελή ιστορία. Στην συνέχεια της έκδοσης του «Μικρού Ήρωα» εκείνου, σ` αυτές τις σελίδες εμφανίστηκαν κι άλλοι χαρακτήρες, όλοι τους άσσοι στις πολεμικές τέχνες, από διαφορετικές χρονικές περιόδους ερχόμενοι και με διαφορετικό «επάγγελμα» ο κάθε ένας! Ο δεύτερος που εμφανίζεται είναι το «Κοράκι»(τεύχος 5), ενώ ο τρίτος είναι από αιώνες πίσω και την εποχή των Κινεζικών Δυναστειών. Πρόκειται για τον «Τσι Κάι» και τον μονόχειρα σύντροφο του «Μόνγκ», που μάχονταν την τυραννία των δυναστών της χώρας τους. Αυτοί οι τρείς χαρακτήρες, εναλλάσσονταν στην ύλη του περιοδικού(με μια ιδιαίτερα αισθητή κυριαρχία του «Κοράκι», που φαίνεται ότι είχε κερδίσει τους περισσότερους αναγνώστες), μέχρι το τέλος της έκδοσης του και πάντα κάτω από τον γενικό τίτλο «ΚΟΥΝΓΚ ΦΟΥ». Ένα ακόμη στοιχείο που κέντριζε αφ` ενός το ενδιαφέρον και αφ` εταίρου δημιουργούσε επιπλέον ερωτηματικά, ήταν και το γεγονός ότι η σχεδίαση όλων αυτών έμοιαζε σε τέτοιο βαθμό, που θα μπορούσε κάποιος εκείνης της ηλικίας αναγνώστης, εύκολα να υποθέσει ότι επρόκειτο για έναν σχεδιαστή. Κι όμως τα πράγματα ήταν πολύ διαφορετικά!

Αφήνουμε τον «Μικρό Ήρωα» και το 1976, για να περάσουμε στην συνέχεια σε έναν άλλο εκδότη κόμικς, τον κ. Δεληγιώργη, και στην έκδοση του «Αγόρι» της πρώτης του περιόδου. Εκεί εντοπίζουμε τον «Σάι Κάι», που δεν είναι άλλος από τον πολέμιο της τυραννίας χαρακτήρα, για τον οποίον μιλήσαμε πιο πάνω. Όλα αυτά βέβαια, με διαφορά τουλάχιστον δύο χρόνων(1978 – 1979). Είχε ήδη σταματήσει η έκδοση του «Μικρού Ήρωα» εκείνης της μορφής από τον κ. Ανεμοδουρά. Μαζί με τον «Σάι Κάι», εναλλάσσονται και οι περιπέτειες των δύο άλλων χαρακτήρων που είχαμε γνωρίσει λίγα χρόνια πριν, με τον μυστηριώδη καουμπόι να έχει όνομα πλέον και να είναι «Μπλέηκ». Γενικότερα, εδώ θα λέγαμε ότι τα ερωτήματα πολλαπλασιάζονται και το μπέρδεμα μεγαλώνει, καθώς οι ιστορίες των τριών αυτών αντί για το συγκεντρωτικό τίτλο «ΚΟΥΝΓΚ ΦΟΥ», αντικαθιστώνται από το όνομα του κάθε ενός χαρακτήρα, δίνοντας μας έτσι την εικόνα τριών διαφορετικών αναγνωσμάτων! Κι όμως ούτε έτσι ήταν τα πράγματα!

Αφού σας δώσαμε την εικόνα σε γενικές γραμμές των δύο αυτών εκδόσεων κόμικς, ας επιστρέψουμε στην Γαλλική έκδοση του “Atemi” για να δούμε τι πραγματικά ήταν αυτό το περιοδικό και ποια ήταν η ταυτότητα των ηρώων του, αλλά κι αυτή των δημιουργών τους. Κατ` αρχάς το περιοδικό κυκλοφορούσε σε μηνιαία βάση, με εκκίνηση τον Ιούλιο του 1976 και τερματισμό τον Μάρτιο του 1990, με μεγάλη επιτυχία στην Γαλλία. Η εκδοτική εταιρεία που το ανέλαβε, ήταν η γνωστή μας στην Ελλάδα(κυρίως χάρη στον κ. Δραγούνη), Mon Journal. Το “Atemi” ήταν το τρίτο πιο επιτυχημένο περιοδικό της εταιρείας, με έναν πολύ μεγάλο αριθμό τιράζ, αμέσως μετά τα “Captain Swing”(Λοχαγός Μάρκ) και “Akim”(Ακίμ)! Απίστευτο, έτσι; Κι όμως μας είχε διαφύγει ως σήμερα της προσοχής – παρουσίασης. Οι ιστορίες που δημοσίευε, ήταν Ισπανικής προέλευσης και έρχονταν από το ρεπερτόριο της εταιρείας Sellectiones Illustradas, από την οποία γνωρίσαμε και τον «Σάντευ» στο «Υπερτεύχος Ντιάνα», αλλά και άλλους ακόμη χαρακτήρες των Ελληνικών εκδόσεων κόμικς. Παρά το γεγονός ότι οι χαρακτήρες των οποίων δημοσίευε τις ιστορίες το “Atemi” ήταν κυρίως γνώστες των πολεμικών τεχνών, από τις σελίδες του πέρασαν κι άλλου τύπου εικονογραφημένα, όπως το καταπληκτικό για το χιούμορ του “Alan Ford” του Ιταλού Lucciano Secchi, το Αυστραλιανής προέλευσης “Air Hawk”, το “Commando” που διαβάσαμε και στην περίοδο του μεγάλου σχήματος, του περιοδικού «Κράνος», τον “Hurricane Boy” που διαβάσαμε σαν «Τζώνυ Ρέντ» και πολλά ακόμη. Όλα τους πολύ αξιόλογα, που θα μπορούσαν να έχουν επιλεγεί από τους Έλληνες εκδότες με μεγάλη επιτυχία, σπάζοντας ίσως την μονοτονία της δεκαετίας του`70, όπου ή θα διαβάζαμε παλαιομοδίτικους ήρωες, ή ότι πιο επαναστατικό θα βρίσκονταν στις σελίδες του «Αγόρι», προερχόμενο κυρίως από την Αγγλική 2000AD.

Πάμε όμως να δούμε κάποια στοιχεία για τους δημιουργούς των εικονογραφημένων αυτών, για τα οποία αναφέρεται το άρθρο αυτό και σε μια μετέπειτα προσέγγιση μας, θα δώσουμε την εικόνα των «επιλογών» των εκδοτών μας και της εποχής εκείνης(δεκαετία 1970), σε σχέση με τα κόμικς που κυκλοφορούσαν. Άλλωστε έχει άρα πολύ «ζουμί» αυτή η αναφορά και χωράει σε αρκετές σελίδες και άρθρα, που θα μπορούσαν να εμπεριέχουν και τις απόψεις όλων σας. Να μην ξεχάσουμε να μνημονεύσουμε την παρουσία του καρατέκα καουμπόι και στην Νέα Περίοδο έκδοσης του «Μπλέκ», στα μέσα της δεκαετίας του`80.

Ξεκινάμε από τον «Τσε Χάν», όπως ονομάζονταν το «Κοράκι», που δεν ήταν άλλος από έναν κυνηγό επικηρυγμένων. Πίσω από τον χαρακτήρα αυτόν, βρίσκεται μια μεγάλη μορφή των κόμικς σε παγκόσμιο επίπεδο. Ο λόγος για τον Jordi Bernet! Ο Ισπανός με την πολύ μεγάλη καριέρα(μεταξύ άλλων και για το πολύ επιτυχημένο του πέρασμα στο Γαλλικό κόμικς – θρύλο, το περιοδικό Spirou!), έχει αφήσει πίσω του μερικά από τα πιο ιδιαίτερα σχεδιαστικά εικονογραφημένα, όπως τον φοβερό χαρακτήρα του “Torpedo”(σενάριο του άλλου μεγάλου Carlos Trillo!). Νομίζω ότι αν δείτε προσεκτικά την γραμμή του «Τσε Χάν», θα αναγνωρίσετε τον δημιουργό, καθώς μοιάζει πάρα πολύ με την γραμμή του «Τορπέντο». Έχει αυτό το …βιαστικό και την πανέμορφη κίνηση. Ένας άλλος σπουδαίος Ισπανός σχεδιαστής, διαδέχτηκε τον Bernet στο σκίτσο του «Τσε Χάν». Ήταν ο Jose Ortiz, με μια καριέρα σαν παραμύθι! Εκατοντάδες εικονογραφημένα, όλα τους επιτυχημένα(μέχρι και Ταρζάν εικονογράφησε!), με ένα πέρασμα που άφησε εποχή στην Αγγλική Fleetway, αλλά και μια μακρόχρονη συνεργασία με το περιοδικό L` Eternauta!

Και πάμε στον «Τσι Κάι»(“Shi Kai”). Εδώ η ιστορία γράφει  Jaime Brocal Remohi. Ένας ακόμη Ισπανός δημιουργός, που ξεκίνησε σαν πολύ μεγάλο ταλέντο στα 18 του χρόνια και με μια γραμμή που θυμίζει έντονα αυτήν του Bernet, ειδικές στα σκοτεινά καρέ, αλλά και στις φιγούρες. Εξ` ου και το μπέρδεμα που λέγαμε πριν, όταν νομίζαμε ότι επρόκειτο για τον ίδιο σχεδιαστή! Ο Remohi καταπιάστηκε με πολλές διαφορετικές κατηγορίες εικονογραφημένων, από πολεμικές τέχνες μέχρι καουμπόικα και εποχής(Ο τελευταίος των Μοικανών, Λώρενς της Αραβίας, Ταρζάν, Ta – ar ,πολύ κοντά στο ύφος του Κόναν κλπ). Δούλεψε πολλά χρόνια για λογαριασμό της Γαλλικής Dargaud(μη μου πείτε ότι διαβάζετε αυτό το όνομα για πρώτη φορά, ε;). Πολύ ριζοσπαστική και άξια αναφοράς, η δική του ματιά στην «Ιστορία του Ισλάμ», που αναγνωρίστηκε απ` όλα τα κράτη του Αραβικού κόσμου, αλλά και το πόνημα του με τίτλο «Οι Εβραίοι». Το δίχως άλλο, αναφερόμαστε σε ένα σημαντικό δημιουργό. Ένας άλλος συμπατριώτης του ανέλαβε την εικονογράφηση του «Τσι Κάι» στην συνέχεια(μετά την αποχώρηση του). Τα δικά του σκίτσα ήταν αυτά που διαβάσαμε στις παρουσίες του χαρακτήρα στην χώρα μας. Ήταν ο Leopoldo Ortiz. Ο νεότερος ηλικιακά της παρέας, που έκανε όνομα στην εκδοτική Toray(αυτή που εξέδιδε και τις περιπέτειες του «Κάπτεν Μάρλοκ» ή “El havanes”), και δημιούργησε τους χαρακτήρες “Terciopelo Negro” και “Audaces Legionarios”.

 

Μας έμεινε λοιπόν για τελευταίος προς εύρεση πληροφοριών ήρωας, ο «Μπλέηκ». Κι εδώ έχει ενδιαφέρον, αφού τα βήματα μας οδηγούν στον ίσως άγνωστο σε αρκετούς Ισπανό Josep Gual. Ο σχεδιαστής αυτός είναι πίσω από την σχεδίαση αρκετών ιστοριών του Ντίσνευ στην δεκαετία του 1980(!), έκανε μια σημαντική καριέρα στην Αγγλική Fleetway κι αυτός, ενώ συνεργάστηκε στην χώρα του με τις Selecciones Illustradas & Toray και με τον σπουδαίο σεναριογράφο Victor Mora . Τον “Jeff Blake, el Hombre de Pinkerton”, όπως είναι το πλήρες όνομα του χαρακτήρα, τον δημιούργησε το 1972, σε σενάρια του Andreu Martin και δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό “Kung Fu”, που δημοσίευε και τις ιστορίες των δύο προηγούμενων χαρακτήρων, κάτι που μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι από αυτή την συγκεντρωτική τους έκδοση τους είδαν οι Έλληνες εκδότες με πρώτο τον κ. Ανεμοδουρά, και τους έφεραν στα περιοδικά τους. Άλλωστε αν κοιτάξουμε στην δεύτερη σελίδα του «Μικρού Ήρωα» του 1976, στο σημείο που αναφέρονται τα πνευματικά δικαιώματα διακρίνουμε τις Ισπανικές εκδόσεις Bruguera(κυκλοφορούσαν και το «Τρουένο» μεταξύ άλλων), στις οποίες ανήκε το περιοδικό “Kung Fu”. Όλα αυτά βέβαια, μπορούν εύκολα να αμφισβητηθούν, αν προκύψουν νέα στοιχεία σε σχέση με την προέλευση των δικαιωμάτων… Στην ουσία εικάζουμε και δεν είμαστε σίγουροι, καθώς κανείς μας δεν ήταν παρόν στην διάρκεια της υπογραφής των σχετικών συμβολαίων από τους Έλληνες εκδότες, ούτε κανείς από την πλευρά τους(των εκδοτών), έχει ποτέ δώσει πληροφορίες σχετικά με όλα αυτά. Παρεμπιπτόντως, να παραθέσουμε σαν πληροφορία και την κυκλοφορία του περιοδικού “Martial Arts”, που εξέδωσε στην Αυστραλία πολλές από τις περιπέτειες και των τριών χαρακτήρων, στους οποίους αναφερθήκαμε. Μπορεί να ξεμπερδεύτηκε το κουβάρι της δημιουργίας, αλλά αυτό των εκδόσεων παραμένει μπερδεμένο και μάλλον θα μας απασχολήσει επί μακρών!

Ελπίζουμε να σας βρήκε ικανοποιημένους η ερμηνεία αυτών των γρίφων, που συγκρότησαν το πρώτο μας τμήμα της συνολικής μελέτης στα εικονογραφημένα με θέμα χαρακτήρες που ειδικεύονται στις πολεμικές τέχνες και που κάποια στιγμή διαβάσαμε τις περιπέτειες τους και στην χώρα μας. Θα ακολουθήσει ακόμη ένα τμήμα αυτής της μελέτης(μαζί με τα συμπεράσματα που προκύπτουν από την μελέτη αυτή, αλλά και τα χαρακτηριστικά και τις επιρροές των δημιουργιών), που εγκαινιάζει μια συνολική έρευνα πάνω στα εικονογραφημένα και την οποία διαβάζετε πριν τυπωθεί σε βιβλίο, σε αποκλειστικότητα! Πρόκειται να συμπεριληφθεί στο ένα εκ των τριών νέων βιβλίων που ετοιμάζονται(τα δύο εκ των οποίων αφορούν καθαρά στις Ελληνικές εκδόσεις κόμικς), και θα κυκλοφορήσουν από τις εκδόσεις Αιγόκερως.

Σε μελλοντικές μας σαρώσεις ιστοριών, θα σας δώσουμε την δυνατότητα να διαβάσετε συγκεντρωτικά μερικές από τις περιπέτειες των ηρώων στους οποίους αναφερθήκαμε σε αυτό το κείμενο.

Γιώργος Κοσκινάς

Πηγές πληροφοριών

http://www.pimpf.org/mjm/articles/atemi/atemi.htm

www.lambiek.net

Πηγές εξωφύλλων εξωτερικού

http://www.delcampe.net/page/list/language,E,cat,8408,var,Books-Magazines-Comics-French-Series-Atemi.html

http://www.ausreprints.com/content/main/?pages=11460

Οι Ελληνικές βινιέτες, είναι αποσπάσματα από τα περιοδικά «Μπλέκ», «Μικρός Ήρως», «Αγόρι» και είναι από το προσωπικό αρχείο του συντάκτη.

—————————————————————————————————————————————————————————————————————

ΛΥΧΝΑΡΙ – Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΝΟΣ ΕΚΔΟΤΙΚΟΥ ΟΙΚΟΥ 11/1/2011

ΠΡΩΤΗ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΙΚΗ ΠΡΟ – ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΟ COMICS & MORE ΤΟΝ ΝΟΕΜΒΡΙΟ ΤΟΥ 2009 ΑΠΟ ΤΟΝ ΓΡΑΦΟΝΤΑ ΚΑΙ ΥΠΟΓΡΑΦΟΝΤΑ ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ

Δύο ακόμη τμήματα του νέου μου πονήματος, που επιχειρεί να αναπλάσει το κλίμα άλλων δεκαετιών, όπως του `60, αλλά και του `70, πάντα στην χώρα μας, προστίθενται στις ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΟΤΗΤΕΣ μας. Είναι αποσπασματικά τα δύο αυτά κείμενα, καθώς στις σελίδες αυτού του υπό σύνταξη ακόμη βιβλίου, ο αναγνώστης θα έχει την ευκαιρία να αντλήσει σαφώς περισσότερες πληροφορίες, σχετικά με τους εκδοτικούς οίκους στους οποίους αναφέρονται, τα βιβλία που εξέδωσαν, τους συγγραφείς των οποίων τα έργα μεταφράστηκαν, αλλά και σε ένα ευρύ φάσμα κοινωνικοπολιτικών αλλαγών, που σημάδεψαν εκείνα τα χρόνια. Αυτά που θα διαβάσετε, είναι δύο αποσπάσματα από τις παρουσιάσεις δύο σπουδαίων εκδοτικών οίκων. Των εκδόσεων Λυχνάρι και Πάπυρος. Στο νέο μου εκδοτικό εγχείρημα, θα υπάρχουν ακόμη εκδοτικοί οίκοι όπως Σκίουρος, Πάνθηρας και αρκετοί ακόμη, που θα θυμίσουν πολλά στην γενιά των σαραντάρηδων και λίγο παραπάνω ηλικιακά! Σαν ΜΕΛΕΤΕΣ λοιπόν, αυτές οι δύο παρουσιάσεις εντάσσονται στην ομώνυμη μας κατηγορία άρθρων.

Πολλά χρόνια πριν την εποχή του ISBN, είχαμε τον δικό μας τρόπο να χανόμαστε  στους λαβύρινθους των αστυνομικών γρίφων. Ο Τάσος Λαζαρίδης είχε την αποκλειστική ευθύνη για όλα αυτά. Πως κατάφερε κάτι τέτοιο; Δεν ήταν δα και τόσο δύσκολο. Απλά ρίσκαρε και του βγήκε! Κάθε πρωτοποριακή κίνηση, σε κάθε έκφανση της ζωής μας, χρειάζεται αυτό το …μπαχαρικό! Το ρίσκο! Τα υπόλοιπα, όπως κάθε φορά που μαγειρεύουμε, τα αφήνουμε για αυτούς που θα τα γευτούν!

Τον Ιούλιο του 1962, οι εκδόσεις «Λυχνάρι» κυκλοφορούν το πρώτο βιβλίο της σειράς «Βιβλιοθήκη Αστυνομικής Φιλολογίας». Μέχρι τότε, γνωρίζαμε την Ελληνική Φιλολογία, την Αγγλική Φιλολογία, την Γαλλική και …μέχρι εκεί. Τι ήταν αυτή η περίεργη μορφή «Φιλολογίας»; Βιβλία που πλέον θεωρούνται cult, με χαρακτηριστικά εξώφυλλα που παρέπεμπαν σε κινηματογραφικές κυρίως ταινίες, το πλέον αναγνωρίσιμο μακρόστενο σχήμα, το κίτρινο χρώμα στο εξώφυλλο και φυσικά το …λυχνάρι, σήμα – κατατεθέν του εκδοτικού οίκου. Αλλά και αυτές τις χαρακτηριστικές εικόνες να μην είχαν, μπορούσαν με πολύ απλό τρόπο να προϊδεάσουν τον αναγνώστη, με μόνο μια ματιά στο εξώφυλλο και έναν τίτλο που ταίριαζε απόλυτα(!), για το τι θα επακολουθήσει στις σελίδες! Μαγικό; Ε,  Σαν το λυχνάρι του λογότυπου! Το έτριβες και ξαφνικά ξεπρόβαλαν απίστευτης τελειότητας αστυνομικά μυστήρια!!! Μπα, δε νομίζω! Ήταν πιο γήινο το εγχείρημα, πιστεύω. ..

Μέσα από τα βιβλία της σειράς, οι Έλληνες αναγνώστες γνώρισαν σπουδαίους συγγραφείς, όπως η Αγκάθα Κρίστι, ο Τζαίημς Τσέηζ, Ίαν Φλέμινγκ(αυτός που έβαλε στο ένα χέρι το πιστόλι και στο άλλο το …martini, στον πράκτορα 007!), Λέσλυ Τσάρτερς( ο εμπνευστής του ντετέκτιβ με το φωτοστέφανο!), Έλλερυ Κουήν, Πήτερ Τσένευ, Ζώρζ Σιμενόν, Έρλ Στάνλευ Γκάρνερ, Ρέημοντ Τσάντλερ και Ντάσιελ Χάμετ(αμφότεροι εκ των κορυφαίων συγγραφέων και σεναριογράφων, αστυνομικών ιστοριών παγκοσμίως, τους ρόλους των ηρώων των οποίων, ενσάρκωναν στη μεγάλη οθόνη κυρίως οι Χάμφρευ Μπόγκαρτ και Ρόμπερτ Μίτσαμ!) και πολλούς ακόμη. Γνώρισαν πάνω από 6 εκδόσεις και θεωρήθηκαν από τα καλύτερα βιβλία τσέπης που κυκλοφόρησαν ποτέ στη χώρα μας. Πολύ καλές μεταφράσεις, προσιτή τιμή και πλέον δυσεύρετα, τουλάχιστον στις δυο πρώτες τους εκδόσεις. Έχασα το μέτρημα, εκεί γύρω στον αριθμό  206! Όποιος γνωρίζει τον ακριβή αριθμό της σειράς, καλό θα ήταν να τον γνωρίσει και σε εμάς! Όσο για την διακύμανση των τιμών, ήταν 20, 25, 40, 50, 70, 200 και 250, πάντα σε δραχμές. Πληρωτέα επί τι εμφανίσει!  Αυτό εδώ το άρθρο, ελπίζει να σας δώσει το κίνητρο να αποκτήσετε κάποια από αυτά τα Αστυνομικής Μαγείας Φιλολογικά πονήματα, έστω και σε κάποια επανέκδοση τους.

Γιώργος Κοσκινάς

————————————————————————————————————————————————————————————————————–

ΒΙΠΕΡ – ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΗΣ ΦΙΛΟΛΟΓΙΑΣ

ΠΡΩΤΗ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ ΑΠΟ ΤΟΝ ΓΡΑΦΟΝΤΑ ΚΑΙ ΥΠΟΓΡΑΦΟΝΤΑ – ΣΤΟ COMICS & MORE ΤΟΝ ΝΟΕΜΒΡΙΟ ΤΟΥ 2009

Αντίπαλο δέος των εκδόσεων Λυχνάρι; Δεν νομίζω! Η κάθε μια εκδοτική εταιρεία είχε τους δικούς της άσσους στο μανίκι και λόγο ύπαρξης. Πάνω από όλα είχαν κοινά στοιχεία. Μας έμαθαν, αν αυτός ήταν ο σκοπός τους, να εκτιμήσουμε τα Βιβλία Τσέπης. Κέρδισαν από αυτή την ιστορία δόξα και φήμη, μα πάνω από όλα …υλικά αγαθά! Ήτοι χρήματα!

Έμειναν στην ιστορία όμως και για αρκετά ακόμη κατορθώματα. Αν ήταν εφικτές οι μετεγγραφές εκείνη την περίοδο, σίγουρα το Λυχνάρι θα έβλεπε με καλό μάτι την περίπτωση του Τζαίημς Τσαίηζ, ενώ σίγουρα κάτι ανάλογο θα ίσχυε και στην περίπτωση του Βίπερ, με την Αγκάθα Κρίστι!  Οι σημαιοφόροι των δυο αντίπαλων στρατοπέδων, δεν κρατούσαν Ελληνική σημαία! Θυμίζει κάτι από την Ελλάδα του σήμερα, αλλά μέχρι εδώ! Μην κατηγορηθώ και για εθνικιστής… Για το Λυχνάρι, τα είπαμε. Καιρός να μιλήσουμε και για τον Πάπυρο, για τους φίλους …Βίπερ! Πλήρες , πιστά αντίγραφα των πρωτότυπων εκδόσεων και το πιο σημαντικό, χωρίς συντομεύσεις, τα βιβλία αυτά της κυρίας Κουφού(ευτυχώς κανείς από τους Στρατηγούς, δεν της χτύπησε ποτέ την πόρτα!), έκαναν την δική τους επανάσταση στον Ελληνικό εκδοτικό χώρο. Μεγάλο όπλο στάθηκε η επιλογή των συγγραφέων, αλλά και η εξαιρετική απόδοση στη γλώσσα μας, από την μεγάλη ηθοποιό Τασσώ Καββαδία! Σε αντίθεση με το Λυχνάρι, εδώ είχαμε μια μεγάλη γκάμα θεμάτων. Τα βιβλία της Βίπερ είχαν θέση σε κάθε βιβλιοθήκη, ή αν προτιμάτε, προσφέρονταν για κάθε κατηγορία …βιβλιοφάγου!

Κατ ` αρχάς, ήταν προσιτά, λόγω της τιμής των μόλις 14 δραχμών, τουλάχιστον μέχρι να αρχίσουν να ακριβαίνουν τα …ξύλα! Κάθε Πέμπτη, κυκλοφορούσε το μπέστ σέλλερ της εβδομάδας, ή το βιβλίο που ενέπνευσε την κινηματογραφική επιτυχία, ή απλά κάποιο σημαντικό κομμάτι της Παγκόσμιας λογοτεχνίας. Η Παρασκευή ήταν αλλιώτικη. Πάντα ήταν. Το είχαν τραγουδήσει και οι Cure! Friday i`m in love…! Την Παρασκευή το Βίπερ κυκλοφορούσε τα ιστορικά βιβλία του, με Έλληνες και ξένους συγγραφείς. Το Σάββατο, έρχονταν το κυρίως πιάτο, ή καλύτερα το δυνατό σημείο της έκδοσης. Η στιγμή που χιλιάδες Έλληνες περίμεναν! Τα αστυνομικά και κατασκοπικά αποκυήματα της φαντασίας ξένων αυθεντιών του είδους, ήταν και εδώ! Στη χώρα μας! Δεν τελείωνε εδώ το μενού. Είχαμε και την τελευταία εβδομάδα κάθε μήνα, να καταφθάνει αποκλειστικά με Έλληνες λογοτέχνες ανά χείρας! Δεν γνωρίζω αυτή η μυθική, χωρίς ίχνος υπερβολής έκδοση, σε ποιόν ακριβώς αριθμό σταμάτησε! Την ακολούθησα φανατικά, μέχρι το τεύχος 1926! Μετά, δεν ήρθαν οι μέλισσες, αλλά τα …BELL! Η αφετηρία ήταν το 1971. Ο τερματισμός, θεωρώ ότι δεν ξεμάκρυνε πιο πολύ από τα μέσα της δεκαετίας του 1990. Διορθώστε με αν κάνω λάθος.  Δεν θα αναφέρω ονόματα συγγραφέων, ούτε κουραστικούς αριθμούς. Προτιμάω η εικόνα να αναλάβει αυτό το δύσκολο έργο!

Το μόνο που θα προσθέσω, είναι οι πολύ σπάνιες πλέον εκδόσεις των βιβλίων της εταιρείας, που κόπηκαν στα δυο, τα τρία, ή και τα τέσσερα κομμάτια! Είναι τα βιβλία που δημοσιεύτηκαν σε συνέχειες. Μάλιστα, είχαμε και την περίπτωση δυο βιβλίων σε ένα! Ένα …σαμπουάν πρωτοποριακό, το δίχως άλλο! Εν κατακλείδι, δεν ξέρω για εσάς τι σήμαιναν τα Βίπερ, πάντως για μένα και πολύ ακόμη κόσμο, λειτούργησαν σαν την μετά κόμικς εποχή! Άσε που όταν θέλαμε να μιλήσουμε για βιβλία τσέπης, λέγαμε…Βίπερ διαβάζεις;;;; Κάτι σαν τη φάση με τον Τερζόπουλο και το Μίκυ Μάους…

Γιώργος Κοσκινάς

————————————————————————————————————————————————————————————————————–

MISTER NO 8/1/2011

MISTER NO

(αν δεν παινέψεις το μαντρί σου, θα σε φάνε οι αρκούδες… παλιά παροιμία της Μποτσουάνα…. Και ελπίζω αυτή τη φορά να μπήκα στο σωστό δωμάτιο….)


ΓΕΝΙΚΑ-ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΚΑΡΙΕΡΑ
Mister No είναι ένα ιταλικό κόμικ, που δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στην Ιταλία το 1975 από την Sergio Bonelli Editore. Είναι δημιούργημα του συγγραφέα Sergio Bonelli (δημιουργού επίσης του Ζαγκόρ) ο οποίος χρησιμοποιούσε το ψευδώνυμο Guido Nolitta, ενώ αρχικός σχεδιαστής του ήταν ο Gallieno Ferri. Το τελευταίο τεύχος (νο 379), δημοσιεύθηκε τον Δεκέμβριο του 2006. Ο δημιουργός του εντυπωσιασμένος από την μαγεία του Αμαζονίου και επηρεασμένος από τα έργα του Χεμινγουέι, αποφάσισε αυτός να είναι ο χώρος που εξελίσσονται οι περιπέτειες του ήρωα.

Στη χώρα μας έγιναν δύο προσπάθειες έκδοσης των περιπετειών του Mister No. Η πρώτη στα μέσα της δεκαετίας του 70 όπου εκδόθηκαν καμιά δεκαριά τεύχη, πριν εγκαταλειφθεί το εγχείρημα. Η έκδοση ήταν μέτρια, με εφημεριδέ χαρτί, ενώ στα θετικά του ήταν οι πολυτελείς έγχρωμες φωτό στο εσωτερικό του από διάφορες σταρ της εποχής σε προκλητικές πόζες (μη φανταστείτε τίποτα ακραίο, με μπικίνι ή εσώρουχα, αλλά όπως και να το κάνουμε το να βλέπεις τη Raquel Welch, την Claudia Cardinale και τη Brigitte Bardot ημίγυμνες, εε δημιουργούσε ιδιαίτερα θετική εντύπωση στα μικρότερα των 10 ετών μυαλά μας και όχι μόνο εκεί….. συγχώρα με παπά Στρατή, δε θα το ξανακάνω…). Παραδόξως το περιοδικό (σε μηνιαία έκδοση) φαίνεται δεν πούλησε και εξαφανίστηκε από τα περίπτερα.

Η δεύτερη έκδοση, πιο προσεγμένη, ήρθε στα μέσα της δεκαετίας του 80 και πήγε πολύ καλύτερα φτάνοντας στον αριθμό 56 σε μηνιαία πάντα ασπρόμαυρη έκδοση. Παρόλα αυτά μετά από 5 χρόνια κυκλοφορίας θα αποσυρθεί για πάντα.

Αντίθετα εκτός Ιταλίας το Mister No θα γίνει πολύ δημοφιλής στις χώρες της πρώην Γιουγκοσλαβίας , όπου το κόμικ συνεχίζει αυτή τη στιγμή να δημοσιεύεται και να διανέμεται από την εκδοτική της Σερβίας Veseli Četvrtak.
ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

Πλην των Bonelli και Ferri, πολλοί άλλοι σχεδιαστές και συγγραφείς έχουν συμμετάσχει στο κόμικ. Σ’ αυτούς περιλαμβάνονται οι συγγραφείς Alfredo Castelli, Tiziano Sclavi και Claudio Nizzi και οι σχεδιαστές Roberto Diso, Marco Bianchini, Φάμπιο Civitelli, και Ferdinando Tacconi.
Στην τελευταία έκδοση ανακοινώθηκε ότι η σειρά θα συνεχιστεί με ετήσια αφιερώματα. Αλλά αυτές έχουν επίσης ανασταλεί.

ΓΕΝΙΚΗ ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ

Το πραγματικό όνομα του Mister No είναι Jerome Drake και γεννήθηκε περίπου το 1922 στις Ηνωμένες Πολιτείες, καθώς σε ένα επεισόδιο, αναφέρεται ότι το 1936 είναι περίπου 14 ετών. Είναι ένας πρώην στρατιώτης που υπηρέτησε στον αμερικανικό στρατό κατά την διάρκεια του Δεύτερου Παγκόσμιου Πόλεμου και από αξιωματικός (Υποσμηναγός) πιλότος της πολεμικής αεροπορίας των Η.Π.Α. θα υποβιβαστεί σε οπλίτη, μετά από πειθαρχικό παράπτωμα(πλάκωσε στις μάπες έναν «συνάδελφο» υιό κροίσου, αρχιβίσμα δηλαδή) . Μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο μετακομίζει στο Mανάους, στη μέση της Βραζιλίας, στα δάση του Αμαζονίου για να ξεφύγει από τη φρίκη του πολέμου. Κλασικός αντιήρωας και αντικομφορμιστής, κάτι ανάμεσα σε Τσάρλς Μπουκόφσκι και Κόρτο, παλεύει για τη δική του ειρήνη και την ηρεμία που ελπίζει να κερδίσει σε αυτά τα άγρια εδάφη.

Εργάζεται ως πιλότος-ξεναγός με το διάσημο πλέον σαραβαλάκι αεροπλάνο του, ένα μονοκινητήριο Piper. Κύριο χαρακτηριστικό του, η πρωτοποριακή αντικατάσταση της μίζας με τρείς (ενίοτε και περισσότερες κλωτσιές) για την εκκίνηση της μηχανής. Ο καλύτερος φίλος του είναι ένας γερμανός, ο Otto Kruger, τον οποίο γνώρισε στο Σάο Λουίς (της Βραζιλίας). Ο Otto έχει πάρει το παρατσούκλι Esse Esse (SS) από τους Βραζιλιάνους, λόγω του παρελθόντος του ως αξιωματικού του ναζιστικού γερμανικού στρατού. Ο Esse-Esse είναι ένας τεμπέλης άνθρωπος, όπως και ο Τζέρι, που τους αρέσει να κρέμονται σε αιώρες γύρω από την καντίνα του Aντόλφο Πάουλο, πίνοντας το εθνικό ποτό της Βραζιλίας, την Cachaca τους και να φλερτάρουν με τα κορίτσια, καθώς περιμένουν το σωτήρα τους, που δεν είναι άλλος από το σκυλοπνίχτη που θα εφοδιάσει την πόλη με ουίσκι. Ο Esse-Esse παίρνει συχνά μέρος στις περιπέτειες του Mister No και μαζί εμπλέκονται σε επικίνδυνες δραστηριότητες και προβλήματα παρά τη θέλησή τους.
Παρά το γεγονός ότι πολλές από τις περιπέτειες του Mister No θα πραγματοποιηθούν στη Βραζιλία, υπάρχουν πολλές που λαμβάνουν χώρα σε άλλες λατινοαμερικανικές χώρες, ενώ μετά τους πρώτους κύκλους οι δραστηριότητες του επεκτείνονται στη Βόρεια Αμερική, στην Ευρώπη, στην Αφρική και στην Ασία.
Το όνομά του είναι Jerry Drake, αλλά όλοι τον αποκαλούν Mister No, γιατί θα λέει πάντα ΟΧΙ, γιατί δεν θα αποδεχθεί την αδικία και τη διαφθορά, των απειλών και των αναβολών … «.
Σύμφωνα με κάποιους το παρατσούκλι του προήλθε από την αντοχή του στα βασανιστήρια στις φυλακές από τους Ιάπωνες κατά τη διάρκεια του πολέμου στη Βιρμανία … ενώ υπάρχει και το υπέροχο μικρόβιο των συγγραφέων να μεταφέρουν στοιχεία των ίδιων στους ήρωες τους… Mister No(litta)!!!!
Είκοσι χρόνια μετά το ντεπούντο του στα περίπτερα, ένας απογοητευμένος Jerry Drake (όπως ονομάζεται ο Mister No) αλλάζει ζωή και συνήθειες. Ο πιλότος αφήνει το Piper, το Μανάους και την αγαπημένη του Βραζιλία και επιστρέφει στη γενέτειρα του Νέα Υόρκη, όπου και ξεκινά για νέες περιπέτειες που θα τον πάνε σε όλο τον κόσμο …

ΓΕΝΙΚΗ ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ(συνέχεια)

Ο Mister No είναι ένα πρόσχημα για να απεικονισθεί η πραγματικότητα στις μακρινές χώρες μέσω ιστορικών παρεκβάσεων που προστίθενται στα φανταστικά γεγονότα …

Έτσι μέσα από τις περιπέτειες του Mister No θα γνωρίσουμε τα ανταρτικά κινήματα κατά των «λατιφουντίστας»(τ.3-5), τα ανθρώπινα πειράματα από διαφυγόντες ναζί στον Αμαζόνιο(17-19),τις τελετές βουντού στην Καραϊβική(τ.22-24) στο στυγνό καθεστώς του περιβόητου Πάπα-ντογκ Ντυβαλιέ στην Αϊτή, την ταρίχευση κεφαλών (τ.31-33), την αποψίλωση του Αμαζόνιου(τ.36-37), το μύθο του Ελ Ντοράντο(τ.47-49).

Αν ο Ζαγκόρ προέρχεται από τον Tarzan και τις ταινίες του Σούπερμαν, ο Mister No έχει τις ρίζες του βαθιά στα βιβλία του Χέμινγουεϊ και στην περιπετειώδη λογοτεχνία της μεταπολεμικής περιόδου, ένα είδος Humphrey Bogart – ως αντιήρωας βέβαια …

Πολλά θέματα (πρωτοπόρος για την εποχή του), από την οικολογία και τα προβλήματα της μετά-αποικιοκρατίας, εξετάζονται ήδη από την αρχή στις περιπέτειες του Mister No : αυτός είναι ένας φίλος των Indios των ιθαγενών που υπερασπίζονται τα δάση του Αμαζόνιου, των cangaceiros που μάχονται κατά των γαιοκτημόνων στη νοτιοανατολική Βραζιλία και είναι ο εχθρός των κυνηγών που σφαγιάζουν στην Αφρική την πανίδα της …

Οι ρυθμίσεις και οι καταστάσεις ανταποκρίνονται πιστά στην αλήθεια, έτσι ώστε οι αναγνώστες να εισαχθούν σ’ ένα άγνωστο αλλά αληθινό κόσμο. Οι νέοι μαθαίνουν πώς να μην τους αρέσουν μόνο οι πολιτισμοί που είναι παρόμοιοι με τους δικούς τους, αλλά και διαφορετικές και μακρινές κουλτούρες, εδώ και πάρα πολύ καιρό ξεχασμένες … η ξενοφοβία δεν έχει χώρο εδώ….

Όλα αυτά βέβαια με μπόλικες καταχρήσεις, ένα μπουκάλι ουίσκι στο ένα χέρι, τσιγάρο στο άλλο και φυσικά γυναίκες…. Πολλές και διαφορετικές γυναίκες…. κατά το κάθε λιμάνι και γυναίκα των ναυτικών …. σε κάθε αεροδρόμιο(ή καλύτερα μπαρ και γυναίκα….

ΧΑΡΑΚΤΗΡΕΣ
Ες Ες

Το πραγματικό του όνομα είναι Richard Otto Kruger, αλλά όλοι τον φωνάζουν Ες Ες κατάλοιπο από την εποχή που υπηρετούσε ως δεκανέας στα περιβόητα τάγματα του ναζιστικού στρατού. Κατά βάθος όμως δεν διαφέρει πολύ από τον Mister No, καθώς αηδιασμένος από αυτά που έζησε στον πόλεμο θα καταλήξει κι αυτός στον Αμαζόνιο ζώντας αποκλειστικά για να τεμπελιάζει και να μεθά (αν δεν ταιριάζαμε, δεν θα συμπεθεριάζαμε…). Είναι ο καλύτερος φίλος του Mister No.

Λοχίας Μπαρόζο

Μια καρικατούρα αστυνόμου, ο κλασικός αγράμματος χωροφύλακας της Αμαζονίας. Δεν διακρίνεται για την οξυδέρκεια του για αυτό οι ανώτεροι του, του αναθέτουν συνήθως ως αποστολή, να οδηγήσει στη φυλακή τον μεθυσμένο Mister No και να αναλάβει τη φύλαξη του. Κατά κάποιο τρόπο φίλος του ήρωα αφού είναι αυτός που τον βοηθά να αντιμετωπίζει την ανία του κελιού του με άπειρες παρτίδες πόκερ, κατά τις οποίες αποδεικνύεται θαυματουργός καθώς έχει την έφεση να εμφανίζει καρέ του άσου, ακόμα και αν ο αντίπαλος του έχει το ίδιο!!!! (εννοείται ως όργανο του νόμου δεν κλέβει ποτέ…. άρα θαύμα!!!!)

Πάουλο Aντόλφο

Κάτι μεταξύ ευεργέτη και αγίου προστάτη για όλους τους αργόσχολούς μέθυσους της πόλης καθώς είναι ο ιδιοκτήτης ενός από τα καλύτερα μπαρ της περιοχής. Έχει την ικανότητα να αντιμετωπίζει τις δύο πάγιες συνήθειες-ασθένειες του Mister No… τον αλκοολισμό και την αφραγκία, καθώς δεν αρνείται ποτέ την πίστωση ακόμα και αν ξέρει ότι πιθανόν δε θα δει ποτέ το χρώμα του χρήματος… Αποτελεί βαρόμετρο για τους πότες της περιοχής καθώς αν δεν έχει αυτός ουίσκι στο μαγαζί του(το οποίο καταφθάνει με ένα σκυλοπνίχτη από το Μπελέμ), τότε δεν υπάρχει πουθενά στο Μανάους.

Τζακ Κέρουακ
Ένα άλμπουμ με άπειρες αποχρώσεις, είναι αυτό που παρουσιάζει τη συνάντηση του Τζέρι Drake με τον Τζακ Κέρουακ, τη θρυλική φωνή της beat γενιάς, ο οποίος εδώ κάνει το πρώτο ταξίδι του, μετά τη δημοσίευση του «On the Road». Και είναι μια πολύ επιτυχημένη συνάντηση, η οποία μας οδηγεί στο πιο συναρπαστικό επεισόδιο της σειράς. Στην δεκαετία του 1950 στη Νέα Υόρκη, ο συγγραφέας και ο Mister No συναντιούνται εντελώς τυχαία σε ένα μπαρ (που αλλού . Αυτό είναι το χρονικό σημείο κατά το οποίο ένα σενάριο νουάρ και ίντριγκας αρχίζει να αναπτύσσεται με αυτό το παράξενο ζευγάρι και με τη συμμετοχή ενός τρίτου προσώπου: του μαύρο σαξοφωνίστα Curtis Webster, που θυμίζει έντονα τον θρυλικό Charlie Parker. Ένας ιστός νουάρ δολοπλοκίας που δονείται με τζαζ ρυθμούς και πάθος. Η ιστορία λαμβάνει χώρα το 1958, ενώ ο συγγραφέας έμενε στο σπίτι της μητέρας του στο Long Island. Το επίκεντρο των εκδηλώσεων είναι το Vanguard Village, ένα ιστορικό μπαρ όπου ο Jerry Drake συνεργάζεται με άλλους μουσικούς τζαζ.

Γυναίκες

Δεν υπάρχει καμία σταθερή αγάπη για τον Mister No καθώς όπως είπαμε κάθε αεροδρόμιο και γυναίκα…. Παρόλα αυτά υπάρχουν κάποιες που θα εμφανιστούν σε περισσότερες από μία περιπέτειες όπως η πράκτορας της CIA Ντέλια, την οποία ο ήρωας θα ερωτευτεί για να προδοθεί τελικά(άτιμες γυναίκες), η επίσης πιλότος Ντέμπορα, ενώ στο τεύχος 33 σε ένα φλας-μπακ έρχεται στο μυαλό του η εικόνα μιας ξανθιάς τραγουδίστριας της τζαζ, που αποτελούσε το μεγάλο έρωτα της ζωής του, χωρίς να αναφέρεται το όνομα της. Στο τεύχος 17 καθώς πετάει, δέχεται πρόταση γάμου από την συνεπιβάτισσα του, με αποτέλεσμα να χτυπήσει και να ρίξει την ταμπέλα του ξενοδοχείου «Αμαζονία» και να καταλήξει στη φυλακή για επικίνδυνη πτήση σε κατοικημένο τόπο…. Αυτό μας δίνει την άποψη του ήρωα για τον έγγαμο βίο…

Και τέλος οΚώστας Μητσ##???@**#$$ης:Στο τεύχος 29 ο Mister No παίρνει για επιβάτη τον αρχιγκαντέμη, που αν και δεν αναφέρει το όνομα και την εθνικότητα του δεν θα μπορούσε να ήταν άλλος καθώς κατά τη διάρκεια της πτήσης πέφτουν σε αντίθετο άνεμο, χαλάει το ρολόι του, παθαίνει βλάβη ο δείκτης πορείας, ενώ και μετά την προσγείωση σκάει το λάστιχο και σπάει ο σύνδεσμος του φτερού (η κακοδαιμονία μάλιστα συνεχίστηκε μέχρι το τέλος της σειράς….). Ας πρόσεχε…(για ευνόητους λόγους δεν ανεβάζω εικόνα του επίτιμου για την ασφάλεια όλου του φόρουμ, καθώς σε μια απόπειρα μου το λογισμικό μου κατέρρευσε!!!!… ας  πρόσεχα…)

ΣΥΝΗΘΕΙΕΣ

Αγαπημένο τραγούδι

«When the Saints Go Marching In» του James Milton Black εκτελεσμένο φυσικά από τον Louis Armstrong. Γενικά πάντως είναι λάτρης της τζαζ όπως όλα τα ψαγμένα άτομα (παίζει και φυσαρμόνικα). Ο Sergio Bonelli περνάει στον ήρωα του την αγάπη του για το συγκεκριμένο είδος μουσικής.

Αγαπημένο ποτό

Ουίσκι Βallantines.. όχι ότι είναι και ιδιαίτερα επιλεκτικός καθώς όπως τονίζει στην ανάγκη πίνει και καθαρό οινόπνευμα… πάντως η έλλειψη του εθνικού προϊόντος της Σκωτίας στην Αμαζονία, τον αναγκάζει να χρησιμοποιεί το αντίστοιχο της Βραζιλίας… την «κακάτσα»…

Απαγορευμένο ποτό

Fola de Uro… Σε μια εποχή που στο Μανάους δεν υπήρχε ίχνος οινοπνεύματος, του το σέρβιραν ως τοπική παραγωγή ουίσκι. Το συγκεκριμένο μπαρ αποτελεί τη μοναδική εγγραφή στα μαύρα κατάστιχα του πιο αξιόπιστου πότη της Λατινικής Αμερικής ενώ η διάθεση του Fola de Uro σε ανθρώπους, θεωρείται ως χρήση χημικών όπλων και καταδικάζεται παγκοσμίως….

Ο ΑΥΘΕΝΤΙΚΟΣ MISTER NO

Η ιδέα για τον ήρωα γεννήθηκε στον συγγραφέα, όπως έχει δηλώσει σε συνέντευξη του, όταν γνώρισε έναν πολύ όμορφο νεαρό άνδρα σε ένα ετοιμόρροπο αεροδρόμιο στο Palenque του Μεξικού. Φορούσε ένα δερμάτινο μπουφάν και το όνομά του ήταν captain Vega, ένα όνομα που ήταν απολύτως τέλειο για έναν κόμικ ήρωα. Είχε μία ζώνη με ένα ρεβόλβερ και ταξίδευε με το αεροσκάφος του πάνω-κάτω στην χερσόνησο του Yucatan, από το ένα αγρόκτημα στο άλλο, μεταφέροντας μικρά ζώα, λαχανικά και όλα τα είδη των προμηθειών. Κάθε φορά που έβλεπε τουρίστα, σήκωνε απλά την πλάτη του καθίσματος του συνοδηγού και έλεγε: «Εντάξει, εγώ θα σας μεταφέρω οπουδήποτε θέλετε!» Γι ‘αυτό συνέλαβε την ιδέα της δημιουργίας ενός κόμικ χαρακτήρα που έκανε τη ζωή του με ένα Piper, αλλά αποφάσισε να τον μεταφέρει στην Αμαζονία.


Τ Ε Λ Ο Σ

——————————————————————————————————————————————————————–

ΜΟΜΠΥ ΝΤΙΚ – ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΣΤΟ ΚΟΜΙΚΣ & ΑΠΟ ΕΚΕΙ ΣΤΗ ΜΕΓΑΛΗ ΟΘΟΝΗ 5/1/2011

Ένα από τα πιο αγαπημένα αναγνώσματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας, που γοήτευσε και εξακολουθεί να γοητεύει μικρούς και μεγάλους για παραπάνω από τρείς αιώνες, είναι ο «Μόμπυ Ντίκ»(Moby Dick).

Η θρυλική λευκή φάλαινα με τα δολοφονικά ένστικτα, το κυνήγι της οποίας με αφετηρία τα 1851, οπότε και εκδόθηκε για πρώτη φορά, γραμμένο από την πένα του Αμερικανού συγγραφέα Χέρμαν Μέλβιλ(Herman Melville), πέρασε από τις σελίδες των Κλασσικών Εικονογραφημένων(Classics Illustrated), κι από εκεί στην μεγάλη οθόνη το 1956, σε μια αξεπέραστη ταινία του μεγάλου Τζών Χιούστον(John Houston). Ένα έργο διαχρονικό, που εξιτάρει την φαντασία και μεταφέρει τον αναγνώστη ή τον θεατή, σε μια ναυτική περιπέτεια που όμοια της δεν αφηγήθηκε κανείς μέχρι σήμερα, με τόση ένταση και τέτοιου βάθους ανάλυση χαρακτήρων. Το βιβλίο σε καθηλώνει και το ρουφάς κυριολεκτικά. Αλλά και η κινηματογραφική του μεταφορά, έχει τέτοια δύναμη που κατατάσσεται στις κορυφαίες που επιχειρήθηκαν ποτέ στην μεγάλη οθόνη, από λογοτεχνικά βιβλία. Μέσα σε όλα αυτά, ένα λαμπερό εξίσου ενδιάμεσο στάδιο, αυτό της πορείας του έργου μέσα από τις εικονογραφημένες σελίδες, μιας έκδοσης που έμαθε όλους μας να αγαπήσουμε τόσο τα κόμικς, όσο και την λογοτεχνία. Είναι ο μοναδικός τρόπος που σκέφτηκε ο γεννημένος στην Ρωσία εκδότης  Άλμπερτ Κάντνερ(Albert Lewis Kanter), για να κάνει προσιτό το έργο σπουδαίο συνανθρώπων μας, σε όλους τους αναγνώστες, σε όλα τα γεωγραφικά μήκη και πλάτη αυτού του πλανήτη. Ήταν αδύνατον να απουσιάσει η φιγούρα του Μόμπυ Ντίκ, όπως κι αυτή του πλοίαρχου Άχαμπ, ακόμη και από τον καρτουνίστικο κόσμο του Γουώλτ Ντίσνευ(Walt Disney). Εκεί, πήρε άλλες διαστάσεις φυσικά, προκειμένου να γίνει κομμάτι του παιδικού μικρόκοσμου κάθε εποχής, σε ένα ναυτικό χαρακτήρα που αποκαλέστηκε Μόμπυ Ντάκ(Moby Duck). Όλα αυτά, θα τα δούμε πιο αναλυτικά στο κείμενο που ακολουθεί.

Αφορμή για αυτή την σκιαγράφηση που διαβάζετε σήμερα, στάθηκε η προβολή της ομώνυμης ταινίας του Χιούστον, για ακόμη μια φορά, χθες βράδυ. Ομολογώ ότι δεν έχασε κανένα από τα στοιχεία και τη δύναμη της στα μάτια μου, παρότι ήταν η 6 ή 7 φορά που την έβλεπα. Κι αν ισχύει αυτό που λέγεται στους κύκλους των κινηματογραφόφιλων, ότι κάθε φορά που βλέπεις μια ταινία υπάρχει πάντα μια διαφορετική οπτική και προσέγγιση σε ότι σου δίνει η εικόνα και οι ηθοποιοί, χθες βράδυ αυτό που ανέλυσα ήταν πράγματι πολύ διαφορετικό, απ` όλα όσα είχα αποκομίσει ως σήμερα.

Το 1851, μια εποχή που κρατούσε ζωντανούς τους μύθους και τις ανθρώπινες δεισιδαιμονίες, τις φοβίες των ναυτικών και το δέος των ανθρώπων της στεριάς, τότε που η αφήγηση μπορούσε απλά να καθηλώσει ακροατήρια κάθε λογής, ο Αμερικανός συγγραφέας Χέρμαν Μέλβιλ μας δίνει ένα αριστούργημα της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Με τον δικό του, λιτό τρόπο, μεταφέρει τους θρύλους και τις ναυτικές ιστορίες στο χαρτί. Σκιαγραφεί χαρακτήρες, κοινωνίες, προλήψεις και αποδίδει ένα ταξίδι στις θάλασσες της φαντασίας με έναν μοναδικό τρόπο. Ο λόγος του είναι απλός, ενίοτε γλαφυρός, αλλά και σκληρός συνάμα. Είναι ο λόγος των ανθρώπων του μόχθου και του κινδύνου. Θαρρείς πως ότι αφηγείται, είναι δικό του βίωμα, νωπό ακόμη στα μάτια του. Είναι η εξιστόρηση αυτή, που με τόση ζωντάνια σε κάνει να μυρίζεις αλμύρα, μέσα από τις σελίδες του βιβλίου. Παιδί όταν το είχα διαβάσει, ο νους είχε επιχειρήσει να κάνει πολλές φορές εκείνο το μοιραίο ταξίδι. Είχα δει από κοντά τον πλοίαρχο Άχαμπ, με το χαρακωμένο του πρόσωπο και το φιλντισένιο πόδι, να δίνει διαταγές στο πλήρωμα, ή να καρφώνει ένα χρυσό νόμισμα στο κατάρτι του Πέκοτ(Pequod). Η τραγική φιγούρα ενός ζωντανού ναυάγιου, που τραυματισμένο ψυχικά οπλίζει τους ναύτες του με καμάκια εγωισμού, σε έναν τελευταίο απόπλου με προορισμό την εξιλέωση και την εκδίκηση. Ένας αδυσώπητος αγώνας για την απόδειξη μιας ματαιόδοξης παντοδυναμίας, κόντρα σε κάθε κανόνα και περιορισμό. Το πλοίο γίνεται ένα όχημα καταδίωξης και ο πρωταρχικός του σκοπός σκοτεινιάζει. Με θέα το Απριλιάτικο φεγγάρι κορυφώνεται ένα ακόμη ανθρώπινο δράμα, που χωράει μέσα του κάθε αδυναμία, αλλά και την κυρίαρχη φύση, όπως περήφανα και δίχως αμφισβήτηση, θα εκφραστεί με την μορφή του θηράματος και την αντιστροφή των ρόλων. Όλες οι φιγούρες εκείνου του ταξιδιού, είναι και ένα κομμάτι της κοινωνίας. Μια διαχρονικότητα κρυμμένη στους χαρακτήρες, που αντανακλάει όλα όσα και σήμερα. Μια καθημερινή θεατρική παράσταση, όπου ο κάθε ένας μπορεί να διαλέξει ρόλο, ακόμη κι ο θεατής. Ο νεόκοπος Ίσμαελ που αφηγείται την περιπέτεια, ο βαθύτατα θρησκευόμενος υποπλοίαρχος Στάρμπακ, ο προληπτικός ινδιάνος Κίκουεγκ, ο χωρατατζής λοστρόμος Στάμπ, ον επιβλητικός ιεροκήρυκας Μάπλ και τόσοι ακόμη από τους πρωταγωνιστές εκείνους. Ο τρόπος που επιλέγει ο Μέλβιλ για να επιχειρήσει αυτή την ηθογραφία, είναι άμεσος και πανέξυπνος. Ξεδιπλώνει κάθε στοιχείο, δίνει διαστάσεις, απομυθοποιεί, καταγράφει, ζει μέσα στα συντρίμμια της βάρκας, επιπλέει μαζί τους. Είναι αυτά ακριβώς τα στοιχεία που θα τον καταξιώσουν και θα κάνουν το έργο του σημείο – αναφοράς στις πιο λαμπρές στιγμές της λογοτεχνίας.

Το 1941, σχεδόν δύο αιώνες μετά τη συγγραφή του Μόμπυ Ντίκ, τα Κλασσικά Εικονογραφημένα κάνουν την εμφάνιση τους για πρώτη φορά στην Αμερική. Με έναν τόσο ανεπιτήδευτο και απλό τρόπο, φέρνουν την λογοτεχνία στα σπίτια όλων, σε κάθε γωνία του πλανήτη. Οι περιπέτειες του Πέκοτ και των ναυτικών του, το κυνήγι της άσπρης φάλαινας και το βιβλίο του Μέλβιλ, είναι από τα πρώτα που θα κυκλοφορήσουν, σε αυτή την έκδοση. Ήταν το πέμπτο κιόλας τεύχος. Στην χώρα μας, οι αδελφοί Πεχλιβανίδη και ο εκδοτικός τους οίκος Ατλαντίς, θα το κυκλοφορήσουν το 1951, στην πρώτη του επί Ελληνικού εδάφους έκδοση(εικονογραφημένη πάντα). Μια σειρά που κινείται μεταξύ κόμικς και λογοτεχνίας, δοσμένη με υπέροχο, μαγικό τρόπο, που λατρεύτηκε από εκατοντάδες χιλιάδων συμπατριωτών μας. Μια από τις κορυφαίες στιγμές του ανθρώπινου πνεύματος(και τις πιο φωτεινές), ο Μόμπυ Ντίκ του Χέρμαν Μέλβιλ θα κερδίσει και τους Έλληνες αναγνώστες.

Στα τέλη της δεκαετίας του 1940, κι ενώ η δημοτικότητα των Classics Illustrated(Κλασσικά Εικονογραφημένα), έχει απογειωθεί, ένας ακόμη σπουδαίος αφηγητής και δημιουργός, εντελώς διαφορετικού ύφους και οράματος, είναι ήδη στην κορυφή της επικαιρότητας. Φτιάχνοντας έναν ουτοπικό κόσμο, με τους ανθρώπινους ρόλους να αποδίδονται στα ζώα, με την μορφή της κοινωνίας τους  να δείχνει σαν πρότυπο στα μάτια μικρών και μεγάλων, ο Γουώλτ Ντίσνευ θα ενσωματώσει τον Μόμπυ Ντίκ στο γενεαλογικό δέντρο των παπιών του και με νέους προσανατολισμούς, σαφώς ψυχαγωγικούς, θα τον μετονομάσει σε Μόμπυ Ντάκ, αλλάζοντας παράλληλα και την μορφή του. Αντί για την δολοφονική φάλαινα, βλέπουμε τη φιγούρα ενός καπετάνιου φαλαινοθηρικού και όχι μόνον, αφού πολύ συχνά μπλέκει σε κάθε είδους περιπέτειες, μακριά από το αντικείμενο του! Θυμάμαι τη λαχτάρα για την ανάγνωση των μηνιαίων Μίκυ, όπου σχεδόν σε όλα είχε μια ιστορία του και μάλιστα αρκετών σελίδων! Το ίδιο συνέβαινε και στα εξώφυλλα εκείνης της έκδοσης, τουλάχιστον μέχρι το 1974. Μετά άλλαξε το περιοδικό αρκετά.

Για να φτάσουμε στο 1956, οπότε ο μεγάλος αυτός κινηματογραφιστής, ο Αμερικανός Τζών Χιούστον, αποφασίζει να αποτυπώσει το βιβλίο του Μέλβιλ στην μεγάλη οθόνη. Η ταινία της οποίας την παραγωγή αναλαμβάνει ο σκηνοθέτης(δείγμα του πόσο πίστευε σε εκείνη), θα αποτελέσει μια από τις μεγαλύτερες στιγμές της καριέρας του και μια από τις μεγαλύτερες επιτυχίες των στούντιο της εταιρείας Universal Pictures.

Χωρίς την βοήθεια των οπτικών και ηχητικών εφέ της εποχής μας και δίχως την υποστήριξη της τεχνολογίας, οι ηθοποιοί του Χιούστον είναι πραγματικοί και όχι κλωνοποιημένοι κομπάρσοι(με την υποστήριξη των υπολογιστών), το ταλαιπωρημένο σκαρί του Πέκοτ υπαρκτό, η θάλασσα έχει αληθινά κύματα και όχι μπανιέρας και ο Γκρέκορυ Πέκ(Gregory Peck), είναι ο ιδανικότερος πλοίαρχος Άχαμπ! Αν και οπτικά θυμίζει έντονα τη φιγούρα του Αβραάμ Λίνκολν(!), πραγματικά εδώ το μάτι του γυαλίζει! Νομίζω ότι πρόκειται για μια από τις καλύτερες του ερμηνείες, που προσωπικά την συγκρίνω μόνο με αυτήν του Ακρωτήριο Φόβος(Caper Fear). Πολύ μακριά από τα στεγανά του σαν ηθοποιός και τις παρουσίες που τον επέβαλαν(και του επιβλήθηκαν από την κινηματογραφική βιομηχανία), ο Πεκ μπαίνει στο πετσί του ρόλου κυριολεκτικά και όχι μεταφορικά, ενώ υπάρχουν στιγμές που ο χειρισμός του Χιούστον πίσω από τις κάμερες είναι τόσο διακριτικός, που νομίζεις ότι έχει αφήσει τον ήρωα του φιλμ να παίρνει πάνω την παραγωγή ολόκληρη! Η ταινία σε καθηλώνει για κάθε ένα από τα 116 της λεπτά! Οι συγκρούσεις χαρακτήρων, το αδυσώπητο κυνήγι της δολοφονικής φάλαινας, οι στιγμές έντασης στο πλήρωμα, είναι όλα μετρημένα και δοσμένα σε τέλειες αναλογίες. Ο Richard Basehart παίζει μοναδικά τον ρόλο του Ίσμαελ, το ίδιο και ο Leo Genn, αυτόν του Στάρμπακ, ενώ την παράσταση κλέβουν τόσο ο Friedrich von Ledebur σαν ινδιάνος Κίκεγκ, αλλά και ο Orson Welles στην εκπληκτική του εμφάνιση στο ξεκίνημα της ταινίας, στον ρόλο του ιεροκήρυκα! Πραγματικά, αποδεικνύει γιατί θεωρήθηκε σαν ένας από τους μεγαλύτερους ηθοποιούς που ανέδειξε το Χόλυγουντ, με έναν Σαιξπηρικό θα χαρακτήριζα μονόλογο!

Για τις ανάγκες των γυρισμάτων, επιλέχθηκε η Ιρλανδία, όπου το λιμανάκι του Μπέτφορντ ήταν στην ουσία το Cork. Σε ένα από τα παραλειπόμενα του φιλμ, ο κάμεραμαν του Χιούστον Oswald Morris, έγραψε στην αυτοβιογραφία του ότι κατά την διάρκεια των γυρισμάτων, χάθηκαν 3 κατασκευασμένες από πλαστικό φάλαινες, κάπου στην θάλασσα! Ακόμη, να αναφέρω ότι όπως παραδέχτηκε ο σκηνοθέτης, το βιβλίο του Μέλβιλ ήταν από τα αγαπημένα του. Επίσης, οι Χιούστον και Πέκ ετοίμαζαν ακόμη μια συνεργασία, πάνω στο έργο του συγγραφέα, με την ταινία Typee, η οποία όμως δεν γυρίστηκε ποτέ. Κυκλοφόρησε φυσικά και αυτό το βιβλίο, κάτω από την έκδοση των Κλασσικών Εικονογραφημένων, σαν Τύπη. Σαν επίλογο, σας έχουμε και το αυθεντικό trailer της ταινίας.

http://www.youtube.com/watch?v=37ZhhTDxao0]

Το άρθρο εντάσσεται στην νέα μας υπό – κατηγορία ΜΕΛΕΤΕΣ

http://wp.me/PKxow-2Ez

Εκεί μπορείτε να βρίσκετε όλα τα παρόμοιου τύπου άρθρα, συγκεντρωμένα. Πηγή φωτογραφιών, προσωπικό αρχείο συντάκτη και wikipedia.

Advertisements

Σχολιάστε

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: